ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΥΡΙΜΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2026, 10/7/2026
print
Τίτλος:
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΥΡΙΜΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2026, 10/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ. 167/2026)

 

10 Ιουλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΥΡΙΜΟΥ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

_______________________________

 

Α. Δημητρίου με Χ. Αλεξάνδρου (κα), Α. Κωστάρη και Α. Δημητρίου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Χ. Προξένου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας αφού διέταξε την παραπομπή του εφεσείοντα σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λάρνακα στις 3.8.206, διέταξε, κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής, την κράτηση του εφεσείοντα μέχρι τότε.

 

 

Με επτά λόγους έφεσης προσβάλλεται η εν λόγω απόφαση. Θεωρούμε ότι χρήζουν εξέτασης κατά προτεραιότητα οι λόγοι που άπτονται του δικαιώματος του εφεσείοντα σε δίκαιη δίκη.

 

Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε, με σχετική ενδιάμεση απόφασή του, αίτημα εξαίρεσής του λόγω αντικειμενικής αμεροληψίας. Προβλήθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως λόγος εξαίρεσης ότι ο ίδιος Δικαστής είχε διατάξει προηγουμένως την προσωποκράτηση του εφεσείοντα, στη βάση του ίδιου ισχυρισμού περί κινδύνου επηρεασμού μαρτυρίας, ο οποίος υποστηρίχθηκε και στο στάδιο της παραπομπής της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο.

 

Στην αιτιολογία εξειδικεύεται η θέση της Υπεράσπισης ότι το καίριο ζήτημα είναι το ότι ο ίδιος Δικαστής κλήθηκε να εξετάσει εκ νέου ουσιωδώς όμοιο ζήτημα που αφορά τη στέρηση της ελευθερίας του ίδιου προσώπου και ήταν αδιάφορο το ότι κλήθηκε να το πράξει σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας. Κρίνουμε την εισήγηση αβάσιμη για τους λόγους που εξηγήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στο πιο κάτω απόσπασμα από την ΣΤΕΛΛΑΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ κ.α. v. ΧΑΡΗ ΣΤΑΥΡΑΚΗ, Αίτηση Αρ. 5/2024, ημερομηνίας 10.12.2024.

 

«Εξηγήθηκε στην Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας κ.ά. (1994) 1 Α.Α.Δ. 268, 274, ότι «Το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές». Ο πληροφορημένος παρατηρητής γνωρίζει ότι οι Δικαστές επιλαμβάνονται των αιτήσεων για αναστολή εκτέλεσης δικών τους αποφάσεων, ότι μπορούν να εκδώσουν ένα διάταγμα μονομερώς και μετά να το ακυρώσουν και ότι οι αποφάσεις τους επί νομικών θεμάτων δεν τους εμποδίζουν από του να εκδικάσουν άλλη υπόθεση με το ίδιο θέμα ή και στην ίδια υπόθεση σε άλλο στάδιο όπου το ίδιο ζήτημα μπορεί και πάλι να εγείρεται (Razis and Another v. Republic (1983) 3(A) C.L.R. 309, 311 και Αποστολίδου ν. Δημοκρατίας (Αρ.1) (2002) 3 Α.Α.Δ. 80, 84)

 

Στην ίδια κατάληξη μας οδηγεί και το πιο κάτω σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπό μονομελή σύνθεση στην ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΑ ΔΕΠΕ, Πολιτική Έφεση Αρ. 7/2023, ημερομηνίας 12.1.2024:

 

«Αυτό που επιδιώκει η Αιτήτρια είναι την εξαίρεση δικαστή από την σύνθεση του Εφετείου που θα εκδικάσει την έφεση της γιατί ο δικαστής έχει σε άλλη υπόθεση αποφασίσει, έστω κυρίαρχο ή καταλυτικό για την έφεση της νομικό ζήτημα, κατά τρόπο που δεν ευνοεί την επιτυχία της υπόθεσης της. Αυτό δεν είναι επιτρεπτό.  Η ευχέρεια δηλαδή στο διάδικο να επιλέγει το δικαστή του στη βάση της εκτίμησης του για το πώς ενδέχεται να κρίνει ένα νομικό ζήτημα στην υπόθεση του, στη βάση του πώς αποφάσισε το ίδιο νομικό ζήτημα σε άλλη υπόθεση προηγουμένως.»

 

Εν όψει όλων των πιο πάνω, προκύπτει ότι η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι ορθή και σύμφωνη με τη νομολογία. Η δε θέση της Υπεράσπισης όχι μόνο δεν υποστηρίζεται από τη νομολογία, αλλά είναι και αντίθετη με αυτήν. Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος έφεση κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον έκτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο διέκοψε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου την 19.6.2026 για διάλειμμα, χωρίς να διατάξει ρητώς όπως ο εφεσείων παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την επανέναρξη της ακρόασης, αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος του εφεσείοντα στην προσωπική ελευθερία και επιμόλυνε τη διαδικασία, επηρεάζοντας την εγκυρότητα της εκκαλούμενης απόφασης.

 

Προς υποστήριξη της θέσης αυτής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα παρέπεμψε στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίων Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) CASE OF BARANOWSKI v. POLAND, (Application no. 28358/95), ημερομηνίας 28.3.2000.

 

Με κάθε σεβασμό, επισημαίνουμε ότι οι περιστάσεις της εν λόγω απόφασης διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τις περιστάσεις της παρούσας. Ο λόγος για τον οποίο το ΕΔΑΔ διαπίστωσε παραβίαση του παραγράφου 1 του Άρθρου 5 της ΕΣΔΑ, ήταν επειδή στο νομικό σύστημα της Πολωνίας υπήρχε νομοθετικό κενό, με αποτέλεσμα μετά τη διαταγή προσωποκράτησης για σκοπούς διερεύνησης, ο προσφεύγων να κρατείτο για απροσδιόριστο διάστημα μέχρι τη δίκη του, περίοδος που διήρκησε μήνες, χωρίς να μεσολαβήσει η διαδικασία κράτησης υποδίκου μέχρι τη δίκη και συνακόλουθη δικαστική απόφαση. Είναι στη βάση αυτών των δεδομένων που το ΕΔΑΔ διαπίστωσε παραβίαση της ΕΣΔΑ. Είναι σημαντικό θεωρούμε να παραπέμψουμε στο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης κάτω από τον τίτλο «I. ALLEGED VIOLATION OF ARTICLE 5 § 1 OF THE CONVENTION», παράγραφοι 42-58.

 

Είναι σαφές ότι στην προκειμένη περίπτωση, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της ΕΣΔΑ, εφόσον, αφενός, στην Κύπρο υφίσταται νομικό πλαίσιο που καθορίζει τις προϋποθέσεις διαταγής κράτησης κατηγορουμένου, ενώ, αφετέρου, δυνάμει του νομικού αυτού πλαισίου ο εφεσείων προσήλθε στο Δικαστήριο υπό καθεστώς κράτησης για να παραπεμφθεί στο Κακουργιοδικείο και για να αποφασιστεί το κατά πόσον θα εκδιδόταν διαταγή κράτησής του ή θα διατασσόταν αν θα αφηνόταν ελεύθερος υπό όρους, μέχρι τη δίκη του. Εφόσον δε το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπόθεσης, τελούσε υπό το ίδιο καθεστώς, μέχρι το Δικαστήριο να εξέδιδε την ίδια ημέρα την απόφασή του. Ο εφεσείων, σε καμία περίπτωση δεν αφέθηκε υπό κράτηση χωρίς διαταγή προς τούτο για απροσδιόριστο απεριόριστο χρόνο. Σε διακοπή της διαδικασίας, ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει εγερθέν ζήτημα, σαφώς εννοείτο η συνέχιση της κράτησης του εφεσείοντα και η μη αναφορά τέτοιας διαταγής ουδόλως προκαλεί ρήξη στο καθεστώς υπό το οποίο ο εφεσείων τελούσε, εκκρεμούσης της δικαστικής κρίσης στο πλαίσιο της διαδικασίας.

 

Η διαπίστωσή μας αυτή καθιστά, αβάσιμο τον λόγο έφεσης, ο οποίος απορρίπτεται.

 

Με τον έβδομο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προχώρησε στη διαδικασία παραπομπής της υπόθεσης στο Κακουργιοδικείο, χωρίς να αναγνωσθεί στον εφεσείοντα το κατηγορητήριο κατά την έναρξη της διαδικασίας, κατά παράβαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματός του να πληροφορείται άμεσα και λεπτομερώς τη φύση και τους λόγους των εναντίον του κατηγοριών, κατά παράβαση του Άρθρου 30.3(α) του Συντάγματος και του Άρθρου 6.3(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

Στην αιτιολογία εξειδικεύεται η θέση η ότι εν λόγω παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου συνιστά ουσιώδη παραβίαση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα και επηρέασε τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης, καθιστώντας τη διαδικασία παραπομπής και την απόφαση κράτησης επιμολυσμένη, και κατά συνέπεια άκυρη.

 

Με κάθε σεβασμό, επισημαίνουμε ότι η θέση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στις νομοθετικές πρόνοιες που αφορούν στη διαδικασία παραπομπής στο Κακουργιοδικείο (βλ. Άρθρα 92, 93 και 94 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155). Σε αντίθεση με το τι ίσχυε πριν την εισαγωγή των εν λόγω άρθρων και την κατάργηση των προηγούμενων που αφορούσαν διαδικασία προανάκρισης (Ν.7(I)/2012), δεν προβλέπεται απαγγελία των κατηγοριών στο κατηγορούμενο πρόσωπο, το οποίο λαμβάνει, χωρίς καθυστέρηση, αντίγραφο του κατηγορητηρίου και αντίγραφα των καταθέσεων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το αδίκημα για το οποίο παραπέμπεται στο Κακουργιοδικείο. Επομένως, δεν εντοπίζεται σφάλμα στη διαδικασία ενώπιον του παραπέμποντος Δικαστηρίου. Ο εφεσείων καλώς γνώριζε τι είχε να αντιμετωπίσει ως εκ της λήψης του κατηγορητηρίου και του μαρτυρικού υλικού. Ούτε όμως παραβιάζονται τα όποια δικαιώματα του κατηγορουμένου. Στην Σ.Π. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2013, ημερομηνίας 25.6.2014, λέχθηκε,  σε σχέση ειδικά με το ζήτημα της γνωστοποίησης των κατηγοριών σε κατηγορούμενο, ότι για να υπάρχει ουσιώδης επίπτωση επί του ασφαλούς της καταδίκης, πρέπει το κατηγορούμενο πρόσωπο να έχει παραπλανηθεί κατά ουσιώδη τρόπο. Παραπέμπουμε στο σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση.

 

«Η σύγχρονη τάση και αντίληψη είναι ο κατηγορούμενος να μην είναι αντιμέτωπος με κατηγορίες που δεν του γνωστοποιήθηκαν δεόντως ώστε να μην γνωρίζει τι θα αντιμετωπίσει στη δίκη και να υπερασπίσει εαυτόν αναλόγως. Αυτή είναι και η επιταγή του Άρθρου 6(3)(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όπως λέχθηκε και στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας - ανωτέρω - για να υπάρχει ουσιώδης επίπτωση επί του ασφαλούς της καταδίκης πρέπει το κατηγορούμενο πρόσωπο να έχει παραπλανηθεί κατά ουσιώδη τρόπο. Υπάρχει δε πάντοτε η δυνατότητα αναζήτησης λεπτομερειών επί του κατηγορητηρίου και κατά πόσο υπήρξε παραπλάνηση ή αδικία συνεξετάζεται και με το κατά πόσο ζητήθηκαν τέτοιες λεπτομέρειες έχοντας ταυτόχρονα υπόψη και όλες τις άλλες πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στον κατηγορούμενο μέσα από καταθέσεις, υλικό κατά την προανάκριση, όπου υπάρχει, μαρτυρία πριν την έναρξη της δίκης κ.ά., (Akritas v. Regina 20 C.L.R. 110, Loizou and Pikis: Criminal Procedure in Cyprus σελ. 47 και Archbold - ανωτέρω - σελ. 1045, παρ. 7-76).»

 

Εφαρμοζόμενα τα ως άνω, κατ’ αναλογίαν, επί του ασφαλούς μίας απόφασης για κράτηση, ουδεμία παραπλάνηση επικαλέστηκε ο εφεσείων, ούτε όμως και το Εφετείο διαπίστωσε τον κίνδυνο ύπαρξής της. Τουναντίον, είναι με τόση λεπτομέρεια που αναφέρεται ο εφεσείων σε κάθε πτυχή του μαρτυρικού υλικού τόσο εναντίον του ιδίου όσο και εναντίον των συγκατηγορουμένων του, που ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ήταν ολωσδιόλου ανεδαφικός και απορριπτέος.

 

Εν όψει των ανωτέρω, αβάσιμος κρίνεται ο έβδομος λόγος έφεσης και απορρίπτεται.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ύπαρξη κίνδυνου επηρεασμού μαρτυρίας από τον εφεσείοντα και εσφαλμένα απέρριψε το αίτημα της Υπεράσπισης για κλήτευση αστυφυλάκων με εμπλοκή στη διερεύνηση των ποινικών υποθέσεων εναντίον προσώπων, τα οποία σχετίζονται με τον εφεσείοντα και τα οποία φέρονται σύμφωνα με σχετικές καταθέσεις του παραπονούμενου να προσπάθησαν να τον επηρεάσουν.

 

Στρεφόμενοι πρώτα στο παράπονο του εφεσείοντα ως προς την απόρριψη του αιτήματός του για προσαγωγή της πιο πάνω μαρτυρίας επισημαίνουμε τα εξής:

 

Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην αιτιολογία του λόγου έφεσης το ένα σκέλος της μαρτυρίας το οποίο επιδιώχθηκε να τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου σκοπό είχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τη θέση ότι ήταν ο παραπονούμενος ο οποίος επιχείρησε να επικοινωνήσει με το ένα πρόσωπο το οποίο εν τέλει κατήγγειλε ότι προσπάθησε να τον επηρεάσει. Το δεύτερο σκέλος σκοπό είχε όπως εξεταστεί το μαρτυρικό υλικό και τα ευρήματα του ανακριτή σε σχέση με τις εν λόγω ποινικές υποθέσεις. Κρίνουμε ορθή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το αίτημα απόληγε σε εις βάθος αξιολόγηση της μαρτυρίας και θα εξέτρεπε τη διαδικασία από την ορθή της πορεία. Πολύ πρόσφατα το Εφετείο αναφέρθηκε στο πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται αίτημα κράτησης λόγω κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΑBDALLAH ESAIFAN κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 139/2026, 140/2026, 141/2026, ημερομηνίας 10.6.2026, ως ακολούθως:

 

«Όσον αφορά τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων παραπέμπουμε στην απόφαση Ι.Γ. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2022, ημερομηνίας 21.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:B256,  και ειδικά στο πιο κάτω απόσπασμα:

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατευθύνθηκε ως προς το ζήτημα της πιθανότητας επηρεασμού μαρτύρων από τα λεχθέντα στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Bourel κ.ά., Ποιν. Έφ. Αρ. 206, 209 & 210/2021, ημερ.28.12.2021, παραθέτοντας το πιο κάτω απόσπασμα:

«Εκείνο που εξετάζει το Δικαστήριο όσον αφορά τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων είναι κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για τέτοιο επηρεασμό είναι εύλογα δικαιολογημένοι στη βάση, βεβαίως, της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Σιημητρά ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 397).Κριτήριο είναι οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεαστούν μάρτυρες. Στη Μακαρίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 90, τονίστηκε πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων κατηγορίας αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Το Δικαστήριο θα διατάξει την κράτηση ενός υποδίκου, αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος/πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων Το ζητούμενο δεν είναι αν θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων αλλά η πιθανολόγηση επηρεασμού μαρτύρων (Χολίεφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 302/2018, ημερ. 4/2/2019, ECLI:CY:AD:2019:B31). Ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων δεν αποτιμάται ως να είναι η δίκη του ατόμου, αλλά περί πιθανότητας ο λόγος, δικαιολογημένης βεβαίως, όπως έχει λεχθεί, μεταξύ άλλων στη Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 689, Μακαρίτης ν. Δημοκρατίας, πιο πάνω, Φανιέρος ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 472 και Χουσεΐν ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 80/2019, ημερ.8/7/2019. Η προσπάθεια ή η εκδήλωση επηρεασμού μαρτύρων σαφώς και καθιστά τον εν λόγω κίνδυνο υπαρκτό.»

 

Στην ΜΑΚΑΡΙΤΗΣ (ανωτέρω), τέθηκε παρόμοιο επιχείρημα με αυτό που προωθεί εν προκειμένω ο εφεσείων. Διευκρινίστηκε ότι το ζήτημα εξετάζεται στη βάση του μαρτυρικού υλικού στο οποίο παραπέμπει η Αστυνομία, χωρίς να επεκτείνεται η εξέταση σε περαιτέρω προφορική μαρτυρία. Λέχθηκαν τα εξής:

 

«Η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει την υποχρέωση να αποδείξει ότι θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων κατηγορίας αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Το Δικαστήριο θα διατάξει την κράτηση ενός κατηγορουμένου αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Στην παρούσα περίπτωση υπήρχε συγκεκριμένη μαρτυρία ότι είχε ήδη εκδηλωθεί προς τούτο προσπάθεια από τη σύζυγο του εφεσείοντος, όχι μία αλλά περισσότερες φορές, για να επηρεάσει την παραπονουμένη.

Η εισήγηση ότι θα έπρεπε να δοθεί προφορική μαρτυρία εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής για να στοιχειοθετήσει τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων είναι ανεδαφική. Η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να βασισθεί πάνω στο περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου και από το σύνολο των στοιχείων να επικαλεσθεί τα στοιχεία εκείνα που μπορούν να υποστηρίζουν την εισήγηση της για τον κίνδυνο επηρεασμού, όπως έγινε και στην παρούσα περίπτωση.»

 

Εν όψει των πιο πάνω, η εισήγηση της Υπεράσπισης περί αναγκαιότητας περαιτέρω εξέτασης διά προσαγωγής διά ζώσης μαρτυρίας δε βρίσκει έρεισμα στη νομολογία.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα μας παρέπεμψε κατά την ακρόαση της έφεσης στην TODOROV BORISLAVOV ANATOLI ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΠΑΦΟΥ, (2015) 2 ΑΑΔ 789, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκδηλα υπέπεσε σε 3 σφάλματα, από τα οποία τα δύο τελευταία πιο σοβαρά:-

Το πρώτο είναι ότι μετέτρεψε ένα απλό αίτημα κράτησης σε ακροαματική διαδικασία, για την οποία μάλιστα δαπανήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος 3 δικασίμων. Και αυτό παρόλο που αιτήματα της εξεταζόμενης φύσης εξετάζονται στη βάση του μαρτυρικού υλικού που θέτει ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ο εκπρόσωπος της Κ.Α., χωρίς να απαιτείται ακροαματική διαδικασία. Τέτοια διαδικασία, όπως είναι νομολογημένο, δεν απαιτείται ούτε και στην περίπτωση που το αίτημα κράτησης βασίζεται στο ενδεχόμενο επηρεασμού μαρτύρων (Μακαρίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 90), χωρίς να αποκλείεται ότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, αν χρειάζεται, επιτρέπεται η προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας (Κλείτου ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 213). Θα προσθέταμε, επί του προκειμένου, ότι η προσαγωγή μαρτυρίας σε αιτήματα κράτησης θα πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα, ώστε η διαδικασία να μην προσλαμβάνει οιονεί δίκη επί της ουσίας, όπως φαίνεται να έγινε στην προκείμενη περίπτωση.»

 

Επισημαίνουμε ότι εφόσον πρόκειται για ευρεία διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα, είτε επειδή το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα αρχής. Το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Εφαρμόζονται και στο υπό κρίση ζήτημα κατ’ αναλογία τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με το πεδίο επέμβασης του Εφετείου στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σωρεία αποφάσεων.

 

Υπό το φως των πιο πάνω εξετάσαμε την πρωτόδικη απόφαση και δεν διαπιστώνουμε κανένα λόγο επέμβασής μας. Εν πάση περιπτώσει εξετάσαμε και την εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι το μαρτυρικό υλικό το οποίο έλαβε υπόψη του το πρωτόδικο Δικαστήριο στερείται σοβαρότητας, και σημειώνουμε τη διαφωνία μας.

 

Πέραν των πιο πάνω επισημαίνουμε ότι στην Ι.Γ. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (ανωτέρω) λέχθηκαν και τα εξής:

 

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι όλοι οι ουσιώδεις μάρτυρες ήταν πρόσωπα του στενού οικογενειακού και ευρύτερου φιλικού περιβάλλοντος του Εφεσείοντα. Το γεγονός ότι ο Λ.Λ. είχε δώσει και, μεταγενέστερη της καταγγελίας του, συμπληρωματική κατάθεση στην Αστυνομία, αναφέροντας ότι ήταν η θέληση του να εξεύρει λύση με τον Εφεσείοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο χαρακτήρισε ως «ακριβώς ενδεικτική του κινδύνου που υπάρχει για επηρεασμό τόσο του παραπονούμενου όσο και των λοιπών μαρτύρων».

 

Προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση ότι ανεξαρτήτως του ποιος επεδίωξε την επικοινωνία μεταξύ παραπονούμενου και του εν λόγω προσώπου, αφ’ ης στιγμής λέχθηκαν από το άτομο αυτό τα όσα λέχθηκαν, σύμφωνα πάντα με την κατάθεση του παραπονούμενου, δεν παύουν από το να αποτελούν υπόβαθρο, ενδεικτικό του κινδύνου που υπάρχει για επηρεασμό τόσο του παραπονούμενου όσο και των λοιπών μαρτύρων. Οπότε, εν πάση περιπτώσει, το όλο εγχείρημα προς απόδειξη του ποιος άρχισε την επικοινωνία και τι άλλο λέχθηκε στο πλαίσιο αυτής, θα ήταν ατελέσφορο.

 

Στην αιτιολογία με παραπομπή στην ΜΑΡΙΝΟΥ ΑΝΤΩΝΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2009) 2 Α.Α.Δ. 350, ο εφεσείων υποστηρίζει ότι εφόσον η επικαλούμενη προσπάθεια επηρεασμού του παραπονούμενου έχει ήδη καταγγελθεί, προκύπτει ότι αυτή απέτυχε, και ως εκ τούτου, η παρούσα θα πρέπει να ακολουθήσει την έκβαση της εν λόγω υπόθεσης, στην οποία ανατράπηκε το διάταγμα κράτησης επειδή κρίθηκε ότι η προσπάθεια επηρεασμού συγκεκριμένης μάρτυρος, έχοντας καταγγελθεί είχε αποτύχει. Το σημείο τονίσθηκε κατά την ενώπιόν μας αγόρευση του συνηγόρου του εφεσείοντα.

 

Με κάθε σεβασμό, άστοχη θεωρούμε την παραπομπή στην υπόθεση ΜΑΡΙΝΟΥ (ανωτέρω). Αρκεί να παραθέσουμε το εξής απόσπασμα από αυτή:

 

«Προκύπτει όμως πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν είχε επικαλεστεί κίνδυνο επηρεασμού οποιουδήποτε μάρτυρα άλλου από τη φίλη του εφεσείοντα.» 

 

Εν αντιθέσει με την ΜΑΡΙΝΟΥ (ανωτέρω), ξεκάθαρα στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούσα Αρχή όπως καταγράφεται στα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας επικαλέστηκε τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων και όχι μόνο του παραπονούμενου. Όπως και στην ESAIFAN (ανωτέρω), έτσι και στην παρούσα, επισημαίνουμε ότι υπάρχουν και άλλοι μάρτυρες στο κατηγορητήριο. Δεν θεωρούμε χρήσιμο να αναφερθούμε στη σχετικότητα της μαρτυρίας τους, την οποία όμως έχουμε διαπιστώσει. Αρκεί να σημειώσουμε ότι ακόμη και να γινόταν δεχτή η θέση του εφεσείοντα ότι ο κίνδυνος επηρεασμού του παραπονούμενου έχει εκλείψει, ο κίνδυνος επηρεασμού των υπολοίπων παραμένει.

 

Στην ίδια κατάληξη μας οδηγεί και η πρόσφατη απόφασή μας στην ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 129/2026, ημερομηνίας 29.5.2026, στην οποία υιοθετήσαμε ως ορθή την πιο κάτω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου:

 

«Κατέληξε, συναφώς, ότι «ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων δεν περιορίζεται σε μάρτυρες κατηγορίας μόνο, αλλά εκτείνεται σε όλο το εύρος και το φάσμα της διαδικασίας που απολήγει σε απονομή της δικαιοσύνης, το οποίο καλύπτει και το φάσμα των μαρτύρων από όποια πλευρά και αν προέρχονται, επί της μαρτυρίας των οποίων το Δικαστήριο θα κληθεί τελικά να δώσει την ετυμηγορία του

Αφενός, είναι ορθή η διαπίστωση ότι ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων εκτείνεται μέχρι την αποπεράτωση της υπόθεσης με την ετυμηγορία του Δικαστηρίου, με εύκολα αντιληπτές τις συνθήκες που θα μπορούσε να υπάρξει εκτροπή όσον αφορά τον κίνδυνο αυτό ακόμα και μετά την παράθεση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας.»

 

Ο εφεσείων παραπονείται τέλος, ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο, θεώρησε ότι η φύση των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ενισχύουν τη βασιμότητα του συγκεκριμένου λόγου κράτησης. Δεν θα μας απασχολήσει το ζήτημα, εφόσον προκύπτει αβίαστα ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων από το κύριο σκεπτικό και την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Υπό τις περιστάσεις, δεν θα ήταν δόκιμο για το πρωτόδικο Δικαστήριο να μετατρέψει τη διαδικασία σε δίκη του κατά πόσον υπήρξε τέτοια προσπάθεια επηρεασμού. Το ζητούμενο παραμένει πάντοτε η διαπίστωση τέτοιας πιθανότητας. Τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, έστω αμφισβητούμενα, επέτρεπαν τέτοια διαπίστωση. Επομένως, η επί του προκειμένου πρωτόδικη κρίση δεν εκφεύγει του επιτρεπτού πλαισίου ώστε να παρέχεται πεδίο επέμβασής μας.

 

Εν όψει όλων των ανωτέρω, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί ο τέταρτος λόγος έφεσης και απορρίπτεται.

 

Έχουμε κατ’ επανάληψη επισημάνει ότι ο κάθε λόγος κράτησης είναι αυτοτελής και ως εκ τούτου εάν ένας λόγος για τον οποίο διατάχθηκε η κράτηση κριθεί από το Εφετείο ότι ευσταθεί δεν χρήζουν εξέτασης οι λοιποί λόγοι κράτησης. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην ΚΩΣΤΑΣ ΝΕΣΤΩΡΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 26/2026, ημερομηνίας 10.2.2026, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Έχοντας, συνεπώς, κριθεί ότι υφίστατο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι την επόμενη δικάσιμο, το θέμα τελειώνει εδώ. Ως λέχθηκε στην ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 109: «Έχουμε την άποψη πως από τη στιγμή που διαπιστώνεται η πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων και η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων δεν παρέχεται πεδίο εξέτασης της εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορουμένου με εγγυήσεις. Η διασφάλιση της απρόσκοπτης πορείας της δικαιοσύνης και η αποτροπή διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελούν ζητήματα υψίστου δημοσίου συμφέροντος έναντι των οποίων πρέπει να υποχωρούν τα συμφέροντα των κατηγορουμένων περιλαμβανομένου και εκείνου της ατομικής ελευθερίας».

(Βλ. Επίσης ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 309/2025, ημερομηνίας 13.1.2026).»

 

Σχετικές είναι και οι GAB v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 258/2025, ημερομηνίας 15.10.2025 και QUSAI MERZO v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 57/2026, ημερομηνίας 13.3.2026.

 

Η πιο πάνω διαπίστωσή μας καθιστά αχρείαστη την εξέταση των λόγων έφεσης 2 και 3 με τους οποίους προσβάλλεται η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τον κίνδυνο φυγοδικίας και τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Η διαπίστωσή μας αυτή,  σφραγίζει και την αποτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, με τον οποίο προβάλλεται ότι οι δύο αυτοί λόγοι κράτησης αφορούσαν, κατά τη θέση του εφεσείοντα πάντα, και τους κατηγορουμένους 1 και 4, για τους οποίους η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε όπως αφεθούν ελεύθεροι με όρους, παραβιάζοντας έτσι την αρχή την ίσης μεταχείρισης των υποδίκων, όπως έχει αναγνωρισθεί από το Εφετείο στην υπόθεση ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 112/2025, ημερομηνίας 2.5.2025.

 

Σαφώς και δεν υπήρχε οποιαδήποτε αιτίαση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων από πλευράς των εν λόγω δύο κατηγορουμένων. Αυτό διαφοροποιεί ουσιωδώς την περίπτωσή τους από την περίπτωση του εφεσείοντα και δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείρισή τους από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, καθιστώντας έτσι τις όποιες αιτιάσεις του εφεσείοντα σε σχέση με τις ομοιότητες των περιστάσεων τους, άνευ αντικειμένου.

 

Ως εξηγείται ανωτέρω, δεν θα μπορούσε ο εφεσείων να τεθεί ελεύθερος με όρους, όπως τέθηκαν οι κατηγορούμενοι 1 και 4, από τη στιγμή που ευσταθεί ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων.

 

Συνακόλουθα των πιο πάνω διαπιστώσεων μας, οι λόγοι έφεσης 1, 2 και 3 απορρίπτονται.

 

Παρά την πιο πάνω κατάληξή μας, εν όψει του ότι κατά την ενώπιόν μας ακρόαση ο συνήγορος του εφεσείοντα τόσο προφορικώς όσο και διά γραπτής αγόρευσης, μας παρέπεμψε σε σωρεία πτυχών του μαρτυρικού υλικού από το οποίο προκύπτει, κατά τη θέση του, ότι ήταν εσφαλμένη η πρωτόδικη κρίση περί πιθανολόγησης καταδίκης του εφεσείοντα, θα θέλαμε να σημειώσουμε τα ακόλουθα.

 

Δεν παραβλέπουμε ότι ο συνήγορος υπογράμμισε ότι με την πιο πάνω αναφορά του, δεν καλεί το Εφετείο να προβεί σε αξιολόγηση του παραπονούμενου, αλλά το καλεί «να εξετάσει γεγονότα που αφορούν στη δυναμική της μαρτυρίας του, τις αντιφάσεις της εκδοχής του, τα πιθανά κίνητρά του και το κατά πόσο το Πρωτόδικο Δικαστήριο μπορούσε, στη βάση αυτής της μαρτυρίας κατ’ αποκλειστικότητα, να καταλήξει με ασφάλεια στα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε για σκοπούς κράτησης του Εφεσείοντα».

 

Με κάθε σεβασμό, θα θέλαμε να υποδείξουμε ότι η ίδια η αναφορά σε αντιφάσεις και κίνητρο παραπέμπουν σε αξιολόγηση μαρτυρίας, διεργασία η οποία, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί δεν είναι επιτρεπτή στο στάδιο της κράτησης. Ερχόμενοι στην αναφορά στη δυναμική της μαρτυρίας του παραπονούμενου, θα μπορούσαμε να δεχτούμε ότι παραπέμπει περισσότερο στο κριτήριο το οποίο το Εφετείο εξετάζει στις κατάλληλες περιπτώσεις, ήτοι στο κατά πόσον το μαρτυρικό υλικό στην όψη του είναι τόσο φτωχό που δεν δικαιολογεί την πιθανολόγηση καταδίκης. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνουμε ότι έχουμε υπόψη τα όσα ηγέρθηκαν σχετικά. Η εκτίμηση όλων όσων με λεπτομέρεια υποστήριξε ο συνήγορος, ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει στο παρόν στάδιο. Οποιοδήποτε σχόλιο μας επί όσων μας κάλεσε να εξετάσουμε θα ήταν εκτός του πλαισίου του τι εξετάζεται σε τέτοια διαδικασία.

 

Θα θέλαμε επίσης να τονίσουμε ότι δεν γίνεται δεχτή η εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι η επιτυχία αιτημάτων κράτησης τείνει να καταδείξει αυθαιρεσία. Το θέμα δεν ανάγεται σε στατιστική ανάλυση των αριθμών επιτυχίας ή αποτυχίας τέτοιων αιτημάτων. Ο ρόλος του Δικαστηρίου παραμένει πάντοτε η επί της ουσίας εξέταση του ζητήματος στη βάση των δεδομένων της κάθε περίπτωσης, τηρουμένων πάντοτε των νομολογιακών αρχών που το αφορούν.

 

Η έφεση αποτυγχάνει στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο