ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 170/2019)
13 Ιουλίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ]
[ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
SAFFRON KAAN
Εφεσείων
και
ΒΑΣΟΣ ΧΑΡΤΟΥΠΑΛΛΟΣ & ΥΙΟΙ (ΑΙΣΕΡΚΙΤΕΣ) ΛΙΜΙΤΕΔ
Εφεσίβλητη
----------------------------------------------
Στέλιος Στυλιανού με Φιόνα Αλιτσάνι για Stelios A. Stylianou & Co LLC, για τον Εφεσείοντα
Καμία εμφάνιση, για την Εφεσίβλητη
----------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Παπαδοπούλου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Οι διάδικοι σύνηψαν αρχικά στις 12.12.2006 συμφωνία με την οποία η Εφεσίβλητη / Ενάγουσα συμφώνησε όπως πωλήσει στον Εφεσείοντα / Εναγόμενο το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/1595 στο Φρέναρος, εντός του οποίου η Εφεσίβλητη θα προχωρούσε στην ανέγερση κατοικίας (εφεξής η «Κατοικία») έναντι ποσού Λ.Κ.310.000 (€529.666,44). Για λόγους που αφορούν στους διαδίκους, η προαναφερόμενη συμφωνία αντικαταστάθηκε με την επίδικη πανομοιότυπη Συμφωνία Πώλησης ημερ. 31.8.2007. Η ανέγερση της Κατοικίας καθυστέρησε, ο δε Εφεσείων δεν κατέβαλε το ποσό των €98.364,19 που αποτελούσε την τελευταία πληρωτέα δόση ως η μεταξύ των Συμφωνία. Η Εφεσίβλητη απέστειλε επιστολή ημερ. 29.10.2010 τερματίζοντας τη Συμφωνία, ενώ καταχώρισε αγωγή αξιώνοντας αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης από μέρους του Εφεσείοντος, ο δε Εφεσείων καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ζητώντας αποζημίωση ύψους €473.823,37, ισχυριζόμενος ότι η Εφεσίβλητη δεν αποπεράτωσε την Κατοικία.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι υπαίτιος για τη διάρρηξη της Συμφωνίας ήταν ο Εφεσείων και απέρριψε ως εκ τούτου την Ανταπαίτηση. Ταυτόχρονα έκρινε ότι η Εφεσίβλητη δεν είχε αποδείξει με παραδεκτή μαρτυρία ότι τερμάτισε τη Συμφωνία με αποτέλεσμα επίσης την απόρριψη όλων των αξιώσεων της. Κατέγραψε επιπλέον ότι «η Συμφωνία εξακολουθεί να είναι σε ισχύ και δεσμεύει τα μέρη και εναπόκειται σε αυτά να βρουν τρόπους για την οριστική υλοποίηση» των αμοιβαίων υποχρεώσεων τους.
Ο Εφεσείων προσβάλλει την Απόφαση με εννέα Λόγους Έφεσης, εκ των οποίων οι πλείστοι αφορούν σε ζητήματα αξιολόγησης μαρτυρίας και εξαγωγής ευρημάτων από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Επιπλέον, στο πλαίσιο των Λόγων 2, 5 και 6 προβάλλονται εισηγήσεις ότι επρόκειτο για σύμβαση υπό αίρεση η οποία δεν ολοκληρώθηκε, ότι οι πράξεις της Εφεσίβλητης συνιστούσαν παραβάσεις οι οποίες παρείχαν στον Εφεσείοντα δικαίωμα για τερματισμό της Συμφωνίας, ενώ προσβάλλεται ως εσφαλμένο το πρωτόδικο εύρημα πως το χρονοδιάγραμμα των τμηματικών πληρωμών και παράδοσης της κατοικίας είχαν καταστεί μη ουσιώδεις όροι. Σημειώνουμε ότι από πλευράς Εφεσίβλητης δεν καταχωρίστηκε περίγραμμα ούτε και υπήρξε εμφάνιση κατά την ακρόαση της Έφεσης.
Αισθανόμαστε την ανάγκη να επαναλάβουμε τα όσα αναφέραμε στην Γαλάζης ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολ. Έφ. 405/19, ημερ. 27.2.2026:
«Το δικαίωμα υποβολής έφεσης είναι αναφαίρετο όπως αναφαίρετο είναι και το δικαίωμα προώθησης διαφορετικών, διακριτών λόγων έφεσης. Οι λόγοι έφεσης όμως θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από περιεκτικότητα, σαφήνεια και στόχευση. Η δε αιτιολογία που ακολουθεί θα πρέπει να είναι απολύτως συνεκτική και να απορρέει αποκλειστικά και αταλάντευτα από τα διαλαμβανόμενα στον λόγο έφεσης. Δεν νοείται σε λόγο έφεσης να τίθεται επί τάπητος ένα ευρύ και δυσνόητο φάσμα νομικών και/ή πραγματικών ζητημάτων. Ούτε βεβαίως στη συνακόλουθη αιτιολογία μπορεί να εγείρονται καινούργια, διαφορετικά ή ασύνδετα με τον λόγο έφεσης, ζητήματα. Μήτε και να διευρύνεται αχαλίνωτα με την αιτιολογία, ο λόγος έφεσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα νόθα αυτά ζητήματα δεν εξετάζονται από το Εφετείο (βλ. Γεωργίου κ.ά. ν. Αργυρίδη, Έφεση 2/2024, ημερ. 17.12.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαυρέα κ.ά., Ποινικές Εφέσεις 13/2022 - 18/2022, ημερ. 25.2.2025, A.L. Krambenes Ltd κ.ά. ν. A.L. Vasiliou Motors Ltd, Πολιτική Έφεση 122/2017, ημερ. 17.7.2025, και Στυλιανού ν. Αριστείδου, Πολιτική Έφεση 214/2019, ημερ. 10.9.2025)».
(βλ. και Chrineste Holdings Ltd v. Zavos Race-City Co Limited, Πολ. Έφ. 240/18, ημερ. 27.3.2026).
Στην προκειμένη περίπτωση η διατύπωση των Λόγων Έφεσης πόρρω απέχει από το επιθυμητό. Ουσιαστικά, λόγοι έφεσης, αιτιολογία και περίγραμμα περιέχονται όλα στην Ειδοποίηση Έφεσης, ενώ πολλά σημεία επαναλαμβάνονται σε διάφορους Λόγους Έφεσης. Ως εκ τούτου, θα εξεταστούν αρχικά τα όσα αφορούν στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και ακολούθως, όπου απαιτείται, τα όσα νομικά εγείρονται.
Αποτελεί καλά εδραιωμένη αρχή ότι το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο γενόμενο από το πρωτόδικο Δικαστήριο έργο της αξιολόγησης (βλ. Παντελής Αναστάση ν. Ανδρέα Φυσέντζου, Πολ. Έφ. 354/2014, ημερ. 5.10.2023). Παραθέτουμε απόσπασμα από την απόφαση Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 26/2021, ημερ. 28.2.2024:
«Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ’ εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (βλ. Kyriakou v. Aristotelous (1970) 1 C. L.R. 172 και Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ 300)».
Κεντρικό μέρος των αιτιάσεων του Εφεσείοντος αποτελεί το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Κατοικία ήταν έτοιμη για παράδοση στις 13.3.2009. Το ζήτημα είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το κατά πόσο είναι ορθό το εύρημα ότι ο ίδιος ο Εφεσείων είχε αναλάβει να αποπερατώσει με δικούς τους εργάτες το περιτοίχισμα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστους τους μάρτυρες της Εφεσίβλητης. Είναι γεγονός, όπως επισημαίνει και ο Εφεσείων στον Λόγο Έφεσης 9, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφερόμενο στον Μ.Ε.2 κατέγραψε ότι «στα πλείστα ζητήματα ήταν ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου». Όπως λέχθηκε και πρόσφατα στην Κουλάς ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 226/2022, ημερ. 31.3.2026, Δικαστήριο δύναται να δεχτεί ως ορθή τη μαρτυρία ατόμου ως προς ένα σημείο ή πτυχή της υπόθεσης, αλλά αυτό είναι επιτρεπτό μόνο εφόσον ο μάρτυρας κριθεί γενικά αξιόπιστος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (Sal.) v. Σιακόλα (2011) 1 Α.Α.Δ. 1422, Ευθυμίου ν. Ττταντής, Πολ. Έφ. 90/2018, ημερ. 11.10.2024).
Παρά το ενδεχομένως άτοπο της φρασεολογίας που χρησιμοποίησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν συμφωνούμε με τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Εφεσείοντα ότι στην προκειμένη περίπτωση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί η μαρτυρία του Μ.Ε.2 στην ολότητα της.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.2 είχε συνοχή και λογική και υποστηριζόταν από την έγγραφη μαρτυρία, παρέμεινε δε ακλόνητη «παρά την μακρά και επίπονη» αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Όσον αφορά στο ζήτημα της σύνδεσης της Κατοικίας με μόνιμη παροχή ρεύματος, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε τον Μ.Ε.2 αναξιόπιστο ή ανειλικρινή. Εκείνο το οποίο διαπιστώνει είναι την παράλειψη προσκόμισης μαρτυρίας από πλευράς Εφεσίβλητης ως προς το γεγονός αυτό, θεωρώντας ότι η παράλειψη άφησε «κενό στη μαρτυρία». Δέχτηκε, όμως, ότι υπήρξε προσωρινή σύνδεση της Κατοικίας με το δίκτυο της ΑΗΚ, αφού αυτό υποστηρίζετο και από τις φωτογραφίες που ο Μ.Υ.1 προσκόμισε καθώς και από τις φωτογραφίες του εσωτερικού της Κατοικίας που επισυνάπτονται στην έκθεση του Μ.Ε.5, οι οποίες και έδειχναν ότι είχαν τοποθετηθεί μέχρι και τα συστήματα κλιματισμού. Μέσα στο ίδιο πλαίσιο ήταν που κατέγραψε ότι η τοποθέτηση των συστημάτων κλιματισμού ενδεχομένως να ήταν που προκάλεσε την αντίληψη και στους Μ.Ε.3, 4 και 6 περί μόνιμης σύνδεσης της Κατοικίας με την ΑΗΚ.
Ομοίως, για το θέμα των επιπρόσθετων εργασιών, ο λόγος απόρριψης της σχετικής αξίωσης δεν ήταν η αναξιοπιστία της μαρτυρίας από πλευράς Εφεσίβλητης, αλλά η μη προσκόμιση συγκεκριμένης μαρτυρίας για το κόστος κάθε επιπρόσθετης εργασίας, που οδήγησε σε κατάληξη ότι η σχετική αξίωση δεν είχε αποδειχθεί. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι στις τεχνικές προδιαγραφές που επισυνάπτονται στη Συμφωνία Τεκμήριο 3, προβλέπεται ότι οι εξωτερικοί τοίχοι θα καλυφθούν με δύο χέρια μπογιάς και όχι ότι θα επενδυθούν με πέτρα, όπως ο ίδιος ο Εφεσείων δέχτηκε ότι ζήτησε, πράγμα που οδηγεί στο ότι κάποιες πρόσθετες εργασίες είχαν όντως ζητηθεί από πλευράς του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε ότι η Μ.Ε.3 του προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση, επεξηγώντας ότι αυτή κατέθεσε με ευθύτητα και τεκμηριωμένα παραπέμποντας σε έγγραφη μαρτυρία, παραδέχετο δε με ειλικρίνεια όπου δεν θυμόταν λεπτομέρειες. Σημειώνουμε, επιπλέον, ότι η θέση της Μ.Ε.3 ότι ο Εφεσείων καθυστέρησε στην επιλογή υλικών συνάδει και με τα όσα ο ίδιος είπε αντεξεταζόμενος, ήτοι ότι ενώ βρισκόταν στην Κύπρο μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου 2007, τον ενημέρωσαν ότι έπρεπε να επιλέξει υλικά μετά που έφυγε και δεν θα επέστρεφε μόνο για τον σκοπό αυτό.
Σε σχέση με τον Μ.Ε.4, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε μεν ότι δεν θυμόταν λεπτομέρειες αλλά σημείωσε ότι η αδυναμία του αυτή δεν λειτούργησε σε βάρος της αξιοπιστίας του. Αντιθέτως, από τον τρόπο με τον οποίο αυτός απαντούσε θεώρησε ότι δεν υπήρχε «περιθώριο αμφισβήτησης της αλήθειας που ανέδυε η μαρτυρία του». Για τον δε Μ.Ε.6 διαπίστωσε ότι οι απαντήσεις του κατά την αντεξέταση ήταν άμεσες και χωρίς περιστροφές και σύμφωνες με την υπόλοιπη μαρτυρία.
Τα όσα τονίζει ως δήθεν αντιφάσεις ο Εφεσείων αποτελούν αποσπασματική και επιλεκτική επιλογή λεπτομερειών στη μαρτυρία των πιο πάνω προσώπων. Είναι καλά νομολογημένο ότι η μαρτυρία πρέπει να εξετάζεται και αξιολογείται στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά (Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου κ.ά. (1996) 1 Α.Α.Δ. 552, Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Σμυρλή κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1653 και Στυλιανού ν. Αριστείδου, Πολ. Έφ. 214/2019, ημερ. 10.9.2025).
Επίκληση από πλευράς Εφεσείοντος έγινε και των Τεκμηρίων 19, 20, 21 και 30, με την εισήγηση ότι από το Τεκμήριο 19 διαφαίνεται ότι μέχρι και τις 19.3.2012 ανανεώνετο η άδεια οικοδομής της Κατοικίας, πράγμα που θα έπρεπε να είχε οδηγήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο στο ότι η Κατοικία δεν ήταν έτοιμη τον Μάρτιο 2009. Η εισήγηση, όμως, εδράζεται σε απομόνωση των Τεκμηρίων από τη λοιπή μαρτυρία. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπήρχε μαρτυρία ότι οι αιτήσεις για νέες άδειες έγιναν λόγω της επιθυμίας του Εφεσείοντος να αλλάξει την τοποθεσία του χώρου πρασίνου, η οποία αίτηση κατατέθηκε τον Ιούλιο 2009 (βλ. μαρτυρία Μ.Ε.6). Τα πιο πάνω υποστηρίζονται και από την επιστολή Τεκμήριο 13 που κατέθεσε ο Μ.Ε.2, καθώς και τη μαρτυρία των Μ.Ε.3 και 4 η οποία επίσης κρίθηκε αξιόπιστη.
Σε αντίθεση με τους μάρτυρες της Εφεσίβλητης, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε ότι ο Εφεσείων του «προκάλεσε πτωχή εντύπωση ως μάρτυρας», παρατηρώντας ότι αυτός προσπάθησε «να προσαρμόσει τη μαρτυρία του σε ένα σενάριο το οποίο όμως αντέβαινε στα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και τον διέψευδαν σε αντίθεση με αυτά που υποστήριξαν οι μάρτυρες» της Εφεσίβλητης. Σε αυτά συγκαταλεγόταν και η ανάγκη για υποβολή αιτήσεων για τροποποιημένες Πολεοδομικές Άδειες. Αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε γενικά σχόλια ως προς το ότι αυτός δεν απαντούσε συγκεκριμένα τις ερωτήσεις που του τίθονταν, πλάτειαζε αδικαιολόγητα και απέφευγε να απαντήσει ευθέως σε απλά ζητήματα, για παράδειγμα για το αν είχε ανοίξει τρεχούμενο λογαριασμό σε τράπεζα, ανέφερε τα εξής:
«Ο ισχυρισμός του όμως ο οποίος κατέστησε εντελώς αναξιόπιστη τη μαρτυρία του ήταν ότι δέχθηκε αφόρητη πίεση από τον κ. Χαρτούπαλλο να συνάψει δάνειο ενώ θα μπορούσε να είχε καταβάλει το τίμημα της (Κατοικίας) με δικά του κεφάλαια. Αν είχε διαθέσιμα αυτά τα κεφάλαια τότε γιατί άφησε τα πράγματα να εξελιχθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο να αντιμετωπίζει τόσο την παρούσα αγωγή όσο και αυτή της τράπεζας για μη εκπλήρωση των όρων του δανείου του; Εύλογα ακόμα γεννιέται το ερώτημα πως ήταν δυνατό μια εταιρεία όπως η ενάγουσα που επιθυμούσε να πωλήσει μια κατοικία να πιέζει τον πελάτη της αντί να πληρώσει με δικά του κεφάλαια να δανειοδοτηθεί από τράπεζα για δάνειο το οποίο μάλιστα εγγυήθηκε; Με όλους τους κινδύνους που εγκυμονούσε μια τέτοια εμπλοκή της όπως αποδείχθηκε και εκ των υστέρων να αντιμετωπίσει αγωγή εναντίον της και σήμερά να είναι υπόλογη σε δικαστική απόφαση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω να απορρίψω τη μαρτυρία του στην οποία κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου».
Τα πιο πάνω αποτελούν εύλογα ερωτήματα και αιτιολογημένη κρίση ως προς την αξιοπιστία του Εφεσείοντος. Δεν παρέχεται, συνεπώς οποιοδήποτε περιθώριο για επέμβαση μας.
Όσον αφορά στην ανάληψη υποχρέωσης κτισίματος του περιτοιχίσματος από τον ίδιο τον Εφεσείοντα, υπήρξε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία περί τούτου η οποία κρίθηκε αξιόπιστη. Είναι ορθή η θέση του Εφεσείοντος ότι ο όρος 9 της Συμφωνίας δεν προβλέπει ότι το περιτοίχισμα θα το έφτιαχνε ο Εφεσείων. Ούτε, όμως, και προνοείται κάτι διαφορετικό είτε στη Συμφωνία είτε στις συνημμένες προδιαγραφές. Η Μ.Ε.3 δήλωσε απερίφραστα ότι θυμόταν πως ο Εφεσείων ήθελε να φέρει δικούς του ανθρώπους να κτίσουν την περίφραξη. Επισημαίνουμε ότι στην Πολεοδομική Άδεια Τεκμήριο 22 γίνεται αναφορά σε περίφραξη με μεταλλικό πλέγμα. Αυτό απαντά και στο γιατί δεν αφαιρέθηκε κάποιο ποσό για την ανέγερση του περιτοιχίσματος από το τίμημα πώλησης, αφού αυτό δεν περιλάμβανε την ανέγερση περιτοιχίσματος, συνάδει δε με τα πιο κάτω που ανέφερε αντεξεταζόμενη η Μ.Ε.3 και υποστηρίζουν την κατάληξη ότι ο Εφεσείων επιθυμούσε να κτίσει μόνος του το περιτοίχισμα:
«Ε. Εσείς περιφράξατε το ακίνητο;
Α. Δεν είναι δηλαδή κατ’ ακρίβειαν σαν περίφραξη, ήταν συρματόττελια. Γι’ αυτό είπε αυτός, ότι ήθελε να φέρει ανθρώπους, για να χτίσει τοίχο.
Ε. Γινήκαν συζητήσεις για την πλήρωμή, για το πώς θα γινόταν αυτό;
Α. Όχι, ήταν οι δικοί του άνθρωποι που ήταν να τα κάμναν».
Το συμπέρασμα, συναφώς, του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι την ανέγερση περιτοιχίσματος είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει ο Εφεσείων, ήταν επιτρεπτό και λογικό.
Η πιο πάνω κατάληξη οδηγεί στο ότι η Εφεσίβλητη δεν έφερε ευθύνη για τη μη κατασκευή του πεζοδρομίου και του δρόμου, αφού όπως εξήγησε ο Μ.Ε.6, αν δεν γινόταν πρώτα η περίφραξη δεν μπορούσε να γίνει ούτε η εκτέλεση της ρυμοτομίας ώστε να γίνει πεζοδρόμιο και δρόμος καθώς και ο καθορισμός της τοποθεσίας του χώρου πρασίνου. Συναφώς, η ευθύνη για τα όσα ανέφερε ο Μ.Υ.1 περί μη διαμόρφωσης του χώρου πρασίνου και ορθής πρόσβασης με τη διαμόρφωση δημοσίου δρόμου και πεζοδρομίου, δεν μπορούσε να αποδοθεί υπό τις περιστάσεις στην Εφεσίβλητη. Ούτε και η αναφορά του Μ.Υ.3 ότι το ακίνητο ήταν σε παραμελημένη κατάσταση τον Μάιο 2007 μπορούσε να αναχθεί σε οτιδήποτε πέραν μίας διαπίστωσης για την επιτόπου κατάσταση κατά τον συγκεκριμένο χρόνο.
Ο Εφεσείων δέχτηκε ότι δεν κατέβαλε το ποσό του τελευταίου διατακτικού, ενώ επέμενε στη θέση του ότι ορθά έπραξε που δεν το κατέβαλε.
Ως εκ των πιο πάνω, καθόλα επιτρεπτή ήταν η πιο κάτω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου:
«Το τελευταίο διατακτικό εκ μέρους του μηχανικού που επέβλεπε την ανοικοδόμηση της κατοικίας εκδόθηκε την 13.03.2009 (τεκμ.9), αφορούσε το ποσό των €98.364,19σ και υποβλήθηκε στην τράπεζα για πληρωμή. Η κατοικία ήταν τελειωμένη υπό την έννοια ότι την περίφραξη σύμφωνα με τη μαρτυρία της ενάγουσας, την οποία αποδέχομαι, είχε αναλάβει να ανεγείρει ο εναγόμενος. Με την ανέγερση της θα διαμορφωνόταν ο χώρος πρασίνου και ο χώρος μέχρι τον δημόσιο δρόμο και το πεζοδρόμιο………Επομένως βρίσκω ότι η κατοικία ήταν έτοιμη για παράδοση τον Μάρτιο του 2009 και ο λόγος που δεν παραδόθηκε στον εναγόμενο ήταν η μη καταβολή της τελευταίας ως άνω δόσης ή μέρους της στο οποίο θα έπρεπε να είχαν συμφωνήσει τα μέρη, λαμβάνοντας υπόψη τα κόστη για τις μη εκτελεσθείσες εργασίες».
Τα πιο πάνω απαντούν και στα όσα προβάλλονται με το Λόγο Έφεσης 4 ως προς το ποιον όρο παρέβη ο Εφεσείων - τον όρο 4(e) της Συμφωνίας Τεκμήριο 3 που προέβλεπε για πληρωμή ποσού Λ.Κ.56.400 (€96.365,12) κατά την ολοκλήρωση και παράδοση της Κατοικίας στον αγοραστή με την έκδοση του διατακτικού από τον Μ.Ε.6.
Αυτό οδηγεί και στα όσα προβάλλονται με τον Λόγο Έφεσης 2, ήτοι ότι η Συμφωνία ήταν σύμβαση υπό αίρεση δυνάμει των Άρθρων 31 - 36 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Εδώ παρατηρείται μία παρερμηνεία από πλευράς Εφεσείοντος. Η ισχύς ή εκτελεστότητα της επίδικης Συμφωνίας δεν υπόκειτο σε κάποια προϋπόθεση, αλλά αυτή συνήφθη και είχε ισχύ αμέσως. Τα όσα εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος ότι την καθιστούν «conditional agreement» ήταν στην πραγματικότητα ενδογενείς συμβατικές υποχρεώσεις των μερών. Παραθέτουμε προς τούτο απόσπασμα από το σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» του Π.Γ. Πολυβίου, όπου στη σελ. 476 του Τόμου Β αναφέρονται τα εξής:
«6. Συμφωνίες υπό Αίρεση
Η κατηγορία των συμφωνιών υπό αίρεση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι συνδυάζει στοιχεία που αφορούν τη συνομολόγηση συμβάσεων, την υποχρέωση εκτέλεσης τους ή την ακυρότητα τους όταν η σύναψη τους αναφέρεται σε κάποιο μεταγενέστερο γεγονός καθώς και την εκτελεστότητα κάποιας σύμβασης όταν τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τη σύναψη της αναφέρονται στην επέλευση κάποιου μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος. Αποτελεί το μελλοντικό γεγονός όρο της σύμβασης ή προϋπόθεση της; Εάν το δεύτερο ισχύει και το μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός δεν επέλθει ή καθίσταται αδύνατο, τότε η συμφωνία επίσης καθίσταται άκυρη. Εάν όμως κάποιο μελλοντικό γεγονός αποτελεί όρο της σύμβασης και μάλιστα υποχρέωση του ενός μέρους ή του άλλου, τότε η μη πραγματοποίηση του ενδεχομένως να συνιστά αθέτηση υποχρέωσης και διάρρηξη σύμβασης από τον ένα ή τον άλλο συμβαλλόμενο».
Κατ’ επέκταση, εφόσον ο Εφεσείων ήταν υπαίτιος για την παράβαση της Συμφωνίας, ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η Ανταπαίτηση του δεν μπορούσε να πετύχει. Το δικαίωμα αποζημιώσεων για διάρρηξη σύμβασης παρέχεται από το Άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, στο αναίτιο μέρος.
Τα πιο πάνω οδηγούν στο ότι η εξέταση του κατά πόσο ο χρόνος είχε καταστεί ουσιώδης παρέλκει, αφού θα ήταν ακαδημαϊκής και μόνο σημασίας.
Έχουμε επίγνωση του ότι η κατάληξη μας για αποτυχία της Έφεσης δεν επιλύει στην πράξη όλες τις χρηματικές και άλλες ενδεχομένως διαφορές μεταξύ των διαδίκων, και τούτο ενόψει της αναφοράς στην πρωτόδικη Απόφαση ότι η Συμφωνία συνεχίζει να είναι σε ισχύ και να δεσμεύει τους διαδίκους. Εντούτοις, στην απουσία αντέφεσης ή εμφάνισης από μέρους της Εφεσίβλητης, δεν παρέχεται στο Εφετείο δικαίωμα εξέτασης ή απόδοσης θεραπείας που δεν αξιώνεται.
Η Έφεση απορρίπτεται.
Εν όψει της μη καταχώρισης περιγράμματος από μέρους της Εφεσίβλητης και της μη εμφάνισης της στην ακρόαση, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο