OMER DJAN DEMIR v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 190/2026, 23/7/2026
print
Τίτλος:
OMER DJAN DEMIR v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 190/2026, 23/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ. 190/2026)

 

23 Ιουλίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

OMER DJAN DEMIR

Εφεσείων

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης

___________________________

 

Χριστόφορος Δημητρίου για Νίκος & Χριστόφορος Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα

Ζαχαρίας Κούμουρου για Γενικόν Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Θωμά, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΘΩΜΑ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου παρέπεμψε σε δίκη ενώπιον του Κακουργοδικείου Αμμοχώστου τον Εφεσείοντα, ο οποίος αντιμετωπίζει τέσσερεις κατηγορίες για: (α) βιασμό, κατά παράβαση του Άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (β)  συνουσία διά βίας, κατά παράβαση του Άρθρου 172 του Ποινικού Κώδικα, (γ) άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση του Άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα και (δ) σεξουαλική παρενόχληση, κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 7 του περί της Βίας και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας Νόμου, Ν.115(I)/2021.

 

Όλα τα αδικήματα στρέφονται εναντίον της ίδιας Παραπονούμενης και φέρεται να διαπράχθηκαν κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο.

 

Μετά την παραπομπή του Εφεσείοντος, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα για κράτησή του μέχρι τη δίκη, λόγω του κινδύνου φυγοδικίας, αίτημα στο οποίο εναντιώθηκε ο Εφεσείων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 9.7.26 διέταξε την κράτηση του Εφεσείοντος, ο οποίος προσβάλλει την πρωτόδικη κρίση με δύο λόγους έφεσης. Με τον πρώτο λόγο παραπονείται ότι υπήρξε πλημμελής θεώρηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο και με τον δεύτερο λόγο παραπονείται ότι εσφαλμένα διατάχθηκε η κράτησή του.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος, αγορεύοντας προς ανατροπή της πρωτόδικης κρίσης, εστίασε την επιχειρηματολογία του στην απομακρυσμένη, κατά την εισήγηση του, πιθανότητα καταδίκης, καθώς και στις προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντος. Όπως συγκεκριμένα υποστήριξε, η πιθανότητα καταδίκης του Εφεσείοντος δεν είναι τόσο ισχυρή ώστε να τον οδηγήσει σε φυγοδικία. Παρέπεμψε δε σε συγκεκριμένα σημεία από την πρώτη κατάθεση της Παραπονούμενης, από τα οποία, κατά τη θέση του, διαφαίνεται ότι ελλείπει το στοιχείο της άσκησης βίας από τον Εφεσείοντα εναντίον της Παραπονούμενης. Αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντος στάθηκε ιδιαίτερα στους δεσμούς του με τη Δημοκρατία.

 

Στην αντίπερα όχθη ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσίβλητης υπεραμύνθηκε της πρωτόδικης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στάθμισε τα αναγνωρισμένα από τη νομολογία κριτήρια, το δε διάταγμα κράτησης του Εφεσείοντος, ήταν υπό τις περιστάσεις προϊόν ορθής άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας.

 

Όπως είναι νομολογημένο, η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και το ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Α.Α.S. v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 193/22, ημερ. 14.9.2022, Σιακαλλή v. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 130). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί εάν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε επειδή  παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης v. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109 αναφέρθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις».

 

Όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο, για σκοπούς κράτησης δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, η οποία ανάγεται σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά περιορίζεται σε εξέταση της δύναμής του εν λόγω υλικού, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη (Μαλά v. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 135).

 

 Εξετάσαμε με προσοχή την πρωτόδικη απόφαση, όπως επίσης και την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε ενώπιον μας από την κάθε πλευρά. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εφεσείοντος πως από το μαρτυρικό υλικό δεν διαφαίνεται πιθανότητα καταδίκης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος  αναφέρθηκε  σε κάποια σημεία μόνο της πρώτης κατάθεσης της Παραπονούμενης, ειδικότερα στο ότι σε κάποιο στάδιο η Παραπονούμενη είχε ρωτήσει τον Εφεσείοντα εάν είχε προφυλακτικό. Πρόκειται όμως για αποσπασματική και επιλεκτική, θα λέγαμε, θεώρηση της κατάθεσης της και όχι για συνολική εκτίμηση. Διέλαθε την  προσοχή  του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι η Παραπονούμενη αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ήταν ξεκάθαρη με τον Εφεσείοντα ότι δεν ήθελε να κάνει σεξ μαζί του ή οτιδήποτε «σεξουαλικού περιεχομένου», πέραν από φιλιά, κάτι το οποίο επαναλαμβάνει και σε μεταγενέστερο στάδιο. Αναφέρεται  ακόμα  στην κατάθεση της, ότι μετά που ο Εφεσείων κατάφερε να βάλει το πέος του στον κόλπο της, προσπαθούσε να τον σπρώξει για να φύγει από πίσω της αλλά εκείνος δεν σταματούσε.

 

 Κρίνουμε ως απόλυτα ορθή την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού διαφαίνεται η πιθανότητα καταδίκης του Εφεσείοντος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται και η εύλογη προσδοκία για αθώωσή του. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς μόνο στην κατάθεση της Παραπονούμενης, κάτι το οποίο παρέλειψε να πράξει για τον Εφεσείοντα.  Στην  απόφαση  του (σ.9) το πρωτόδικο Δικαστήριο παραθέτει τα βασικά σημεία της ανακριτικής κατάθεσης του Εφεσείοντος, η οποία, όπως έχουμε παρατηρήσει, καταλαμβάνει 12 σελίδες. Ακολούθως το πρωτόδικο Δικαστήριο καταλήγει ότι:

 

«... η όποια προσδοκία του Κατηγορούμενου για αθώωση του, στη βάση των εισηγήσεων του συνηγόρου του, όσο εύλογη και εάν είναι, δεν εξαλείφει την πιθανότητα καταδίκης του, η οποία δημιουργείται στη βάση του συνόλου του μαρτυρικού που η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε και ειδικότερα της κατάθεσης της Παραπονούμενης, η οποία, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να αποχωρήσει, ότι του είπε κατ' επανάληψη ότι δεν επιθυμούσε να έλθουν σε σεξουαλική επαφή πέραν της ανταλλαγής φιλιών, ότι έσπρωξε το χέρι του μακριά όταν την άγγιζε και ότι τον έσπρωξε με τα πόδια της κατά τη διάρκεια της επαφής για να σταματήσει.»

 

Από το αμέσως πιο πάνω απόσπασμα καθίσταται φανερό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπ’ όψιν του και τους ισχυρισμούς του Εφεσείοντος, όπως καταγράφονται στην ανακριτική του κατάθεση, χωρίς ωστόσο να διαφεύγει την προσοχή του η πιθανότητα καταδίκης του, στη βάση των ισχυρισμών της Παραπονουμένης, όπως καταγράφονται στις καταθέσεις της. Υπενθυμίζουμε ότι το Δικαστήριο, για σκοπούς κράτησης, δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού, αλλά περιορίζεται στην εξέταση της ισχύος  του εν λόγω υλικού, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη.

 

Έχουμε επίσης εξετάσει τα όσα αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εφεσείοντος αναφορικά με τις προσωπικές του περιστάσεις και ειδικότερα τους δεσμούς του με τη Δημοκρατία, όπως και το ότι είναι κάτοχος Κυπριακής ταυτότητας. Όπως έχουμε παρατηρήσει, όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μας τέθηκαν και ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο τα στάθμισε ακριβοδίκαια, καταλήγοντας ορθώς ότι οι όποιοι δεσμοί του Εφεσείοντος με τις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας δεν είναι τέτοιοι, ώστε να αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά ο υπαρκτός κίνδυνος φυγοδικίας του, ο οποίος, ως αναφέρεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, «θεμελιώνεται βάσει των αντικειμενικών παραγόντων που κρίθηκε ότι υφίστανται».

 

Ασφαλώς η κράτηση του Εφεσείοντος δεν αποφασίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο στη βάση του ότι είναι Τουρκοκύπριος,  αλλά στο ότι έχει ισχυρούς δεσμούς με τις Κατεχόμενες και μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, όπου διαμένει μόνιμα και αναμένει ότι σύντομα και δη τον Σεπτέμβριο του 2026 θα εργοδοτηθεί, ως δάσκαλος. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσείοντος αναγνώρισε ότι υπάρχει δυσκολία συνεργασίας με τις κατοχικές αρχές, κάτι το οποίο όμως, όπως υποστήριξε, δεν θα πρέπει να προσμετρήσει εις βάρος του Εφεσείοντος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προς επίρρωση της ως άνω κατάληξής του παραθέτει απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Yenigum κ.α., Ποιν. Έφ. 104/2022 κ.ά.  ημερ. 31.5.2022 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η κυπριακή υπηκοότητα δεν παρέχει αφ΄ εαυτής δικαίωμα για ευνοϊκή μεταχείριση. Το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι διαμένουν στις κατεχόμενες περιοχές δεν έχει την έννοια ότι τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης διότι είναι Τουρκοκύπριοι, αλλά συνδέεται με τη δυσκολία να εξασφαλιστεί η παρουσία τους στο Δικαστήριο, αν αποφασίσουν να μην προσέλθουν στη δίκη τους (βλ. Adnan v. Δημοκρατίας (2004) 2 ΑΑΔ 183). Όλοι έχουν την ίδια αντιμετώπιση από το νόμο. Είναι οι δεσμοί που η υπηκοότητα μπορεί να επισύρει που έχουν σημασία. Οι δεσμοί με τις κατεχόμενες περιοχές όπου η Αρχές της Δημοκρατίας δεν μπορούν να ασκήσουν τις εξουσίες τους, δεν εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας έστω και αν οι εφεσίβλητοι είναι Κύπριοι πολίτες. Ούτε οι όροι που τέθηκαν από το Δικαστήριο μπορούν να καλύψουν το κενό που δημιουργείται. Τέτοιες επιβαλλόμενες διευθετήσεις, με τις οποίες οι εφεσίβλητοι μπορούν πρόσκαιρα να συμμορφωθούν, δεν ενέχουν τις εγγενείς περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τους πραγματικούς δεσμούς.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και το επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εφεσείοντος ότι και ο οποιοσδήποτε Ελληνοκύπριος θα μπορούσε, για σκοπούς φυγοδικίας, να μεταβεί στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να εντοπιστεί και προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως όμως ορθά σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το στοιχείο που διακρίνει και διαφοροποιεί την περίπτωση του Εφεσείοντος είναι οι δεσμοί που έχει με τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Θα προσθέταμε πως αυτοί οι  δεσμοί με τις Κατεχόμενες περιοχές είναι ισχυροί, εάν συνεκτιμηθεί το ότι στις ελεύθερες περιοχές ερχόταν μόνο για σκοπούς προσωρινής εργασίας, ήτοι μέχρι την αναμενόμενη μόνιμη εργοδότησή του στα Κατεχόμενα.

 

Πέραν των πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν του και όλες τις άλλες προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντος, όπως το ότι πρόκειται για νέο, ο οποίος ολοκλήρωσε τις σπουδές του και αναμένεται να εργοδοτηθεί από τον Σεπτέμβριο στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, κατέληξε όμως, ορθά, κατά την κρίση μας, ότι οι προσωπικές του περιστάσεις δεν είναι τέτοιες που θα τον απέτρεπαν από το να φυγοδικήσει. Από πλευράς μας θα θέλαμε να τονίσουμε ότι, όπως είναι νομολογημένο, οι προσωπικές περιστάσεις, όπως επίσης και οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει η κράτηση στο πρόσωπο του Εφεσείοντος, δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον για απονομή της ποινικής δικαιοσύνης (Βασιλείου v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 7).

 

Για τους λόγους που έχουμε παραθέσει πιο πάνω καταλήγουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια και δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος για επέμβασή μας στην κρίση του.

 

Η έφεση απορρίπτεται.

 

 

                                                                   Χ. Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

                                                                   Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.

 

 

                                                                   Θ. ΘΩΜΑ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο