ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 222/2023)
9 Ιουλίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΠΑΥΛΟΣ ΛΟΪΖΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Α. Κληρίδης για Δ. Μουστούκη, για τον Εφεσείοντα
Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ο εφεσείων αντιμετώπιζε, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, συνολικά επτά κατηγορίες. Αφορούσαν συνωμοσία για φόνο, κατά παράβαση του Άρθρου 217 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 1), απόπειρα φόνου κατά παράβαση του Άρθρου 214 (α) του Κεφ. 154 και απόπειρα φόνου κατά παράβαση του Άρθρου 214 (β) του Κεφ. 154 (κατηγορίες 2 και 3), κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, κατά παράβαση του Άρθρου 4(1) του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν.113(I)/2004 (κατηγορίες 4 και 5) και κατοχή και μεταφορά πυρομαχικών κατηγορίας Α, κατά παράβαση του ιδίου νόμου (κατηγορίες 6 και 7).
Ο εφεσείων παραδέχτηκε τις εναντίον του κατηγορίες και το Κακουργιοδικείο, στη βάση των όσων εξήγησε στην απόφασή του, επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης 7 ετών στην κατηγορία 1, ποινή φυλάκισης 16 ετών σε καθεμία από τις κατηγορίες 2 και 3 και ποινή φυλάκισης 6 ετών σε καθεμία από τις κατηγορίες 4, 5, 6 και 7. Διέταξε δε όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν και όπως συνυπολογιστεί ο χρόνος κατά τον οποίο ο εφεσείων τελούσε υπό προφυλάκιση για την υπό κρίση υπόθεση. Λήφθηκε, δε, υπ’ όψιν, για σκοπούς επιβολής ποινής, άλλη υπόθεση η οποία αφορούσε καλλιέργεια και κατοχή τριών φυτών κάνναβης.
Ο εφεσείων προσβάλλει την επιβληθείσα από το Κακουργιοδικείο ποινή στις κατηγορίες 2 και 3 με δύο λόγους έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε την ίδια ποινή στις κατηγορίες 2 και 3 του κατηγορητηρίου χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ανάλυση του σκεπτικού του αναφορικά με την επιβολή της ίδιας ποινής σε δύο κατηγορίες οι οποίες στηρίζονται σε διαφορετικά γεγονότα και εμπίπτουν σε διαφορετικά εδάφια του Άρθρου 214 του Κεφ. 154. Είναι η θέση της πλευράς του εφεσείοντα ότι δεν αναλύεται στην πρωτόδικη απόφαση για ποιον λόγο οι διαφορές μεταξύ των εν λόγω κατηγοριών δεν επηρέασαν στην επιμέτρηση της ποινής. Προβάλλεται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και δεν εξηγείται γιατί επιβλήθηκε ταυτόσημη ποινή φυλάκισης σε δύο κατηγορίες οι οποίες εδράζονται σε διαφορετική νομική και πραγματική βάση. Προβάλλεται, περαιτέρω, ότι το Κακουργιοδικείο καθοδηγήθηκε λανθασμένα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και δεν έλαβε υπ' όψιν διαφορές μεταξύ των δύο κατηγοριών.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης προβάλλει ότι οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν αναφορικά με το αδίκημα της απόπειρας φόνου είναι έκδηλα υπερβολικές. Επίκληση γίνεται προηγούμενων αποφάσεων επί του ιδίου αδικήματος καθώς επίσης των προσωπικών περιστάσεων του εφεσείοντα, ως λόγους για επέμβαση του Εφετείου στην πρωτόδικη κρίση και μείωση της επιβληθείσας ποινής.
Όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί, η εξουσία επέμβασης του Εφετείου σε επιβληθείσα ποινή δεν επαφίεται στην υποκειμενική κρίση των μελών του. Στην ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2021, ημερομηνίας 29.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B131, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής. Ως λέχθηκε:
«Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani k.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014 ημερ. 25.11.2015.»
Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525)».»
Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως το Κακουργιοδικείο τα κατέγραψε, είναι τα ακόλουθα:
«Στις 04/12/2022 και περί ώρα 0530, ο ΣΣ εξήλθε από τον χώρο στάθμευσης του συγκροτήματος διαμερισμάτων [ ], στην οδό [ ], οδηγώντας το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ], έχοντας ως επιβάτη στα πίσω καθίσματα τον 6χρονο ΜΣ και ως συνοδηγό τον πατέρα του ΛΛ. Πρόθεση τους ήταν να μεταβούν για κυνήγι. Ο ΣΣ σταμάτησε το αυτοκίνητο του σε αδιέξοδο σε κοντινό σημείο από το συγκρότημα διαμερισμάτων και ο ΛΛ κατέβηκε προκειμένου να παραλάβει κυνηγετικό σκύλο ο οποίος είχε απομακρυνθεί από το αυτοκίνητο. Ενώ ο ΛΛ βρισκόταν έξω από το αυτοκίνητο ο ΣΣ οδήγησε και στάθμευσε το αυτοκίνητο του στον δρόμο. Τότε ήταν που το αυτοκίνητο δέχτηκε πυροβολισμούς προς την πλευρά του οδηγού από τους οποίους ο ΣΣ πλήγηκε στην περιοχή της κοιλιάς, στο δεξί πόδι και στο αριστερό πόδι. Ο ΜΣ πλήγηκε στο δεξί πόδι.
Ο ανήλικος μεταφέρθηκε από τον πατέρα του στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο ενώ ο ΣΣ παραλήφθηκε και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο από ασθενοφόρο.
Ο ΣΣ έτυχε άμεσης εξέτασης και περίθαλψης διαπιστώθηκε ότι έφερε συντριπτικό κάταγμα στο άνω μέρος της αριστερής κνήμης, διαμπερές τραύμα στην αριστερή κνήμη και τραύματα θραύσματα στους μηρούς, τα οποία προκλήθηκαν από πυροβόλο όπλο. Επίσης από θραύσματα πυροβόλου όπλου είχε προκληθεί διάτρηση κοιλιακού μυός και διάτρηση λεπτού εντέρου σε τρία σημεία. Παρέμεινε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και στην Κλινική Πλαστικής Χειρουργικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για συνολικά ενάμιση μήνα περίπου και υποβλήθηκε σε σειρά επεμβάσεων προς αποκατάσταση των βλαβών. Αναμένεται να υποβληθεί σε περαιτέρω επέμβαση στο αριστερό πόδι προς αποκατάσταση της κίνησης του.
O ΜΣ διαπιστώθηκε ότι έφερε διαμπερές τραύμα και κάταγμα δεξιού μηρού το οποίο προκλήθηκε από πυροβόλο όπλο. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση προς αποκατάσταση του τραύματος, στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Στο σημείο του κατάγματος υπήρξε συγκόλληση των οστών, συνεπεία όμως της οποίας το πόδι έχασε από το μήκος του. Επιτυγχάνει κανονικό βάδισμα με την χρήση ειδικού προσθετικού παπουτσιού. Συνεπεία του περιστατικού και της ψυχικής αναστάτωσης που του προκάλεσε τυγχάνει παρακολούθησης και στήριξης από κλινικό ψυχολόγο.
Η σκηνή της απόπειρας φόνου εξετάστηκε την ίδια μέρα από μέλη της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Στην σκηνή εντοπίστηκαν, μεταξύ αυτών, 20 κάλυκες 7,62χιλ. Σε απόσταση 45 περίπου μέτρων από την θέση του αυτοκινήτου του θύματος, ένα αυτόματο στρατιωτικό τυφέκιο VZ58 με αριθμό J51673, σε απόσταση 200 μέτρων περίπου από τη σκηνή, σε έρεισμα αυτοκινητοδρόμου με κατεύθυνση από Λάρνακα προς Δεκέλεια πριν την έξοδο της Πύλας, μια κουκούλα και μια προσωπίδα, σε απόσταση 120 μέτρων περίπου από τη σκηνή, σε παρακείμενο οικόπεδο. Επίσης παραλήφθηκε ένα αθλητικό παπούτσι μάρκας «Puma», μαύρου χρώματος το οποίο εντοπίστηκε σε απόσταση 30 περίπου μέτρων από το σημείο το οποίο εντοπίστηκαν οι κάλυκες.
Μέσω της εξέτασης επιχρίσματος που λήφθηκε από την προσωπίδα ταυτίστηκε μέσω γενετικού υλικού ο κατηγορούμενος και εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης στις 07/12/2022. Την ίδια μέρα ο κατηγορούμενος αφού πληροφορήθηκε ότι τον αναζητούσε η αστυνομία παρουσιάστηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας όπου εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης. Αφού πληροφορήθηκε για τις εναντίον του υποψίες αυτός απάντησε «δεν γνωρίζω τίποτε».
Στις 08/12/2022 το πρωί ο ύποπτος ενώ βρισκόταν στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας εξέφρασε την επιθυμία να συνομιλήσει με κάποιον αστυνομικό σχετικά με την υπό διερεύνηση υπόθεση και παραδέχθηκε προφορικά την εμπλοκή του στην υπόθεση κατονομάζοντας και άλλο πρόσωπο ως εμπλεκόμενο. Αυτό το πρόσωπο είχε δηλωθεί από την προηγούμενη μέρα ως «ελλείπον πρόσωπο», εκδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης και αναζητείται. Την ίδια μέρα εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε διάταγμα κράτησης για 8 μέρες.
Στις 08/12/2022 κατηγορούμενος, προέβηκε σε 7 υποδείξεις σκηνών και εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση. Σε κατάθεση του ανέφερε ότι:
Tο άλλο πρόσωπο τον είχε προσεγγίσει και του πρόσφερε χρηματικό ποσό 20,000 ευρώ για να δολοφονήσουν τον ΣΣ.
Δύο περίπου μέρες πριν την απόπειρα φόνου, μετέβηκαν με συγκεκριμένο αυτοκίνητο στην περιοχή όπου διέμενε ο ΣΣ και του υποδείχθηκε η πολυκατοικία.
Περί ώρα 0100 της Κυριακής 04/12/2022 μετέβηκε στον τόπο διαμονής του άλλου προσώπου και αφού συναντήθηκαν εκείνος τον μετάφερε με αυτοκίνητο στον τόπο που έγινε η απόπειρα φόνου.
Κατά τον χρόνο της επίθεσης το άλλο πρόσωπο είχε στην κατοχή του πιστόλι και ο ίδιος το στρατιωτικό τυφέκιο το οποίο εντοπίστηκε στην σκηνή.
Με την είσοδο του αυτοκινήτου του ΣΣ στον δρόμο, κατόπιν οδηγίας από το άλλο πρόσωπο για να πυροβολήσει, πυροβολούσε μέχρι να αδειάσει το όπλο. Ακολούθως πανικοβλημένοι προσπάθησαν να επιστρέψουν στο αυτοκίνητο, όπου έχασε τον προσανατολισμό του και διέφυγε πεζός. Κατά την διαφυγή του έχασε το ένα παπούτσι που φορούσε σε κοντινή απόσταση από το σημείο που έγινε η απόπειρα φόνου, ακολούθως αρχικά πέταξε την προσωπίδα και ακολούθως το στρατιωτικό τυφέκιο δίπλα από τον αυτοκινητόδρομο.
Το αυτόματο πυροβόλο όπλο και το πιστόλι μετέβηκαν σε ανοιχτό χώρο πλησίον της οικίας του θύματος και του τόπου της επίθεσης, την ίδια ημέρα της επίθεσης, όπου το άλλο πρόσωπο τα παρέλαβε εντός μιας σχολικής βαλίτσας, του έδωσε το αυτόματο όπλο και στην συνέχεια μετέβηκαν στο σημείο της απόπειρας. Τότε ήταν που του είχε δοθεί και η προσωπίδα.»
Το Κακουργιοδικείο κατέγραψε, επίσης, με λεπτομέρεια, τα όσα η πλευρά του εφεσείοντα έθεσε ενώπιόν του, τόσο σε σχέση με τις προσωπικές του περιστάσεις, όσο και αναφορικά με την τέλεση των αδικημάτων.
Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους τα όσα η πλευρά του εφεσείοντα προβάλλει με τον πρώτο λόγο έφεσης. Δεν βρίσκουμε έρεισμα στα όσα προβάλλονται προς υποστήριξη του συγκεκριμένου παραπόνου του εφεσείοντα, αφού η πρωτόδικη κρίση διαπιστώνεται να είναι πλήρως αιτιολογημένη ως προς την ανάλυση των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, ενώ ταυτόχρονα δεν υπολείπεται σε οτιδήποτε αναφορικά με την απόδοση ίδιας ευθύνης στον εφεσείοντα σε σχέση και με τα δύο θύματα, καθιστώντας προφανή τον λόγο για τον οποίο δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να υπάρξει διαφορετική αντιμετώπιση. Είναι χρήσιμη η παράθεση του κάτωθι αποσπάσματος από την πρωτόδικη απόφαση:
«Στην παρούσα περίπτωση ο κατηγορούμενος έναντι αμοιβής για το ποσό των €20.000 και αδιαφορώντας πλήρως για την ανθρώπινη ζωή, πυροβολούσε αδιακρίτως εναντίον των θυμάτων και δεν σταμάτησε μέχρι που το στρατιωτικό τυφέκιο που χρησιμοποιούσε άδειασε από σφαίρες, με σκοπό να επιφέρει τον θάνατο στον ΣΣ και θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 6 ετών. Είχε προηγηθεί η οργάνωση και σχεδιασμός των πράξεων αφού δύο ημέρες προηγουμένως μετέβηκε με άλλο πρόσωπο στην περιοχή όπου διέμενε ο ΣΣ και του υποδείχθηκε η πολυκατοικία. Κατά την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μετέβηκε στην οικία του άλλου προσώπου που τον μετέφερε με αυτοκίνητο στο χώρο που διαπράχθηκε η απόπειρα φόνου, παραδίδοντας του και το όπλο. Παρά το γεγονός ότι είχε το χρόνο να αναλογιστεί τη φύση των εγκληματικών πράξεων που θα διενεργούσε και τις συνέπειες που θα επέφεραν εν τούτοις δεν το έπραξε. Προχώρησε στην εκτέλεση τους με μοναδικό κριτήριο την αμοιβή που θα λάμβανε. Αποτέλεσμα των πράξεων του ήταν ο σοβαρός τραυματισμός και των δύο θυμάτων και η υποβολή τους σε χειρουργικές επεμβάσεις. Δεν πρέπει να διαφεύγει ότι το ανήλικο θύμα, συνεπεία του περιστατικού και της ψυχικής αναστάτωσης που του προκλήθηκε, παρακολουθείται και τυγχάνει στήριξης από κλινικό ψυχολόγο.»
Είναι εμφανές ότι επρόκειτο για ένα περιστατικό κατά το οποίο, αφενός για το ένα πρόσωπο υπήρχε πρόθεση φόνευσής του, ενώ, αφετέρου, για το άλλο πρόσωπο υπήρξε παντελής αδιαφορία για τις συνέπειες που θα επέφεραν οι πράξεις του εφεσείοντα. Η ευθύνη του εφεσείοντα είναι η ίδια και για τα δύο θύματα, ως, επίσης, ίδια είναι και η σοβαρότητα του αδικήματος αναφορικά με αμφότερους αλλά και το πραγματικό υπόβαθρο της πράξης.
Δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε παράλειψη ή σφάλμα στον τρόπο που το Κακουργιοδικείο προσέγγισε και αποφάσισε το υπό κρίση θέμα και, καθ’ όλα ορθή κρίνουμε την απόφασή του να επιβάλει ίδια ποινή σε καθεμία από τις κατηγορίες 2 και 3. Διαφορετική αντιμετώπιση θα οδηγούσε σε παράλογο αποτέλεσμα.
Αβάσιμο κρίνουμε τον πρώτο λόγο έφεσης.
Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο έφεσης, πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπ' όψιν του, προς όφελος του εφεσείοντα όσα είχαν τεθεί ενώπιόν του, εξετάζοντας και σχετικές τοποθετήσεις από πλευράς εφεσείοντα. Εξήγησε σχετικά:
«Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψιν μας την παραδοχή του, παράγοντας ο οποίος όπως είναι νομολογημένο επιφέρει έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 28), το λευκό ποινικό μητρώο του, τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, την ηλικία του, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του, τον εθισμό του σε ναρκωτικές ουσίες από νεαρή ηλικία κάτι που τον καθιστούσε ευάλωτο σε εκμετάλλευση και το ότι είναι πατέρας τριών ανήλικων παιδιών ηλικίας 10, 8 και 7 ετών και τις επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής που θα έχει στον ίδιο και στην οικογένεια του. Θα πρέπει εδώ βέβαια να πούμε ότι η ύπαρξη των παιδιών του θα έπρεπε να ήταν αποτρεπτικός παράγοντας για τις έκνομες πράξεις του, αναλογιζόμενος τις συνέπειες που πιθανόν θα δημιουργούνταν. Ούτε και αυτός ο παράγοντας στάθηκε εμπόδιο. Ούτε βέβαια και ο εθισμός του στις ναρκωτικές ουσίες μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για τις πράξεις του και στην απόφαση του να στραφεί εναντίον ανθρώπινης ζωής. Σε κάθε περίπτωση δηλώθηκε ότι ο εθισμός αυτός δεν επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο την απαραίτητη πρόθεση του για διάπραξη των αδικημάτων. Λαμβάνουμε περαιτέρω υπόψιν μας την ομολογία του για τη διάπραξη των αδικημάτων και την συνεργασία του με την αστυνομία, ως επίσης και ότι κατονόμασε τον κατ' ισχυρισμόν ιθύνοντα νου για την οργάνωση και εκτέλεση των εγκλημάτων με όλους τους κινδύνους που η πράξη του αυτή δυνατόν να συνεπάγεται. Να τεθεί εδώ ότι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συνεργασία του κατηγορούμενου με την αστυνομία και την ομολογία διαφοροποιείται ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει με ουσιαστικό και αποτελεσματικό τρόπο στη διερεύνηση της υπόθεσης και συνοδεύεται από μεταμέλεια του δράστη τότε η αξία που της αποδίδεται είναι μεγαλύτερη. Μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποδοθεί και όταν η αστυνομία αδυνατεί να εξιχνιάσει το έγκλημα λόγω ανυπαρξίας άλλης μαρτυρία (βλ. Ναζίπ v. Αστυνομίας (2014) 2Β ΑΑΔ 808). Στην εδώ περίπτωση ο κατηγορούμενος ταυτοποιήθηκε μέσω γενετικού υλικού που απομονώθηκε από αντικείμενα που εντοπίστηκαν πλησίον της σκηνής. Εναντίον του εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης οπόταν και παρουσιάστηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας στις 7/12/2022 όπου και εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης. Αρχικά δήλωσε άγνοια για το συμβάν. Την επόμενη ημέρα παραδέχθηκε την εμπλοκή του στην υπόθεση και κατονόμασε και άλλο πρόσωπο. Συνεπώς και όσον αφορά την δική του εμπλοκή θεωρούμε ότι η εξιχνίαση δεν οφειλόταν αποκλειστικά στη δική του κατάθεση. Συνεκτιμούμε όμως το γεγονός ότι με την παραδοχή του περισώθηκε Δικαστικός χρόνος ως επίσης και το ότι κατονόμασε και άλλο πρόσωπο ως εμπλεκόμενο κάτι που καταδεικνύει τη συνεργασία του με την αστυνομία και εξέφρασε μέσω της αγόρευσης της συνηγόρου του την πρόθεση του να καταθέσει ως μάρτυρας σε ενδεχόμενη μελλοντική Δικαστική διαδικασία. Προς όφελος του συνεκτιμούμε και το γεγονός ότι παρά τα σοβαρά τραύματα που τα θύματα έχουν υποστεί φαίνεται ότι η πλήρης αποκατάσταση της υγείας τους, χωρίς την παραμονή μόνιμων καταλοίπων, με την απαραίτητη ιατρική φροντίδα, δεν αποκλείεται.
Κρίνουμε ορθό να προβούμε σε μία επισήμανση αναφορικά με το εγερθέν αίσθημα αδικίας το οποίο επικαλείται η υπεράσπιση στη βάση της αρχής της ισότητας αφού το μόνο πρόσωπο που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ο κατηγορούμενος. Απλώς να πούμε ότι το άλλο πρόσωπο έχει δηλωθεί ως ελλείπον και εναντίον του εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και καταζητείται. Μάλιστα η υπεράσπιση στην αγόρευση της προχωρεί και θέτει ότι την 1/4/2023 εναντίον του εκδόθηκε τόσο Ευρωπαϊκό όσο και διεθνές ένταλμα σύλληψης. Συνεπώς οι ανακριτικές αρχές ενήργησαν, ως όφειλαν, με τη χρήση των διαθέσιμων μέσων για εντοπισμό του καταζητούμενου και προσαγωγή του ενώπιον της δικαιοσύνης. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε, όπως ευνοϊκή αντιμετώπιση παραβάτη που θα συνηγορούσε στην ύπαρξη άνισης μεταχείρισης σε βάρος του κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σατανά κ.ά. (1996) 2 ΑΑΔ 257).»
Με αναφορά στη νομολογία (ΟΝΗΣΙΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1991) 2 Α.Α.Δ. 556, ΤΣΕΚΚΟΥΡΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2012) 2 Α.Α.Δ. 563), το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο ότι η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεσή της μέγιστο έγκλημα, εξηγώντας ότι η δέσμευση στην προστασία της ανθρώπινης ζωής επιβάλλει ανάλογο καθήκον για την περιφρούρησή της, γεγονός που αντανακλάται στην τιμωρία που επιβάλλεται για εγκληματικές πράξεις που επιφέρουν την απώλεια ανθρώπινης ζωής. Γι' αυτόν τον λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρας στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης.
Αντλώντας δε, καθοδήγηση από προηγούμενες ανάλογες περιπτώσεις, όπως η ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2016) 2 Α.Α.Δ. 118, ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 208/2015 ημερομηνίας 12.6.2019, ECLI:CY:AD:2019:B229, ABURAMADAN v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 148/2021, ημερομηνίας 10.11.2022 και ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2000) 2 Α.Α.Δ. 560, κατέληξε στις ως άνω αναφερόμενες ποινές.
Υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, στο σύνολό τους, δεν εντοπίζουμε σφάλμα, είτε στον τρόπο με τον οποίο το Κακουργιοδικείο προσέγγισε τα υπό κρίση αδικήματα και την αρμόζουσα για αυτά ποινή και ύψος αυτής, είτε στον τρόπο με τον οποίο αποφάσισε αυτά. Δεν εντοπίζουμε οποιαδήποτε αναντιστοιχία στις ποινές που επιβλήθηκαν με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ούτε εντοπίζουμε οποιαδήποτε απόκλιση της επιβληθείσας ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά του εφεσείοντα, είναι ορθή η καθοδήγηση που το Κακουργιοδικείο άντλησε από τις υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψε και δεν μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση ότι η νομολογία καθόρισε γραμμή ποινής 13 ετών για τέτοια αδικήματα. Ουδόλως οι επιβληθείσες ποινές μπορούν να χαρακτηριστούν έκδηλα υπερβολικές. Διαπιστώνεται η υπό τις περιστάσεις επιβολή ισορροπημένων και δίκαιων ποινών, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των ελαφρυντικών στοιχείων που θα μπορούσαν να αποδοθούν στον εφεσείοντα.
Αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος έφεσης.
Ως αποτέλεσμα, η παρούσα έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο