ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 244/2023)
9 Ιουλίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
G. S.,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Μ. Κωνσταντίνου για Τσολακίδης & Κορέλλης Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Ε. Κληρίδου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, ο εφεσείων αντιμετώπιζε μεγάλο αριθμό κατηγοριών σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικης θυγατέρας της συζύγου του. Αντιμετώπιζε, επίσης, μία κατηγορία παρεμπόδισης δικαστικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, οι κατηγορίες 3‑8 και 27‑40 αφορούσαν αδικήματα κατά παράβαση του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν.91(I)/2014, ενώ οι κατηγορίες 24‑26 αφορούσαν το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Νόμου, Ν.87(I)/2007. Ως το Κακουργιοδικείο υποδεικνύει στην απόφασή του, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι, για τη χρονική περίοδο από τον Ιανουάριο του 2014 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2021, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που κατείχε πάνω στο συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο δεν είχε φθάσει την ηλικία συναίνεσης, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με αυτήν. Όσον αφορά την κατηγορία παρέμβασης στη δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση του Άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 23), αποδίδεται στον εφεσείοντα ότι προέβηκε σε πράξη προορισμένη να παρεμποδίσει την αστυνομική έρευνα που διεξαγόταν με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας, λέγοντας στο εν λόγω πρόσωπο να μην τον καταγγείλει στην Αστυνομία σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίησή της.
Κατά την ακροαματική διαδικασία, κατέθεσαν συνολικά 10 μάρτυρες για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, ενώ, για την πλευρά του εφεσείοντα, κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως και κάλεσε ακόμα έναν μάρτυρα προς υπεράσπισή του.
Το Κακουργιοδικείο, στην απόφασή του, αφού συνόψισε την ενώπιόν του μαρτυρία, αξιολόγησε έκαστο μάρτυρα για να καταλήξει στα συμπεράσματά του επί των γεγονότων. Αποδέχτηκε, συναφώς, ότι:
«Η παραπονούμενη SS γεννήθηκε την 1/8/2005 και μητέρα της είναι η ΜΜ. Έχει ακόμα δύο αδέλφια. Ο κατηγορούμενος ήρθε στην Κύπρο το 2011 υπό το καθεστώς φοιτητή με την υποχρέωση να ανανεώνει την άδεια παραμονής του κάθε χρόνο. Το 2012 η άδεια παραμονής του ακυρώθηκε και υπέβαλε αίτηση ασύλου η οποία απορρίφθηκε στις 28/3/2014. Η ΜΜ ήρθε στην Κύπρο το 2014 και τον Μάϊο του 2014 παντρεύτηκε τον κατηγορούμενο οπόταν και ο τελευταίος γνώρισε τα τρία παιδιά της που είχε αποκτήσει από προηγούμενο γάμο και σχέση που είχε. Αρχικά διέμειναν σε οικία κοντά στην παραλία της Λάρνακας για δύο μήνες και στη συνέχεια μετακόμισαν σε διαμέρισμα στην περιοχή Δροσιάς. Σε κατοπινό στάδιο μετακόμισαν σε διαμέρισμα στην οδό [ ] στις [ ] Λάρνακας. Στις 25/2/2022, η SS και ενώ βρισκόταν στο σχολείο όπου φοιτούσε αποκάλυψε στην καθηγήτρια της των Αγγλικών EE ΜΚ1, ότι δεχόταν σεξουαλική κακοποίηση από τον πατριό της ο οποίος την άγγιζε στο στήθος και στα γεννητικά όργανα. Το ότι παρενοχλείτο σεξουαλικά από τον πατριό της η παραπονούμενη το ανέφερε στον LL ΜΚ4 αλλά και στη φίλη της QQ MK5. Στις 25/2/2022 η ΜΚ1 τηλεφώνησε στην τηλεφωνική γραμμή 8442 και ανέφερε ότι η παραπονούμενη της εκμυστηρεύτηκε ότι κακοποιείται σεξουαλικά από τον συμβίο της μητέρας της. Στις 27/2/2022 λήφθηκε στο ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο στο Σπίτι του Παιδιού στη Λευκωσία, οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη. Πριν τη μετάβαση της στη Λευκωσία, η παραπονούμενη στην οικία όπου διέμενε, δέχθηκε απειλές και επίθεση από την μητέρα της η οποία της επέφερε και σωματικές βλάβες. Στις 28/2/2022 λήφθηκε στον ίδιο χώρο νέα οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη. Στις 28/2/2022, μετά από την καταχώριση της μονομερούς αιτήσεως με αριθμό [ ] εξασφαλίστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας διάταγμα απομάκρυνσης της παραπονούμενης από την οικογενειακή εστία στην οδό [ ], Διαμ.[ ] Στις [ ] Λάρνακας. Την ίδια ημέρα δηλαδή 28/2/2022 εναντίον του κατηγορούμενου εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και την 1/3/2022 συνελήφθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας με σκοπό, μαζί με τη σύζυγο του και τα δύο παιδιά της, να αναχωρήσει για Αθήνα και ακολούθως για [ ]. Το όνομα του ήταν τοποθετημένο στο ευρετήριο stop‑list.»
Το Κακουργιοδικείο αποδέχτηκε, επίσης, ότι ο εφεσείων κατείχε θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής επί της ανήλικης παραπονούμενης, για τους λόγους που εξήγησε, προσθέτοντας στα συμπεράσματά του επί των γεγονότων ότι:
«Καταχρώμενος δε την εν λόγω θέση του ο κατηγορούμενος κατά την χρονική περίοδο των ετών 2015‑2021 και ενεργώντας έτσι ώστε να μένει μόνος του με την παραπονούμενη την άγγιζε στο στήθος και τα γεννητικά της όργανα μέσα από τα ρούχα και προσπάθησε να βάλει το δάχτυλο του στον κόλπο της, της έβγαλε τα ρούχα ενώ κοιμόταν και έτριβε το πέος του στα γεννητικά της όργανα χωρίς να είναι ντυμένος και την άγγιξε στο στήθος και τα γεννητικά της όργανα μέσα από τα ρούχα. Περαιτέρω την εξανάγκαζε να τον αγγίζει στα γεννητικά του όργανα μέσα από τα ρούχα και να τον αυνανίζει.
Ίδια είναι η κατάληξη μας και σε σχέση με τις κατηγορίες 24‑26 οι οποίες εδράζονται επί του προηγούμενου νομικού καθεστώτος (Ν.87(Ι)/07) αφού το άρθρο 10 του Νόμου καθιστά αδίκημα την σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού.»
Η διαφοροποίηση των κατηγοριών 24‑26 έγκειτο στο χρονικό διάστημα διάπραξης των αδικημάτων, ήτοι κατά την περίοδο 1.1.2014 μέχρι 3.7.2014.
Ως αποτέλεσμα των συμπερασμάτων του Κακουργιοδικείου επί των γεγονότων και της νομικής πτυχής των υπό κρίση αδικημάτων, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος στις κατηγορίες 3‑8, 24‑26 και 27‑40, καθώς επίσης στην κατηγορία 23 που αφορούσε το αδίκημα της παρεμπόδισης δικαστικής διαδικασίας. Με βάση δε το σκεπτικό του, ως εμφαίνεται στην απόφασή του για την ποινή, το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 9 ετών σε καθεμία από τις κατηγορίες 3‑8 και 27‑33, ποινή φυλάκισης 6 ετών σε καθεμία από τις κατηγορίες 24‑26 και ποινή φυλάκισης 8 ετών σε καθεμία από τις κατηγορίες 34‑40. Επέβαλε, επίσης, ποινή φυλάκισης 12 μηνών στην κατηγορία 23. Διέταξε όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν και εξέδωσε διατάγματα στη βάση των Άρθρων 14 και 47 του Ν.91(I)/2014.
Ο εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με τρεις λόγους έφεσης που στρέφονται εναντίον της καταδίκης του και τρεις λόγους έφεσης που στρέφονται εναντίον της ποινής που του επιβλήθηκε.
Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα έκρινε ως αξιόπιστη την παραπονούμενη και στηρίχθηκε επί της μαρτυρίας της για να καταδικάσει τον εφεσείοντα στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Προβάλλεται ότι η αποδοχή της μαρτυρίας αυτής είναι έκδηλα εσφαλμένη και εξ αντικειμένου παράλογη και προέκυψε μέσα από πλημμελή αξιολόγηση περιστάσεων ουσιωδών για την αξιολόγηση της μάρτυρος, αφού παραγνωρίστηκαν και δεν αξιολογήθηκαν σωστά αναντίλεκτα ουσιώδεις αντιφάσεις και ή ψεύδη της παραπονούμενης και ή το εντελώς παράλογο και εναντίον στην κοινή λογική αφήγημά της.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι παρέλειψε να συσχετίσει και να αντιπαραβάλει τη μαρτυρία της παραπονούμενης με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Προβάλλεται ότι, ως αποτέλεσμα αυτού, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να σχολιάσει τις ουσιώδεις αντιφάσεις και συγκρουόμενες εκδοχές που υπήρχαν και κατά συνέπεια η πρωτόδικη απόφαση δεν ικανοποιεί τις νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις μιας αιτιολογημένης απόφασης.
Ο τρίτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης ήταν τέτοιας ποιότητας που μπορούσε να στηρίξει επ' αυτής καταδίκη του εφεσείοντα χωρίς ενίσχυση.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης αποδίδει σφάλμα στο πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την επιλογή της ποινής που θα επέβαλλε στον εφεσείοντα για τις ως άνω κατηγορίες, καθ' ότι θεώρησε και έλαβε υπ' όψιν του ως επιβαρυντικό παράγοντα βασικό συστατικό στοιχείο του αδικήματος για το οποίο ο εφεσείων είχε καταδικαστεί. Εσφαλμένα το συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κατάχρησης θέσης εμπιστοσύνης προσμέτρησε και ως επιβαρυντικός παράγοντας.
Ο πέμπτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την επιλογή των ποινών ήταν εσφαλμένη και εκτός του πλαισίου που οριοθετεί η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να επιβληθούν έκδηλα υπερβολικές και ή υπέρμετρα αυστηρές ποινές φυλάκισης.
Τέλος, με τον έκτο λόγο έφεσης, οι επιβληθείσες ποινές στις κατηγορίες 3‑8, 24‑26, 27‑33 και 34‑40 προσβάλλονται ως εσφαλμένες, έκδηλα υπερβολικές και ή υπέρμετρα αυστηρές και ή εξοντωτικές υπό το φως των περιστατικών της υπόθεσης και των μετριαστικών παραγόντων που είχαν τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη αποτροπής, αγνοώντας μετριαστικούς παράγοντες που θα έπρεπε να είχαν προσμετρήσει καθοριστικά στο συνολικό ύψος της ποινής και που θα έπρεπε να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην επιβολή μικρότερης διάρκειας ποινής φυλάκισης.
Δεδομένου του περιεχομένου τους, οι λόγοι έφεσης 1 και 2 είναι συναφείς μεταξύ τους και προσβάλλουν την από μέρους του Κακουργιοδικείου αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Επί τούτου, επαναλαμβάνουμε τις αρχές που αφορούν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων. Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:
«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.
· Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»
Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:
«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»
Το τι μπορεί να παρατηρηθεί μέσα από την προσέγγιση των όσων προβάλλονται με τους λόγους έφεσης 1 και 2 είναι η προσπάθεια της πλευράς του εφεσείοντα να αναδείξει συγκεκριμένα στοιχεία που αφορούν τη μαρτυρία, αποδίδοντας τους επακόλουθο αναξιοπιστίας της μάρτυρος και παράλειψης από το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει αυτά σε αντιπαραβολή με τα όσα τέθηκαν ευρύτερα στη μαρτυρία. Συνοπτικά, αφορούν αναφερόμενη συζήτηση με την καθηγήτρια της παραπονούμενης πριν την αποκάλυψη προς αυτήν των όσων η παραπονούμενη ισχυρίστηκε, ισχυρισμούς σε σχέση με την αποκάλυψη από την παραπονούμενη προς τη μητέρα της και την αντίδραση αυτής, το γιατί δεν μίλησε στη μητέρα της ενωρίτερα και γιατί ανέφερε αυτά που ανέφερε στην καθηγήτρια της, το τι έγινε στο σπίτι της φίλης της αλλά και της ίδιας της παραπονούμενης μία μέρα πριν την πρώτη της κατάθεση στην Αστυνομία, αναφορές της παραπονούμενης στη ψυχολόγο (Μ.Κ. 10) και αντιφατικές καταθέσεις αλλά και γενικές και αόριστες αναφορές εκ μέρους της παραπονούμενης που δεν θα έπρεπε, κατά την πλευρά του εφεσείοντα, να αποτελέσουν βάση για καταδίκη του. Στην FARHAT MOHAMED v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 45/2023, ημερομηνίας 25.2.2026, όπως και στην MESFIN v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 211/2025, ημερομηνίας 12.2.2026, εξηγήσαμε ότι το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, πολυσύνθετο ως είναι, δεν περιορίζεται σε αφοριστική συλλογιστική, βασιζόμενη σε απομόνωση αναφορών ή μη αναφορών στη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα. Εξετάζοντας το ζητούμενο, που είναι η πληρότητα της πρωτόδικης κρίσης, απαραίτητη είναι η μελέτη της προσκομισθείσας μαρτυρίας και σφαιρική μελέτη της πρωτόδικης απόφασης.
Το Κακουργιοδικείο είναι με λεπτομέρεια που ασχολήθηκε με το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του κάθε ενός από τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν του. Λόγω των όσων προβάλλονται από την πλευρά του εφεσείοντα, θεωρούμε ορθό να παραθέσουμε αυτούσιο το μέρος της απόφασης που αναφέρεται στην αξιολόγηση της παραπονούμενης ως μάρτυρα στο, έστω εκτενές, απόσπασμα που ακολουθεί:
«Η παραπονούμενη SS, MK6, μας δημιούργησε εξαιρετική εντύπωση. Ήταν σταθερή στη μαρτυρία της και τούτο το αποτυπώνουμε με γνώση λόγου. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, που θα κλόνιζαν την αξιοπιστία της. Περιέγραψε την κακοποιητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, της οποίας ήταν αποδέκτης, απλά με σαφήνεια, όμως και με θετικότητα. Η όλη έκφραση της και ο τρόπος με τον οποίο κατέθετε, ήταν φυσικός, αυθόρμητος και ειλικρινής. Ακόμα και σε περίπτωση που ίσως να μπορούσε να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος με τη συμπεριφορά του παραδέχθηκε ότι την κακοποιούσε σεξουαλικά, όταν δηλαδή της είπε να πει στην αστυνομία ότι είναι όλα ψέματα, δεν το έπραξε. Αποτέλεσε επίκεντρο της αντεξέτασης της ΜΚ6 από πλευράς υπεράσπισης, με σκοπό να πληγεί η αξιοπιστία της, το γεγονός ότι η μάρτυρας ενώ έδωσε οπτικογραφημένη κατάθεση στις 27/2/2022 τεκμήριο 6, όπου, εν ολίγοις, αναφέρει ότι τα όσα είπε στην καθηγήτρια της ΜΚ1, περί σεξουαλικής κακοποίησης της από τον κατηγορούμενο ήταν όλα ψέματα εν τούτοις την αμέσως επόμενη ημέρα και συγκεκριμένα στις 28/2/2022 έδωσε νέα οπτικογραφημένη κατάθεση, τεκμήριο 11, στην οποία ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος από το έτος 2014 την κακοποιεί σεξουαλικά. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι πρόκειται για αντιφατική μαρτυρία και που οδηγεί σε αναξιοπιστία της ΜΚ6. Είναι γεγονός ότι η παραπονούμενη στην κατάθεση της τεκμήριο 6 αναφέρει ότι τα όσα είπε στην ΜΚ1 για σεξουαλική κακοποίηση της είναι ψέματα ενώ στην κατάθεση της τεκμήριο 11 λέει ότι υπήρξε κακοποιητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Η από πλευράς ΜΚ6 διαφοροποίηση θα μπορούσε ιδωμένη σε στενό πλαίσιο και μικροσκοπικά να οδηγήσει σε απόρριψη των θέσεων της ως αναξιόπιστες. Δεν είναι όμως εδώ τέτοια η περίπτωση. Η μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο με έκδηλη την αναστάτωση της, τους λόγους που την οδήγησαν να προβεί στην πρώτη της κατάθεση τεκμήριο 6. Οι λόγοι δεν ήταν άλλοι από την πίεση που δέχθηκε από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της ότι θα διαλυόταν οι οικογένεια τους και την επίθεση που η ίδια η μάρτυρας δέχθηκε από την μητέρα της κατά τον χρόνο που ετοιμάζονταν να μεταβούν στο Σπίτι του Παιδιού για να δώσει κατάθεση. Η επίθεση συνοδευόταν από απειλές και είχε σαν αποτέλεσμα την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στην παραπονούμενη. Η επιστροφή της στην οικία όπου διέμενε η οικογένεια κάτω από αυτές τις συνθήκες, μετά μάλιστα που θα κατέθετε εναντίον του κατηγορούμενου, ήταν ο παράγοντας που δημιούργησε τέτοιο φόβο στην μάρτυρα η οποία ήταν ανήλικη και εξαρτώμενη από την μητέρα της και τον κατηγορούμενο, να αναιρέσει τα όσα είχε πει στην ΜΚ1. Ήταν πρόδηλος ο φόβος και η ανησυχία της και κατά την χρόνο που κατέθετε, όπως είχαμε και εμείς τη δυνατότητα να διαπιστώσουμε παρακολουθώντας την οπτικογραφημένη κατάθεση της όταν προβλήθηκε κατά την ακρόαση αλλά και τον χωρίς αμφιταλαντεύσεις τρόπο που τα υποστήριξε κατά την αντεξέταση της. Ενώ στην κατάθεση της τεκμήριο 6, αρχικά παραθέτει κάποια από τα περιστατικά που αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών στη συνέχεια λέει ότι είναι όλα ψέματα και είπε και άλλα πράγματα που δεν συνέβηκαν αναγνωρίζοντας το λάθος της να πει ψέματα. Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης της όμως συνεχίζει και παραθέτει συμβάντα με αναφορές μέχρι το καλοκαίρι του 2021, καταλήγοντας όμως και πάλι ότι όσα είπε στην καθηγήτρια της είναι όλα ψέματα. Η ανησυχία της είναι το τί θα επακολουθήσει και ποιες συνέπειες θα έχει στην ίδια. Είναι χαρακτηριστικό θεωρούμε το πιο κάτω απόσπασμα της κατάθεσης της μάρτυρος που καταδεικνύει με τον πιο πασιφανή τρόπο τους φόβους και ανησυχίες της:
"Α. Όι. Άρα μιλούμε τώρα για τη SS το τι εσυνέβηκε στη SS. Αν της εσυνέβηκε κάτι η αστυνομία να τη βοηθήσει.
Μ. .
Α. Όι; Τότε γιατί αναστατώνεσαι γιατί κλαίεις υπάρχει λόγος;
Μ. Επειδή αν πάει τούτος φυλακή είπεν η μάμα ότι ούλλη της την ζωή εννα με κυνηγάει να με σκοτώσει.
Α. Οκ. Τούτον πότε σου το είπε;
Μ. Σήμερα.
Α. Σήμερα; γιαυτό ετσακωθήκετε που της είπες ότι εννα πάεις να πεις. Είπες της ότι εννα πάεις να μας πεις ότι εννά ρτεις να μας πεις τούτα που έγιναν; Τι της είπες ακριβώς;
Μ. Είπα σου τι της είπα.
Α. Οκ άρα φοβάσαι να πεις κάτι που έγινε;
Μ. Ναι.
Α. Γιατί εννά σχει συνέπειες; Σωστά εκατάλαβα;
Μ. Ναι.
Α. Άρα τούτα που μας είπες εν ήταν εντελώς η αλήθεια;
Μ. Όι εντελώς αλλά εν θέλω να πω τίποτε άλλο. Γιατί μετά εννα γίνουν σιρώτερα τα πράματα
Α. Ναι αλλά εν υπάρχει τρόπος να σε βοηθήσουμε αν δεν ξέρουμε τι έγινε.
Μ. Όμως αν πάει τούτος φυλακή είπα σου εννα με μισούν ούλλοι κανένας εν με πιστεύκει.
Α. Εν πρέπει να σε απασχολεί το τι εννα γίνει ο συγκεκριμένος. Τούτον εν κομμάτι που αφορά τη δικαιοσύνη που αφορά την αστυνομία. Το πρώτο μας μέλημα εμάς είναι να σε βοηθήσουμε εσένα να ξεφύγεις που τουν την κατάσταση που ζεις καθημερινά. Αν εσχει κάτι το οποίο σε ενοχλεί πραγματικά να παρέμβουμε να σε βοηθήσουμε να σταματήσει. Το επόμενο κομμάτι είναι η τιμωρία η δική του το οποίο δεν αφορά δε σε αφορά εσένα.
Μ. Ε τι εννα γίνει μαζί μου αν πάει τζείνος φυλακή; Η μάμα εννα με θκιώξει».
Εμφανής είναι και πάλι η ανησυχία της μάρτυρος προς το τέλος της λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης της όταν ρωτήθηκε αν υπάρχει κάτι άλλο που θεωρεί σημαντικό για να το πει με την μάρτυρα να απαντά «Μ: Όι απλώς θέλω να ξέρω τωρά εννα πάμε σπίτι απλά; Τί εννά γίνει τωρά;». Η τελευταία της απάντηση καταρρίπτει και την εισήγηση της υπεράσπισης ότι η μάρτυρας γνώριζε ότι μετά την περάτωση της κατάθεσης της δεν θα επέστρεφε στο σπίτι της κάτι που σημαίνει ότι είπε όντως ψέματα στην κατάθεση της. Αν τον γνώριζε δεν θα υπήρχε λόγος να ρωτά αν θα πάει πίσω σπίτι. Δεν υπάρχει και μαρτυρία που να υποστηρίζει την θέση της υπεράσπισης. Το ότι της επεξηγήθηκε η διαδικασία, ως τέθηκε και πάλι από την υπεράσπιση, αφορούσε την διαδικασία λήψης της κατάθεσης και όχι κατά πόσο θα επέστρεφε στο σπίτι της. Αυτό προκύπτει και από το τί ανέφερε στην ΜΚ8 όταν η τελευταία την ξενάγησε στο Σπίτι του Παιδιού οπόταν και πάλι εξέφρασε τους φόβους και ανησυχίες της για το τι θα γινόταν μετά. Οι φόβοι της ΜΚ6 εκφράστηκαν και επαναλήφθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το στάδιο της αντεξέτασης της αφού η έγνοια της ήταν η επιστροφή της στο σπίτι, η αντιμετώπιση που θα είχε από τη μητέρα της και ο φόβος εκδίωξης της. Είναι λοιπόν ξεκάθαρος ο λόγος για τον οποίο η παραπονούμενη με την κατάθεση της αναίρεσε τα όσα είπε στην ΜΚ1και αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από το φόβο. Δεν είναι λογικό σε κάθε περίπτωση να λέει ότι όσα είπε στην καθηγήτρια της είναι ψέματα και όμως να τα επαναλαμβάνει στην κατάθεση της λέγοντας και πάλι ότι είναι ψέματα. Το κατά πόσο το Δικαστήριο θα δεχθεί τη μαρτυρία εκείνη που συνάδει με την νέα για τον κατηγορούμενο ενοχοποιητική κατάθεση εξαρτάται από τα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Dejan v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ.205/2017 ημερ.11/5/2022, Χαρίτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 225). Στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό να αποδεχθούμε ότι οι αναφορές της μάρτυρος ότι ήταν όλα ψέματα προέρχονταν από το φόβο που της δημιουργήθηκε για τις επιπτώσεις που θα είχε όταν θα επέστρεφε σπίτι της δεδομένων των απειλών και της επίθεσης που είχε δεχθεί από τη μητέρα της με αποτέλεσμα πρόκλησης και σωματικής βλάβης, το πρωινό της ημέρας που έδωσε την οπτικογραφημένη κατάθεση της τεκμήριο 6. Μετά και όταν έμαθε ότι τέθηκε υπό την προστασία των κοινωνικών υπηρεσιών προέβηκε στην κατάθεση της τεκμήριο 11, στις 28/2/2022, όπου παρέθεσε τα συμβάντα. Η ανησυχία και ο φόβος της για τυχόν συνέπειες εξέλιπε. Αποτέλεσε επίσης θέμα αμφισβήτησης της αξιοπιστίας της ΜΚ6 και η καθυστέρηση να πει στη μητέρα της για τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου υπό την έννοια ότι είχε πολλές ευκαιρίες να το πράξει. Η αμφισβήτηση αυτή τέθηκε στο πλαίσιο κλονισμού της αξιοπιστίας της με βασικό υπόβαθρο ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος την κακοποίησε σεξουαλικά. Η μάρτυρας όχι μόνο εξήγησε ότι στην αρχή, λόγω ηλικίας δεν μπορούσε να κρίνει αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν μεμπτή ή όχι αλλά είχε σε μεταγενέστερο στάδιο αναφέρει στη μητέρα της τις ανησυχίες της για συμπεριφορά του κατηγορούμενου και ότι δεν της άρεσε αλλά δεν υπήρξε οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους της παρά την υπόσχεση της να το πράξει. Εξήγησε επίσης ότι δεν ήθελε να καταστρέψει την οικογένεια έχοντας περάσει πολύ φτωχική και με στερήσεις παιδική ηλικία στη [ ]. Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι αναφορές της ΜΚ6 ότι είχε πολύ καλή σχέση με τη μητέρα της και μιλούσαν για πολλά θέματα και παρά ταύτα η τελευταία ουδέν έπραξε, δεν πλήττει την αξιοπιστία της μάρτυρος αφού η επικοινωνία μεταξύ μητέρας και κόρης δεν σημαίνει απαρέγκλιτα και ικανότητα της πρώτης να στηρίξει είτε έμπρακτα είτε συναισθηματικά τη δεύτερη, ως εξηγήθηκε και από την ΜΚ10. Σε κάθε περίπτωση τα όσα η ΜΚ6 ανέφερε επιβεβαιώθηκαν και με την μετέπειτα συμπεριφορά της μητέρας της αφού όχι μόνο δεν επέδειξε εμπιστοσύνη στην παραπονούμενη, όταν η τελευταία της ανέφερε για την συμπεριφορά του κατηγορούμενου, αλλά ακόμα και όταν η υπόθεση έφθασε στην αστυνομία την ώθησε να αναιρέσει τα περί σεξουαλικής κακοποίησης της, την απείλησε και βιαιοπράγησε εναντίον της. Δεν έχουμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η ΜΚ6 παράθεσε τα γεγονότα και το τι συνέβηκε στην πραγματική τους διάσταση. Δεν προσπάθησε να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια με υπεκφυγές ή και προφάσεις. Ακόμα κι η θέση της υπεράσπισης ότι η παράλειψη έκθεσης λεπτομερειών κατά την περιγραφή των συμβάντων δεν αλλοιώνει την εξαιρετική εικόνα που η μάρτυρας δημιούργησε στο Δικαστήριο. Δεν πρέπει να διαφεύγει ότι τα περιστατικά που η ΜΚ6 ανέφερε καλύπτουν μια περίοδο από το 2014 όταν ήταν στην ηλικία των 8‑9 ετών μέχρι και το 2021. Δεν αναμένεται να μπορεί να διακρίνει τα επιμέρους περιστατικά και τα οποία να αντιστοιχούν στην καθεμιά ξεχωριστά στις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Σε περίπτωση που τα περιστατικά είναι πολλά, όμοια και επαναλαμβανόμενα, όπως και στην υπό κρίση περίπτωση, και έχει παρέλθει και μεγάλο χρονικό διάστημα τότε δεν μπορεί να θυμάται και να περιγράψει όλα τα περιστατικά με το πρόβλημα να μεγαλώνει όταν το θύμα είναι παιδί ( βλ. Ν.Σ ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 99/21 ημερ. 11/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:B183, Γ.Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ.44/2019, ημερ.18/9/2020). Η μαρτυρία της ΜΚ10 επί του σημείου και στην οποία θα αναφερθούμε πιο κάτω, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική αφού είπε ότι η περιγραφή από παιδί ενός επαναλαμβανόμενου συμβάντος δημιουργεί σύγχυση όσον αφορά τις λεπτομέρειες. Οι αναφορές της παραπονούμενης για σεξουαλική κακοποίηση της αφορά μία περίοδο επτά και πλέον χρόνων με τα περιστατικά να λαμβάνουν χώρα καθόλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Τα όσα υπέστη η παραπονούμενη αναφέρονται στην κατάθεση της τεκμήριο 11 αλλά τέθηκαν και κατά την ένορκη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξιστορεί η μάρτυρας ότι από την αρχή ο κατηγορούμενος την άγγιζε στο στήθος και στα γεννητικά της όργανα πάνω από τα ρούχα και μετά κάτω από τα ρούχα και έβαζε και την ίδια να τον αγγίζει στο πέος του κάτι που συνέχιζε για όλη την διάρκεια όλων αυτών των χρόνων. Είπε περεταίρω ότι έβαζε το χέρι της κάτω από τα ρούχα του και της έλεγε «παίξε την». Είπε επίσης ότι έβαζε το πέος του πάνω στα γεννητικά όργανα της και το έτριβε. Η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου γινόταν πιο συχνά όταν η ίδια ήταν πιο μικρή αλλά όταν μεγάλωσε και άρχισε να του αρνείται, γινόταν μια με δύο φορές το μήνα. Ήταν μια συνεχόμενη συμπεριφορά ως η μάρτυρας ανέφερε. Τίποτα από όσα προέταξε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση κατόρθωσε να πλήξει την αξιοπιστία της μάρτυρος. Ούτε τέλος και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 32 όπου η παραπονούμενη προβαίνει σε ένα είδος θεάτρου για να καταδείξει την αγάπη της για την υποκριτική μπορεί να αποτελέσει στοιχείο ότι είπε ψέματα στο Δικαστήριο. Εξήγησε ότι η δημιουργία του τεκμηρίου 32 ήταν ένα αστείο προς τη μητέρα της.»
Έχουμε καταγράψει τα όσα το Κακουργιοδικείο ανέλυσε σχετικά με την παραπονούμενη ως μάρτυρα για να καταδείξουμε τη λεπτομέρεια με την οποία εξέτασε το θέμα αλλά και την επάρκεια της κρίσης του σε σχέση ακόμη και με θέματα που ηγέρθησαν από την Υπεράσπιση. Είναι προφανές, από το ως άνω απόσπασμα, αλλά και από το υπόλοιπο της πρωτόδικης απόφασης, ότι το Κακουργιοδικείο αντιπαρέβαλε τη μαρτυρία της παραπονούμενης και με την υπόλοιπη μαρτυρία, αντλώντας από το σύνολο της μαρτυρίας στοιχεία βοηθητικά για το δύσκολο έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και της κατάληξης σε συμπεράσματα επί των γεγονότων.
Δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα στον τρόπο που το Κακουργιοδικείο προσέγγισε το ζήτημα αλλά και στον τρόπο που αποφάσισε αυτό. Δεν εντοπίζουμε βάση στα όσα προβάλλονται με τους λόγους έφεσης, ούτε θεωρούμε ότι υφίσταται οποιοδήποτε κενό ή παράλειψη στην πρωτόδικη κρίση που να μπορεί να θεωρηθεί ικανό να θέσει εν αμφιβόλω την κρίση του Κακουργιοδικείου επί των γεγονότων, ούτε θεωρούμε ότι τα συμπεράσματα του Κακουργιοδικείου αντιστρατεύονται την προσκομισθείσα μαρτυρία ή την κοινή λογική. Όπως λέχθηκε στην VRONTIS BUILDERS LTD v. M & H STEEL CONSTRUCTIONS LTD, (2016) 2 Α.Α.Δ. 322 «... αναφορικά με τις αντιφάσεις, παρέχεται πεδίο επέμβασης του Εφετείου μόνο όπου αυτές είναι τέτοιες που δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνουν τη διάθεσή του να ψευσθεί. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Ομήρου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 98, Ανθία ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1999) 2 Α.Α.Δ. 558, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 449, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 390, Στρατής ν. Πεντέλης‑Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ (1999) 1 Α.Α.Δ. 1708, Ηλία κ.ά. ν. Σταυρινίδη (2000) 1 Α.Α.Δ. 874)».
Έχουμε την άποψη ότι, μέσα από μία ολοκληρωμένη εξέταση των ενώπιόν του στοιχείων, το Κακουργιοδικείο κατέληξε σε καθ' όλα επιτρεπτά συμπεράσματα. Διαφορετική θεώρηση από μέρους μας, υπό τις περιστάσεις που εξηγούμε, θα αντιστρατεύετο τις νομολογιακές αρχές (ανωτέρω) που αφορούν την εξουσία του Εφετείου στα θέματα αυτά.
Αβάσιμους κρίνουμε τους λόγους έφεσης 1 και 2.
Αναφορικά με τον τρίτο λόγο έφεσης, ο οποίος πραγματεύεται την αποδοχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας, διαπιστώνεται, από την πρωτόδικη απόφαση, ότι με λεπτομέρεια και επάρκεια το Κακουργιοδικείο παρέθεσε το τι ισχύει σε σχέση με την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Αποφάσισε το θέμα εξηγώντας ότι:
«Να επαναλάβουμε εδώ ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης, παρά το νεαρό της ηλικίας της, αφού γεννήθηκε την 1/8/2005, χαρακτηρίζεται από συμπαγή ποιότητα και δυναμική, απορρέουσα και από μια πηγαία και ανεπιτήδευτη παράθεση των γεγονότων τα οποία μόνον η παραπονούμενη ήταν σε θέση και μπορούσε να αποδώσει λόγω της προσωπικής επίδικης της εμπειρίας. Αυτοπροειδοποιηθήκαμε σε ύψιστο βαθμό, με ένταση, αισθαντικότητα και περίσκεψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, κατανοώντας πως η κοινή λογική και πείρα δείχνουν ότι αδικήματα που συναρτώνται με γενετήσιες ορμές, αφορούν εν γένει σε περίπλοκες ανθρώπινες νοητικές διεργασίες και συμπεριφορές, με συνεπακόλουθο να επιβάλλεται η επίδειξη μέγιστης προσοχής στην κρίση της μαρτυρίας αυτής. Είχαμε συνεχώς κατά νουν και την έμφυτη αδυναμία και ροπή πολλών ανθρώπων στο ψεύδος, για λόγους που χάνονται στο ανθρώπινο ασυνείδητο, εξ ου και η Δικαστική θέληση για ανεύρεση ενισχυτικής μαρτυρίας στον βαθμό που εδώ εξετάζεται (βλ. Κατ' αναλογίαν, Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 228/18, ημερ. 16/3/20, ECLI:CY:AD:2020:B102, ΣΠ ν. Αστυνομίας (2014) 2(Α) ΑΑΔ 468, 492). Αποφαινόμαστε ότι ως εκ της δύναμης, της ποιότητας, του εύρους και της πειστικότητας της μαρτυρίας της παραπονούμενης θα μπορούσαμε ‑ και είμαστε διατεθειμένοι ‑ να στηριχθούμε αποκλειστικώς στη μαρτυρία της δίχως ενισχυτική μαρτυρία και να καταδικάσουμε τον κατηγορούμενο σε περίπτωση βέβαια που αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. (Βλ. Κατ' αναλογίαν, Mazid v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 215/16, ημερ. 30/4/20, ECLI:CY:AD:2020:B135, ΟΟ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 337/18, ημερ. 20/1/20, ECLI:CY:AD:2020:B23, ΣΘΠ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2005) 2 ΑΑΔ 604, 618).»
Οι ως άνω διαπιστώσεις του Κακουργιοδικείου, σε συνδυασμό με τα ως άνω αναφερόμενα σε σχέση με την αξιολόγηση και αξιοπιστία της παραπονούμενης ως μάρτυρα δεν αφήνουν περιθώριο αμφισβήτησης της επάρκειας της πρωτόδικης κρίσης. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα ικανό να μας παρέχει πεδίο επέμβασης στην πρωτόδικη απόφαση επί του προκειμένου.
Αβάσιμο κρίνουμε και τον λόγο έφεσης 3.
Όσον αφορά τον λόγο έφεσης 4, το παράπονο του εφεσείοντα προβάλλεται να είναι ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος λήφθηκε υπ' όψιν ως επιβαρυντικός παράγοντας αναφορικά με την ποινή. Και πάλι χρήσιμη είναι η καταγραφή του τι αναφέρθηκε στην πρωτόδικη απόφαση επί της ποινής, προκαλώντας το εν λόγω παράπονο του εφεσείοντα:
«Στην παρούσα περίπτωση η σοβαρότητα της υπόθεσης προκύπτει αναμφίβολα από τη συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επεδείκνυε για επτά και πλέον χρόνια σε ένα ανήλικο παιδί με το οποίο συμβίωνε στο ίδιο σπίτι και που αντί να είναι αποδέκτης προστασίας και στήριξης από τον άνθρωπο που παντρεύτηκε η μητέρα του και προς το οποίο ενείχε θέση πατέρα (βλ. Al Dhess v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 177/2021 ημερ. 16/3/2022), κατέστησε αντικείμενο σεξουαλικής εκμετάλλευσης των έκνομων και αρρωστημένων ορέξεων του. Αντί να παρέχει στοργή και ασφάλεια που η παραπονούμενη είχε στερηθεί από πολύ μικρή ηλικία, αφού διαβίωνε σε συνθήκες φτώχειας, εκμεταλλεύτηκε και πάλι αυτό το γεγονός, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας και επιρροής που είχε για να την έχει υποχείριο του, θέτοντας το οικονομικό θέμα ως μοχλό πίεσης και εξάρτησης για να την κακοποιεί σεξουαλικά. Να τονίσουμε εδώ ότι σύμφωνα με το άρθρο 19(γ) του Ν.91(I)/2014 κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο ως επιβαρυντικός παράγοντας το ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν από πρόσωπο που συγκατοικεί με το θύμα, ή από πρόσωπο που έχει κάνει κατάχρηση θέσεως εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας, ως είναι και η εδώ περίπτωση. Ένα άλλο επιπλέον στοιχείο, που αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα, είναι ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου συνεχίστηκε για ένα τεράστιο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από το 2014 μέχρι το 2021 με το ανήλικο θύμα να βιώνει όλη αυτή την περίοδο την σεξουαλική κακοποίηση, που είχε σαν αποτέλεσμα όχι μόνο τον προσωπικό εξευτελισμό του αλλά και την καταρράκωση του ψυχικού της κόσμου αφού επέφερε τον επηρεασμό της ψυχικής υγείας της και τη δημιουργία διαταραχής μετατραυματικού στρες που φαίνεται ότι προκάλεσε κλινικά σημαντική ενόχληση και έκπτωση στην κοινωνική, σχολική και άλλες περιοχές της λειτουργικότητας της (βλ. Ν.Σ. v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ. 99/2021 ημερομ. 11/5/2022), ECLI:CY:AD:2022:B183.»
Επί του προκειμένου, αναντίλεκτη είναι η νομοθετική πρόνοια των υπό κρίση αδικημάτων από όπου διαπιστώνονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, αναντίλεκτη, όμως, είναι και η συμπερίληψη του γεγονότος το αδίκημα να διαπράχθηκε από μέλος της οικογένειας του θύματος, από πρόσωπο που συγκατοικεί με το θύμα ή από πρόσωπο που έχει κάνει κατάχρηση θέσεως εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας, στο Άρθρο 19(γ) του Ν.91(I)/2014 ως επιβαρυντική περίσταση. Επομένως, το τι προκύπτει είναι ότι ασχέτως της αναφοράς της κατάχρησης θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής στο παιδί, ο νομοθέτης επέλεξε, επίσης, να προβλέψει τα πιο πάνω ως επιβαρυντικές περιστάσεις. Υπό περιστάσεις ως η παρούσα, η ουσιαστική επίπτωση του πράγματος έγκειται στην αναγνώριση της σοβαρότητας του πραγματικού υποβάθρου του αδικήματος. Αυτό είναι άλλωστε που προβάλλεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο στο πιο πάνω απόσπασμα, στο οποίο αναφέρεται στο τι ο εφεσείων διέπραξε και τις συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες ενήργησε. Η αναφορά στον επιβαρυντικό παράγοντα που προβλέπεται με το Άρθρο 19(γ) του Ν.91(I)/2014 ουδόλως μπορεί να αποτελέσει σφάλμα από μέρους του Κακουργιοδικείου. Ούτε, όμως, φαίνεται να οδήγησε το Κακουργιοδικείο σε οποιαδήποτε εσφαλμένη διαπίστωση. Επαναλαμβάνουμε ότι, στο Κυπριακό Δίκαιο, τα ως άνω αποτελούν σαφή νομοθετική πρόνοια, η οποία δεν επιτρέπει διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων.
Επομένως, δεν εντοπίζουμε έρεισμα στον λόγο έφεσης 4.
Συναφείς θεωρούμε τους λόγους έφεσης 5 και 6, ως προβάλλοντες την επιβληθείσα ποινή ως έκδηλα υπερβολική, αφενός με βάση το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία και, αφετέρου, με βάση τους μετριαστικούς παράγοντες που θα έπρεπε να είχαν προσμετρήσει υπέρ του εφεσείοντα με την επιβολή χαμηλότερης διάρκειας ποινής.
Το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής και σε σχετική νομολογία, όμως δεν παρέλειψε να προβεί στη διεργασία εξατομίκευσης της ποινής. Ως εξήγησε:
«Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψιν μας το λευκό ποινικό μητρώο του, τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, ως αναφέρθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης αλλά καταγράφονται και στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα έχει στον ίδιο και στην οικογένεια του η επιβολή ποινής φυλάκισης και το ότι κατά την διάπραξη των αδικημάτων απουσιάζουν επιβαρυντικοί παράγοντες όπως η σωματική βία. Θα πρέπει εδώ όμως να θέσουμε αυτό που λέχθηκε στην υπόθεση Κρασιάς v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ. 278/2022 ημερ. 7/4/2023, ECLI:CY:AD:2023:B133, ότι δηλαδή η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας. Δεν παραβλέπεται επίσης το γεγονός ότι η σεξουαλική κακοποίηση στην παρούσα περίπτωση, δεν περιλάμβανε συνουσία με την παραπονούμενη χωρίς αυτό βέβαια να μειώνει τη σοβαρότητα των πράξεων του κατηγορούμενου. Έχουν όμως νομολογιακά διαμορφωθεί οι ποινές οι οποίες επιβάλλονται, ανάλογα με τη φύση της σεξουαλικής κακοποίησης με αποτέλεσμα να υπάρχει διαφοροποίηση στο ύψος τους αν η παράνομη συμπεριφορά περιορίζεται σε θωπείες ή σε αγγίγματα χωρίς δηλαδή την ύπαρξη συνουσίας με το ανήλικο θύμα, ως και η εδώ περίπτωση.»
Αναφέρθηκε, επίσης, σε προηγούμενες υποθέσεις, ως ενδεικτικές περιπτώσεις, περιλαμβανομένης και της Ν.Σ. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 99/2021, ημερομηνίας 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B183 στην οποία επιβλήθηκε, μετά από ακρόαση, ποινή φυλάκισης 8 ετών για αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού ηλικίας 5‑11 ετών, αφού η συμπεριφορά του εφεσείοντα διήρκησε για περίοδο 6 ετών. Τα αδικήματα συνίσταντο στο ότι ο θύτης ακουμπούσε στα γεννητικά όργανα της ανήλικης είτε με το γεννητικό του όργανο σε στύση με κινήσεις μπροστά και πίσω, είτε με το δάκτυλό του κάνοντας κυκλικές κινήσεις, είτε και με τους δύο τρόπους.
Μόλις πρόσφατα στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. E.Α., Ποινική Έφεση 267/2023, ημερομηνίας 30.6.2026, η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 7 ετών αυξήθηκε σε ποινή φυλάκισης 10 ετών για περίπτωση ανάλογης σοβαρότητας για πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα. Αναφέραμε τα ακόλουθα:
«Είχαμε πρόσφατα την ευκαιρία να αναφερθούμε στις αρχές που διέπουν το πεδίο επέμβασης του Εφετείου αναφορικά με πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές, ειδικότερα σε σχέση με αυτής της φύσεως αδικήματα, καθώς και στις αρχές που λαμβάνονται υπόψη κατά το στάδιο της επιβολής της ποινής, βλ. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Α.Σ., Ποινική Έφεση Αρ. 327/2024, ημερομηνίας 19.11.2025, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. Κ. Π., Ποινική Έφεση Αρ. 74/2025, ημερομηνίας 8.12.2025, M.A. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 216/2022, 221/2022, ημερομηνία 25.2.2026 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. M.Ι., Ποινική Έφεση Αρ. 217/2023, ημερομηνίας 18.5.2026. Στην τελευταία από αυτές, λέχθηκαν τα εξής:
«Πρόσφατα, στην απόφασή μας M. A. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινικές Εφέσεις 216/2022 και 221/2022, ημερομηνίας 25.2.2026, είχαμε την ευκαιρία να συνοψίσουμε τόσο τη νομολογία σε σχέση με αυτού του είδους τα αδικήματα αλλά και με τις αρχές που εφαρμόζει το Εφετείο, αναφορικά με εφέσεις που αφορούν το ύψος της ποινής που επιβάλλεται από πρωτόδικο Δικαστήριο. Σημειώσαμε σχετικά τα ακόλουθα:
«Η πάγια αρχή της νομολογίας είναι ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής αλλά εξετάζει κατά πόσο αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο που καθορίζεται από τη νομολογία και που αρμόζει στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Ζ.Α.Η. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 137/2022 κ.ά., ημερομηνίας 8.11.2024).
Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, SELMANI Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 235/2013 και 236/2013, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014, και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).»
Η σοβαρότητα των αδικημάτων της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού και του βιασμού είναι αυταπόδεικτη από το γεγονός ότι τόσο στο Άρθρο 6(4)(α)(7) του Ν.91(1)/2014 όσο και στο Άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα η προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19(γ) του Ν.91(Ι)/2014 όπου το αδίκημα διαπράχθηκε από μέλος της οικογένειας του θύματος ή από πρόσωπο που έχει προβεί σε κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας αυτό θα λαμβάνεται υπ' όψιν από το Δικαστήριο ως επιβαρυντικός παράγοντας.
[…]
Η συχνότητα διάπραξης αυτών των αδικημάτων επίσης τα καθιστούν ιδιαίτερα σοβαρά. Στην υπόθεση ΛΕΥΚΑΡΙΤΗΣ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2016) 2 Α.Α.Δ. 1165, λέχθηκε ότι όταν αδικήματα σεξουαλικής φύσης στρέφονται κατά νεαρών προσώπων τα οποία δεν έχουν ακόμα ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ή σταθερές δυνάμεις αντίστασης, καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά. Επίσης, στην υπόθεση Γ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 178/2017, ημερομηνίας 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως προκύπτει από την προβλεπόμενη ποινή, η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας. Περαιτέρω, ορθά λήφθηκε εν προκειμένω υπόψιν η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ εφεσείοντα και παραπονούμενης.»
Χρήσιμη σύνοψη της νομολογίας για αυτού του είδους τα αδικήματα, και τις ποινές που επίσης επιβάλλονται, έχει γίνει πρόσφατα από το Εφετείο στις υποθέσεις K.I. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 145/2022, ημερομηνίας 31.7.2025 και T.O. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση 217/22, 237/22, ημερομηνίας 12.2.2026.»
Οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δεν αφήνουν περιθώρια συζήτησης σε σχέση με το θέμα της σοβαρότητάς της και της αναγκαιότητας επιβολής αυστηρής ποινής προς αποτροπή. Για ένα τέτοιο μεγάλο χρονικό διάστημα ο εφεσείων υπέβαλλε την παραπονούμενη στην αναφερόμενη από το Κακουργιοδικείο συμπεριφορά, στον προσωπικό της χώρο κατοικίας, όντας το πρόσωπο που είχε τη θέση του πατριού. Δεν θα επαναλάβουμε με λεπτομέρεια τα όσα το Κακουργιοδικείο εξήγησε στην απόφασή του, αρκεί να λεχθεί ότι δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε παράλειψη από μέρους του Κακουργιοδικείου ή σφάλμα άλλο που να πλήττει το επιτρεπτό της κρίσης του. Δεν εντοπίζουμε, περαιτέρω, ούτε αναντιστοιχία με το τι η νομολογία κατά καιρούς έχει αποφασίσει σε ανάλογες περιπτώσεις.
Η πρωτόδικη κρίση επί της επιβληθείσας ποινής κρίνεται να είναι καθόλα εντός των επιτρεπτών πλαισίων, χωρίς να παρέχεται πεδίο επέμβασής μας επ' αυτής.
Αβάσιμοι κρίνονται και οι λόγοι έφεσης 5 και 6.
Συνακόλουθα των ως άνω, η παρούσα έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο