ΠΟΛΥΣ ΛΟΥΚΑ Χ’’ΙΩΑΝΝΟΥ v. GORDIAN HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ.: 273/2019, 8/7/2026
print
Τίτλος:
ΠΟΛΥΣ ΛΟΥΚΑ Χ’’ΙΩΑΝΝΟΥ v. GORDIAN HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ.: 273/2019, 8/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 273/2019)

 

08 Ιουλίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΠΟΛΥΣ ΛΟΥΚΑ Χ’’ΙΩΑΝΝΟΥ,

Εφεσείοντας,

v.

 

GORDIAN HOLDINGS LIMITED

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

Γ. Τριανταφυλλίδης με Μ. Τριανταφυλλίδου (κα) και Α. Γαβριηλίδη για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Χρ. Κληρίδης με Α. Γεωργίου για Φοίβος Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, για τους Εφεσίβλητους.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Πική.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΠΙΚΗΣ, Δ.: Ο Εφεσείων (Εναγόμενος 2 πρωτοδίκως) προσβάλλει την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 28.6.2019 στην Αγωγή υπ’ αριθμόν 7671/2009, με την οποία, ως εγγυητής του Εναγόμενου 1 (εφεξής «Πρωτοφειλέτης»), δυνάμει εγγυητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 31.10.2008 (εφεξής «εγγυητήριο έγγραφο»), διατάχτηκε να πληρώσει στην Τράπεζα Κύπρου (εφεξής «Τράπεζα») ποσό $20.000.000,00 δολαρίων Αμερικής και/ ή το ισόποσο σε Ευρώ πλέον τόκο ως ακολούθως: 6.54% από 22.1.09 - 21.7.09, 5,96% από 22.7.09 – 11.8.09 και 5% από 12.8.09 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο δηλαδή 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου.

 

Το εν λόγω ποσό αφορούσε υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, οι οποίες προέκυπταν από τρεις εγγυητικές επιστολές ημερομηνίας 15.10.2007, 19.11.2007, και 31.08.2008 (εφεξής «εγγυητικές επιστολές»), τις οποίες η Τράπεζα εξέδωσε κατόπιν οδηγιών του Πρωτοφειλέτη προς όφελος της ABN AMRO BANK N.V., για τα ποσά των $12.000.000,00, $10.000.000,00 και $8.150.000,00 δολαρίων Αμερικής, αντίστοιχα (σύνολο $30.150.000,00). Κατά ή περί τις 22.1.2009, η Τράπεζα κλήθηκε να καταβάλει και κατέβαλε στην ABN AMRO BANK N.V., τα ποσά των εγγυητικών επιστολών, χρεώνοντας την αξία τους πλέον τόκους και άλλα έξοδα σε λογαριασμό του Πρωτοφειλέτη.

 

Στις 12.8.2009, η Τράπεζα απέστειλε στον Εφεσείοντα επιστολή με την οποία τον πληροφορούσε για τον τερματισμό του εν λόγω λογαριασμού και την υποβολή απαίτησης προς τον Πρωτοφειλέτη για πληρωμή ολόκληρου του χρεωστικού υπόλοιπου του λογαριασμού [με αριθμό …], καλώντας τον Εφεσείοντα να εξοφλήσει άμεσα ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο για το οποίο ευθύνεται βάσει του εγγυητηρίου εγγράφου πλέον τόκο, προειδοποιώντας τον ότι παράλειψη συμμόρφωσης με την επιστολή θα συνεπάγεται τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του. Την ίδια ημερομηνία εστάλη επιστολή και στον Πρωτοφειλέτη με την οποία καλείτο να εξοφλήσει το υπόλοιπο του ιδίου λογαριασμού ανερχόμενο σε $32.186.655,24 δολάρια Αμερικής πλέον τόκους, στο οποίο χρεώθηκε η αξία πλέον τόκοι και άλλα έξοδα των τριών εγγυητικών επιστολών, και ότι παράλειψη του να συμμορφωθεί με την επιστολή θα συνεπάγεται τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του χωρίς άλλη προειδοποίηση. Ο Εφεσείων και ο Πρωτοφειλέτης δεν ανταποκρίθηκαν στην εν λόγω απαίτηση της Τράπεζας με αποτέλεσμα την καταχώρηση της προαναφερθείσας αγωγής. Σημειωτέον ότι πριν την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης εναντίον του Εφεσείοντος, στο πλαίσιο της ίδιας αγωγής, στις 12.7.2011 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον του Πρωτοφειλέτη, για το ποσό των $31.760.303,18 (δολάρια Αμερικής), πλέον τόκους και έξοδα καθώς επίσης διατάχθηκε η πώληση 100.000.000 μετοχών της Ocean Tankers Holdings Public Co Ltd με αναστολή εκτέλεσης πέντε (5) ετών.  

 

Το βασικό θέμα το οποίο εγείρεται στην παρούσα έφεση είναι το κατά πόσο (α) το εγγυητήριο έγγραφο αποτελούσε συνεχή εγγύηση για όλες τις υφιστάμενες ή μελλοντικές υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη, η οποία περιλάμβανε τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τις εγγυητικές επιστολές μέχρι ποσού $20.000.000,00 δολαρίων Αμερικής πλέον τόκους και έξοδα, ή (β) περιοριζόταν στην κάλυψη συγκεκριμένου βραχυπρόθεσμου δανείου του Πρωτοφειλέτη για ποσό $10.500.000,00 δολαρίων Αμερικής.

 

Με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, στις 31.10.2008 το εγγυητήριο έγγραφο στάλθηκε από την Τράπεζα Κύπρου με τηλεομοιότυπο στον Εφεσείοντα για υπογραφή, μαζί με επιστολή  απευθυνόμενη στον ίδιο, υπογραμμένη από τον  Πρωτοφειλέτη στην οποία αναγράφονταν τα ακόλουθα:

           

«Ο ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΕΓΓΥΗΤΩΝ ΝΟΜΟΣ

 

Κύριε,

 

Θέμα: Αντίγραφο Απόφασης στην αίτηση αρ. 018965001903

Αντίγραφο Κατάστασης Περιουσιακών Στοιχείων

 

Σύμφωνα με τον πιο πάνω νόμο εξουσιοδοτείται η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ να σας παραδώσει τα ακόλουθα:

 

1.    Αντίγραφο απόφασης στην αίτηση αρ. 018965001903 για τη σύναψη της συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης την οποία έχω αιτηθεί από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ και για την οποία έχετε εκφράσει πρόθεση να προσφέρετε την εγγύηση σας.

 

2.    Αντίγραφο Κατάστασης Περιουσιακών Στοιχείων του Πρωτοφειλέτη.

 

 

 

…………………………………

Υπογραφή Πρωτοφειλέτη

ΜΙΧΑΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

 

 

Παρέλαβα τα πιο πάνω έγγραφα από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ αυτοπροσώπως την

 

 

 

Νέος/υφιστάμενος εγγυητής

 

……………………………………

ΠΟΛΥΣ ΛΟΥΚΑΣ Χ”ΙΩΑΝΝΟΥ»

 

 

Η εν λόγω επιστολή υπεγράφη από τον Εφεσείοντα και κατατέθηκε (τεκμήριο 9) στην πρωτόδικη διαδικασία μαζί με το εγγυητήριο έγγραφο (τεκμήριο 8) από τον κ Μάκη Αδάμου, ΜΕ.1, υπάλληλο της Τράπεζας Κύπρου στην υπηρεσία ανάκτησης οφειλόμενων ποσών («recoveries»). Ταυτόχρονα, με την εν λόγω επιστολή στάλθηκαν στον Εφεσείοντα με το ίδιο τηλεομοιότυπο άλλα δυο συνοδευτικά έγγραφα, ήτοι (α) η αίτηση για τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων για βραχυπρόθεσμο δάνειο $10.500.00,00 δολαρίων Αμερικής (εφεξής «βραχυπρόθεσμο δάνειο») για την εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων του κ Μιχάλη Ιωαννίδη προς την Τράπεζα Κύπρου, με αποπληρωμή σε περίοδο 42 μηνών με 7 ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, και (β) προσφερόμενες εγγυήσεις/εξασφαλίσεις, τουτέστιν (i) εγγύηση μετρητών του Μιχάλη Ιωαννίδη ύψους 1.917.000,00, (ii) προσωπική εγγύηση του Πόλυ Χ”Iωάννου για το ποσό των $20.000.000,00 δολαρίων Αμερικής, (iii) υφιστάμενες ενεχυριασμένες μετοχές της Ocean Tankers Holdings Public Company Ltd, και (iv) αρνητική ρήτρα ενεχυρίασης («negative pledge») επί των ακινήτων της οικογένειας Ιωαννίδη.

 

Για την απόδειξη της υπόθεσης κατά του Εφεσείοντος, η Τράπεζα Κύπρου κάλεσε τον Μάκη Αδάμου (ΜΕ1), και ως δεύτερο μάρτυρα ιδιώτη δικαστικό επιδότη, ο οποίος κατέθεσε σχετικά με τις ανεπιτυχείς προσπάθειες επίδοσης ειδοποίησης πτώχευσης στον Πρωτοφειλέτη.  Ο Εφεσείοντας δεν έδωσε μαρτυρία και δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα στη δίκη. Κατά την ακρόαση έγινε παραδεκτό γεγονός ότι ο Εφεσείων και ο Πρωτοφειλέτης κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχαν φιλικές και επιχειρηματικές σχέσεις, και ότι ο πρώτος ήταν μεγαλομέτοχος στην εταιρεία Ocean Tankers Holdings Public Company Ltd (εφεξής «Ocean Tankers»). Με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ.1 (Τεκμήριο 22) το ποσοστό μετοχών του Εφεσείοντος στην Ocean Tankers ήταν 29.55% και του Πρωτοφειλέτη 53.66%

 

Ο ΜΕ1 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης γραπτή δήλωση στην οποία  αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην οφειλή του Πρωτοφειλέτη η οποία προκύπτει από τις τρεις εγγυητικές επιστολές και καλύπτεται από το εγγυητήριο έγγραφο μέχρι ποσού  $20.000.000,00 δολαρίων Αμερικής. Αντεξεταζόμενος, απέρριψε κατηγορηματικά την υποβολή της Υπεράσπισης ότι το εγγυητήριο έγγραφο υπεγράφη από τον Εφεσείοντα αποκλειστικά για την εξασφάλιση του βραχυπρόθεσμου δανείου, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια συνεχή εγγύηση, οι όροι της οποίας καλύπτουν παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη, και στις οποίες περιλαμβάνονται τα ποσά των εγγυητικών επιστολών τα οποία η Τράπεζα κλήθηκε να καταβάλει και πλήρωσε με έμβασμα στις 22.1.2009. Το δε τεκμήριο 9 αφορούσε μια επιπρόσθετη, συγκεκριμένη διευκόλυνση ύψους 10.5 εκατομμυρίων δολαρίων, η οποία παραχωρήθηκε κατά την ίδια χρονική περίοδο που ήταν σε ισχύ οι εγγυητικές επιστολές.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε τη μαρτυρία του ΜΕ1 προβαίνοντας σε ανάλογα ευρήματα, επισημαίνοντας, παράλληλα, τη μη δικογράφηση της βασικής θέσης υπεράσπισης την οποία προώθησε η πλευρά του Εφεσείοντος, τουτέστιν ότι το εγγυητήριο έγγραφο αφορούσε αποκλειστικά το βραχυπρόθεσμο δάνειο.

 

Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα το οποίο αποτυπώνει το σκεπτικό της εκκαλούμενης απόφασης επί του προκειμένου (σελ. 11-12):

 

«….Η μαρτυρία του κ. Μάκη Αδάμου στο μεγαλύτερο της μέρος υποστηρίζεται (όπως και στην υπόθεση ΧΧΧ Χριστοδούλου (πιο πάνω)) από τα κατατεθέντα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων επίσης δεν αμφισβητείται. Κατά την αντεξέταση του κ. Μάκη Αδάμου (Μ.Ε.1) του υποβλήθηκε ότι το εγγυητήριο υπεγράφη από τον Εναγόμενο 2 προς εξασφάλιση συγκεκριμένου βραχυπρόθεσμου δανείου ύψους 10.5 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής και ότι «ξεκάθαρη και εκδηλωθείσα πρόθεση του κ. Χατζηιωάννου ήταν να εγγυηθεί τούτο το συγκεκριμένο δάνειο». Ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά την εν λόγω υποβολή, και δικαιολογημένα. Κατ΄ αρχάς ο κ. Χατζηιωάννου, ως είχε κάθε δικαίωμα, επέλεξε να μην δώσει μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Περαιτέρω, το έγγραφο που υπέγραψε ουδόλως υποστηρίζει την πιο πάνω υποβολή. Τουναντίον, εκείνο που προκύπτει από το έγγραφο που υπέγραψε, είναι ότι εγγυάται για το συνολικό ποσό των USD 20.000.000 πλέον τόκους πλέον έξοδα, τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1, είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές είτε αυτές έχουν καταστεί ή πιθανόν να καταστούν απαιτητές. Κατά το χρόνο που ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε το Εγγυητήριο Έγγραφο, Τεκμήριο 8, οι τρεις επίδικες Εγγυητικές βρίσκονταν σε ισχύ. Μάλιστα, στην παράγραφο 1 του εγγυητηρίου (Τεκμήριο 8) γίνεται αναφορά στη φύση των πιστωτικών διευκολύνσεων, οι οποίες αφορούν σε συναλλαγματικές, δάνεια, συμβάσεις ενοικιαγοράς, κλπ., και ουδέποτε ο Εναγόμενος 2 ζήτησε να συγκεκριμενοποιηθούν. Ο κ. Γαβριηλίδης με την ικανή αγόρευσή του παραδέχθηκε ότι η εγγύηση που υπέγραψε ο Εναγόμενος 2 «είναι των Αγίων Πάντων». Και δικαιολογημένα, θα έλεγα, αφού στις παραγράφους 2, 3 και 4 του Εγγυητηρίου Εγγράφου αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

[……]

 

Και το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί υπέγραψε μια τέτοια γενική Εγγύηση που αφορά σε USD 20.000.000, εάν πρόθεσή του ήταν να εγγυηθεί τον Εναγόμενο 1 για συγκεκριμένο βραχυπρόθεσμο δάνειο ύψους μόνο USD 10.500.000, ως ανέφερε ο κ. Γαβριηλίδης. Γιατί δεν απάντησε στην επιστολή ημερ. 12.8.09 (Τεκμήριο 15) της Ενάγουσας που παρέλαβε, με την οποία η Ενάγουσα, ανάμεσα σε άλλα, έκανε ρητή αναφορά στο Εγγυητήριο ημερ. 31.10.08 που υπέγραψε για USD 20.000.000 και αξίωνε από αυτόν το εν λόγω ποσό πλέον τόκους. Η παράλειψη του Εναγόμενου 2 να καταθέσει και να δώσει τη δική του θέση σε σχέση με τις περιστάσεις υπογραφής του Εγγυητηρίου, δεν αντιστρέφει ασφαλώς το βάρος απόδειξης, που είναι στους ώμους της Ενάγουσας, πλην όμως εδώ έχει τη σημασία της (ΧΧΧ Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 172/18, απόφαση ημερ. 20.2.19), ECLI:CY:AD:2019:B46. Αφήνω βεβαίως κατά μέρος ότι τέτοιος συγκεκριμένος δικογραφημένος ισχυρισμός εκ μέρους του Εναγόμενου 2 δεν υπάρχει.  Είναι γνωστό ότι η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων (Βραχίμη ν. Κουλουμπρή  (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 836). Και δεν θεωρώ πως αυτή η  ουσιώδης υπεράσπιση καλύπτεται από την παράγραφο 10(iv) του δικογράφου του Εναγομένου 2, ημερομηνίας 11.05.10, ως εισηγήθηκε ο κ. Γαβριηλίδης.

 

Εν κατακλείδι, σε συμφωνία με τις θέσεις του κ. Γεωργίου, είναι εύρημα του Δικαστηρίου, στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας και στη βάση του περιεχομένου του Εγγυητηρίου Εγγράφου που ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε, ότι το Εγγυητήριο συνιστούσε μια συνεχή εγγύηση του Εναγόμενου 2 προς την Ενάγουσα Τράπεζα η οποία κάλυπτε και τις τρεις επίδικες Εγγυητικές Επιστολές. Πριν αποφασίσω κατά πιο πάνω τρόπο, έθεσα ενώπιον μου και την πιο κάτω Νομολογία η οποία αφορά στο πότε μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι».

                                                            [ιδία υπογράμμιση]

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε και άλλες θέσεις του Εφεσείοντος, οι οποίες σχετίζονται με τους λόγους έφεσης, καταλήγοντας ότι:

 

Πρώτον, δεν υπήρξε παράλειψη της Τράπεζας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του Άρθρου 5(α)(i),(ii) και (iii) του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197(Ι)/2003), ούτε η Τράπεζα είχε τέτοια υποχρέωση, δεδομένου ότι ο Εφεσείων δεν εγγυήθηκε τον Πρωτοφειλέτη για συγκεκριμένο ποσό δανείου.  Τουναντίον υπέγραψε μια συνεχή εγγύηση η οποία κάλυπτε όχι μόνο τις παρούσες αλλά και τις μελλοντικές υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη μέχρι ποσού $20.000.000,00 δολαρίων Αμερικής, πλέον τόκους και έξοδα.

 

Δεύτερον, από την παράγραφο 19 του εγγυητηρίου εγγράφου προκύπτει ότι ο Εφεσείων παραιτήθηκε από τυχόν δικαιώματα ή προνόμια που ενδεχομένως να είχε ως εγγυητής του Πρωτοφειλέτη. Η διατύπωση της εν λόγω παραγράφου φέρει τον Εφεσείοντα να ευθύνεται έναντι της Τράπεζας ως πρωτοφειλέτης για τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη.

 

Στην ειδοποίηση έφεσης καταγράφονται εννέα λόγοι έφεσης κατά της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης, εκ των οποίων αποσύρθηκαν οι λόγοι 1, 4, 6 και 8. Οι εναπομείναντες λόγοι έφεσης προσβάλλουν την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί των ακόλουθων ζητημάτων: (α) ότι το εγγυητήριο έγγραφο κάλυπτε τις αξιώσεις της Τράπεζας βάσει των εγγυητικών επιστολών και δεν περιοριζόταν στην εξασφάλιση συγκεκριμένου βραχυπρόθεσμου δανείου 10.500.000 δολαρίων Αμερικής (2ος λόγος), (β) ότι δεν υπήρχε δικογραφημένος  ισχυρισμός του Εφεσείοντος ότι το εγγυητήριο έγγραφο αφορούσε μόνο την κάλυψη του βραχυπρόθεσμου δανείου (3ος λόγος), (γ) ότι η Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να παραδώσει στον Εφεσείοντα επιστολή η οποία να τον ενημερώνει για τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 5(α) του Νόμου 197(Ι)/2003 (5ος λόγος), (δ) ότι με βάση την παράγραφο 19 του εγγυητηρίου εγγράφου ο Εφεσείων παραιτήθηκε από τυχόν δικαιώματα ή προνόμια που ενδεχομένως είχε ως εγγυητής (7ος λόγος). Προσβάλλεται επίσης η παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εξετάσει βασικές θέσεις και ισχυρισμούς που προβλήθηκαν εκ μέρους του Εφεσείοντος, ή να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει ουσιώδη έγγραφα και γεγονότα στα οποία βασίστηκαν οι εν λόγω θέσεις, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται επαρκούς αιτιολογίας ή να απολήγει σε κακοδικία παραβιάζοντας το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (9ος λόγος).

 

Προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρισαν λεπτομερή περιγράμματα αγόρευσης, αναπτύσσοντας, παράλληλα, τα κύρια σημεία της επιχειρηματολογίας τους κατά την ενώπιον μας ακροαματική διαδικασία. Η εξέταση των λόγων έφεσης θα ακολουθήσει τη σειρά με την οποία προβάλλονται.

 

(Ι) Κατά πόσο το εγγυητήριο έγγραφο κάλυπτε τα ποσά των τριών εγγυητικών επιστολών μέχρι ποσού $20.000.000,00 δολαρίων Αμερικής, ή περιοριζόταν στο βραχυπρόθεσμο δάνειο.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, προβάλλεται η θέση πως η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η επίδικη εγγύηση δεν υπογράφτηκε προς εξασφάλιση συγκεκριμένου βραχυπρόθεσμου δανείου ύψους 10.500.000,00 δολαρίων Αμερικής, το οποίο ο Πρωτοφειλέτης είχε αιτηθεί από την Τράπεζα Κύπρου και το οποίο ο Εφεσείων είχε εκφράσει την πρόθεση του να εγγυηθεί, είναι εσφαλμένη ή/και αντίθετη προς τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή/και προϊόν εσφαλμένης και πλημμελούς αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας ή/και αντίθετη με τις διατάξεις του Νόμου 197(Ι)/2003 και τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, περιλαμβανομένης της απόφασης στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. T.G. & Sons Importing Ltd κ.α. (2004) 1 Α.Α.Δ. 180.

 

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Εφεσείοντος στηρίζονται στις περιβάλλουσες συνθήκες υπογραφής του εγγυητήριου εγγράφου και δη έγγραφα που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 9, τα οποία συναποστάλθηκαν με το εγγυητήριο έγγραφο, προβάλλοντας ότι επρόκειτο για ειδική εγγύηση περιοριζόμενη στο βραχυπρόθεσμο δάνειο των 10,5 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής, πλέον τόκους και έξοδα. Κατά τη θέση τους, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν ήχθη στα ορθά συμπεράσματα από το περιεχόμενο των εγγράφων του τεκμηρίου 9, τα οποία αναφέρονταν μόνο σε εγγύηση του βραχυπρόθεσμου δανείου, χωρίς καμία αναφορά στις επίδικες εγγυητικές επιστολές.

 

Υποστηρίζεται, επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα βασίστηκε στον ισχυρισμό του ΜΕ.1, κατά την αντεξέταση, ότι ο Εφεσείων γνώριζε «τα πάντα» σε σχέση με τις εγγυητικές επιστολές όταν υπέγραψε το εγγυητήριο έγγραφο και ότι πρόθεση του ήταν να εγγυηθεί όλες τις παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα.

 

Περιπλέον, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η παράλειψη του Εφεσείοντος να απαντήσει στην επιστολή τερματισμού της Τράπεζας ημερομηνίας 12.8.2009 (Τεκμήριο 15) καταδεικνύει ότι πρόθεση του Εφεσείοντος κατά τον χρόνο υπογραφής του εγγυητήριου εγγράφου δεν ήταν να εγγυηθεί το βραχυπρόθεσμο δάνειο, αλλά όλες τις παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη, χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη το γεγονός ότι στην εν λόγω επιστολή δεν γινόταν καμία αναφορά στις εγγυητικές επιστολές. Ως εσφαλμένη προσβάλλεται και η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να θεωρήσει ότι η παράλειψη του Εφεσείοντος να καταθέσει και να δώσει τη δική του εκδοχή σχετικά με τις περιστάσεις υπογραφής του εγγυητηρίου εγγράφου, καίτοι δεν αντιστρέφει το βάρος απόδειξης, έχει τη σημασία της, με παραπομπή στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 172/2018, ημερ. 20.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:B46.

 

Τέλος, ο Εφεσείων διατείνεται ότι η επίδικη σύμβαση εγγύησης η οποία εμπίπτει στο προστατευτικό πλαίσιο του Νόμου 197(Ι)/2003, δεν μπορεί να καλύπτει οτιδήποτε πέραν του δανείου το οποίο παραχωρείται στον πρωτοφειλέτη από την Τράπεζα, εν όψει του καθήκοντος προηγούμενης ενημέρωσης του εγγυητή με βάση το Άρθρο 5(α) του ρηθέντος Νόμου. Κατά τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων του, σκοπός του νομοθέτη ήταν να περιορίσει την εμβέλεια εγγύησης που εμπίπτει εντός του πεδίου εφαρμογής του Νόμου, ούτως ώστε να καλύπτει μόνο δάνεια οι λεπτομέρειες των οποίων κοινοποιούνται στον προτιθέμενο εγγυητή προτού υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης.

 

Στον αντίποδα, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Εφεσίβλητης, υπεραμύνθηκαν της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο ποσό της προσφερόμενης εγγύησης το οποίο είναι κατά 9.5 εκατομμύρια δολλάρια Αμερικής μεγαλύτερο του βραχυπρόθεσμου δανείου, πλέον τόκους και έξοδα. Διατείνονται ότι ως θέμα λογικής, εάν πρόθεση του Εφεσείοντος ήταν να εγγυηθεί μόνο το ποσό του βραχυπρόθεσμου δάνειο τότε θα έδινε ισόποση χρηματική εγγύηση. Το δε λεκτικό του εγγράφου εγγύησης δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι αφορά συνεχή εγγύηση για όλες τις υφιστάμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις του Εφεσείοντος προς την Τράπεζα.

 

Γίνεται εισήγηση ότι η ερμηνεία του εγγυητικού εγγράφου ως ειδική εγγύηση για το σαφώς χαμηλότερο ποσό των 10,5 εκατομμυρίων δολαρίων, αντίκειται στον κανόνα προσαγωγής προφορικής μαρτυρίας για την ερμηνεία γραπτής σύμβασης (βλ. Πόκουρου κ.ά. ν. Κώστα (1998) 1 Α.Α.Δ. 1618) και στις αρχές ερμηνείας των συμβάσεων οι οποίες αποκρυσταλλώνονται στην υπόθεση Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 407 (βλ. και Καραολή κ.ά. ν. Λαούρη κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ. 225).

 

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Εφεσίβλητης, με αναφορά στη μαρτυρία του ΜΕ.1, υπογραμμίζουν πως δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το εγγυητήριο έγγραφο υπεγράφη την ημέρα που έληγε η μία εκ των τριών εγγυητικών επιστολών για ποσό $12.000.000,00 δολαρίων Αμερικής, η οποία και ανανεώθηκε, ενώ λίγη ώρα μετά την υπογραφή του, στάλθηκαν οδηγίες από τον Πρωτοφειλέτη στην Τράπεζα Κύπρου μέσω τηλεομοιότυπου (τεκμήριο 20), για μεταφορά ποσού $8.826.410,00 δολαρίων Αμερικής στην ΑΒΝ AMRO BANK. Τονίζουν επίσης το παραδεκτό γεγονός ότι ο Εφεσείων ήταν μεγαλομέτοχος στην Ocean Tankers, και ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ.1, ο λόγος που δόθηκε η επίδικη εγγύηση ήταν οι κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες με τον Πρωτοφειλέτη στην εν λόγω εταιρεία, από τις οποίες είχαν κοινό όφελος, και ασφαλώς υπήρχε πλήρης γνώση του Εφεσείοντος για τις εγγυητικές επιστολές.

 

Σε ό,τι αφορά την υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. Sons Importing Ltd κ.ά. (ανωτέρω), προβάλλεται ότι αυτή διακρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα, καθότι σύμφωνα με την απόφαση, η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το αντάλλαγμα της σύμβασης εγγύησης ήταν ο τρεχούμενος λογαριασμός, είχε σαν βάθρο τη μαρτυρία της υπαλλήλου των εφεσειόντων, και επομένως οι εφεσείοντες δεν μπορούσαν να την προσβάλουν επικαλούμενοι θέμα ερμηνείας της σύμβασης εγγύησης. Άλλη ειδοποιός διαφορά είναι ότι στην πιο πάνω υπόθεση, σε αντίθεση με την παρούσα, δεν υπήρχε προκαθορισμένο όριο εγγύησης.

 

Περιπλέον, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Εφεσίβλητης, δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Prestos Confectionery Ltd κ.ά. ν. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Εφ. 114/2015, ημερ. 30.4.2024.

 

Έχουμε διεξέλθει με ιδιαίτερη προσοχή τις προβαλλόμενες θέσεις και επιχειρηματολογία των δυο πλευρών, την προσβαλλόμενη απόφαση, τα πρακτικά της δίκης, τη δικογραφία και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Το πρώτο το οποίο χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσον δικαιολογείται η επέμβαση μας στην πρωτόδικη αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ.1.  Οι πάγιες αρχές της νομολογίας, αφορώσες τις περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η παρέμβαση του Εφετείου στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων, καταγράφονται, μεταξύ άλλων, στο κάτωθι απόσπασμα από την Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ. 300, σελ. 320-321:

 

«Στο δικό μας σύστημα η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ' εξοχή στο πρώτοδικο δικαστήριο το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατά κανόνα το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στο να αποφασίσει περί της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο δικαστήριο να κάμει τα ευρήματα τα οποία έκαμε σε σχέση με την αξιοπιστία το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Βλ. Kyriakou v. Aristotelous (1970) 1 C.L.R. 172, 176, Charalambides v. Hjisoteriou & Son and Others (1975) 1 C.L.R. 269, 277, Γιαννή κ.ά. v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 340, Σοφοκλή v. Λεωνίδου (1993) 1 Α.Α.Δ. 1003, Λοΐζου v. Ρώσσου, Πολιτική Έφεση 8784/19.5.94, Αθανασίου κ.ά. v. Κουνούνη (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 614 και Χριστοδούλου v. Αγαθοκλέους (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 396).

 

Στην  Αθανασίου (πιο πάνω) έγινε αναφορά σε απόσπασμα από την υπόθεση Whitehouse v. Jordan [1981] 1 W.L.R. 246 στο οποίο υπογραμμίζεται ότι το πλεονέκτημα που αποκτά το πρωτόδικο δικαστήριο με το να παρακολουθήσει και να ακούσει τους μάρτυρες πρέπει πάντοτε να γίνεται σεβαστό από το Εφετείο.

 

Εναπόκειται στο διάδικο ο οποίος αμφισβητεί τα ευρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την αξιοπιστία να πείσει το Εφετείο ότι αυτά είναι εσφαλμένα (Βλ. Mylonas and Others v. Kaili (1967) 1 C.L.R. 77, Sakellarides v. Papa Savva and Another (1966) 1 C.L.R. 261, 262 και Imam v. Papacostas  (1968) 1 C.L.R. 207, 208)».

 

 

Το απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης, στο οποίο παρατίθεται η μαρτυρία του ΜΕ.1 αφορώσα στη γνώση του Εφεσείοντος για τις εγγυητικές επιστολές και την κάλυψη τους από το εγγυητήριο έγγραφο, είναι το ακόλουθο (σελ. 8-9):

 

«Αντεξεταζόμενος, επέμενε στις θέσεις του και ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 2 γνώριζε τα πάντα σε σχέση με τις εν λόγω Εγγυητικές, ήταν στενός συνεργάτης του Εναγομένου 1, αφού μαζί έκαναν επιχειρήσεις. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «Ο κύριος Χ" Ιωάννου με πλήρη επίγνωση έδωσε το εγγυητήριο του ενόσω ίσχυαν αυτές οι εγγυητικές, γνώριζε πλήρως ποια ήταν η οικονομική κατάσταση του κυρίου Μιχάλη Ιωαννίδη και της Ocean Tankers και είχε και 30% των μετοχών, άρα είχε αναλάβει ένα επιχειρηματικό ρίσκο ο κύριος Πόλυς Χ" Ιωάννου και αυτό το επιχειρηματικό ρίσκο προφανώς δεν απέδωσε και τώρα ήρθε η ώρα να πληρώσει με βάση την εγγύηση του και η τράπεζα βασίζεται πλήρως στην εγγύηση του η οποία ήταν μια συνεχής και διαρκής εγγύηση και όλοι αυτοί οι όροι αναφέρονται στο εγγυητήριο που υπόγραψε ο κύριος Χ" Ιωάννου.»

 

Απέρριψε κατηγορηματικά την υποβολή της Υπεράσπισης ότι το Εγγυητήριο υπεγράφη από τον Εναγόμενο 2 για εξασφάλιση συγκεκριμένου βραχυπρόθεσμου δανείου ύψους 10,5 εκατομμυρίων δολαρίων. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «Όχι διαφωνώ πλήρως. Το εγγυητήριο αναφέρεται σε παρούσες και μελλοντικές διευκολύνσεις περιλαμβανομένων και εγγυητικών επιστολών. Έτσι αναφέρει το εγγυητήριο. Το συγκεκριμένο Τεκμήριο 9 που κατέθεσα αναφέρεται σε μια επιπρόσθετη συγκεκριμένη διευκόλυνση 10,5 εκατομμυρίων αλλά ήταν την ίδια περίοδο που υπήρχαν και οι εγγυητικές επιστολές ύψους 31.150.000 δολαρίων.»

 

Από μελέτη των πρακτικών προκύπτει ότι ο ΜΕ.1 στήριξε τη θέση του περί γνώσης του Εφεσείοντος για τις εγγυητικές επιστολές, την οικονομική κατάσταση του Πρωτοφειλέτη και της εταιρείας Ocean Tankers, στα ακόλουθα στοιχεία, τα οποία παραθέτουμε συνοπτικά:

 

(α) Ο Εφεσείων ήταν μεγαλομέτοχος στην εταιρεία Ocean Tankers (το οποίο έγινε παραδεκτό γεγονός). Ήταν ο δεύτερος μεγαλομέτοχος, μετά τον Πρωτοφειλέτη, με ποσοστό σχεδόν 29.55% (τεκμήριο 21), έχοντας επενδύσει στην εταιρεία αυτή δεκάδες εκατομμύρια.

 

(β) Το εγγυητήριο έγγραφο υπεγράφη την ίδια ημέρα (31.10.2008) που έληγε η εγγυητική επιστολή της Τράπεζας προς την ABN AMRO BANK για το ποσό των 12 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής, ενώ η δεύτερη εγγυητική για δέκα εκατομμύρια δολάρια Αμερικής έληγε σε ένα μήνα (30.11.2008). Οι εγγυητικές επιστολές ανανεώθηκαν και βρίσκονταν σε ισχύ όταν πληρώθηκαν στις 22.1.2009.

 

(γ) Μόλις μια ώρα μετά την υπογραφή του εγγυητηρίου εγγράφου από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Εφεσείοντος, ο Πρωτοφειλέτης με τηλεομοιότυπο του προς την Τράπεζα (τεκμήριο 20), έδωσε οδηγίες για την αποστολή εμβάσματος ποσού 8.826.410,00 δολαρίων Αμερικής σε λογαριασμό της ABN AMRO BANK στην Ελλάδα, για την αποπληρωμή δόσεων δανείου και τόκων που έληγε αυθημερόν.

 

(δ) Το εν λόγω ποσό βρισκόταν σε καταθετικό λογαριασμό της Ocean Tankers και μέρος του είχε χρηματοδοτηθεί από τον ίδιο τον Εφεσείοντα με κεφάλαια προερχόμενα από την πώληση δικαιωμάτων προτίμησης (rights issue) της εν λόγω εταιρείας.

 

(ε) H τράπεζα επέτρεψε την αποδέσμευση και αποστολή του εν λόγω ποσού λόγω της εξασφάλισης που της παρείχε η υπογραφή του εγγυητηρίου εγγράφου, σε μια περίοδο που η Ocean Tankers αντιμετώπιζε πιεστικά προβλήματα ρευστότητας.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στο στάδιο της αξιολόγησης αποδέχτηκε τη μαρτυρία του ΜΕ.1, σημειώνοντας ότι στο μεγαλύτερο μέρος της υποστηρίζεται από τα κατατεθέντα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητείται. Αναφορικά με την άρνηση του μάρτυρος ότι το εγγυητήριο έγγραφο περιορίζεται στο ποσό του βραχυπρόθεσμου δανείου, η θέση αυτή εκρίθη δικαιολογημένη με γνώμονα το λεκτικό του εγγράφου εκ του οποίου προκύπτει η σαφής και ξεκάθαρη πρόθεση του Εφεσείοντος να εγγυηθεί τις παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη μέχρι ποσού 20 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής πλέον τόκους και έξοδα. Δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε σφάλμα αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ.1 το οποίο να δικαιολογεί την επέμβασή μας.

 

Παρά την αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΕ.1 υπογραμμίζεται ότι η έμφαση της απόφασης βρίσκεται στο λεκτικό του εγγυητηρίου εγγράφου και το ποσό της εγγύησης εκ των οποίων το πρωτόδικο Δικαστήριο συνάγει την πρόθεση των συμβαλλομένων μερών. Στο σημείο αυτό τονίζεται ότι το Εφετείο βρίσκεται σε εξίσου πλεονεκτική θέση με το πρωτόδικο Δικαστήριο στο να διαγνώσει την έννοια ενός εγγράφου, σύμφωνα με τους καθιερωμένους κανόνες ερμηνείας (βλ. Saab & Another v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos (1982) 1 CLR 499).

 

Η νομική αυθεντία στην οποία στηρίζεται η πλευρά του Εφεσείοντος, είναι η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά. (ανωτέρω). Ο λόγος (ratio) της απόφασης εμπεριέχεται στο κάτωθι απόσπασμα:  

 

«Tο κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου* (βλ. Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η εκ., 1972, σελ. 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιό ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νούν όταν δόθηκε η εγγύηση** (Hefffield v. Meadows [1869] L.R. 4 C.P. 595, 599)». 

 

[ιδία υπογράμμιση]

 

Η πιο πάνω απόφαση ακολουθήθηκε σε αριθμό μεταγενεστέρων αποφάσεων στις οποίες παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο στις οποίες δόθηκε έμφαση στο λεκτικό του εγγυητηρίου εγγράφου (βλ. Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου (2009) 1 (Β) Α.Α.Δ. 862, σελ. 867-868, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας ν. Καπετάνιου (2014) 1 Α.Α.Δ. 32, Christakis Ioannou Merkis Services Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, απόφαση ημερ. 10.7.2018, Μιαρής κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1625, σελ. 1633, Μάντζαλος ν. Μιχαηλίδη κ.ά., Πολ. Εφ. 73/2013, ημερ. 14.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:C220).

 

Στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. T.G. & Sons Importing Ltd (ανωτέρω), καταγράφεται στην απόφαση ότι το αντάλλαγμα της συμφωνίας εγγύησης ήταν ο τρεχούμενος λογαριασμός σύμφωνα με τη μαρτυρία της τραπεζικής υπαλλήλου και επομένως οι εφεσείοντες δεν μπορούσαν να προσβάλουν το σχετικό εύρημα επικαλούμενοι θέμα ερμηνείας της σύμβασης εγγύησης.

 

Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Prestos Confectionery Ltd κ.ά. (ανωτέρω), μετά από ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η κάθε περίπτωση εξετάζεται στη βάση των δικών της περιστάσεων και δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται η πραγματικότητα ότι, κατά κανόνα αν όχι και πάντοτε, οι εγγυήσεις προς πιστωτικά ιδρύματα, συνεχείς ή όχι, δίδονται ταυτόχρονα με τη χορήγηση κάποιας πιστωτικής διευκόλυνσης προς τον πρωτοφειλέτη ή όταν υφιστάμενη διευκόλυνση θα διευρυνθεί. Συνεπώς, η δημιουργία ή η διεύρυνση της πιστωτικής διευκόλυνσης δεν συνιστά πάντοτε και χωρίς άλλο δεσπόζουσα συνθήκη που περιβάλλει τη δημιουργία της εγγύησης.  Εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, περιλαμβανομένης της σχέσης και των συμφερόντων του εγγυητή στις υποθέσεις του πρωτοφειλέτη. Εδώ, μπορούμε να υπομνήσουμε ότι η αγγλική νομολογία, παρά το ότι υποστηρίζει ότι η γνώση από τον εγγυητή της επιχειρηματικής σχέσης μεταξύ του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη, δεν είναι στοιχείο καταλυτικό ως προς τη φύση, όρους και σκοπούμενο εύρος της συμφωνίας εγγύησης, μπορεί να ληφθεί υπόψη ως μέρος των συνθηκών κάτω από τις οποίες υπογράφηκε η συμφωνία εγγύησης (National Merchant Buying Society Ltd v. Bellamy [2013] EWCA Civ 452; [2013] 2 All ER (Comm) 674)

 

 

Το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου, στην υπόθεση National Merchant Buying Society Ltd v. Bellamy [2013] 2 All ER (Comm) 674, το οποίο αναφέρεται στη «γνώση από τον εγγυητή της επιχειρηματικής σχέσης μεταξύ του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη», είναι το ακόλουθο:

 

«[39] …A guarantee is merely a particular type of contract. The relevant question—in this as in every case—is 'what is the nature of the guarantee obligation that the guarantor has assumed?' That is the question that Phillips J, in the Mercers Co case, recognised as the critical one. It is the question that in St Microelectronics NV v Condor Insurance Ltd [2006] EWHC 977 (Comm) at [36], [2006] 2 Lloyd's Rep 525 at [36], Christopher Clarke J said underlies all cases such as this; and it is the question that the judge also asked himself at para [92] of his judgment in this case. The answer to the question turns on the interpretation of the guarantee, as to which there are no special rules. A guarantor is likely in most cases to know the nature of the business relationship between the principal and the creditor. So is the creditor. But proof of such knowledge by either or both parties to the guarantee does not, by itself, tell you anything conclusive about the nature, terms or intended effect of the guarantee. That depends upon the true interpretation of its language, an inquiry involving 'the ascertainment of the meaning which the document would convey to a reasonable person having all the background knowledge which would reasonably have been available to the parties in the situation in which they were at the time of the contract' (see Investors Compensation Scheme Ltd v West Bromwich Building Society, Investors Compensation Scheme Ltd v Hopkin & Sons (a firm), Alford v West Bromwich Building Society, Armitage v West Bromwich Building Society [1998] 1 All ER 98 at 114, [1998] 1 WLR 896 at 912 per Lord Hoffmann)In engaging in such an inquiry, it may well be appropriate to have regard to the commercial arrangements which were at the time in place between the principal and the creditor, which will form part of the background against which the guarantee is given. But the proposition that the interpretation of the guarantee is conclusively dictated by knowledge that the guarantor may alone have had is inconsistent with the now well-settled approach to the construction of written instruments, including guarantees, and is wrong»

 

[Ιδία υπογράμμιση]

 

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Investors Compensation Scheme Ltd v. West Bromwich Building Society (1998) 1 All ER 98 - η οποία παραπέμπει στο πιο πάνω απόσπασμα - όπου ο Λόρδος Hoffman συνοψίζει τις αρχές ερμηνείας των συμβάσεων εν όψει της ουσιώδους μεταβολής που έχει επέλθει σε αυτόν τον κλάδο του δικαίου ως αποτέλεσμα των αποφάσεων του Λόρδου Wilberforce στις υποθέσεις Prenn v. Simmonds [1971] 3 All ER 237 στις σελ. 240–242, [1971] 1 WLR 1381 στις σελ. 1384–1386 και Reardon Smith Line Ltd v. Hansen-Tangen, Hansen-Tangen v. Sanko Steamship Co [1976] 3 All ER 570, [1976] 1 WLR 989. Σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα, σελ. 114 - 115:

 

«My Lords, I will say at once that I prefer the approach of the learned judge. But I think I should preface my explanation of my reasons with some general remarks about the principles by which contractual documents are nowadays construed. I do not think that the fundamental change which has overtaken this branch of the law, particularly as a result of the speeches of Lord Wilberforce in Prenn v Simmonds [1971] 3 All ER 237 at 240–242, [1971] 1 WLR 1381 at 1384 –1386 and Reardon Smith Line Ltd v Hansen-Tangen, Hansen-Tangen v Sanko Steamship Co [1976] 3 All ER 570, [1976] 1 WLR 989 , is always sufficiently appreciated. The result has been, subject to one important exception, to assimilate the way in which such documents are interpreted by judges to the common sense principles by which any serious utterance would be interpreted in ordinary life. Almost all the old intellectual baggage of 'legal' interpretation has been discarded. The principles may be summarised as follows.

 

(1) Interpretation is the ascertainment of the meaning which the document would convey to a reasonable person having all the background knowledge which would reasonably have been available to the parties in the situation in which they were at the time of the contract.


(2) The background was famously referred to by Lord Wilberforce as the 'matrix of fact', but this phrase is, if anything, an understated description of what the background may include. Subject to the requirement that it should have been reasonably available to the parties and to the exception to be mentioned next, it includes absolutely anything which would have affected the way in which the language of the document would have been understood by a reasonable man.


(3) The law excludes from the admissible background the previous negotiations of the parties and their declarations of subjective intent. They are admissible only in an action for rectification. The law makes this distinction for reasons of practical policy and, in this respect only, legal interpretation differs from the way we would interpret utterances in ordinary life. The boundaries of this exception are in some respects unclear. But this is not the occasion on which to explore them.


(4) The meaning which a document (or any other utterance) would convey to a reasonable man is not the same thing as the meaning of its words. The meaning of words is a matter of dictionaries and grammars; the meaning of the document is what the parties using those words against the relevant background would reasonably have been understood to mean. The background may not merely enable the reasonable man to choose between the possible meanings of words which are ambiguous but even (as occasionally happens in ordinary life) to conclude that the parties must, for whatever reason, have used the wrong words or syntax (see Mannai Investment Co Ltd v Eagle Star Life Assurance Co Ltd [1997] 3 All ER 352, [1997] 2 WLR 945 .


(5) The 'rule' that words should be given their 'natural and ordinary meaning' reflects the commonsense proposition that we do not easily accept that people have made linguistic mistakes, particularly in formal documents. On the other hand, if one would nevertheless conclude from the background that something must have gone wrong with the language, the law does not require judges to attribute to the parties an intention which they plainly could not have had. Lord Diplock made this point more vigorously when he said in Antaios Cia Naviera SA v Salen Rederierna AB, The Antaios [1984] 3 All ER 229 at 233, [1985] AC 191 at 201 :

 

'… if detailed semantic and syntactical analysis of words in a commercial contract is going to lead to a conclusion that flouts business common sense, it must be made to yield to business common sense.'»

 

H πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια στην υπόθεση Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 407, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή.  Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα».

(βλ. και Καραολή κ.ά. ν Λαούρη κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ. 225).

 

Η προαναφερθείσα ανάλυση του Λόρδου Hoffman υιοθετήθηκε από τα Αγγλικά Δικαστήρια σε σχέση με την ερμηνεία συμβάσεων εγγύησης στην υπόθεση Static Control Components (Europe) Limited v. Egan [2004] EWCA Civ 392 (παρ. 14), και στην μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Supreme Court) της Αγγλίας, στην υπόθεση Rainy Sky SA and others v. Kookmin Bank (2012) 1 All ER 1137 - η οποία αφορούσε την ερμηνεία εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης (performance bond) - όπου αναφέρονται τα ακόλουθα στην απόφαση του Λόρδου Clarke:

«[21]  The language used by the parties will often have more than one potential meaning. I would accept the submission made on behalf of the appellants that the exercise of construction is essentially one unitary exercise in which the court must consider the language used and ascertain what a reasonable person, that is a person who has all the background knowledge which would reasonably have been available to the parties in the situation in which they were at the time of the contract, would have understood the parties to have meant. In doing so, the court must have regard to all the relevant surrounding circumstances. If there are two possible constructions, the court is entitled to prefer the construction which is consistent with business common sense and to reject the other.


[22]  This conclusion appears to me to be supported by Lord Reid's approach in L Schuler AG v Wickman Machine Tool Sales Ltd [1973] 2 All ER 39, [1974] AC 235 quoted by Sir Simon Tuckey and set out above. I am of course aware that, in considering statements of general principle in a particular case, the court must have regard to the fact that the precise formulation of the proposition may be affected by the facts of the case. Nevertheless, there is a consistent body of opinion, largely collated by the buyers in an appendix to their case, which supports the approach of the judge and Sir Simon Tuckey.


[23]  Where the parties have used unambiguous language, the court must apply it. This can be seen from the decision of the Court of Appeal in Co-operative Wholesale Society Ltd v National Westminster Bank plc [1995] 1 EGLR 97. The court was considering the true construction of rent review clauses in a number of different cases. The underlying result which the landlords sought in each case was the same. The court regarded it as a most improbable commercial result. Where the result, though improbable, flowed from the unambiguous language of the clause, the landlords succeeded, whereas where it did not, they failed. The court held that ordinary principles of construction applied to rent review clauses and applied the principles in Antaios Cia Naviera SA v Salen Rederierna AB, The Antaios [1984] 3 All ER 229, [1985] AC 191 . After quoting the passage from the speech of Lord Diplock cited above, Hoffmann LJ said (at 99):

 

'This robust declaration does not, however, mean that one can rewrite the language which the parties have used in order to make the contract conform to business common sense. But language is a very flexible
instrument and, if it is capable of more than one construction, one chooses that which seems most likely to give effect to the commercial purpose of the agreement.'»

                                                [Ιδία υπογράμμιση]

(βλ. Law of Guarantees, 7th edition (2015), by Geraldine Andrews and Richard Millet, σελ. 119).

 

Σημαντική είναι και η μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας στην υπόθεση Arnold v. Britton & Others (2016) 1 All ER 1, στην οποία ο Λόρδος Neuberger, αναφερόμενος στους παράγοντες και κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην ερμηνεία των συμβάσεων, με αναφορά στην προαναφερθείσα νομολογία, τόνισε, μεταξύ άλλων, τα εξής, σελ.7- 8:

 

«17] First, the reliance placed in some cases on commercial common sense and surrounding circumstances (eg in Chartbrook, paras [16]–[26]) should not be invoked to undervalue the importance of the language of the provision which is to be construed. The exercise of interpreting a provision involves identifying what the parties meant through the eyes of a reasonable reader, and, save perhaps in a very unusual case, that meaning is most obviously to be gleaned from the language of the provision…»

 

[…]

 

«[20] Fourthly, while commercial common sense is a very important factor to take into account when interpreting a contract, a court should be very slow to reject the natural meaning of a provision as correct simply because it appears to be a very imprudent term for one of the parties to have agreed, even ignoring the benefit of wisdom of hindsight. The purpose of interpretation is to identify what the parties have agreed, not what the court thinks that they should have agreed. Experience shows that it is by no means unknown for people to enter into arrangements which are ill-advised, even ignoring the benefit of wisdom of hindsight, and it is not the function of a court when interpreting an agreement to relieve a party from the consequences of his imprudence or poor advice. Accordingly, when interpreting a contract a judge should avoid re-writing it in an attempt to assist an unwise party or to penalise an astute party».

 

[Ιδία υπογράμμιση]

 

Εν όψει της υιοθέτησης της απόφασης του Λόρδου Hoffman στην υπόθεση ICS v. West Bromwich BS (ανωτέρω) από το Ανώτατο Δικαστήριο σε συνάρτηση με το γεγονός ότι οι αρχές ερμηνείας των συμβάσεων εγγύησης δεν διαφέρουν από τις γενικές αρχές ερμηνείας των συμβάσεων (βλ. Static Control Components (Europe) Limited v. Egan (ανωτέρω), Halsbury’s Laws of England 5th edn. Vol. 49 (2021) par. 671-2, on the construction of guarantees), οδηγούμαστε, στο συμπέρασμα ότι - ως θέμα λογικής και συνοχής του δικαίου - η αρχή η οποία διατυπώνεται στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.ά. (ανωτέρω) (στηριζόμενη στην παλαιά υπόθεση Heffield v. Meadows [1869] L.R. 4 C.P. 595, βάσει του συγγράμματος Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η εκ., 1972, σελ. 619), θα πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα της προαναφερθείσας Αγγλικής και Κυπριακής νομολογίας.

 

Στρεφόμενοι στην επίδικη σύμβαση εγγύησης, σύμφωνα με την προμνησθείσα νομολογία, το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια η φύση της εγγυητικής υποχρέωσης την οποία ανέλαβε ο εγγυητής. Το γεγονός ότι ο εγγυητής γνωρίζει τη φύση της επιχειρηματικής σχέσης μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή, δεν προσφέρει από μόνη της οποιοδήποτε οριστικό συμπέρασμα αναφορικά με τη φύση, τους όρους ή το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της σύμβασης εγγύησης.  Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από την ορθή ερμηνεία του λεκτικού της σύμβασης, μια έρευνα η οποία συνεπάγεται «την εξακρίβωση του νοήματος το οποίο το έγγραφο θα μετέδιδε σε έναν μέσο συνετό άνθρωπο, ο οποίος διαθέτει όλο το υπόβαθρο γνώσεων το οποίο θα ήταν ευλόγως διαθέσιμο στους συμβαλλομένους υπό τις συνθήκες στις οποίες αυτοί τελούσαν κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης» (βλ. National Merchant Buying Society Ltd v. Bellamy (ανωτέρω)). Το υπόβαθρο αυτό, γνωστό και ως «πλέγμα των γεγονότων» (matrix of fact), περιλαμβάνει οτιδήποτε θα επηρέαζε τον τρόπο με τον οποίο το λεκτικό του εγγράφου θα γινόταν αντιληπτό από έναν μέσο λογικό άνθρωπο. Εάν υπάρχουν δύο δυνατές ερμηνείες, το Δικαστήριο δικαιούται να προκρίνει την ερμηνεία εκείνη που συνάδει με την κοινή εμπορική λογική και να απορρίψει την άλλη.

 

Όπου, όμως, οι συμβαλλόμενοι έχουν χρησιμοποιήσει σαφή και αναντίλεκτη γλώσσα, το Δικαστήριο οφείλει να την εφαρμόσει (βλ. Rainy Sky SA and others v. Kookmin Bank (ανωτέρω)). Δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να ξαναγράψει τους όρους της σύμβασης ή να παρέμβει εκ των υστέρων προκειμένου να απαλλάξει έναν συμβαλλόμενο από τις συνέπειες μιας απερίσκεπτης ή οικονομικά ασύμφορης συμφωνίας. Ο σκοπός της ερμηνευτικής διαδικασίας αφορά στην εξακρίβωση των όσων πραγματικά συμφωνήθηκαν και όχι όσων το Δικαστήριο θεωρεί ότι θα έπρεπε ή θα ήταν εύλογο να είχαν συμφωνηθεί, αποφεύγοντας έτσι τη μεταβολή του συμβατικού κειμένου (βλ. Arnold v. Britton & Others (ανωτέρω)).

 

Οι βασικοί όροι της επίδικης σύμβασης εγγύησης, οι οποίοι παρατίθενται στην εκκαλούμενη απόφαση έχουν ως ακολούθως:

 

«2.     Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανόν να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι αναλαμβάνω να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιασδήποτε από αυτές, πλέον τόκους (ποσό μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση) που θα κεφαλοποιούνται κάθε έξι μήνες, κατά την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση, προς ποσοστό επιτοκίου το οποίο ήθελε συμφωνηθεί από καιρού εις καιρόν μεταξύ του Πρωτοφειλέτη και της Τράπεζας και/ή συμφωνία με την συνήθη πρακτική της Τράπεζας, πλέον προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα σε σχέση με τον Πρωτοφειλέτη ή την παρούσα εγγύηση.

 

Εννοείται πάντοτε και υπό τους όρους της παραγράφου 7 του παρόντος, ότι το ποσό κεφαλαίου για το οποίο θα ευθύνομαι βάσει της παρούσας εγγύησης δεν θα υπερβαίνει το ποσό των USD 20.000.000,00 ΕΙΚΟΣΙ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΚΑΙ 00/100 Δολλάρια Αμερικής.

 

Επιπλέον θα ευθύνομαι για τόκους, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά και άλλα έξοδα όπως περιγράφονται πιο πάνω.

 

3.      Συμφωνώ ότι η παρούσα εγγύησή μου είναι μια συνεχής εγγύηση προς την Τράπεζα και δεν θα τερματίζεται παρά μόνον αφού περάσουν επτά ημέρες από την ημέρα που θα λάβει η Τράπεζα στο Κατάστημα C.B.C Head Office 2 γραπτή ειδοποίηση με ασφαλισμένη επιστολή μου για την πρόθεσή μου να τερματίσω την παρούσα εγγύηση και σε περίπτωση θανάτου μου η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης, θα εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την ημέρα που θα έχουν περάσει επτά μέρες από την ημερομηνία τερματισμού της από τους διαχειριστές της περιουσίας ή εκτελεστές της διαθήκης μου. Εννοείται ότι θα ευθύνομαι για όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη που θα έχουν δημιουργηθεί μέχρι την μέρα που θα δοθεί η ειδοποίηση τερματισμού, ανεξάρτητα αν οι υποχρεώσεις αυτές κατέστησαν απαιτητές ή όχι, όπως και για όλες τις υποχρεώσεις που θα δημιουργήσει ο Πρωτοφειλέτης μέσα στην περίοδο των επτά ημερών μετά την ειδοποίησης τερματισμού της εγγύησής μου.

 

4.      Και η παρούσα εγγύηση θα ισχύει για το τελικό υπόλοιπο που δυνατόν να καταστεί πληρωτέο προς την Τράπεζα από τον Πρωτοφειλέτη και μέχρις ότου πληρωθεί το εν λόγω υπόλοιπο, η Τράπεζα θα δικαιούται να κρατήσει, να πραγματοποιήσει ή να διαθέσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και κατά την απόλυτη κρίση της οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις έχει σήμερα ή που δυνατόν να έχει στο μέλλον και χωρίς να είναι υπόχρεη να λογίσει προς όφελος μου οποιοδήποτε ανάλογο ποσό των εξασφαλίσεων ή εισπράξεων αυτών μέχρις ότου το τελικό υπόλοιπο θα έχει εξοφληθεί πλήρως και, στο μεταξύ, δεν θα λάβω οποιαδήποτε διαβήματα εναντίον του Πρωτοφειλέτη για την είσπραξη χρημάτων που θα έχω πληρώσει στην Τράπεζα βάσει της παρούσας εγγύησης, χωρίς να έχω στείλει προηγουμένως γραπτή ειδοποίηση στην Τράπεζα.»

 

Από το πιο πάνω λεκτικό προκύπτει αναμφίβολα ότι πρόκειται για συνεχή εγγύηση για «όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανόν να καταστούν απαιτητές», μέχρι ποσού 20 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής πλέον τόκους και έξοδα.

 

Η πλευρά του Εφεσείοντος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα έγγραφα που συναποστάλθηκαν με το προς υπογραφή εγγυητήριο έγγραφο, και δη στην συνοδευτική επιστολή, την έγκριση της πιστωτικής διευκόλυνσης για το βραχυπρόθεσμο δάνειο και τις προσφερόμενες εξασφαλίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η προσωπική εγγύηση του Εφεσείοντος για ποσό 20 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής. Γεγονός είναι ότι η συνοδευτική επιστολή αναφέρεται σε απόφαση της Τράπεζας να εγκρίνει αίτηση του Πρωτοφειλέτη για τη σύναψη συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης, την οποία ο Εφεσείων εξέφρασε την πρόθεση να εγγυηθεί.  Η πιστωτική διευκόλυνση αφορά βραχυπρόθεσμο δάνειο για ποσό 10,5 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής με σκοπό την εξόφληση υφιστάμενων υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη προς τη Τράπεζα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, πολύ εύστοχα θα λέγαμε, θέτει το ερώτημα γιατί ο Εφεσείων υπέγραψε μια τέτοια γενική εγγύηση για ποσό 20 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής εάν πρόθεση του ήταν να εγγυηθεί τον Πρωτοφειλέτη μόνο για το συγκεκριμένο βραχυπρόθεσμο δάνειο ύψους 10,5 εκατομμυρίων δολαρίων. Αυτό το οποίο κατ’ ουσίαν επιζητεί ο Εφεσείων είναι να ερμηνεύσουμε την υπό κρίση σύμβαση ως ειδική εγγύηση η οποία καλύπτει μόνο το συγκεκριμένο βραχυπρόθεσμο δάνειο, πράγμα το οποίο αντίκειται στο σαφές και ξεκάθαρο λεκτικό της σύμβασης, το οποίο δεν επιδέχεται τέτοιας διαφορετικής ερμηνείας.

 

Η σύμβαση εγγύησης αναντίλεκτα καλύπτει όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη, παρούσες ή μελλοντικές μέχρι ποσού 20 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής πλέον τόκο και έξοδα. Δεν περιορίζεται στο αντικείμενο ούτε στο ποσό του βραχυπρόθεσμου δανείου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς βασίστηκε στο λεκτικό της σύμβασης για να συμπεράνει ότι κάλυπτε και τις τρεις επίδικες εγγυητικές επιστολές μέχρι ποσού 20 εκατομμυρίων δολαρίων πλέον τόκους και έξοδα. Ακόμη, όμως, και αν ήθελε κριθεί ότι υπήρχε αμφισημία στο λεκτικό, σε ό,τι αφορά τον κανόνα αυστηρής ερμηνείας της σύμβασης εις βάρος του πιστωτή και υπέρ του εγγυητή (γνωστού ως contra proferentem), τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής τα όσα καθοδηγητικά καταγράφονται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 24η έκδοση, Τόμος ΙΙ, παρ. 47-064:

 

«…the role of this traditional maxim of construction is less prominent that formerly, and particularly between parties of equal bargaining power, the courts seek to resolve ambiguities in a contract term by reference to its context in the wider contracts, its factual matrix and commercial common sense rather than by reference to this traditional maxim»

 

Στην πρωτόδικη απόφαση επισημαίνεται, χωρίς να αμφισβητείται κατ’ έφεση, ότι Εφεσείων «σύμφωνα με την Ενάγουσα Τράπεζα και σύμφωνα με το περιοδικό Forbes, είναι δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας, παγκόσμιας εμβέλειας» (γεγονός που δεν αμφισβητείται κατ’ έφεση), ιδιότητα η οποία τον εξισώνει σε διαπραγματευτική ισχύ με την Τράπεζα.

 

Περιπλέον, θεωρούμε ότι εάν η πρόθεση του Εφεσείοντος ήταν να εγγυηθεί μόνο το ποσό του βραχυπρόθεσμου δανείου, η προσφερόμενη εγγύηση δεν θα υπερέβαινε το ποσό των 10,5 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής πλέον τόκο και έξοδα. Στο κλασσικό σύγγραμμα Law of Guarantees, 7th edition (2015), των Geraldine Andrews and Richard Millet, σελ. 145 αναφέρεται ότι εάν το ποσό της εγγύησης ταυτίζεται επακριβώς με ένα συγκεκριμένο χρέος, το Δικαστήριο δύναται να συνάγει από τα γεγονότα ότι η εγγύηση προοριζόταν αποκλειστικά για το χρέος αυτό («if the amount of the guarantee precisely equates with a particular debt the court may infer from the facts that it was intended to relate to that debt only») (βλ. Plaster Decoration & Papier Mache Co Ltd v. Massey-Mainwaring (1985) 11 TLR 205).

 

Πέραν της σύμβασης εγγύησης, το πρωτόδικο Δικαστήριο συνεκτιμά και την παράλειψη του Εφεσείοντος να απαντήσει στην επιστολή ημερομηνίας 12.8.2009 (Τεκμήριο 15), στην οποία γινόταν ρητή αναφορά στο εγγυητήριο έγγραφο και απαίτηση για την πληρωμή του συνολικού ποσού της εγγύησης των 20 εκατομμύριων δολαρίων Αμερικής. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν φαίνεται να θεώρησε την παράλειψη απάντησης ως παραδοχή του περιεχομένου της επιστολής (βλ. Τ. Ηλιάδη & Ν.Γ. Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης» 2η έκδοση, σελ. 276-277). Αντίθετα, ενέταξε το στοιχείο αυτό στο ευρύτερο πλαίσιο της παράλειψης του Εφεσείοντος να καταθέσει ενόρκως και να δώσει τη δική του εκδοχή αναφορικά με τις περιστάσεις υπογραφής του εγγυητηρίου εγγράφου. Ορθώς, επισημαίνεται ότι η παράλειψη του Εφεσείοντος να καταθέσει στη δίκη, καίτοι δεν μετατοπίζει το βάρος απόδειξης, έχει τη σημασία της, καθότι αφήνει ανεπηρέαστη την εκδοχή της άλλης πλευράς.

 

Τέλος, με κάθε σεβασμό δεν συμφωνούμε ούτε με τη θέση του Εφεσείοντος ότι οποτεδήποτε η προσφερόμενη εγγύηση καλύπτει σύμβαση δανείου η οποία εμπίπτει στο προστατευτικό πλαίσιο του Νόμου 197(Ι)/2003, δεν μπορεί να περιλαμβάνει οτιδήποτε άλλο πλην του συγκεκριμένου δανείου. Μια τέτοια στενή και περιοριστική ερμηνεία δεν δικαιολογείται από το λεκτικό του εν λόγω Νόμου, ούτε και μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

Το Άρθρο 5 καθορίζει τις αυστηρές υποχρεώσεις προηγούμενης πληροφόρησης και αποκάλυψης που υπέχει ο πιστωτής «σε σχέση με την παραχώρηση δανείου», με σαφή σκοπό την προστασία του εγγυητή μέσω της επίγνωσης των κινδύνων που αναλαμβάνει. Ο Νόμος, ωστόσο, ρυθμίζει και επιβάλλει προστατευτικές δικλείδες, αλλά σε καμία περίπτωση δεν επεμβαίνει στην ελευθερία των συμβαλλομένων να καθορίσουν το εύρος της εγγυητικής ευθύνης, ούτε απαγορεύει τη συμπερίληψη άλλων υφιστάμενων ή μελλοντικών υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη στο ίδιο συμβατικό έγγραφο.

 

Συνεπώς, η επέκταση της κάλυψης της εγγύησης πέραν του συγκεκριμένου δανείου είναι απόλυτα νόμιμη και έγκυρη, εφόσον αποτελεί προϊόν της συμβατικής βούλησης των μερών, με μόνη συνέπεια ότι οι διατάξεις του Νόμου 197(Ι)/2003 θα τυγχάνουν εφαρμογής στο μέτρο που η παρασχεθείσα εγγύηση αφορά και καλύπτει το εν λόγω δάνειο.

 

Υπό το φως των ανωτέρω ο δεύτερος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

(ΙΙ) Κατά πόσο η υπεράσπιση την οποία προέβαλε ο Εφεσείων δεν ήταν δικογραφημένη.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης προσβάλλεται η ορθότητα του συμπεράσματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε δικογραφημένος ισχυρισμός εκ μέρους του Εφεσείοντος που να κάλυπτε τη θέση του ότι πρόθεση των μερών κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής της επίδικης εγγύησης ήταν η κάλυψη από τον Εφεσείοντα συγκεκριμένου βραχυπρόθεσμου προσωπικού δανείου ύψους 10.500.000,00 δολαρίων Αμερικής, το οποίο είχε ζητηθεί από τον Πρωτοφειλέτη.

 

Η παράγραφος 10(iv) της Έκθεσης Υπεράσπισης, η οποία εκρίθη πρωτοδίκως ότι δεν καλύπτει την εν λόγω θέση, αναφέρει τα εξής:

 

«Οι κατ’ ισχυρισμό υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς την Ενάγουσα είναι άσχετες με και/ ή δεν καλύπτονται από το κατ’ ισχυρισμό εγγυητήριο».

 

Η πλευρά του Εφεσείοντος υποστηρίζει ότι η πιο πάνω διατύπωση είναι επαρκής, καθότι το εγγυητήριο έγγραφο, ιδωμένο υπό το φως των προμνησθέντων εγγράφων του τεκμηρίου 9, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν καλύπτει τις εγγυητικές υποχρεώσεις επί των οποίων εδράζεται η αξίωση της Τράπεζας, περιοριζόμενο στη συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση των 10,5 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής. Προβάλλει δε το ερώτημα τι άλλο θα έπρεπε να αναφέρει ο Εφεσείων στη δικογραφία του, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η Τράπεζα δεν ζήτησε περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες.

 

Από την άλλη η πλευρά της Εφεσίβλητης, υποστηρίζοντας την πρωτόδικη κρίση, παραθέτει το λεκτικό της Δ.19, Θ.4, 13 και 16, των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με παραπομπή σε σχετική νομολογία, τονίζοντας την υποχρέωση κάθε διαδίκου να εγείρει με τα δικόγραφα του όλα τα ζητήματα τα οποία καθιστούν μια αγωγή ή απαίτηση νομικά ανυπόστατη, καθώς και όλες τις βάσεις υπεράσπισης, οι οποίες, εάν δεν εγερθούν ρητά, είναι πιθανό να αιφνιδιάσουν τον αντίδικο. Υπογραμμίζει, παράλληλα, την υποχρέωση του διαδίκου να μην απαντά με γενικές αρνήσεις και υπεκφυγές, αλλά κατά τρόπο συγκεκριμένο και επί της ουσίας. Στη βάση αυτή, εισηγείται, ότι η προμνησθείσα θέση του Εφεσείοντος δεν δικογραφείται και η συνοπτική αναφορά της παραγράφου 10(iv) αδυνατεί να καλύψει τη γραμμή υπεράσπισης η οποία προωθήθηκε κατά τη δίκη.

 

Στο Annual Practice του 1959, σχετικά με τη Δ.19, Θ.19, η οποία είναι πανομοιότυπη με τη δική μας Δ.19, Θ.16, αναφέρονται τα εξής:

 

«Evasive denial.- The pleader must deal specifically with every allegation of fact made by his opponent – that is he must either admit it or deny it boldy. Any half-admission or half denial is evasive. Thus a defence in these words: “The terms of the arrangement were never definitely agreed upon as alleged”, was held evasive. Jessel, M.R., said: The defendant is “bound to deny that any agreements or any terms of arrangement were ever come to, if that is what he means; if he does not mean that, he should say that there were no terms of arrangement come to, except the following terms, and state what the terms were” (Thorp v. Holdsworth, 3 Ch.D. p.641)”.

 

Στην κλασσική υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24, στην οποία παρέπεμψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, τονίστηκαν τα ακόλουθα:

 

«Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides (1970) 1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης  Christakis Loucaides v. CD. Hay and Sons Ltd  (1971) 1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. … Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική»

 

[Ιδία υπογράμμιση]

 

(βλ. και Βραχίμη ν. Κουλουμπρή (1992) 1 Α.Α.Δ. 836, Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826)

Άμεσα σχετική είναι και η κάτωθι περικοπή από την υπόθεση Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ματσούκα κ.ά. (2014) 1 Α.Α.Δ. 1377:

«Η Δ.19 θ.4 ορίζει ότι στην έκθεση απαίτησης καταγράφονται τα ουσιώδη γεγονότα και μόνο («material facts»), κατά συνοπτικό τρόπο («summary form»). Η σύνταξη και καταγραφή της αξίωσης πρέπει αυστηρώς να περιορίζεται στα ουσιώδη γεγονότα και μόνο αλλά δεν νοείται ο πυρήνας της αξίωσης να παραμένει νεφελώδης και αόριστος, όπως στην εδώ περίπτωση. Από την άλλη ο ενάγων, ή, ο εναγόμενος αντίστοιχα, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα εκείνα τα θέματα που καθιστούν την αξίωση ή την ανταξίωση αστήρικτη, Δ.19 θ. 13. Ακόμη και όλα εκείνα τα ζητήματα που αν δεν εγερθούν θα καταλάβουν τον αντίδικο εξαπίνης. Στην Bruce v. Odhams Press Ltd [1936] 1 K.B. 712, όπως υιοθετήθηκε στην Γεωργική Εταιρεία ΠΛΑΤΩΝΙΑ ΛΤΔ ν. Mohammad Al Sharif (2012) 1 Α.Α.Δ. 28, ως «ουσιώδες», ορίστηκε εκείνο το αναγκαίο γεγονός που σκοπεί στη διαμόρφωση της αιτίας της αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο. Oποιοδήποτε άλλο γεγονός, που δεν είναι απαραίτητο προς απόδειξη της αξίωσης όπως διαγράφεται με την έκθεση απαίτησης ή της υπεράσπισης αντιστοίχως, δεν απαιτείται να καταγραφεί και μπορεί να παραλειφθεί η δικογράφηση του, εκτός αν καθίσταται φανερό ότι είναι αναγκαίο να δοθεί μαρτυρία προς απόδειξη του (Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ. σελ. 87)»

 

[Ιδία υπογράμμιση]

Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές φρονούμε ότι η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του προκειμένου υπήρξε ορθή. Η παράγραφος 10(iv) της Έκθεσης Υπεράσπισης αποτελεί άρνηση ισχυρισμού με υπεκφυγή (evasive denial), με αποτέλεσμα να μην καλύπτει την προβληθείσα υπερασπιστική γραμμή, την οποία η Τράπεζα Κύπρου, ως Ενάγουσα, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο αντεξέτασης του ΜΕ.1, εννέα περίπου χρόνια μετά την καταχώρηση του δικογράφου. Για να μην υπήρχε υπεκφυγή, πέραν της προαναφερθείσας γενικής άρνησης, επιβαλλόταν η προβολή θετικού ισχυρισμού ότι η σύμβαση δεν αποτελούσε συνεχή εγγύηση για όλες τις υφιστάμενες ή μελλοντικές υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένων των εγγυητικών επιστολών, αλλά αφορούσε μόνο εγγύηση για βραχυπρόθεσμο δάνειο ύψους 10,5 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής, εν όψει των συνθηκών που περιέβαλλαν την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης, για τις οποίες θα έπρεπε να δικογραφηθούν σχετικές λεπτομέρειες.

 

Αναφορικά με τη θέση του Εφεσείοντος ότι δεν ζητήθηκαν από τη Τράπεζα περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες για την παράγραφο 10(iv), παραπέμπουμε στην ακόλουθη αναφορά από το Annual Practice 1959, Δ.19, Θ.6, σελ. 458:

 

«A traverse by a defendant even of a negative allegation which the plaintiff must establish in order to succeed is not a matter stated of which particulars will be ordered (Weinberger v Inglis [1918] 1 Ch. 133], but particulars may be ordered where the traverse involves a positive allegation (McLulich v McLulich [1920] P. 439]. The principle may be thus stated: where a negative allegation by a plaintiff is traversed in the defence, the question whether or not the defendant can be ordered to give particulars depends on whether the traverse is a mere traverse, or whether, though negative in form, the negative is pregnant with an affirmative. If the latter is the case, particulars of such affirmative must be given; Pinson v Lloyds etc. Bank Ltd [1941] 2 K.B. 72, C.A.;…”

 

Το πιο πάνω απόσπασμα επαναλαμβάνεται αυτολεξεί στο Supreme Court Practice 1999, Ο.18, r.12 (particulars of pleading), παρ. 18/12/46: “(43) Traverse – pregnant negative”, συνεχίζοντας από το πιο πάνω σημείο, με την ακόλουθη συμπληρωματική αναφορά:

 

“Inland Revenue Commissioners v Jackson [1960] 1 W.L.R. 873; [1960] 3 All ER 31, CA; but if the traverse is a mere denial of a negative allegation, and it is not possible to read into it any affirmative allegation beyond that which is necessarily implied from such a traverse, particulars will be refused (Duke’s Court Estates Ltd v. Assoc. British Engs. Ltd [1948] 1 W.L.R. 963; Chapple v E.T.U. [1961] 1 W.L.R. 1290; [1961] All ER 612; Howard v Boreman 1 W.L.R. 863; [1972] 2 All ER 867 (particulars refused of mere denials of negative allegations); see para 18/13/6). This paragraph was mentioned with approval by Lord Donaldson M.R. in Mercer v Chief Constable of Lancashire Constabulary [1991] 1 W.L.R. 367, 375; [1992] 2 All ER 504, 511, CA”. 

 

[ιδία υπογράμμιση]

 

Εν προκειμένω, η παράγραφος 10(iv) της Έκθεσης Υπεράσπισης περιορίζεται σε απλή άρνηση (mere traverse) χωρίς να προβάλλεται οποιοσδήποτε θετικός ισχυρισμός για τον οποίο θα μπορούσαν να δοθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες.

 

Υπό το φως των ανωτέρω ο τρίτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

(ΙΙΙ) Προηγούμενη ενημέρωση του Εγγυητή – Άρθρο 5(α) Ν.197(Ι)/2003

 

Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση να παραδώσει στον Εφεσείοντα επιστολή στην οποία αποκαλύπτονται οι πληροφορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 5(α) του Νόμου 197(Ι)/2003, καθότι ο Εφεσείων «δεν εγγυήθηκε τον Εναγόμενο 1 για συγκεκριμένο ποσό δανείου που χορηγήθηκε σε αυτόν δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου. Τουναντίον ο Εναγόμενος 2 [Εφεσείων] υπέγραψε μια συνεχή εγγύηση η οποία κάλυπτε όχι μόνο τις παρούσες αλλά και μελλοντικές υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 μέχρι ποσού USD 20.000.000,00 πλέον τόκους και έξοδα». Η θέση αυτή πρωτοδίκως συνδέθηκε με τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της σύμβασης εγγύησης, ο οποίος εγείρεται στην παράγραφο 5(α) της Έκθεσης Υπεράσπισης.

 

Με κάθε σεβασμό δεν συμφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά στη φύση και λεκτικό της σύμβασης εγγύησης.  Παρότι η υπό κρίση σύμβαση είχε τον χαρακτήρα συνεχούς εγγύησης, καλύπτουσα το σύνολο των υφιστάμενων ή μελλοντικών υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα μέχρι του ορίου των 20 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής - και ως εκ τούτου δεν περιοριζόταν στο βραχυπρόθεσμο δάνειο - εντούτοις εφόσον η παραχωρηθείσα εγγύηση συμπεριλάμβανε το δάνειο αυτό, ενεργοποιούνται, κατά την κρίση μας, οι προστατευτικές πρόνοιες του Νόμου 197(Ι)/2003. Υπό αυτό το πρίσμα, θεωρούμε ότι η αναφορά του Άρθρου 5 του Νόμου σε υπογραφή σύμβασης εγγύησης «αναφορικά με την παραχώρηση δανείου», θα πρέπει να προσεγγιστεί διασταλτικά. Μια τέτοια τελολογική ερμηνεία επιβάλλεται υπό το φως του σκοπού του νομοθέτη, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των εγγυητών μέσω της εκ των προτέρων πλήρους ενημέρωσής τους για τη φύση και την έκταση των κινδύνων που αναλαμβάνουν (βλ. Southfields Industries Ltd ν. Δήμου Λευκωσίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 59).

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση, αν υιοθετείτο η στενή γραμματική προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου – ότι δηλαδή ο Νόμος 197(Ι)/2003, εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις στις οποίες η προσφερόμενη εγγύηση περιορίζεται σε σύμβαση δανείου - τούτο θα επέτρεπε στα Τραπεζικά Ιδρύματα να καταστρατηγούν με ευκολία τις αυστηρές υποχρεώσεις αποκάλυψης και πληροφόρησης που επιβάλλει ο Νόμος, μέσω της επιλογής ενός ευρύτερου συμβατικού τύπου, όπως είναι η συνεχής εγγύηση για όλες τις υφιστάμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη. Θα αρκούσε δηλαδή για μια Τράπεζα να εντάξει ένα συγκεκριμένο παραχωρούμενο δάνειο κάτω από την ομπρέλα μιας συνεχούς εγγύησης, προκειμένου να αποστερείται ο εγγυητής από το δίχτυ προστασίας που διαλαμβάνει το Άρθρο 5 του Νόμου. 

 

Επί των γεγονότων, καίτοι δεν υπάρχει επιστολή η οποία να παρέχει στον Εφεσείοντα όλη την πληροφόρηση που διαλαμβάνει η παράγραφος 5(α) του Νόμου, εντούτοις παρατηρούμε ότι στα έγγραφα του τεκμηρίου 9 και δη στην εγκριθείσα αίτηση για χορήγηση πιστωτικής διευκόλυνσης, παρέχεται πληροφόρηση για το ποσό του δανείου, το ύψος εκάστης δόσης και την περίοδο αποπληρωμής του δανείου. Εκείνο για το οποίο δεν παρέχεται σχετική πληροφόρηση είναι «τα επιτόκια και οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση σε σχέση με τον τόκο», το οποίο προβλέπει η υποπαράγραφος (iii) του εν λόγω άρθρου. Το ερώτημα, επομένως, που δικαιολογημένα εγείρεται και καλούμαστε να εξετάσουμε, είναι κατά πόσο η διαπιστωθείσα αυτή παράλειψη επιφέρει οποιαδήποτε έννομη συνέπεια ως προς την εγκυρότητα της σύμβασης εγγύησης.

 

Το Άρθρο 5 δεν περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια για απαλλαγή του προτιθέμενου εγγυητή σε περίπτωση μη παροχής από τον προτιθέμενο πιστωτή της πληροφόρησης την οποία διαλαμβάνει η παράγραφος (α), σε αντίθεση με το Άρθρο 12(3) του ίδιου Νόμου, το οποίο εισάγει συγκεκριμένες κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση του πιστωτή με τα προβλεπόμενα στα εδάφια (1) και (2). Ειδικότερα, το Άρθρο 12(3) ορίζει ρητά ότι η εκεί παράλειψη είτε συνεπάγεται την απαλλαγή του εγγυητή δυνάμει του Άρθρου 97 του Κεφ. 149 (εφόσον παραβλάπτεται η τελική ικανοποίησή του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη), είτε συνιστά, σε κάθε περίπτωση, παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης, η οποία παρέχει στον εγγυητή όλες τις συμβατικές θεραπείες και υπερασπίσεις που παρέχονται δυνάμει του Κεφ. 149.

 

Παρά την απουσία ρητής πρόνοιας, θεωρούμε ότι ο εγγυητής δεν παραμένει χωρίς θεραπεία. Μια τέτοια κατάληξη θα αποστερούσε το Άρθρο 5 από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα, υποβαθμίζοντας το θεσμοθετημένο καθήκον πληροφόρησης σε μια διάταξη θεωρητικής και μόνο σημασίας, κενή ουσιαστικού περιεχομένου.

 

Με κάθε σεβασμό δεν θεωρούμε ότι οι συνέπειες κατ' ισχυρισμό παράβασης του Άρθρου 5 του Νόμου, δύνανται να εξεταστούν αποκλειστικά ως ζήτημα παρανομίας της σύμβασης, υπό το πρίσμα του Άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, όπως κρίθηκε με αρνητική κατάληξη στην υπόθεση Μουλαζίμη κ.ά. ν. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Πολ. Εφ. 418/2019, ημερ. 22.5.2025.

 

Είμαστε της γνώμης ότι η παράλειψη συμμόρφωσης με την υποχρέωση πληροφόρησης του προτιθέμενου εγγυητή που προβλέπεται στο Άρθρο 5 του Νόμου θα πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα του Άρθρου 101 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Νομικό έρεισμα για την προσέγγιση αυτή αντλούμε από την υπόθεση Παναγιώτου ν. Τράπεζα Κύπρου (2014) 1 Α.Α.Δ. 1518, η οποία αφορούσε το περιορισμένο καθήκον αποκάλυψης της Τράπεζας προς τον προτιθέμενο εγγυητή, πριν τη θέσπιση του Νόμου 197(Ι)/2003. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα:    

 

«Τίθεται επομένως το ερώτημα του κατά πόσον η εφεσίβλητη τράπεζα είχε υποχρέωση, σύμφωνα με το Άρθρο 101 του Κεφ. 149, ή άλλως πως, να πληροφορήσει τον εφεσείοντα για την οικονομική κατάσταση ή τη δυνατότητα αποπληρωμής του δανείου από την πρωτοφειλέτιδα.

 

Το Άρθρο 101 προνοεί ότι «εγγύηση που εξασφαλίστηκε από τον πιστωτή τηρώντας σιωπή ως προς ουσιαστικό περιστατικό δεν είναι έγκυρη». Η θέση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η εφεσίβλητη τράπεζα δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση αποκάλυψης πληροφοριών που γνώριζε για την πρωτοφειλέτιδα, πριν τη θέσπιση του Ν 197(Ι)/2003, δεν είναι ορθή. Σύμφωνα με το κοινό δίκαιο και τους κανόνες της επιεικείας, που είναι μέρος του δικαιϊκού μας συστήματος, υπάρχει περιορισμένη υποχρέωση εκούσιας αποκάλυψης πληροφοριών, από μιά τράπεζα, σε ένα προτιθέμενο εγγυητή, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Η σύμβαση εγγύησης δεν είναι σύμβαση απόλυτης πίστεως (uberrimae fidei), όπως είναι μια ασφαλιστική σύμβαση. Επομένως ο πιστωτής δεν έχει, γενικό, καθήκον αποκάλυψης, στον προτιθέμενο εγγυητή, όλων των ουσιαστικών στοιχείων που γνωρίζει ο πιστωτής για τον πρωτοφειλέτη. Όμως, ο πιστωτής έχει περιορισμένο καθήκον αποκάλυψης, η ευρύτητα του οποίου εξαρτάται από το συγκεκριμένο τύπο της εγγύησης. Στην περίπτωση των εγγυήσεων των τραπεζών, σε σχέση με τις υποχρεώσεις των πελατών τους, όπως είναι η προκείμενη, η πιο αυθεντική διατύπωση της υποχρέωσης αποκάλυψης θεωρείται αυτή του Λόρδου Campell στην υπόθεση Hamilton v. Watson [1845] 12 Cl & Fin 109 at 119, HL. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη αυθεντία, εκτός εάν ο εγγυητής υποβάλει κάποιες ερωτήσεις στον πιστωτή, ο πιστωτής δεν έχει γενική υποχρέωση αποκάλυψης των πληροφοριών που γνωρίζει για τον πρωτοφειλέτη. Τέτοια υποχρέωση υπάρχει εάν ο πιστωτής γνωρίζει γεγονότα τα οποία δεν είναι, κατά τη φυσική πορεία των πραγμάτων, αναμενόμενα, αλλά εάν δεν υπάρχει  κάτι που δεν είναι, φυσικά, αναμενόμενο, μεταξύ των μερών, τότε είναι υποχρέωση του ίδιου του προτιθέμενου εγγυητή να προφυλαχθεί από τους ελλοχεύοντες κινδύνους και να υποβάλει ο ίδιος τις ερωτήσεις, των οποίων την απάντηση επιθυμεί να έχει, πριν υπογράψει τη σύμβαση εγγύησης. Η μή αποκάλυψη από την τράπεζα στον εγγυητή ότι ο πρωτοφειλέτης είχε λογαριασμό παρατραβήγματος από την κίνηση του οποίου η τράπεζα υποπτευόταν ότι ο πρωτοφειλέτης εξαπατούσε τον εγγυητή, κρίθηκε ότι δεν καθιστούσε άκυρη την εγγύηση (Δέστε: National Provincial Bank of England Ltd v. Glanusk [1913] 3 Κ.Β. 335 και Royal Bank of Scotland v. Greenshields [1914] SC 259). Επίσης η τράπεζα δεν είναι υποχρεωμένη να προσφέρει, σε προτιθέμενο εγγυητή, πληροφορίες αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη, ανεξάρτητα από το πόσον ουσιαστική είναι αυτή η πληροφόρηση. Όμως αν ερωτηθεί, από τον προτιθέμενο εγγυητή, για κάτι που έχει σημασία αναφορικά με την ανάληψη της εγγύησης από τον εγγυητή, η τράπεζα θα πρέπει να δώσει την πληροφορία (Δέστε: Hamilton, ανωτέρω).

 

Στην υπόθεση Lloyds Bank Ltd v. Harrison [1925] 4 Legal Decisions Affecting Banks 12, CA λέχθηκε ότι η υποχρέωση αποκάλυψης επεκτείνεται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν ασυνήθιστα στοιχεία (unusual features), στο συγκεκριμένο λογαριασμό για τον οποίο θα παρασχεθεί η εγγύηση…

 

[…]

 

Με την ευκαιρία αυτής της υπόθεσης, θεωρούμε σκόπιμο να προτρέψουμε τα πρωτόδικα δικαστήρια, όταν εξετάζουν τις νομικές υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των διαδίκων, να συμβουλεύονται, εκτός από τα νομοθετήματα, και το κοινό δίκαιο και τους κανόνες της επιείκειας που συνιστούν πηγές του δικαίου μας και παρέχουν τεράστια αποθέματα νομικού πλούτου».

 

[Ιδία υπογράμμιση]

 

(βλ. και North Shore Ventures Ltd v. Anstead Holdings Inc (2011) 2 All ER (Comm) 1024, παρ. [31], Chitty on Contracts, 24η έκδοση, παρ. 47-038).

 

Στο σύγγραμμα Law of Guarantees, 7η έκδοση, των Geraldine Andrews, Richard Millet, παρ. 5-022, σελ. 224, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με τις συνέπειες της μη αποκάλυψης από τον προτιθέμενο πιστωτή στον προτιθέμενο εγγυητή:

 

«The requirement that disclosure be made is often referred to as “duty” or “obligation”, although in the strict legal sense it is not, because failure to disclose material facts does not found an independent cause of action or give rise to a claim for damages. However, the consequence of such failure is that, by the application of equitable principles, the creditor will be precluded from enforcing the contract or the surety will be entitled to have it set aside. In Westpack v Dickie [1991] 1 N.Z.L.R. 657, it was held that if the material fact which is not disclosed to the surety is inconsistent with the presumed basis of the contract of guarantee, the failure to disclose in effect amounts to a misrepresentation and therefore will vitiate  the contract (or give rise to a right to rescind)». 

 

[Ιδία υπογράμμιση]

 

(βλ. και σύγγραμμα Pollock and Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 11η έκδοση (1994), Τόμος ΙΙ, σελ. 992 – 994).

 

Αναμφίβολα, το Άρθρο 5 του Νόμου 197(Ι)/2003 διευρύνει ουσιωδώς το καθήκον πληροφόρησης του προτιθέμενου εγγυητή από τον πιστωτή για δάνεια που εμπίπτουν στο προστατευτικό του πλαίσιο. Σε περίπτωση παραβίασης του καθήκοντος αυτού, οι συνεπαγόμενες επιπτώσεις στην εγκυρότητα της σύμβασης εξετάζονται υπό το πρίσμα του Άρθρου 101 του Κεφ. 149.

 

Δεν συνεπάγεται, εντούτοις, κάθε παράλειψη πληροφόρησης την αυτόματη ακυρότητα της εγγύησης. Φρονούμε ότι η μη παροχή των στοιχείων που επιτάσσει το Άρθρο 5(α) και (β) συνιστά απόκρυψη υπό την έννοια του Άρθρου 101, και θεμελιώνει αποτελεσματική υπεράσπιση για τον εγγυητή ή παρέχει δικαίωμα ακύρωσης (right to rescind), μόνο εφόσον διαπιστωθεί ότι η εν λόγω παράλειψη, αντικειμενικά κρινόμενη, επέφερε ουσιώδη διαφοροποίηση του οικονομικού κινδύνου τον οποίο ο εγγυητής προτίθετο να αναλάβει, αλλοιώνοντας τη βάση της σύμβασης κατά τρόπο που θα επηρέαζε αρνητικά την απόφασή του να συμβληθεί.

 

Στην παρούσα υπόθεση, δεν έχει προβληθεί από τον Εφεσείοντα ότι η μη παροχή εξειδικευμένης πληροφόρησης αναφορικά με τα επιτόκια ή τις ρυθμίσεις του τόκου επηρέασε αρνητικά την απόφασή του να συμβληθεί ή ότι αλλοίωσε τον κίνδυνο τον οποίο προτίθετο να αναλάβει. Όπως έχει ήδη εξηγηθεί, η παράβαση του Άρθρου 5 του Νόμου δεν επιφέρει αυτόματη απαλλαγή του εγγυητή, ούτε κάθε παράλειψη πληροφόρησης οδηγεί αναπόδραστα σε ακυρότητα της σύμβασης εγγύησης δυνάμει του Άρθρου 101 του Κεφ. 149.

 

Το δε γεγονός ότι ο Εφεσείων επέλεξε να υπογράψει μια συνεχή εγγύηση, η οποία κάλυπτε το σύνολο των υφιστάμενων ή μελλοντικών υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη μέχρι του ποσού των 20 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής, σε συνάρτηση με το ότι έλαβε σαφή ενημέρωση για το κεφάλαιο, τις δόσεις και την προθεσμία αποπληρωμής του συγκεκριμένου δανείου, καταδεικνύει ότι η φύση και η έκταση του οικονομικού κινδύνου που αναλάμβανε του ήταν πλήρως γνωστές.  Εξάλλου, για να τεθεί αυτοτελώς ζήτημα για το επιτόκιο, θα πρέπει αυτό να είναι τόσο ασυνήθιστα υψηλό, ώστε να εκφεύγει των ορίων της καθιερωμένης τραπεζικής πρακτικής.

 

Συνεπώς, η έλλειψη ειδικής ενημέρωσης για το επιτόκιο, υπό το φως των συγκεκριμένων περιστατικών και του εύρους της αναληφθείσας υποχρέωσης, δεν διαφοροποίησε ουσιωδώς τον αναληφθέντα κίνδυνο κατά τρόπο που θα μετέβαλλε την απόφαση ενός λογικά σκεπτόμενου εγγυητή να συμβληθεί, στερώντας έτσι από την προβληθείσα παράλειψη τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως βάσιμη υπεράσπιση.

 

Υπό το φως των ανωτέρω ο πέμπτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

(IV) Η ρήτρα πρωτοφειλέτη (Principal debtor clause)

 

Με τον έβδομο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι από την παράγραφο 19 της επίδικης εγγύησης προέκυπτε ότι ο Εφεσείων παραιτήθηκε από τυχόν δικαιώματα ή προνόμια που ενδεχομένως να είχε ως εγγυητής του Πρωτοφειλέτη είναι εσφαλμένη. Δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε σφάλμα στην προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του προκειμένου, το οποίο στηρίχτηκε στο ξεκάθαρο λεκτικό της εν λόγω παραγράφου. Ο λόγος για τον οποίο περιλαμβάνονται τέτοιοι όροι σε συμβάσεις εγγύησης (“principal debtorclause) εξηγείται στο προαναφερθέν σύγγραμμα Law of Guarantees, 7η έκδοση, των Geraldine Andrews, Richard Millet, παρ. 7-006, σελ. 224:

 

“If the guarantee covers obligations which prima facie require a demand to be made on the principal before the creditor can sue the guarantor, the device most commonly used to try to exclude this obligation is a “principal debtor” clause”.

 

Στη παρούσα υπόθεση, με βάση τα γεγονότα, πριν την έγερση της αγωγής η Τράπεζα έστειλε επιστολή ημερομηνίας 12.8.2009 στον Πρωτοφειλέτη (Τεκμήριο 14) με την οποία απαιτούσε την άμεση εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου USD 32.186.655,24 πλέον τόκους και άλλα έξοδα της αξίας των εγγυητικών επιστολών, το οποίο χρεώθηκε σε λογαριασμό του. Με επιστολή ιδίας ημερομηνίας (τεκμήριο 15) απαιτήθηκε ομοίως από τον Εφεσείοντα η καταβολή του συνόλου του ποσού της εγγύησης (USD 20.000.000,00) πλέον τόκους. Η δε αγωγή κατά του Πρωτοφειλέτη και του Εφεσείοντος καταχωρίστηκε μετά πάροδο τεσσάρων και πλέον μηνών, ήτοι στις 22.12.2009. Εκ των πραγμάτων, επομένως, εφόσον είχε ήδη προηγηθεί η δέουσα όχληση και απαίτηση, ο σχετικός ισχυρισμός του Εφεσείοντος περί εσφαλμένης ενεργοποίησης ή ερμηνείας του όρου 19 καθίσταται αλυσιτελής και στερείται αντικειμένου.

 

Υπό το φως των ανωτέρω ο έβδομος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

(V) H κατ’ ισχυρισμό παράλειψη του Δικαστηρίου να εξετάσει βασικές θέσεις της Υπεράσπισης

 

Με τον ένατο λόγο έφεσης προσβάλλεται η κατ’ ισχυρισμό παράλειψη του Δικαστηρίου να εξετάσει βασικές θέσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους του Εφεσείοντος ή να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει έγγραφα και γεγονότα στα οποία βασίστηκαν οι θέσεις αυτές, με αποτέλεσμα η απόφαση να καθίσταται αναιτιολόγητη παραβιάζοντας το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Δεν υπάρχει ξεχωριστή αιτιολογία του λόγου έφεσης πλην της αναφοράς ότι - από τους εναπομείναντες λόγους έφεσης -  επαναλαμβάνεται η αιτιολογία του 2ου και 5ου λόγου έφεσης. Ο λόγος έφεσης κρίνεται ως αναιτιολόγητος και εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει αντικείμενο προς εξέταση εν όψει της απόρριψης των λόγων έφεσης 2 και 5. Επομένως, και αυτός ο λόγος έφεσης κρίνεται ως αβάσιμος.

 

Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €7.400,00 εναντίον του Εφεσείοντος και υπέρ των Εφεσιβλήτων.

 

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο