ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΩΣΤΑ ΙΩΑΝΝΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 280/2025, 9/7/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΩΣΤΑ ΙΩΑΝΝΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 280/2025, 9/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 280/2025)

 

 9 Ιουλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΚΩΣΤΑ ΙΩΑΝΝΟΥ,

Εφεσίβλητου.

______________________________

 

Ν. Γρηγορίου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα

Γ. Ιωάννου, για τον Εφεσίβλητο

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μεγάλο αριθμό κατηγοριών, συνολικά 21 κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορούσε το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις, η δεύτερη κατηγορία αφορούσε το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και οι υπόλοιπες κατηγορίες αφορούσαν το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις. Αποδιδόταν στον εφεσίβλητο ότι εξασφάλισε πίστωση εμπορευμάτων αξίας €89.406,17 από συγκεκριμένη εταιρεία, αγοράζοντας επί πιστώσει ηλεκτρικές συσκευές με σκοπό να τις μεταπωλήσει και στη συνέχεια να εξοφλήσει την οφειλή, κάτι το οποίο δεν έπραξε, οικειοποιούμενος το εν λόγω χρηματικό ποσό (κατηγορία 1). Περαιτέρω, ότι απέκτησε το ως άνω ποσό ενώ γνώριζε ότι αυτό αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος που περιγράφεται στην πρώτη κατηγορία (κατηγορία 2). Με τις υπόλοιπες κατηγορίες, αποδιδόταν στον εφεσίβλητο ότι με ψευδείς παραστάσεις απέσπασε από 19 διαφορετικά πρόσωπα συγκεκριμένα ποσά με σκοπό να προμηθεύσει σε αυτά ηλεκτρικές συσκευές ανάλογης αξίας, κάτι το οποίο δεν έπραξε οικειοποιούμενος τα εν λόγω χρηματικά ποσά (κατηγορίες 3‑ 21).

 

Ο εφεσίβλητος παραδέχτηκε ενοχή στις εναντίον του κατηγορίες και το πρωτόδικο Δικαστήριο, στη βάση των όσων εξηγεί στην απόφασή του, επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών στην κατηγορία 1, δύο μηνών στις κατηγορίες 9, 14, 15, 17 και 19, τριών μηνών στις κατηγορίες 4, 5, 6, 10 και 13, τεσσάρων μηνών στις κατηγορίες 3, 7 και 18, πέντε μηνών στις κατηγορίες 8 και 11 και έξι μηνών στις κατηγορίες 12, 16, 20 και 21. Διέταξε όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν, ενώ δεν επέβαλε οποιαδήποτε ποινή στη δεύτερη κατηγορία στη βάση του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην πρώτη κατηγορία. Διατάχθηκε, επίσης, όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης είναι άμεσες.

 

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εφεσιβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με τρεις λόγους έφεσης.

 

Ο πρώτος λόγος έφεσης προβάλλει ότι η ποινή άμεσης φυλάκισης 12 μηνών που επιβλήθηκε στον εφεσίβλητο στην κατηγορία 1 είναι έκδηλα ανεπαρκής, λαμβανομένων υπ' όψιν σωρευτικά της σοβαρότητας του αδικήματος, της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, των γεγονότων της υπόθεσης, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος, της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, καθώς επίσης της ανάγκης για γενική και ειδική πρόληψη και αποτροπή. Ανάλογα στοιχεία τίθενται και αιτιολογικά, με προβαλλόμενη τη θέση ότι η επιβληθείσα ποινή δεν αντανακλά τη σοβαρότητα των γεγονότων της υπόθεσης και του τρόπου ενέργειας του εφεσίβλητου, ενώ παράλληλα φαίνεται να δόθηκε υπέρμετρα μεγάλη βαρύτητα στις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου και σε άλλους μετριαστικούς παράγοντες.

 

Ομοίως με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο δεύτερος λόγος έφεσης προσβάλλει τις επιβληθείσες, πρωτοδίκως, ποινές στις κατηγορίες 3‑21 ως έκδηλα ανεπαρκείς.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης αποδίδεται σφάλμα στο πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με τη μη επιβολή ποινής στη δεύτερη κατηγορία. Πέραν ανάλογων με τους άλλους δύο λόγους έφεσης παραγόντων, προβάλλεται ότι λανθασμένα κρίθηκε ότι η δεύτερη κατηγορία αφορά το ίδιο πλαίσιο γεγονότων με την πρώτη κατηγορία, αφού έχει κριθεί ότι αποτελεί διαφορετικό αδίκημα από τα υπόλοιπα.

 

Είναι χρήσιμο να παραθέσουμε τα γεγονότα τα οποία αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ως το πρωτόδικο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, αναφέρει στην απόφασή του:

 

«Μετά από σύντομη γνωριμία και συνεργασία του Κατηγορούμενου με διευθυντή της παραπονούμενης στην 1η Κατηγορία εταιρείας, το Δεκέμβριο του 2020, ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να δημιουργεί χρεωστικό υπόλοιπο με το να παραλαμβάνει εμπορεύματα επί πιστώσει και να τα μεταπωλεί ή ν’ αναλαμβάνει να τα προμηθεύσει σε άτομα που θεωρούνταν δικοί του πελάτες. Για τις συναλλαγές του ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε είτε όνομα Εταιρείας η οποία διαφάνηκε ότι τελούσε υπό τον έλεγχό του, είτε τ’ όνομα της μητέρας του, είτε στο όνομα Κώστας Κωνσταντινίδης, τ’ οποίο – ως ο ίδιος παραδέχθηκε μετέπειτα – ήταν επινόηση του ιδίου και δεν αντιστοιχούσε σε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο, αλλά και σε διάφορα άλλα ονόματα.

[…]

…έλεγε ψέματα τόσο στον αντιπρόσωπο της παραπονούμενης στην Κατηγορία 1 εταιρείας όσο και στους πελάτες του. Ανέφερε επίσης ότι χρησιμοποιούσε τ’ όνομα «Κώστας Κωνσταντινίδης» για ν’ αποσυνδέσει το πραγματικό του όνομα από τις συναλλαγές και ν’ αποφύγει την καταβολή ΦΠΑ και φόρων.

[…]

Ως προς τα γεγονότα που εκτέθηκαν και αφορούν τις Κατηγορίες 3 έως 21, αυτά ουσιαστικά καταδεικνύουν τον τρόπο δράσης του Κατηγορούμενου. Για κάθε αδίκημα που περιλαμβάνεται στις εν λόγω κατηγορίες, ο Κατηγορούμενος, αποσπούσε το αντίστοιχο χρηματικό ποσό από κάθε ένα εκ των παραπονούμενων με σκοπό να τους προμηθεύσει προϊόντα της παραπονούμενης στην Κατηγορία 1 εταιρείας και εν τέλει δεν το έπραξε. Ανακρινόμενος για κάθε ένα εκ των εν λόγω περιστατικών, ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ενοχή.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε, επίσης, τα όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο του εφεσίβλητου προς μετριασμό καθώς επίσης τις προσωπικές του περιστάσεις. Ως καταγράφει:

 

«Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης, ο συνήγορος αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο πελάτης του και ανέφερε ότι αυτά έλαβαν χώρα σε περίοδο μερικών μηνών, ενόσω ήταν σ’ έξαρση η πανδημία του κορονοϊού. Σ’ αυτή την περίοδο, εισηγήθηκε, ίσχυε εγκλεισμός και απαγορεύσεις και περιορισμένη εργασία και ο Κατηγορούμενος βρέθηκε σε μια κατάσταση που έπρεπε να πληρώσει από τη μία και να παραδώσει από την άλλη, έχοντας όμως δώσει στους πελάτες του χαμηλές τιμές για τα προϊόντα που αναλάμβανε να τους προμηθεύσει. Κατέληξε, κατά τον τρόπο αυτό, σ’ ένα φαύλο κύκλο, κι εν τέλει, σε αδιέξοδο. Στο παρελθόν και πριν από τα επίδικα γεγονότα, πρόβαλε ο συνήγορος, ουδέποτε ο Κατηγορούμενος είχε αφήσει οποιοδήποτε πρόσωπο εκτεθειμένο και τόνισε ότι με τους πλείστους πελάτες του διατηρούσε και κοινωνικές σχέσεις. Παρά την προσπάθεια του Κατηγορούμενου ν’ αποζημιώσει τα θύματα δεν τα κατάφερε, ενώ στην παραπονούμενη στην 1η Κατηγορία εταιρεία κατέβαλε μέχρι σήμερα ποσό περί τις €2000.

Ως προς τις προσωπικές του συνθήκες, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου υιοθέτησε την έκθεση που ετοίμασε γι’ αυτόν το Γραφείο Ευημερίας και μετέφερε την απολογία του στο Δικαστήριο αλλά και το ότι επιθυμία του πελάτη του είναι ν’ αποζημιώσει, πλην όμως δεν είναι σε θέση να το πράξει. Ανέφερε ότι λόγω των οικονομικών του προβλημάτων, αλλά και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει η μητέρα του – ζήτημα για το οποίο προσκόμισε και σχετικά δικαιολογητικά – αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την οικία που ενοικίαζαν και στην οποία διέμεναν και να πάρει τη μητέρα του σε οίκο ευγηρίας. Ο ίδιος φιλοξενείται σε ξενοδοχείο ιδιοκτησίας κάποιου γνωστού του, αλλά έχει τύχει να κοιμηθεί και σε παγκάκι. Αναφορά έγινε και στα ψυχιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, ως αυτά καταγράφονται στην ιατρική βεβαίωση που επισυνάπτεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και για τα οποία ο Κατηγορούμενος λαμβάνει και φαρμακευτική αγωγή. Λόγω και της εκκρεμότητας της παρούσας διαδικασίας, αλλά και στη βάση όσων αναφέρονται σχετικά στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας δεν κατάφερε να εξεύρει σταθερή εργασία στον τομέα του, ενώ δεν έχει ακόμη εγκριθεί αίτησή του για να λάβει ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα.»

 

Ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής, με επάρκεια αναφέρθηκε και ανέλυσε τη σοβαρότητα των αδικημάτων, καταγράφοντας και τις προβλεπόμενες για αυτά ποινές, ήτοι ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη για το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, με βάση το Άρθρο 301 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ποινή φυλάκισης μέχρι 14 έτη ή και χρηματική ποινή μέχρι €500.000 ή και τις δύο ποινές για το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, με βάση το Άρθρο 4 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(I)/2007 και ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη για το αδίκημα των υπόλοιπων κατηγοριών, με βάση το Άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Αναφερόμενος και σε νομολογία, εξήγησε ότι:

 

«Είναι η άποψη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα υπόθεση μπορεί και πρέπει να χαρακτηριστεί ως σοβαρή. Τούτο προκύπτει, εκτός από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές και την εν γένει σοβαρότητα των επίμαχων αδικημάτων, αλλά και από τα συγκεκριμένα περιστατικά της. Εξηγώ: ο Κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ανέπτυξε ένα μοτίβο δράσης με το οποίο εκμεταλλευόταν την εμπιστοσύνη τόσο στελέχους της παραπονούμενης εταιρείας, η οποία εισήγαγε τα ηλεκτρικά είδη – και τα οποία ο ίδιος προμηθευόταν επί πιστώσει – όσο και των δικών του «πελατών», από τους οποίους αποσπούσε χρήματα με την υπόσχεση να τους προμηθεύσει με προϊόντα, κι έτσι εξασφάλισε ένα μεγάλο συνολικό χρηματικό ποσό, το οποίο κι έπειτα εξανέμισε, χωρίς να μπορεί να προβεί σε κάποια, ουσιαστική αποζημίωση προς τα θύματα. Παρά τ’ ότι σύμφωνα με τη Νομολογία ο παράγοντας της αποζημίωσης δεν αποτελεί βαρυσήμαντο λόγο για να μην επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας του παραβάτη, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως ένδειξη της μεταμέλειάς του και ως μια κάποια απάβλυνση της ζημιάς των θυμάτων. Δεν τέθηκε ενώπιον μου οτιδήποτε αναφορικά με το τι εν τέλει απέγιναν τ’ αγαθά που ο Κατηγορούμενος απέσπασε από την παραπονούμενη εταιρεία, ούτε πως εξανεμίστηκαν τα ποσά που, πάντα σύμφωνα με τα γεγονότα, εμβάστηκαν στο λογαριασμό του. Τα περιστατικά, όπως άλλωστε φαίνεται κι από τις ισάριθμες κατηγορίες που προσάφθηκαν στην Κατηγορούμενο, αφορούν, εκτός της κατ’ επανάληψη απόσπασης αγαθών από την παραπονούμενη εταιρεία και σε 19 ξεχωριστά άτομα από τα οποία ο Κατηγορούμενος απέσπασε διάφορα ποσά, σε 5 δε περιπτώσεις εξ αυτών με τα ποσά να ξεπερνούν τις €2000 και να φθάνουν μέχρι και σχεδόν τις €7500, χωρίς βέβαια τα υπόλοιπα ποσά να είναι δυνατό να θεωρηθούν ευκαταφρόνητα.»

 

Υπό αυτά τα δεδομένα και αποδίδοντας στον εφεσίβλητο όλα τα ελαφρυντικά που μπορούσαν να αποδοθούν σε αυτόν, το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε τις ως άνω αναφερόμενες υπό κρίση ποινές.

 

Όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί, η εξουσία επέμβασης του Εφετείου σε επιβληθείσα ποινή δεν επαφίεται στην υποκειμενική κρίση των μελών του. Στην ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2021, ημερομηνίας 29.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B131, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής. Ως λέχθηκε:

 

«Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου,
Selmani k.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014 ημερ. 25.11.2015

Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525)».»

 

Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία, στην οποία η προβλεπόμενη ποινή ανέρχεται σε ποινή φυλάκισης 3 ετών, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδίδοντας στον Εφεσίβλητο όλα τα ελαφρυντικά τα οποία έκρινε ικανά όπως προσδώσουν μείωση του ύψους της ποινής, επέβαλε στον εφεσίβλητο ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Δεδομένου του τι το υπό κρίση αδίκημα προβλέπει, ως πλημμέλημα, αλλά και δεδομένων των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης, της εν γένει σοβαρότητας της υπόθεσης, του ύψους του ποσού που ο εφεσίβλητος απέσπασε ως πίστωση, της αναγκαιότητας αποτροπής στην τέλεση τέτοιων αδικημάτων αλλά και του πλαισίου που η νομολογία καθορίζει για το συγκεκριμένο αδίκημα, φρονούμε ότι δεν υφίσταται τέτοια αναντιστοιχία σε σχέση με την επιβληθείσα ποινή, ούτε υφίσταται οτιδήποτε που να την καθιστά έκδηλα ανεπαρκή υπό τις περιστάσεις. Έχουμε την άποψη ότι, όσον αφορά την ποινή που επιβλήθηκε στην πρώτη κατηγορία, δεν παρέχεται πεδίο επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση.

 

Κάτι τέτοιο, όμως, δεν θεωρούμε ότι ισχύει καθ' όσον αφορά την επιβληθείσα ποινή στις κατηγορίες 3‑21, αντικείμενο του δεύτερου λόγου έφεσης, που αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Αδίκημα, το οποίο, κατ' επανάληψη, έχει λεχθεί ότι ενέχει το στοιχείο της απάτης και υπονομεύει τις συναλλαγές μεταξύ των πολιτών. Καθιστώντας αναγκαία την ικανοποίηση του στοιχείου της αποτροπής στην ποινή που πρέπει να επιβάλλεται προς προστασία των νομοταγών πολιτών και του κοινωνικού συνόλου (ΣΤΕΦΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 18/2020, ημερομηνίας 1.7.2021), ECLI:CY:AD:2021:B295. Στην SYDENHAM v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 210, αναφέρθηκε η έξαρση που παρουσιάζεται στο οικονομικό έγκλημα, η οποία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιβολή αυστηρών ποινών.

(Βλ. επίσης ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ v. ΒΑΚΑΝΑ, Ποινική Έφεση 173/2020, ημερομηνίας 20.5.2021), ECLI:CY:AD:2021:B200.

 

Αφετηρία, αναφορικά με το εν λόγω αδίκημα, αποτελεί η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης μέχρι 5 έτη. Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι εύκολα αντιληπτό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο καθόρισε την ποινή που θα επέβαλλε για καθεμία από αυτές λαμβάνοντας υπ' όψιν το ποσό που ο εφεσίβλητος απέσπασε. Είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι η κατηγορία 3 αφορούσε απόσπαση ποσού €1.480.-, η κατηγορία 4 ποσού €840.-, η κατηγορία 5 ποσού €350.-, η κατηγορία 6 ποσού €800.-, η κατηγορία 7 ποσού €2.793.-, η κατηγορία 8 ποσού €2.019.-, η κατηγορία 9 ποσού €230.-, η κατηγορία 10 ποσού €750.-, η κατηγορία 11 ποσού €2.779.-, η κατηγορία 12 ποσού €5.680.-, η κατηγορία 13 ποσού €700.-, η κατηγορία 14 ποσού €200.-, η κατηγορία 15 ποσού €450.-, η κατηγορία 16 ποσού €6.700.-, η κατηγορία 17 ποσού €120.-, η κατηγορία 18 ποσού €740.-, η κατηγορία 19 ποσού €440.-, η κατηγορία 20 ποσού €7.419.- και η κατηγορία 21 ποσού €5.563.-. Είναι θεμιτή η ύπαρξη αναλογίας μεταξύ του ποσού που αποσπάστηκε και της ποινής (ΒΑΚΑΝΑ (ανωτέρω)). Όμως, στο σύνολό της η συμπεριφορά του εφεσίβλητου ισοδυναμεί με απόσπαση από 19 φυσικά πρόσωπα συνολικού ποσού €40.053. Για κάθε περίπτωση, ασχέτως του ύψους του ποσού που αποσπάστηκε, εξακολουθεί να υφίσταται η αναγνωρισμένη σοβαρότητα του αδικήματος και αναγκαιότητα αποτροπής είτε του ιδίου του παραβάτη είτε άλλων επίδοξων παραβατών από την τέλεση του ίδιου αδικήματος.

 

Υπό τα δεδομένα που το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε και έλαβε υπ' όψιν του, τόσο επιβαρυντικά για τον εφεσίβλητο, όσο και ελαφρυντικά γι' αυτόν, έχουμε την άποψη ότι οι ποινές που τελικώς επέβαλε σε καθεμία από τις κατηγορίες 3‑21 είναι έκδηλα ανεπαρκείς, καθιστώντας απαραίτητη την επέμβασή μας. Έχουμε την άποψη ότι οι αρμόζουσες, υπό τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης, ποινές είναι οι ακόλουθες:

 

·        ποινή φυλάκισης 15 μηνών σε καθεμία από τις κατηγορίες 12, 16, 20 και 21

·        ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε καθεμία από τις κατηγορίες 3, 7, 8 και 11

·        ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε καθεμία από τις κατηγορίες 4, 6, 10, 13 και 18

·        ποινή φυλάκισης 4 μηνών σε καθεμία από τις κατηγορίες 5, 9, 14, 15, 17 και 19

 

Εξετάζοντας τον τρίτο λόγο έφεσης, έχουμε την άποψη ότι είναι δικαιολογημένο το παράπονο του εφεσείοντα. Θα πρέπει να λεχθεί, επί του προκειμένου, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στη μη επιβολή ποινής στη δεύτερη κατηγορία, αυτήν της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, με την αιτιολογία ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται σε αυτά της πρώτης κατηγορίας. Δεν μας διαφεύγει η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του εφεσίβλητου ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε που να φανερώνει τι απέγιναν τα αγαθά που ο εφεσίβλητος απέσπασε. Τόσο από τα γεγονότα της υπόθεσης, όσο και από τα αναφερόμενα από το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι προφανές ότι τα υπό αναφορά ποσά δαπανήθηκαν από τον εφεσίβλητο. Επομένως, εμφανώς πρόκειται για περίπτωση στην οποία υπήρξε χρήση του τι αποσπάστηκε από τον εφεσίβλητο.

 

Στην ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 298/2018, ημερομηνίας 27.6.2019, αναφέρθηκε ότι:

 

«Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του.  Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής,  είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα (Δέστε: Μαληκκίδης (ανωτέρω), Βασιλείου κ.α. ν.  Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 12/2015 ημερ. 4.7.2017, ECLI:CY:AD:2017:B241 και Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 212/2017 ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150), και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της. Το Κακουργιοδικείο, ορθά επεσήμανε, πως τα αδικήματα που διέπραξε ο εφεσείων έχουν σε έντονο βαθμό το στοιχείο της απάτης και περαιτέρω ότι η διάπραξή τους ήταν προϊόν οργάνωσης και προσχεδιασμού με τη συμμετοχή και άλλων προσώπων ‑ τα οποία ως ιθύνων νους δεν κατονόμασε.»

 

Στη ΛΕΜΟΝΑΡΗ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 212/2017, ημερομηνίας 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, λέχθηκε ότι:

 

«Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διακρίνεται νομοθετικώς από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος και ως εκ τούτου η επιβολή ποινής για το γενεσιουργό αδίκημα δεν συνιστά λόγο για μη επιβολή ποινής και στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μαληκκίδης (ανωτέρω) και Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 12/2015 ημερ. 4.7.2017, ECLI:CY:AD:2017:B241, τον δικαστικό λόγο των οποίων επί του προκειμένου υιοθετούμε.»

 

Ως δε, πληθώρα νομολογίας καθορίζει (μεταξύ άλλων, ΜΑΛΗΚΚΙΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2016) 2 Α.Α.Δ. 1186), με αναφορά σε ποινές για γενεσιουργά αδικήματα και αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα, δεν υφίσταται οποιαδήποτε νομική αρχή ότι είναι αντινομικό ή παράλογο να επιβάλλεται μεγαλύτερη ποινή στο αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εκείνην που επιβάλλεται στο γενεσιουργό αδίκημα.

 

Επομένως, αποτελεί σφάλμα η διαπίστωση ότι τα γεγονότα της δεύτερης κατηγορίας περιλαμβάνονται σε αυτά της πρώτης κατηγορίας. Αντιθέτως, θα παρατηρούσαμε, αφού η φύση του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από γενεσιουργό αδίκημα συνάδει με περίληψη των γεγονότων που αφορούν την τέλεση γενεσιουργού αδικήματος συνδυαζόμενη με χρήση/απόλαυση του προϊόντος από την τέλεση του γενεσιουργού αδικήματος.

 

Ως αποτέλεσμα των ως άνω, παρόλο που το σύνηθες είναι να επιβάλλεται ποινή και στις δύο κατηγορίες, ενδεχομένως να μην προκαλούσε έκπληξη η επιβολή ποινής στο σοβαρότερο αδίκημα, με βάση και την προβλεπόμενη γι' αυτό ποινή των 14 ετών φυλάκισης, της δεύτερης κατηγορίας και μη επιβολή ποινής στην πρώτη κατηγορία. Όμως, η παράλειψη επιβολής ποινής στη δεύτερη κατηγορία, με βάση την αιτιολογία που δόθηκε, αναπόφευκτα αποτελεί σφάλμα που επιβάλλει την επέμβασή μας.

 

Λαμβάνουμε υπ' όψιν καθετί που έλαβε υπ' όψιν το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής στην πρώτη κατηγορία και το όλο πνεύμα μέσα στο οποίο κινήθηκε αντιμετωπίζοντας την εγκληματική συμπεριφορά του εφεσίβλητου. Οι ποινές που επιβάλλονται για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα επιβάλλεται να είναι αυστηρές και αποτρεπτικές, ως η νομολογία καθορίζει.

 

Έχοντας υπ' όψιν τα όσα αφορούσαν την ΣΤΕΦΑΝΟΥ (ανωτέρω) και τις διαφορές που παρουσιάζει από την παρούσα με βάση το ποινικό μητρώο της εκεί εφεσείουσας, κρίνουμε ότι η αρμόζουσα ποινή που θα έπρεπε να είχε επιβληθεί στον εφεσίβλητο στην παρούσα, την οποία και επιβάλλουμε, είναι αυτή της ποινής φυλάκισης 2 ετών.

 

Ως αποτέλεσμα των ως άνω, ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται. Ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει με την αντικατάσταση των επιβληθεισών ποινών ως ανωτέρω. Ο τρίτος λόγος έφεσης, επίσης, επιτυγχάνει. Επιβάλλεται στον εφεσίβλητο ποινή φυλάκισης 2 ετών στη δεύτερη κατηγορία. Κατά τα λοιπά, η πρωτόδικη απόφαση παραμένει ως έχει.

 

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο