Χ. Ν. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 297/2024, 9/7/2026
print
Τίτλος:
Χ. Ν. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 297/2024, 9/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 297/2024)

 

9 Ιουλίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

Χ. Ν.,

Εφεσείων,

v.

 

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

___________________

 

Κ. Ευσταθίου με Ε. Ευσταθίου για Ε. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Λ. Σίγαρ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Ο κατηγορούμενος-εφεσείοντας αντιμετώπισε πρωτόδικα επτά κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 3(1)(γ)(2)(β) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και Περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμου 3(Ι)/2000 (κατηγορίες 1-7) και 8 κατηγορίες άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση του Άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 8-15).

 

Συγκεκριμένα αποδόθηκε στον κατηγορούμενο, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 1 έως 7, ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 21ης Ιανουαρίου 2000 και της 31ης Δεκεμβρίου 2003 συμπεριλαμβανομένων, στην Επαρχία Λεμεσού, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας που κατείχε πάνω σε παιδί, εκμεταλλεύθηκε σεξουαλικά την τότε ανήλικη Α.Α. από τη Λεμεσό, γεννηθείσα το 1988, και ειδικότερα ότι:

 

·         της χάιδεψε τα χέρια, την πλάτη και τη μέση της (κατηγορία 1),

·        έβαλε τα χέρια του κάτω από τα ρούχα της και τη χάιδεψε στην πλάτη, στη μέση και στο στήθος της και της ζήτησε να τον κοιτάει τα μάτια κατά τη διάρκεια που το έκανε αυτό (κατηγορία 2),

·        έβαλε τα χέρια του στην πλάτη της και της τράβηξε το εσώρουχο της προς τα έξω, το οποίο φαινόταν όταν καθόταν στην καρέκλα (κατηγορία 3),

·        έτριψε τα πόδια της με τα χέρια του και τα πόδια του (κατηγορία 4),

·        κάθισε απέναντι της και έβαλε τα πόδια του ανάμεσα στα δικά της πόδια και τα έτριψε πάνω της (κατηγορία 5),

·        ακούμπησε τα γεννητικά του όργανα στην πλάτη της (κατηγορία 6),

·        ακούμπησε τα γεννητικά του όργανα στον αγκώνα της (κατηγορία 7).

 

Με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 8 έως 15, αποδόθηκε στον κατηγορούμενο ότι στον ίδιο χώρο που αναφέρεται στις κατηγορίες 1-7 και σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1.1.1996 και 20.1.2000 στην Επαρχία Λεμεσού παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της τότε ανήλικης Α.Α. γεννηθείσα το 1988:

 

·        της χάιδεψε τα χέρια, την πλάτη και τη μέση της (κατηγορία 8),

·         της ξεκούμπωσε τον στηθόδεσμό της (κατηγορία 9),

·        έβαλε τα χέρια του κάτω από τα ρούχα της και τη χάιδεψε στην πλάτη, στη μέση και στο στήθος της και της ζήτησε να τον κοιτάει στα μάτια κατά τη διάρκεια που το έκανε αυτό (κατηγορία 10),

·        έβαλε τα χέρια του στην πλάτη της και της τράβηξε το εσώρουχο της προς τα έξω, το οποίο φαινόταν όταν καθόταν στην καρέκλα (κατηγορία 11),

·        έτριψε τα πόδια της με τα χέρια και τα πόδια του (κατηγορία 12),

·        ακούμπησε τα γεννητικά του όργανα στην πλάτη της (κατηγορία 13),

·        ακούμπησε τα γεννητικά του όργανα στον αγκώνα της (κατηγορία 14),

·        κάθισε απέναντι της και έβαλε τα πόδια του ανάμεσα στα δικά της πόδια και τα έτριψε πάνω της (κατηγορία 15).

 

Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, διεξάχθηκε ακροαματική διαδικασία όπου κλήθηκαν δέκα μάρτυρες από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και αφού ο ίδιος, μετά που κλήθηκε σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε άλλο έναν μάρτυρα υπεράσπισης.

 

Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λεμεσού με απόφασή του ημερομηνίας 11.10.2024 η οποία λήφθηκε κατά πλειοψηφία έκρινε αυτόν ένοχο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Του επιβλήθηκαν άμεσες ποινές φυλάκισης μεταξύ 8 μηνών και 3 ετών.

 

Με την υπό κρίση έφεση, η οποία καταχωρήθηκε από τον εφεσείοντα προσωπικά, ο εφεσείοντας αμφισβητεί τόσο την απόφαση για την καταδίκη του, όσο και τις ποινές που του επιβλήθηκαν. Με  τους τροποποιημένους λόγους έφεσης που καταχωρήθηκαν από τον συνήγορό του προβάλλει ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη και/ή ακροσφαλής και/ή στηρίζεται στη μαρτυρία της παραπονούμενης η οποία έπρεπε να είχε απορριφθεί ως αναξιόπιστη και/ή αναληθής (1ος λόγος έφεσης), ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι λανθασμένη κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας που έγινε κατά παράβαση νόμων και/ή νομικών αρχών και ειδικότερα, λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας του εφεσείοντα και του ΜΥ1 και την αποδοχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης ενώ αυτή δεν συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία (2ος λόγος έφεσης).

 

Προβάλλεται επίσης η θέση ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα σε δίκαιη δίκη κατά παράβαση του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αφού δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής που έπρεπε να παρουσιαστεί και δεν συμπληρώθηκε ποτέ η έρευνα που έπρεπε να είχε γίνει από τις ανακριτικές αρχές. Προβάλλεται συναφώς η θέση ότι ο εφεσείων και η υπεράσπισή του περιήλθαν σε δυσμενή θέση (3ος λόγος έφεσης).

 

Όπως έχει καταστεί σαφές οι λόγοι έφεσης αφορούν, άμεσα ή έμμεσα, την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει γίνει από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της παρέμβασης του Εφετείου στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας έχουν με σαφήνεια διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραθέτουμε ενδεικτικά το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Δ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 57/2020, ημερομηνίας 6/10/2021, ECLI:CY:AD:2021:B432:

 

«Οι αρχές που διέπουν τη δυνατότητα επέμβασης του Εφετείου στην αξιολόγηση των μαρτύρων από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το έργο του Εφετείου δεν είναι να επαναξιολογήσει τους μάρτυρες στη βάση της δικής του εμπειρίας και πρωτογενώς να επιτελέσει το έργο αυτό εξ' αρχής, υπό το πρίσμα των προβαλλόμενων λαθών ή σημείων που προτείνονται (Λ. Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2017, ημερ. 21/11/2017). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας και, συνακόλουθα της αξιοπιστίας των μαρτύρων, ανήκει στο Πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει, στο πλαίσιο της ενώπιον του ζωντανής διαδικασίας, την όλη συμπεριφορά των μαρτύρων έχοντας ένεκα τούτου το ευεργέτημα της άμεσης επαφής με τους μάρτυρες και της εντύπωσης που απεκόμισε για τον κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του. Η εξουσία του Εφετείου για επέμβαση στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου θα πρέπει, επομένως, να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ακριβώς ώστε να μην εξουδετερώνεται το πιο πάνω πλεονέκτημα που το Πρωτόδικο Δικαστήριο έχει. Ως εκ τούτου, το Εφετείο επεμβαίνει μόνο αν η αξιολόγηση της μαρτυρίας ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου συγκρούονται με την κοινή λογική και είναι εξ' αντικειμένου ανυπόστατα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του Δικαστηρίου (xxx Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 45/2014, ημερ. 5/10/2016). Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο Πρωτόδικο Δικαστήριο να κάνει τα ευρήματα τα οποία έκανε, σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Γ. Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 44/2019, ημερ. 18/9/2020). Μόνο όπου παρατηρείται ρήγμα λόγω αντιφάσεων ή κενών ή ουσιωδών λαθών είναι επιτρεπτή η επέμβαση του Εφετείου. Πρέπει δε οι αντιφάσεις να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλ. να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα, ή να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευστεί (Κ. Κ. ν. Γενικού Εισαγγελέα (2008) 2 Α.Α.Δ. 294 και Α. Π. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 192/2016, ημερ. 26/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:B395).»

 

Εναπόκειται δε, στον διάδικο που αμφισβητεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την αξιοπιστία, να πείσει το Δικαστήριο ότι αυτά είναι εσφαλμένα (MYLONAS AND OTHERS ν. KAILI, (1967) 1 C.L.R. 77, SAKELLARIDES ν. PAPASAVVA AND ANOTHER, (1966) 1 C.L.R. 261, 262 και IMAM V. PAPACOSTAS, (1968) 1 C.L.R. 207, 208).

 

Στην ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 273/2022, ημερομηνίας 6.11.2025, συνοψίσαμε τις σχετικές διαχρονικές αρχές, παραπέμποντας και στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

 

«Ως προς την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη σε συμπεράσματα επί των γεγονότων, επαναλαμβάνουμε τις διαχρονικές αρχές, ως καθορίζονται από τη νομολογία. Ως λέχθηκε, εκ νέου, στην ΠΙΣΣΑΡΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 67/2023 και 68/2023, ημερομηνίας 29.5.2025:

«Εν σχέσει δε με το ζήτημα της αξιολόγησης μαρτυρίας τονίζουμε ξανά ότι αυτό ανήκει κατ' εξοχήν στο εκάστοτε πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν:
· Η αξιολόγηση ή τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματα του.
· Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα σχετικά με ένα ουσιώδες θέμα της διαδικασίας.
· Τα ευρήματα δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή κρίνονται εσφαλμένα, ερχόμενα σε σύγκρουση με άλλη μαρτυρία.
· Τα συμπεράσματά του κρίνονται στο σύνολο της υπόθεσης παράλογα, ήτοι είναι συμπεράσματα στα οποία δεν θα ήταν δυνατό να καταλήξει ένα λογικό Δικαστήριο.
· Τα ευρήματα καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί ως αξιόπιστη ή είναι αντιφατικά μεταξύ τους ή η ίδια η αξιολόγηση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα ή άλλα τεκμήρια κατατεθέντα ή απέχει από τη λογική των πραγμάτων στα περιστατικά της υπόθεσης, ήτοι όταν δημιουργείται ρήγμα στην αξιολόγηση και στα ευρήματα.

  Οι τυχόν αντιφάσεις στη μαρτυρία αντικειμενικά κρινόμενες είναι ουσιαστικής μορφής, δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση, πλήττουν καίρια την αξιοπιστία μάρτυρος και φανερώνουν διάθεση του να αποκρύψει την αλήθεια.
Γενικά, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην πρωτόδικη ετυμηγορία εκτός εάν πειστεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι οι οποίοι του δίνουν το δικαίωμα να το πράξει (
Kolarski v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 205). Σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα από αποδεδειγμένα γεγονότα και να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις, καταλήγοντας σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, με θεμέλιο όμως την πρωτόδικη κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Μια τέτοια εξουσία επέμβασης, στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα, ασκείται με μεγάλη προσοχή (Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, Ισιδώρου ν. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά. (1998) 2 Α.Α.Δ. 204).»

Εις δε την ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 816, εξηγήθηκε ότι:

«Όπως είναι νομολογιακά γνωστό, η αξιολόγηση των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο έχει την ευκαιρία να παρακολουθεί την όλη συμπεριφορά τους, ενώ δίδουν μαρτυρία στη ζωντανή διαδικασία ενώπιον του. Ο διάδικος που αμφισβητεί ένα τέτοιο εύρημα, οφείλει με πολύ πειστικά επιχειρήματα, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα ή αδικαιολόγητα (Ιωακείμ ν. Ιωαννίδη (1991) 1 Α.Α.Δ. 996, 998). Το Εφετείο, δεν επεμβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, αν θεωρήσει ότι ήταν εύλογα επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα ευρήματα. Εάν δε διαπιστωθούν αντιφάσεις, αυτές θα πρέπει να είναι ουσιώδεις και να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του μάρτυρα (Βλ. Χατζηπαύλου ν. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236). Όπως υποδεικνύεται στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 256, το Εφετείο μπορεί, να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις και να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τα πραγματικά γεγονότα, πάντοτε όμως με θεμέλιο την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Όμως η εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στα ευρήματα αξιοπιστίας ή στα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνεται το μεγάλο πλεονέκτημα που έχει το πρωτόδικο Δικαστήριο, να έρχεται σε επαφή με τους μάρτυρες.»»

 

Στο στάδιο της ακρόασης της έφεσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον εφεσείοντα, ορθά κατά την άποψή μας, διευκρίνισε ότι ο τρίτος λόγος έφεσης που αφορά ουσιαστικά ενέργειες που κατά την άποψη της Υπεράσπισης έπρεπε να είχαν γίνει από την ανακρίτρια της υπόθεσης, ΜΚ9, και δεν έγιναν, δεν αποτελεί εισήγηση ότι ο εφεσείοντας δεν είχε δίκαιη δίκη, αλλά αποτελεί μέρος του πρώτου λόγου έφεσης με τον οποίο επικαλείται ότι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη και ακροσφαλής.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε ενδελεχώς με την μαρτυρία της παραπονούμενης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε τη μαρτυρία της ως και το ίδιο αναφέρει:

 

«Ερχόμενοι στην παραπονούμενη Α.Α., πρέπει να αναφερθεί ότι έχοντας πλήρη επίγνωση της σημασίας και της κρισιμότητας της μαρτυρίας της, παρακολουθήσαμε αυτή κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της, με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή, παρακολουθώντας το ύφος, τις αντιδράσεις της και γενικά τον τρόπο με τον οποίο κατέθετε. Δεν περιορισθήκαμε όμως σε αυτά. Με ακόμη μεγαλύτερη προσοχή και επιφυλακτικότητα αλλά και εξονυχιστικά, σφαιρικά και όχι αποσπασματικά εξετάσαμε το περιεχόμενο της μαρτυρίας της στο σύνολο της, εστιάζοντας στα ουσιώδη σημεία της. Λάβαμε δε υπόψη μας, για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας αυτής, μεταξύ άλλων, το νεαρό της ηλικίας της κατά τους επίδικους χρόνους (8-15 ετών) καθώς και την ηλικία της κατά τον χρόνο που κατέθετε στο Δικαστήριο (36 ετών), αλλά και τον χρόνο που παρήλθε στο μεταξύ και συναφώς τη μνήμη της και τους λόγους που θυμόταν ή όχι κάποια γεγονότα. Περαιτέρω λάβαμε υπόψη μας τις ιδιαιτερότητες και την προσωπικότητα της, το οικογενειακό της ιστορικό, τα βιώματα της καθώς και κάθε άλλο σχετικό παράγοντα, όπως και το κατά πόσο υπήρχε κάποιο κίνητρο για να προβεί σε ψευδή καταγγελία μετά από τόσα χρόνια. Στο πλαίσιο αυτό λάβαμε υπόψη και τη σχετική μαρτυρία των Μ.Κ.8 και 10, την οποία αποδεχθήκαμε. Με την ίδια προσοχή και επιφυλακτικότητα αξιολογήσαμε βέβαια και την εκδοχή της Α.Α. αναφορικά με την καθυστέρηση στην καταγγελία της υπόθεσης. Δεν περιορισθήκαμε όμως στα πιο πάνω, δηλαδή στη μαρτυρία της Α.Α., αλλά αντιπαραθέσαμε, συγκρίναμε και συσχετίσαμε αυτή με τη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων.

Ευθύς εξ αρχής αναφέρουμε ότι Α.Α. μας άφησε θετική εντύπωση. Διαπιστώσαμε ότι απαντούσε αυθόρμητα, με φυσικότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που της τέθηκαν, χωρίς υπεκφυγές και υπερβολές ως προς τα γεγονότα και με βάση τα όσα θυμόταν. Περιέγραψε με παραστατικό αλλά και ανεπιτήδευτο τρόπο τα όσα βίωσε κατά τους επίδικους χρόνους και έδωσε πειστικές εξηγήσεις για τους λόγους που καθυστέρησε να προβεί στην καταγγελία. Δεν μας διέφυγαν δε στα πλαίσια της αξιολόγησης, αλλά εξετάσαμε με προσοχή κάποιες διαφορές στη μαρτυρία μεταξύ αυτής και άλλων μαρτύρων, οι οποίες όμως κρίνουμε ότι τελικά δεν καταδεικνύουν πρόθεση της Α.Α. να ψευστεί ή ανειλικρίνεια και δεν μεταβάλλουν την όλη εικόνα που άφησε και εν γένει την αξιοπιστία της. Άλλωστε, οι ουσιώδεις θέσεις της παρέμειναν, καθ’ όλη τη μαρτυρία της, σταθερές, συνεπείς και λογικές, δεν διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση της.»

 

Επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο, προχώρησε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Α.Α., χωρίζοντας την σε δύο ενότητες. Η πρώτη αφορά την εκδοχή της όσον αφορά τα επίδικα περιστατικά ενώ η δεύτερη το χρονικό της κατά καιρούς αποκάλυψής τους σε άλλα πρόσωπα, μέχρι την καταγγελία στην Αστυνομία. Με ενδελέχεια ασχολήθηκε με κάθε τι που είχε αναφέρει στο Δικαστήριο, αντιπαραβάλλοντας το με τη μαρτυρία άλλων προσώπων στους οποίους η ίδια έχει επικαλεστεί ότι ανέφερε τα περιστατικά, αλλά όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε, παραθέτοντας ολόκληρη την εκδοχή της ως προς τις επίδικες πράξεις του κατηγορουμένου απέναντί της, δίνοντας με παραστατικό τρόπο αρκετές λεπτομέρειες όπως αυτές καθαυτές τις κινήσεις του κατηγορουμένου, δηλαδή τον τρόπο που δρούσε κατά τη διάρκεια του μαθήματος.

 

Σημαντικό σημείο της μαρτυρίας της αφορούσε τη θέση της ότι η συμπεριφορά και δράση του κατηγορούμενου έναντι της ήταν μεθοδευμένη και διακριτική ούτως ώστε να μην γίνεται αντιληπτή.

 

Επίσης, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στη νομολογία που καταδεικνύει ότι είναι πλέον αποδεκτό το γεγονός της μη άμεσης αποκάλυψης, από ανήλικα θύματα, της σεξουαλικής κακοποίησής τους (βλ. ANTΩΝΙΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2008) 2 ΑΑΔ 76, Ε.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B473 και Γ.Π.Β. ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 5/2020, ημερομηνίας 30.7.2021).

 

Η παραπονούμενη έδωσε λογικές εξηγήσεις ως προς το γιατί τελικά έκανε την καταγγελία της στην Αστυνομία με μεγάλη καθυστέρηση, 19 περίπου χρόνια μετά τη λήξη των περιστατικών, και επίσης είχε προβεί σε κάποιες αποκαλύψεις προηγουμένως σε διάφορα πρόσωπα κατά τη διάρκεια που αυτά λάμβαναν χώρα αλλά και μετά τη λήξη τους μετά την καταγγελία στην Αστυνομία. Το γεγονός ότι μίλησε στα άλλα πρόσωπα (με μόνη εξαίρεση τη μητέρα της) και έκανε αποκαλύψεις σε σχέση με την κακοποίησή της από τον κατηγορούμενο, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή της. Τα πρόσωπα δε στα οποία μίλησε κλήθηκαν και έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο. Η μνήμη επίσης της παραπονούμενης σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν αρκετά καλή και αναφέρθηκε και περιέγραψε με λεπτομέρεια τα επίδικα περιστατικά της σεξουαλικής της κακοποίησης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά επίσης κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης έλαβε υπόψη τις ιδιαιτερότητές της, την προσωπικότητά της, το οικογενειακό της ιστορικό, τα βιώματά της αλλά και αναρωτήθηκε κατά πόσο είχε οποιοδήποτε κίνητρο για να προβεί σε ψευδή καταγγελία μετά την πάροδο τόσων ετών. Εντόπισε επίσης και εξέτασε με προσοχή κάποιες διαφορές που παρατηρήθηκαν στη μαρτυρία της παραπονούμενης και άλλων μαρτύρων τις οποίες τελικά έκρινε ότι δεν καταδείκνυαν πρόθεση της παραπονούμενης να πει ψέματα και δεν μετέβαλαν τη συνολική εικόνα της αξιοπιστίας της αφού οι ουσιώδεις θέσεις της παρέμειναν σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της σταθερές, συνεπείς και λογικές, δεν διαψεύστηκαν από άλλη μαρτυρία ούτε και κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της.

 

Επιχείρημα του συνηγόρου του εφεσείοντα είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποδέχτηκε τη μαρτυρία της παραπονούμενης παρά το γεγονός ότι αυτή βρισκόταν σε προφανή αντίθεση με την αλήθεια και τη λογική και, είναι η θέση του, πράττοντας έτσι το Δικαστήριο, παραβίασε την αρχή σύμφωνα με την οποία η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για τα Δικαστήρια για να προβούν σε ευρήματα και/ή συμπεράσματα επί της μαρτυρίας προβάλλοντας επίσης τις θέσεις του ότι η μαρτυρία της αντικρούεται με την ανθρώπινη εμπειρία και δεν ήταν λογικό να γίνουν πιστευτές οι θέσεις της παραπονούμενης ότι σε μια τάξη με άλλους μαθητές ο εφεσείοντας προέβαινε σε σεξουαλικής φύσης πράξεις και αγγίγματα χωρίς να αντιληφθεί κανένας το οτιδήποτε.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απασχόλησε και προβλημάτισε το εν λόγω θέμα και εξηγώντας αναλυτικά και αιτιολογώντας την απόφασή του κατέληξε στο να αποδεχτεί το αληθές των θέσεων της παραπονούμενης. Ήταν σε αυτά τα πλαίσια που αποφάσισε, αξιολογώντας το σύνολο της μαρτυρίας, ότι οι πράξεις του εφεσείοντα προς την παραπονούμενη δεν γίνονταν με τρόπο φανερό, αλλά αντιθέτως ήταν μεθοδευμένες και διακριτικές ώστε να μη γίνονται αντιληπτές από τους άλλους μαθητές στην αίθουσα.

 

Επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο, εντόπισε, ανάλυσε, εξήγησε και αξιολόγησε με λεπτομέρεια κάθε αντίφαση που προέκυψε μεταξύ των μαρτύρων κατηγορίας καταλήγοντας ότι οι αντιφάσεις που προέκυψαν ήταν επουσιώδεις και μη ικανές να πλήξουν την αξιόπιστη μαρτυρία της παραπονούμενης και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας. Αντίθετα, κατέληξε ότι τέτοιες διαφορές καταδεικνύουν την ανυπαρξία συνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν. Σχετική είναι η υπόθεση ΓΙΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2002) 2 Α.Α.Δ. 143.

 

Επίσης, επειδή δεν υπήρχε μαρτυρία που να ενισχύει τη μαρτυρία της παραπονούμενης αναφορικά με τα επίδικα περιστατικά, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει τα εξής:

 

«Έχουμε δε αυτοπροειδοποιηθεί για τους κινδύνους που παραμονεύουν στο να στηριχθούμε χωρίς ενίσχυση στη μαρτυρία αυτή. Στη βάση όμως των όσων έχουμε αναφέρει ανωτέρω καταλήγουμε ότι πρόκειται για μάρτυρα της αλήθειας και ενόψει της συνολικά καλής ποιότητας της μαρτυρίας της, κρίνουμε ότι μπορούμε χωρίς δισταγμό, με απόλυτη ασφάλεια και σιγουριά να στηριχτούμε σε αυτήν, χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας.»

 

Παρέπεμψε δε σε νομολογία σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δεν έχει νομοθετική υποχρέωση να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία όμως κάτι τέτοιο ενδείκνυται ως θέμα πρακτικής με βάση το κοινοδίκαιο λόγω της φύσης τέτοιων αδικημάτων με σκοπό την άρση των εγγενών αμφιβολιών για την ποιότητα της μαρτυρίας.

 

Σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί όμως να στηριχθεί εξ ολοκλήρου στη μαρτυρία του θύματος και να θεμελιώσει καταδίκη, αφού όμως πρώτα λάβει υπόψη και προειδοποιήσει τον εαυτό του για τους πιθανούς κινδύνους που ελλοχεύουν στη στήριξη καταδίκης αποκλειστικά σε τέτοια μαρτυρία χωρίς δηλαδή ενισχυτική μαρτυρία (βλ. ΣΙΑΚΑΛΛΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΊΑΣ, (2010) 2 Α.Α.Δ. 146). Το εκδικάζον Δικαστήριο παραμένει πάντα ο κριτής του αξιόπιστου, της σημασίας και της βαρύτητας που αποδίδεται σε μια τέτοια μαρτυρία στην απουσία ενίσχυσής της. Η απουσία δε τέτοιας ενίσχυσης δεν αναιρεί το δικαίωμα του Δικαστηρίου να αποδεχθεί ως βάσιμη τη μαρτυρία του θύματος (βλ. ΑΘΑΝΑΣΗ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2016) 2Β Α.Α.Δ 867).

 

Σε ό,τι αφορά τον τρίτο λόγο έφεσης που όπως έχει ήδη αναφερθεί ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα τον ενέταξε στα πλαίσια του πρώτου λόγου έφεσης, και αφορά τον ισχυρισμό ότι μαρτυρία η οποία έπρεπε να είχε παρουσιαστεί δεν παρουσιάστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, και δεν έλαβε χώρα έρευνα η οποία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί από τις ανακριτικές αρχές με αποτέλεσμα να περιέλθει ο εφεσείοντας και η υπεράσπισή του σε δυσμενή θέση, αφορά ουσιαστικά ενέργειες της ΜΚ9, της εξεταστή της υπόθεσης. Ειδικότερα, όπως και η εν λόγω μάρτυρας δήλωσε ενόρκως, επικοινώνησε με όλα τα πρόσωπα που της ανέφερε η παραπονούμενη στις καταθέσεις της από το σχολικό της περιβάλλον, δηλαδή τους συμμαθητές της που ήταν μαζί της την περίοδο εκείνη στο φροντιστήριο, και ετοίμασε σχετικά ημερολόγια ενεργείας. Δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν επικοινώνησε με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο που της είχε αναφέρει η παραπονούμενη αφού δεν της είχαν δοθεί τα στοιχεία από την παραπονούμενη. Ειδικότερα, απαντώντας σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης ανέφερε την επικοινωνία που είχε με δύο πρόσωπα και τι συγκεκριμένα της είχαν αναφέρει όπως και με τρίτο πρόσωπο που τελικά κλήθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης, ο ΜΥ1.

 

Όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο σημειώνει, η ΜΚ9 είπε ότι τα πρόσωπα αυτά δεν της είχαν αναφέρει ότι αυτά που ισχυρίστηκε η παραπονούμενη δεν έλαβαν χώρα αλλά ότι δεν θυμόντουσαν να είχαν δει να γίνονται. Η ίδια, ως εξεταστής της υπόθεσης, δεν θεώρησε σωστό με βάση αυτή τους τη θέση να τους παραδώσει κλήση για να παρουσιαστούν και να δώσουν μαρτυρία.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αναφέρει ότι τα στοιχεία των εν λόγω προσώπων ήταν γνωστά στην Υπεράσπιση που είχε την ευχέρεια αν επιθυμούσε να τα καλέσει αυτή στο Δικαστήριο. Το ότι τούτο ήταν ευχερές, προκύπτει από το γεγονός ότι κάλεσε έναν εξ αυτών ως μάρτυρα υπεράσπισης, τον ΜΥ1. Είναι ορθή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παράβαση οποιουδήποτε δικαιώματος του εφεσείοντα κατά την διερεύνηση ή την εκδίκαση της υπόθεσης και σε κάθε περίπτωση κανένα δυσμενή επηρεασμό δεν υπέστη αυτός στα δικαιώματα και την υπεράσπισή του.

 

Αναφορικά επίσης με τα πρόσωπα αυτά, τους συμμαθητές της παραπονούμενης στο φροντιστήριο οι οποίοι δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αναφέρει ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν είχε υποχρέωση κλήτευσής τους με δεδομένο ότι αυτοί δεν έδωσαν κατάθεση στην Αστυνομία, αλλά και ούτε η Υπεράσπιση τους κάλεσε.

 

Δεν συμμεριζόμαστε τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον εφεσείοντα αναφέρει, δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε προσβολή δικαιώματος της υπεράσπισης να παρουσιάσει την υπόθεσή της, αντίθετα η κλήση του ΜΥ1 ως μάρτυρα υπεράσπισης αποδεικνύει την μη ύπαρξη οποιασδήποτε δυσμένειας.

 

Όπως έχει νομολογηθεί το ερώτημα κατά πόσο μία δίκη είναι δίκαιη θα πρέπει να απαντηθεί αφού αξιολογηθεί η όλη διαδικασία στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά, μεμονωμένα ή κατ’ αφηρημένο τρόπο. Αντίθετα, πρέπει να εξεταστεί συγκεκριμένα και υπό το φως ειδικών περιστάσεων κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος πράγματι επηρεάστηκε δυσμενώς (βλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2002) 2 Α.Α.Δ. 104, YAACOUB v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2014) 2Α Α.Α.Δ. 165, ΓΙΑΝΝΙΔΗΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2002) 2 Α.Α.Δ. 143).

 

Στην κατάλληλη περίπτωση σοβαρές παραλείψεις από πλευράς ανακριτικών αρχών ενδέχεται να οδηγήσουν σε απαλλαγή ενός κατηγορουμένου (βλ. ΚΑΠΠΕΛΟΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2007) 2 ΑΑΔ 241) αφού είναι γνωστό ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων (βλ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2014) 2Α Α.Α.Δ. 376). Για να οδηγηθούν όμως τα πράγματα σε τέτοια εξέλιξη, πρέπει να θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής και το βάρος απόδειξης ότι όντως ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε μειονεκτική θέση το φέρει η Υπεράσπιση και αποσείεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. ΑΧΙΛΛΕΩΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 327/2018, ημερομηνίας 29.9.2020), ECLI:CY:AD:2020:B325.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το παράπονο του εφεσείοντα ότι μαρτυρία που έπρεπε να παρουσιαστεί, δεν παρουσιάστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής και έρευνα που έπρεπε να είχε συμπληρωθεί ουδέποτε έλαβε χώρα, στα πλαίσια της ενδελεχούς και λεπτομερούς αξιολόγησης της ΜΚ9. Έχουμε ήδη αναφέρει ότι συμφωνούμε με τα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε και με την κατάληξή του, ότι δεν προέκυψε καμιά πλημμέλεια κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία, η υπεράσπιση του εφεσείοντα είχε υπόψη της το σύνολο της μαρτυρίας και μπόρεσε να εξετάσει επαρκώς τους μάρτυρες κατηγορίας και κυρίως την παραπονούμενη. Η ΜΚ9 έδωσε επίσης επαρκείς εξηγήσεις οι οποίες ορθά κρίθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως πειστικές, ως προς τους λόγους που δεν λήφθηκαν καταθέσεις από συγκεκριμένους μάρτυρες. Επαναλαμβάνουμε επίσης ότι τα στοιχεία των προσώπων αυτών ήταν στην κατοχή της Υπεράσπισης που μπορούσε αν ήθελε να τους καλέσει στο Δικαστήριο όπως έπραξε για έναν εξ αυτών, τον ΜΥ1. Αναφορικά με μάρτυρες των οποίων τα ονόματα δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και οι οποίοι δεν έδωσαν καταθέσεις, στην ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 125/2017 κ.ά., ημερομηνίας 26.4.2018 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τους μάρτυρες των οποίων τα ονόματα εμφανίζονται στο κατηγορητήριο.  Ωστόσο αυτό δεν εξυπακούει ότι η κατηγορούσα αρχή είναι υποχρεωμένη να καλέσει μάρτυρες τους οποίους θεωρεί - για καλό λόγο - μη αξιόπιστους. (Βλ. Rex v. Oliva (1965) 49 Cr.App.R. 298, R. v. Russell-Jones (1995) 1 Cr.App.R.538, Brown v. R. (1997) 1 Cr.App.R. 112, Iωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 657). Πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι η κατηγορούσα αρχή έχει την υποχρέωση να καλέσει ένα μάρτυρα έστω και αν η μαρτυρία του δεν συνάδει με την υπόθεση που θέλει να αποδείξει. Όμως, δεν έχει την υποχρέωση να καλέσει ένα μάρτυρα η μαρτυρία του οποίου είναι ασυμβίβαστη ή εναντίον της υπόθεσης που θέλει να αποδείξει, αφού μια τέτοια μαρτυρία δεν θα μπορούσε να γίνει πιστευτή εάν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι ορθή. Να επαναλάβουμε το περιεχόμενο της διαπίστωσης του Δικαστηρίου στην υπόθεση Seneviratne v. R. (1936)3 All E.R. 36 στη σελίδα 49 ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο να εγκρίνει την ιδέα για γενική υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καλεί μάρτυρες ανεξάρτητα από τους παράγοντες του αριθμού και της αξιοπιστίας τους και ότι η κατηγορούσα αρχή πρέπει να εκτελεί τόσο τις λειτουργίες της, ως κατηγορούσα αρχή και ως υπεράσπιση. Αν κάνει κάτι τέτοιο, σίγουρα θα προκύψει σύγχυση. Επίσης αναγνωρίζεται από τη νομολογία η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να έχει στη διάθεση της υπεράσπισης τους μάρτυρες για να δοθεί η ευχέρεια στην υπεράσπιση να τους καλέσει, αν αυτή το επιθυμεί. Οι λόγοι που δόθησαν για το ότι ο μάρτυρας θεωρείτο από την κατηγορούσα αρχή ως αναξιόπιστος, έδιδαν έρεισμα στην τελευταία, να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια ώστε να μην τον κλητεύσει. Το Κακουργιοδικείο ορθώς δεν θέλησε να επέμβει στον τρόπο που η κατηγορούσα αρχή ήθελε να ασκήσει την ευχέρεια της. Παραμένει βεβαίως να εξεταστεί αν η επίκληση του άρθρου 26, ανωτέρω, θα μπορούσε να αποτελέσει αυτοτελές υπόβαθρο του αιτήματος. Με όλο το σεβασμό, η επίκληση του άρθ.26 από τον Κ2 τόσο ενώπιον του Κακουργιοδικείου όσο και ενώπιον μας έγινε θεωρώντας σαν δεδομένο ότι επρόκειτο για εξ ακοής μαρτυρία (κυρίως το τι ελέχθη από τον Μπάφα στο Μαληκίδη). Όμως, ο εφεσείων δεν κατέδειξε ότι όντως επρόκειτο για εξ ακοής μαρτυρία όπως η έννοια έχει αναλυθεί στην υπόθεση Πανής ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. σελ.124

 

Ενόψει τούτου, ο πρώτος λόγος έφεσης στον οποίο έχει ενταχθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτονται.

 

Ο δεύτερος λόγος έφεσης, προσβάλλει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, και συγκεκριμένα την αποδοχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης και των ΜΚ6 και ΜΚ8 και την απόρριψη της μαρτυρίας του εφεσείοντα και του ΜΥ1.

 

Έχουμε πιο πάνω αναφέρει, τις αρχές που διέπουν την εξουσία του Εφετείου να επεμβαίνει στην αξιολόγηση μαρτυρίας που γίνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Έχουμε επίσης συμφωνήσει με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ορθά αποδέχτηκε ως αξιόπιστη την μαρτυρία της παραπονούμενης. Υιοθετούμε τα όσα έχουμε αναφέρει σε σχέση με τη μαρτυρία της παραπονούμενης και απορρίπτουμε την περί αντιθέτου εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης.

 

Η ΜΚ6 είναι λειτουργός των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας από το 2001. Κατά την άσκηση των καθηκόντων της που συμπεριλαμβάνει συνεργασία με οικογένειες στο πλαίσιο του προγράμματος προληπτικής εργασίας και υποστήριξης οικογενειών με ανήλικα είχε συνεργαστεί με την παραπονούμενη πριν από 22 χρόνια όταν την επισκέφθηκε στο σπίτι της, για να διερευνήσει την αναφορά που υπήρχε στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας από την σύμβουλο του σχολείου για πιθανή σεξουαλική παρενόχληση της παραπονούμενης από καθηγητή ιδιωτικού φροντιστηρίου. Η παραπονούμενη δεν ήθελε να συνεργαστεί μαζί της και εξέφρασε και την έντονη δυσαρέσκεια της για την ενημέρωση που έλαβαν οι Λειτουργοί του Γραφείου Ευημερίας από τη σύμβουλο του σχολείου. Στη συνάντηση ήταν και η ΜΚ3, μία εκ των αδελφών της παραπονούμενης, η οποία είπε κάποια πράγματα. Δεν είπε στους γονείς της παραπονούμενης ούτε για την αναφορά που έλαβε και έπρεπε να διερευνήσει, ούτε τον λόγο της επίσκεψης στο σπίτι της οικογένειας. Όπως ανέφερε, αφού αρνήθηκαν να συνεργαστούν οι δύο ανήλικες και ειδικά λόγω του ότι δεν είχε τη μαρτυρία του θύματος, δεν έπραξε οτιδήποτε περαιτέρω. Η παράκληση των ανηλίκων ήταν να μην αναφερθεί το περιεχόμενο της αναφοράς που είχε γίνει σε οποιονδήποτε, πράγμα το οποίο σεβάστηκε. Δεν διακρίνουμε κανένα λόγο επέμβασής μας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΚ6 από το πρωτόδικο Δικαστήριο, που ήταν θετική και έγινε αποδεκτή.

 

Η ΜΚ8 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας ειδική κλινική ψυχολόγος με εμπειρία και ειδίκευση στη ψυχολογική αξιολόγηση και στήριξη ατόμων, κάτι που δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, και συνεπώς ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία της με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων και ορθά κατευθύνοντας τον εαυτό τους ως προς το καθήκον εμπειρογνώμονα προς το Δικαστήριο (βλ. Χ’’ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1998) 2 Α.Α.Δ. 104, ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2000) 2 Α.Α.Δ. 390, ΟΜΗΡΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 91/2017, ημερομηνίας 2.5.2018, ECLI:CY:AD:2018:B214, αλλά και την TURNER (ανωτέρω)).

 

Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΚ8 ήταν ενδελεχής από το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο την έκρινε ως αξιόπιστη και αποδέχτηκε τη μαρτυρία της. Εξήγησε τα εργαλεία που χρησιμοποίησε για να προβεί στην κλινική αξιολόγηση της παραπονούμενης, παρέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και αντικειμενικότητα τις διαπιστώσεις και τα ευρήματά της σε σχέση με την έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 14) και στήριξε τις θέσεις της σε σχετική βιβλιογραφία την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο. Εξήγησε τη ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης και τεκμηρίωσε τις θέσεις της όπως και τη διαταραχή μετατραυματικού στρες από το οποίο πάσχει η παραπονούμενη όπως και τη δυσκολία της για σύναψη στενών σχέσεων τόσο με τον σύζυγό της, όσο και το παιδί της. Το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε η παραπονούμενη σύμφωνα με την ΜΚ8 μπορεί να δημιουργήσει ένα συναισθηματικά ευάλωτο πρόσωπο, και αναφερόμενη στους θύτες σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων και με παραπομπή σε βιβλιογραφία και πάλι, η ΜΚ8 ανέφερε ότι αναζητούν παιδιά έμπιστα και με ιδιαίτερη ευαλωτότητα προσθέτοντας ότι συνήθως οι ανήλικοι που θυματοποιούνται ανήκουν σε οικογένειες στις οποίες υπάρχουν παράγοντες υψηλού κινδύνου για όλες τις μορφές κακομεταχείρισης.

 

Ασχολήθηκε επίσης η ΜΚ8 με τον δισταγμό που παρουσιάζουν τα παιδιά να μιλήσουν για την κακοποίηση που βιώνουν όταν οι δράστες είναι πρόσωπα εμπιστοσύνης των γονέων, ενήλικες που βρίσκονται σε ανώτερη θέση εξουσίας σε αυτά και από τα οποία λογικά ανέμεναν φροντίδα και προστασία. Ήταν δε σαφής ότι παιδιά από ευάλωτες ομάδες αποφεύγουν να προβούν σε αποκάλυψη.

 

Η ΜΚ8 αντεξεταζόμενη σταθερά ανέφερε ότι δεν είναι δικανική ψυχολόγος, ότι δεν μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις ως προς το κατά πόσο η παραπονούμενη υπέστη σεξουαλική κακοποίηση αναφέροντας με αντικειμενικότητα ότι η μόνη αρμόδια αρχή που μπορεί να διαπιστώσει τούτο είναι το Δικαστήριο. Παρέμεινε επίσης σταθερή στην αντικειμενική της θέση ότι δεν αποτελεί έργο της να αξιολογήσει την αλήθεια των ισχυρισμών της παραπονούμενης και ότι το τι η ίδια διερευνούσε ήταν την κατάσταση της ψυχικής υγείας της. Εξήγησε επίσης ότι όταν συναντήθηκε με την παραπονούμενη αυτή ήταν πλέον ενήλικη και δεν την αξιολόγησε ως ανήλικη επιμένοντας ότι σε καμία περίπτωση δεν διαπιστώθηκε στην παραπονούμενη στοιχείο υπόκρισης, προσποίησης, διογκωμένα συναισθήματα, υπερτονισμένα συναισθήματα ή υπερβολή στα υπάρχοντα συμπτώματα. Ήταν δε σίγουρη ότι το σύμπλεγμα των συμπτωμάτων που παρουσίαζε η παραπονούμενη προϋποθέτει διαταραχή μετατραυματικού στρες. Κατά την επίσης αντεξέτασή της επέμενε σταθερά στα όσα ανέφερε και θεωρούμε καθόλα ορθή την αξιολόγηση της μαρτυρίας της που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τον χαρακτηρισμό της ως αξιόπιστη και την αποδοχή της.

 

Τέλος, σε ό,τι αφορά την αρνητική αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσείοντα και τη μη αποδοχή της που επίσης αποτελεί μέρος του δεύτερου λόγου έφεσης, θεωρούμε ότι ούτε αυτό το σκέλος του λόγου έφεσης δεν έχει έρεισμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε πλήρη και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας του εφεσείοντα την οποία και αξιολόγησε ενδελεχώς στις σελίδες 64-76 της απόφασης της πλειοψηφίας εξηγώντας μάλιστα με παραδείγματα για ποιο λόγο απορρίφθηκε η μαρτυρία του εφεσείοντα.

 

Διαπιστώθηκαν επίσης αντιφάσεις μεταξύ της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία και την οποία υιοθέτησε στο Δικαστήριο και της προφορικής του μαρτυρίας στο Δικαστήριο. Δεν είναι επίσης ορθή η θέση του εφεσείοντα ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας του προέκυψε από λανθασμένη καθοδήγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο την εξέτασε με βάση τον χαρακτήρα του, την στάση του απέναντι στην παραπονούμενη και την οικογένειά της και την εν γένει συμπεριφορά του στο Δικαστήριο την οποία το Δικαστήριο σχολίασε έντονα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφασή του δικαιολογεί, με αναφορά στη μαρτυρία του, τη θέση του ότι η μαρτυρία του εφεσείοντα χαρακτηριζόταν από ασυνέπεια, αντιφάσεις και παλινδρομήσεις. Μέσα από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι ήταν καθόλα λογική και επιτρεπτή η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι αυτός μιλούσε με τέτοιο απαξιωτικό τρόπο για την παραπονούμενη και την οικογένειά της προσπαθώντας να δημιουργήσει στο Δικαστήριο αρνητική εντύπωση για εκείνην και να της αποδώσει αλλότρια κίνητρα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε μεγάλο αριθμό αντιφάσεων στη μαρτυρία του τις οποίες και παρέθεσε. Προκύπτει σαφώς, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν βασίστηκε αποκλειστικά στη συμπεριφορά του και στον τρόπο εκφοράς των θέσεων του για να τον κρίνει αναξιόπιστο. Αντίθετα, αντιπαρέβαλε τις θέσεις του, τόσο με την υπόλοιπη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας αλλά και με τις ίδιες τις θέσεις του στην κατάθεση αλλά και στην ένορκη μαρτυρία του κατά την κυρίως εξέταση και την αντεξέτασή του. Σχετική είναι η απόφαση Λ.Λ. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 27/17, ημερομηνία 21.11.2017.

 

Αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος έφεσης.

 

Ο λόγος που αφορά την ποινή και ειδικά ότι αυτή είναι υπερβολική όπως τίθεται στην ειδοποίηση έφεσης που καταχώρησε μόνος του αρχικά ο εφεσείοντας, δεν προωθήθηκε από τον συνήγορό του, ούτε υπάρχει λόγος έφεσης που να στηρίζει τέτοια θέση, γι’ αυτό και δεν θα εξεταστεί.

 

Ενόψει των ανωτέρω, η πρωτόδικη απόφαση της πλειοψηφίας επικυρώνεται. Η παρούσα έφεση απορρίπτεται.

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

         


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο