ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΣΤΑΥΡΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ κ.α. v. UNICARS LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 352/2019, 30/7/2026
print
Τίτλος:
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΣΤΑΥΡΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ κ.α. v. UNICARS LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 352/2019, 30/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 352/2019)

 

30 Ιουλίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

1.     ΣΤΑΥΡΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ

2.     ΜΥΡΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Εφεσείοντες/Ενάγοντες

v.

 

1.     UNICARS LIMITED

2.     AUTOMOBILI LAMBORGHINI SPA

 

Εφεσιβλήτων/Εναγομένων

 

Και ως τροποποιήθηκε στις 7.5.26

 

1.        ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΣΤΑΥΡΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ

2.     ΜΥΡΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Εφεσείοντες/Ενάγοντες

v.

 

1.     UNICARS LIMITED

2.     AUTOMOBILI LAMBORGHINI SPA

 

Εφεσιβλήτων/Εναγομένων

 

--------------------

 

Ο. Χριστοφή με Μ. Γιαννοπούλου (κα), για Χριστοφή, Μερακλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντες

Σ. Μαυροκέφαλος, για Πολάκης Σαρρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητη 1

Κ. Μιχαήλ με Μ. Γεωργίου (κα), για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσίβλητη 2

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Οι αρχικοί Εφεσείοντες είναι σύζυγοι και το 2009 καταχώρισαν αγωγή αξιώνοντας αποζημιώσεις αφενός για σωματικές βλάβες και αφετέρου για ζημιές στο αυτοκίνητο του Εφεσείοντος 1, οι οποίες προκλήθηκαν σε οδικό ατύχημα στις 31.12.08. Το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν ήταν ένα Lamborghini Murcielago LP640 Coupe και το οδηγούσε ο Εφεσείων 1, με συνεπιβάτιδα την Εφεσείουσα 2. Κάποια στιγμή ο Εφεσείων έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, αυτό ξέφυγε από τον δρόμο, κτύπησε σε παγκέτο και μετά σε περιτοίχισμα οικίας, όπου και ακινητοποιήθηκε.

 

Η βασική θέση την οποίαν προώθησαν στην αγωγή τους ήταν ότι το ατύχημα προκλήθηκε λόγω μηχανικού ελαττώματος και δη «συνεπεία δυσλειτουργίας (μπλοκάρισμα) του οπίσθιου δεξιού τροχού και ή συνεπεία δυσλειτουργίας του άξονα του επίδικου οχήματος» και ή συνεπεία ελαττωματικότητας του δοχείου καυσίμων. Εξ ου και απέδιδαν αμέλεια στις Εφεσίβλητες, επί τω ότι η πρώτη διενήργησε εργασίες επιδιόρθωσης και συντήρησης και η δεύτερη ήταν η κατασκευάστρια του αυτοκινήτου, η οποία το έθεσε στην κυκλοφορία και εξουσιοδότησε την Εφεσίβλητη 1 να παρέχει υπηρεσίες συντήρησης, επιδιόρθωσης και επισκευής. Η θέση των Εφεσιβλήτων ήταν ότι αιτία του ατυχήματος ήταν η υπερβολική ταχύτητα και η ένεκα αυτής απώλεια ελέγχου του οχήματος, θέματα για τα οποία δεν είχαν ευθύνη οι ίδιες.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν εκ μέρους των Εφεσειόντων ο Εφεσείων 1, ο κ. Γ. Τζυρκαλλής (Μ.Ε.2) και ο                          Θ. Παντελίδης (Μ.Ε.3). Εκ μέρους της Εφεσίβλητης 1 κατέθεσαν ο               κ. Α. Αγαθαγγέλου (Μ.Υ.1 -1) και ο κ. Η. Κωνσταντίνου (Μ.Υ.2 - 1) ενώ εκ μέρους της Εφεσίβλητης 2 κατέθεσαν ο κ. Χ. Χρυσοστόμου               (Μ.Υ.1 - 2), ο κ. R. V. Guerra (Μ.Υ.2 - 2) και ο κ. Ι. Καλαϊτζόγλου (Μ.Υ.3 - 2). Με εξαίρεση τον Εφεσείοντα 1 και τον κ. Παντελίδη (Μ.Ε.3), όλοι οι υπόλοιποι μάρτυρες προσέφεραν μαρτυρία γνώμης.

 

Αξιολογώντας την μαρτυρία ο πρωτόδικος Δικαστής απέρριψε τη θέση περί ελαττωματικότητας είτε κάποιου άξονα είτε του δοχείου καυσίμων. Διεπίστωσε ότι η καταστροφή του οχήματος οφείλετο στη σφοδρότητα της σύγκρουσης, η οποία με τη σειρά της οφείλετο στην υψηλή ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο Εφεσείων 1, ο οποίος ευθύνετο αποκλειστικά για οποιαδήποτε ζημιά, αφού υπήρξε αμελής.

 

Οι Εφεσείοντες προσέβαλαν την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, προβάλλοντας οκτώ λόγους έφεσης. Η Εφεσίβλητη 2 καταχώρισε αντέφεση προβάλλοντας επτά λόγους προς διαφοροποίηση της πρωτόδικης απόφασης. Μετά τον ορισμό της έφεσης για ακρόαση και ένεκα του απροσδόκητου θανάτου του Εφεσείοντος 1, το Εφετείο ενέκρινε αίτημα για συνέχιση της έφεσης από τον διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος και για σχετική τροποποίηση του τίτλου. Παρά την αλλαγή αυτή, θεωρούμε ότι είναι ορθότερο να αναφερόμαστε κατωτέρω στον αρχικό Εφεσείοντα 1, καθότι εξυπηρετεί καλύτερα την κατανόηση των θεμάτων.

 

Λόγοι Έφεσης και Αντέφεσης

 

Με τους οκτώ λόγους έφεσης τους οι Εφεσείοντες προβάλλουν κατά σειράν ότι ο πρωτόδικος Δικαστής: (1) Προέβη σε εσφαλμένο καθορισμό των επίδικων θεμάτων και του καθήκοντος επιμέλειας,          (2) Εσφαλμένα κατέληξε σε συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε διασύνδεση των θορύβων, για τους οποίους είχε παραπονεθεί ο Εφεσείων 1, με την ενδεχόμενη βλάβη, (3) Εσφαλμένα κατέληξε ότι το βασικό ελάττωμα για το οποίο παραπονείτο ο Εφεσείων 1 δεν υφίστατο, (4) Εσφαλμένα απαρίθμησε παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, περιλαμβάνοντας σε αυτά γεγονότα που δεν ήταν τέτοια, (5) Εσφαλμένα κατέληξε σε συμπεράσματα χωρίς να υπάρξει στοιχειώδης προηγούμενη παράθεση και αξιολόγηση μαρτυρίας, (6) Εσφαλμένα στηρίχθηκε στην έννοια της «απλής αντικειμενικής λογικής»,                        (7) Εσφαλμένα απέρριψε τη μαρτυρία βάσει της οποίας τα ίχνη τροχοπέδησης ήταν ίχνη ολίσθησης και όχι πλαγιολίσθησης,                        (8) Εσφαλμένα έκρινε αναξιόπιστη τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, ήτοι του Εφεσείοντος 1 και του κ. Τζυρκαλλή. 

 

Με την αντέφεση της η Εφεσίβλητη 2 εγείρει ζητήματα σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του αυτοκινήτου, το καθήκον επιμέλειας κατασκευαστή, τις πιθανές αποζημιώσεις και τον πιθανό καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των Εφεσιβλήτων. Η περαιτέρω επέκταση στους λόγους αντέφεσης αναμφίβολα συναρτάται με την τύχη της έφεσης.

 

Επειδή εγείρονται διάφορα ζητήματα που αφορούν τη σύνταξη της απόφασης, διευκρινίζουμε εξαρχής ότι η σειρά με την οποία επιλαμβάνεται ένα Δικαστήριο της αξιολόγησης της μαρτυρίας σχετίζεται μεν με τη δομή και τη σύνταξη της απόφασης, αλλά δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της αξιολόγησης και την εξαγωγή ευρημάτων ή συμπερασμάτων (Μισιέλλης ν. Σιερεπεκλή (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 1228). Οι αρχές δε οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε πτυχή της. Αυτό το οποίο απαιτείται είναι ο ορθός προσδιορισμός του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, ο ορθός προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο συσχετισμός της μαρτυρίας με τα ευρήματα και συμπεράσματα, καθώς και η συνάρτηση της ετυμηγορίας με τα επίδικα θέματα και τα ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 1063). Ως προς την αιτιολογία το ουσιώδες είναι αυτή να παρέχει την ευχέρεια σε ένα ανώτερο Δικαστήριο να αξιολογήσει την ορθότητα της απόφασης (βλ. Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 473). Εντός των πιο πάνω παραμέτρων κρίνεται και η πρωτόδικη απόφαση στην παρούσα. Η οποία εκτείνεται σε 126 σελίδες, εν πολλοίς αχρείαστα αλλά δεν είναι αυτό το ουσιώδες.

 

Ο πρωτόδικος Δικαστής επέλεξε μεν να καταγράψει σε μια ενότητα τη «Μαρτυρία, Αξιολόγηση, Νομική Πτυχή, Συμπεράσματα», πλην όμως είναι γεγονός πως παράλληλα συμπεριέλαβε υποενότητες για διάφορα θέματα στο μακροσκελές κείμενο. Αρχικά, ο πρωτόδικος Δικαστής όντως κατέγραψε κάποια γεγονότα τα οποία θεώρησε ότι είναι παραδεκτά ή δεν αμφισβητήθηκαν. Χωρίς να παραθέτουμε κάποιο γεγονός για το οποίο εγείρεται ζήτημα με τον τέταρτο λόγο έφεσης, μεταξύ άλλων σημείωσε ως τέτοια ότι:

  

1.    Στις 22.5.08 ο Εφεσείων 1 αγόρασε το αυτοκίνητο στην Αγγλία από την Romans International Ltd, ως μεταχειρισμένο.

 

2.    Η Εφεσίβλητη 2 είναι η κατασκευάστρια του αυτοκινήτου.

 

3.    Η Εφεσίβλητη 1 ήταν η εξουσιοδοτημένη για την Κύπρο πάροχος υπηρεσιών συντήρησης και ή επιδιόρθωσης και ή επισκευής των αυτοκινήτων που κατασκεύαζε η Εφεσίβλητη 2.

 

4.    Τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2008 ο Εφεσείων 1 προσκόμισε το αυτοκίνητο στην Εφεσίβλητη 1 παραπονούμενος για θόρυβο που προερχόταν από το πίσω αριστερό μέρος του αυτοκινήτου.  Κατά την εξέταση του από την Εφεσίβλητη 1 διαπιστώθηκε ότι έλειπαν τρεις βίδες από το πίσω αριστερό ημιαξόνιο της αριστερής μέσα πλευράς του αυτοκινήτου.  Με οδηγίες του Εφεσείοντος 1 και της Εφεσίβλητης 2, η Εφεσίβλητη 1 προέβη σε επισκευή του αυτοκινήτου τοποθετώντας: (α) έξι καινούργιες βίδες με έξι καινούργιες ροδέλες, (β) καινούργιο πισινό αριστερό άξονα, και (γ) καινούργια φλάντζα συγκράτησης του εν λόγω άξονα. Η Εφεσίβλητη 1 προμηθεύτηκε τα εν λόγω εξαρτήματα από την Εφεσίβλητη 2. Το κόστος εργασιών επισκευής και των εξαρτημάτων εκ €773,76 καταβλήθηκε από την Εφεσίβλητη 2.

 

5.    Κατά τη διεξαγωγή των πιο πάνω εργασιών επί του αυτοκινήτου τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2008, η Εφεσίβλητη 1, κατ’ εντολήν του Εφεσείοντος 1 προέβη και σε εργασίες τακτικής συντήρησης (service) του αυτοκινήτου με κόστος €207,07 και οι εργασίες που διενεργήθηκαν συνίσταντο σε: (α) αλλαγή λαδιών μηχανής, (β) αλλαγή φίλτρου λαδιού και (γ) γενικό έλεγχο της μηχανής, των τροχών, των φρένων, του ηλεκτρικού συστήματος και διαγνώσεων, με βάση το πλάνο ελέγχου που εκδίδει η Εφεσίβλητη 2 για το προγραμματισμένο σχέδιο ελέγχου (scheduled maintenance plan) οχημάτων του τύπου του επίδικου οχήματος για το σημείο κατά το οποίο τα εν λόγω οχήματα θα έχουν διανύσει 1.650 έως 3.200 χιλιόμετρα.

 

6.    Τον Νοέμβριο του 2008, κατόπιν οδηγιών της Εφεσίβλητης 2, η Εφεσίβλητη 1 κάλεσε τον Εφεσείοντα 1, ο οποίος προσκόμισε το επίδικο όχημα για αλλαγή εξαρτημάτων και για προληπτικές εργασίες.  Συγκεκριμένα, η Εφεσίβλητη 1 άλλαξε: (α) τον δείκτη ελέγχου στάθμης λαδιού, (β) την τροχαλία στροφαλοφόρου άξονα και (γ) την κεντρική ασφάλεια της ηλεκτρικής εγκατάστασης. Η Εφεσίβλητη 1 προμηθεύτηκε τα εν λόγω εξαρτήματα από την Εφεσίβλητη 2. Τα κόστη εργασιών επισκευής και εξαρτημάτων εκ συνόλου €460 καταβλήθηκαν από την Εφεσίβλητη 2.

 

Ακολούθησε στην πρωτόδικη απόφαση η παράθεση κάποιων νομολογιακών αρχών για την αξιολόγηση μαρτυρίας και εν συνεχεία, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε σε ανάλυση της νομικής πτυχής, εις ό,τι αφορά την αμέλεια, τη συντρέχουσα αμέλεια, την ευθύνη συνεναγομένων, τον περί Πωλήσεως Αγαθών Ν.10(Ι)/94, διάφορους άλλους ειδικούς Νόμους σχετικούς με καταναλωτικά αγαθά (Ν.74(Ι)/94, Ν.105(Ι)/95, Ν.7(Ι)/00, Ν.41(1)/04), το βάρος απόδειξης και την αρχή res ipsa loquitur. Όλα αυτά σε έκταση 18 σελίδων, στις οποίες παρατίθενται σειρά αποσπασμάτων από νομοθεσία και νομολογία, τα οποία κρίνουμε πως ήταν εκ του περισσού, ως θα διαφανεί κατωτέρω. 

 

Εν συνεχεία (και παρότι δεν προωθείτο), το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε τον διαζευκτικό δικογραφικό ισχυρισμό των Εφεσειόντων περί εφαρμογής της αρχής res ipsa loquitur. Λόγος για την απόρριψη ήταν το ότι οι Εφεσείοντες αφενός δικογραφικά είχαν παραθέσει λεπτομέρειες αμέλειας και αφετέρου είχαν προσκομίσει την εμπειρογνώμονη μαρτυρία του κ. Τζυρκαλλή περί του ότι το ατύχημα οφείλετο σε δυσλειτουργία και ή ελαττωματικότητα του πισινού δεξιού άξονα και ή του ημιαξονίου του αυτοκινήτου, άρα οι Εφεσείοντες ισχυρίζοντο ότι είχαν γνώση της αιτίας του ατυχήματος σε αντίθεση με ό,τι επιτάσσει η νομολογία ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής res ipsa loquitur (Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614, Χατζηπαύλου ν. Ιντζιρτζιάν κ.ά. (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 1278).

 

Στην επόμενη υποενότητα ο πρωτόδικος Δικαστής ασχολήθηκε με τις νομολογιακές «Προϋποθέσεις Αμέλειας» και τον «Καθορισμό Καθήκοντος Επιμέλειας Παραγωγού στην υπό Κρίση Περίπτωση». Αφού υπενθύμισε ότι το αυτοκίνητο αγοράστηκε ως μεταχειρισμένο, αναφέρθηκε σε νομολογία και κατέληξε ότι το πρωτεύον καθήκον επιμέλειας της Εφεσίβλητης 2 καθορίζεται από την υποχρέωση της να διασφαλίσει ότι το αυτοκίνητο «δεν ήταν επικίνδυνο και δεν ήταν ελαττωματικό […] κατά τον χρόνο που ολοκληρώθηκε η παραγωγή του και τέθηκε αυτό σε κυκλοφορία» (Donoghue v. Stevenson (1932) A.C. 562, Cyprus Wine Association Ltd v. Georghiou (1970) 1 C.L.R. 246). Ακολούθως, αφού παρέπεμψε σε απόσπασμα από το σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 17η έκδοση, §9-16, σ. 493, σύμφωνα με το οποίο δεν υπάρχει ευθύνη βάσει της Donoghue v. Stevenson (ανωτέρω) για την αμέλεια ανεξάρτητων εργολάβων, νοουμένου ότι έχουν επιλεγεί με τη δέουσα προσοχή αλλά παρόλα αυτά ο ανεξάρτητος εργολάβος δυνατόν ο ίδιος σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να ευθύνεται απέναντι στον ενάγοντα, κατέληξε (στη σ. 39) ότι:

 

«Επομένως το πλαίσιο του καθήκοντος επιμέλειας της εναγομένης 2 στην υπό κρίση περίπτωση καθορίζεται, στην πλήρη διάστασή του, ως ακολούθως:

(α) Από την υποχρέωση της εναγομένης 2 να διασφαλίσει ότι το Επίδικο Όχημα δεν ήταν επικίνδυνο και δεν ήταν ελαττωματικό (δηλαδή στο βαθμό που να προκαλέσει βλάβη στον τελικό χρήστη ή στην περιουσία του) κατά τον χρόνο που ολοκληρώθηκε η παραγωγή του και τέθηκε αυτό σε κυκλοφορία.

(β) Σε σχέση με την εναγόμενη 1, το καθήκον επιμέλειας συνίσταται στο να έχει κάνει η εναγομένη 2 με επιμέλεια την επιλογή της εναγομένης 1 αναφορικά και σε σχέση με τις παρεχόμενες από την εναγομένη 1 υπηρεσίες. Πέραν αυτού, δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε άλλο στην έννοια του καθήκοντος επιμέλειας που είχε υποχρέωση να επιδείξει στην υπό κρίση περίπτωση η εναγόμενη 2 σε σχέση με τις επιλογές και τις ενέργειες της εναγομένης 1.

Οι ενάγοντες φέρουν το βάρος να αποδείξουν ότι οι εναγόμενες παραβίασαν το καθήκον επιμέλειάς τους ως ανωτέρω».

 

Τα πιο πάνω συνιστούν τον καθορισμό επίδικων θεμάτων και καθήκοντος επιμέλειας, για τα οποία παραπονούνται οι Εφεσείοντες με τον πρώτο λόγο έφεσης. Προβάλλουν οι Εφεσείοντες ότι οι Εφεσίβλητες από κοινού ώφειλαν ένα συνεχές καθήκον επιμέλειας αφενός κάθε φορά που παραλάμβαναν το αυτοκίνητο, ήτοι να επιστρέψουν και πάλι ένα ασφαλές προϊόν και αφετέρου κάθε φορά που πληροφορούντο για οτιδήποτε σχετικό με την οδηγική λειτουργία του αυτοκινήτου να ενεργούν με τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, ούτως ώστε να διαγιγνώσκεται και επιλύεται το πρόβλημα, κατά τρόπο που δεν θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια των Εφεσειόντων.

 

Ομολογουμένως, υπάρχει πληθώρα νομολογίας εν σχέσει με το ζήτημα της αμέλειας. Αρκούμαστε στην παράθεση από την Ξενοφώντος ν. K. N. Zoo Bar Restaurant Ltd κ.ά. (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2786 του ακόλουθου αποσπάσματος:

 

«Η αμέλεια ως έννοια είναι νομικά πασίγνωστη και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Χάριν υπενθύμισης και μόνο, να λεχθεί ότι στο Κυπριακό σύστημα δικαίου αυτή οριοθετείται από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149, […] (Κωνσταντίνου v. Χατζηκυριάκου (1993) 1 Α.Α.Δ. 864 και Καλαθά v. Πουλλίτα (2006) 1 Α.Α.Δ. 480). Το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και η επέλευση ζημιάς ως αποτέλεσμα αποτελούν τα τρία κλασσικά συστατικά ή παράγοντες που ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου. Δεν είναι όμως η έλευση κάθε ζημιάς από τρίτο που καθιερώνει αξίωση αμέλειας. Κατά τη νομολογιακή προσέγγιση της έννοιας της αμέλειας είναι απαραίτητη πρωταρχικά η απόδειξη ότι το άτομο, φυσικό ή νομικό, που προκάλεσε τη ζημιά, όφειλε καθήκον επιμέλειας, έναντι του ζημιωθέντος («duty of care») που περικλείεται στη ρήση του Lord Atkin στην πασίγνωστη υπόθεση Donoghue v. Stevenson [1932] AC 562, με τη χρήση της έννοιας ή κριτηρίου του γείτονα («neighbour principle»). Όπου πρόσωπο βρίσκεται σε τέτοια γειτνίαση με άλλο ώστε το τελευταίο να αντιλαμβάνεται ως θέμα εύλογης αποτίμησης των δεδομένων («reasonable foreseeability»), ότι πράξη ή παράλειψη του  πιθανόν  να επιφέρει στο πρώτο ζημιά,  τότε αναδύεται καθήκον επιμέλειας.

[…]

Η έννοια της επιμέλειας περιορίστηκε στο χρόνο ώστε να αναχαιτιστεί η ανεξέλεγκτη επέκταση και ένταξη των διαφόρων περιπτώσεων στην έννοια, […]. Σήμερα, η έννοια της επιμέλειας οριοθετείται από το Caparo test, από την υπόθεση Caparo Industries plc v. Dickman [1990] 1 All E.R. 568 και τη σύγχρονη της, Marc Rich & Co. AG v. Bishop Rock Marine Co Ltd [1996] 1 AC 211, ώστε θα πρέπει: (1) ο ενάγων να δείξει ότι εμπίπτει στα πρόσωπα που ευλόγως μπορούσαν να επηρεαστούν, ανάλογα με τη ζημιά που έγινε, (2) ότι ενάγων και εναγόμενος βρίσκονται σε σχέση γειτνίασης («proximity») και (3) να είναι δίκαιο, ορθό και εύλογο («fair, just and reasonable») να εναποτεθεί καθήκον επιμέλειας υπό τις περιστάσεις».

 

Στην έκθεση απαίτησης τους οι Εφεσείοντες όντως απέδιδαν στις Εφεσίβλητες σειρά λεπτομερειών αμέλειας, των οποίων η ουσία ήταν ότι είχαν παραβεί το καθήκον τους (η μεν Εφεσίβλητη 1 η ίδια, η δε Εφεσίβλητη 2 μέσω της Εφεσίβλητης 1) να εντοπίσουν την ελαττωματικότητα του αυτοκινήτου και ή του δοχείου καυσίμων και ή τον κίνδυνο από τη δυσλειτουργία του άξονα και γενικά τη μηχανική βλάβη. Είναι εμφανές πως το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά τον καθορισμό του καθήκοντος επιμέλειας, δεν έλαβε υπ’ όψιν αυτές τις λεπτομέρειες αμέλειας. Είναι ενδεικτικό πως κατά κύριο λόγο εστίασε την προσοχή του στο καθήκον της Εφεσίβλητης 2 ως παραγωγού, χωρίς να εντοπίσει κάποιο αυτοτελές καθήκον της Εφεσίβλητης 1. Εμμέσως μόνον προέκυπτε κάποια αναφορά σε καθήκον της Εφεσίβλητης 1. Το κυριότερο όμως είναι πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προχώρησε, ως ώφειλε, να διαπιστώσει πρώτα τα γεγονότα και καθηκόντως τότε να εξετάσει κατά πόσον «είναι δίκαιο, ορθό και εύλογο να εναποτεθεί καθήκον επιμέλειας υπό τις περιστάσεις» στις Εφεσίβλητες, κατά τα λεχθέντα στην Ξενοφώντος (ανωτέρω). Όπως εξηγείται στην ίδια υπόθεση:

 

«Οι κατηγορίες ή συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να εγερθεί τέτοιο καθήκον αναγνωρίστηκε ήδη από την Donoghue v. Stevenson, από τον Lord McMillan, ότι δεν είναι ποτέ στεγανοποιημένες. Η αμέλεια ως έννοια μπορεί να επιδεικνύεται σε μια μεγάλη κατηγορία συνθηκών. Δεν είναι αναγκαίο τα εξεταζόμενα γεγονότα να εντάσσονται σε υποθέσεις όπου και προηγουμένως είχε στοιχειοθετηθεί αμέλεια. Το θέμα εξετάζεται, σύμφωνα με την Anns vMerton London Borough Council [1978] AC 728, σε δύο στάδια: Πρώτον, κατά πόσο υπάρχει η αναγκαία γειτνίαση ώστε να εγείρεται το ερώτημα ότι η έλλειψη φροντίδας δυνατόν να προκαλέσει ζημιά ως θέμα εύλογης πρόβλεψης. Δεύτερον, αν η απάντηση είναι καταφατική, κατά πόσον υπάρχουν δεδομένα που αδρανοποιούν ή περιορίζουν την έκταση αυτής της επιμέλειας».

 

Οι Εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι με τον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο καθόρισε το καθήκον επιμέλειας, εσήμαινε πως ακόμα και αν οι Εφεσείοντες απεδείκνυαν ότι «το δυστύχημα πράγματι προκλήθηκε από μπλοκάρισμα στη φωλιά του δεξιού ημιαξωνίου (sic) τότε και πάλι δεν θα έφεραν οποιαδήποτε ευθύνη οι Εναγόμενοι γιατί δεν θα είχαν οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας υπό τις περιστάσεις», τις οποίες προκαθόρισε το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Η εισήγηση των Εφεσειόντων είναι μεν ορθή αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει και το ουσιωδέστερο όλων των επίδικων ζητημάτων στην υπόθεση. Ως ουσιωδέστερο επίδικο ζήτημα εννοούμε την αιτία του ατυχήματος, η οποία ήταν αναμφίβολα καθοριστικότατης σημασίας για την υπόθεση των Εφεσειόντων. Όπως τονίζεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζιπιτή κ.ά. (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 749:

 

«Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά τη δίκη (Hotson v. East Berkshire Area Health Authority [1987] 2 All E.R. 909). Θέμα πραγματικό είναι και ο λόγος που προκάλεσε το δυστύχημα».

 

Είναι λοιπόν σαφές ότι η αιτία η οποία προκάλεσε το ατύχημα πρέπει να αποδεικνύεται ως πραγματικό γεγονός. Στην εν λόγω υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζιπιτή κ.ά. (ανωτέρω) η Δημοκρατία είχε ή ώφειλε να έχει γνώση της κατάστασης αφού η ύπαρξη κοιλώματος στον δρόμο είχε διαπιστωθεί ή θα έπρεπε να είχε διαπιστωθεί. Η Δημοκρατία παρέλειψε να συντηρήσει δεόντως τον δρόμο. Αυτά όμως δεν ήταν αφ’ εαυτών ικανά να στοιχειοθετήσουν την αμέλεια της για το ατύχημα. Εξ ου και το ότι εκεί η αγωγή απερρίφθη διότι ακριβώς δεν υπήρξε «… αιτιώδης σύνδεση, με μαρτυρία, μεταξύ της ύπαρξης του κοιλώματος και του ζημιογόνου αποτελέσματος». Δεν είχε δηλαδή  αποδειχθεί ότι αιτία του ατυχήματος ήταν το κοίλωμα στο οδόστρωμα.

 

Στην παρούσα περίπτωση οι ίδιοι οι Εφεσείοντες ήταν που επικαλέστηκαν ότι το ατύχημα οφείλετο σε μηχανική βλάβη, εξαιτίας της οποίας, κατά τον ισχυρισμόν τους, ο οδηγός Εφεσείων 1, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του χωρίς δική του ευθύνη και χωρίς να μπορέσει να πράξει οτιδήποτε προς αποτροπή της σύγκρουσης στο περιτοίχισμα. Ένας τέτοιος ισχυρισμός ισοδυναμεί με ισχυρισμό για αναπόφευκτο ατύχημα αφού στην πραγματικότητα «… συνίσταται βασικά από άρνηση αμέλειας και από εισήγηση ότι το δυστύχημα δεν μπορούσε να αποφευχθεί με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας και προσοχής στο βαθμό που αναμένεται από ένα μέσο άνθρωπο» (βλ. Iacovou Brothers (Constructions) Ltd ν. Κρίκκη (2004) 1 Α.Α.Δ. 398). Όπως προκύπτει mutatis mutandis από την υπόθεση Φραντζή κ.ά. ν. Φραντζή κ.ά. (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1295 το βάρος απόδειξης ενός τέτοιου αναπόφευκτου ατυχήματος το φέρουν πάντα αυτοί που το επικαλούνται, οι οποίοι σύμφωνα με το παρατιθέμενο στην εν λόγω υπόθεση απόσπασμα από το Charlesworth & Percy on Negligence, 7η έκδοση, §3-86, σ.198:

 

“They must either show what was the cause of the accident, and show that the result of that cause was inevitable; or they must show all the possible causes, one or other of which produced the effect, and must further show with regard to every one of these possible causes that the result could not have been avoided”.

 

Παρόμοια καθοδήγηση λαμβάνεται και από την υπόθεση Σωκράτους ν. Λοΐζου κ.ά. (2013) 1(Β) Α.Α.Δ. 905. Εκεί ο Εναγόμενος 1 ισχυριζόταν ότι εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα (όπου έγινε η σύγκρουση) εξαιτίας βλάβης και κλειδώματος των τροχών του αρθρωτού, το οποίο οδηγούσε. Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε απολύτως με τις ακόλουθες, πρωτοδίκως αναφερθείσες, νομικές αρχές:

 

«Δημιουργήθηκε επομένως εκ πρώτης όψεως υπόθεση αμέλειας του Εναγομένου 1 ο οποίος καλείτο να εξηγήσει γιατί το αυτοκίνητο που οδηγούσε κινήθηκε κατ' αυτό τον τρόπο. Στην απουσία οιασδήποτε εξήγησης θα ήταν υπεύθυνος για την πρόκληση του επιδίκου δυστυχήματος. Συνεπώς το μαρτυρικό βάρος απόδειξης μεταφέρθηκε στους ώμους του να αποδείξει πως δεν ήταν αμελής.

Εάν αποδείξει ότι χωρίς δική του υπαιτιότητα προκλήθηκε η συγκεκριμένη βλάβη στο αυτοκίνητο του, ότι δηλαδή χωρίς να ευθύνεται απεκόπηκε η σωλήνα παροχής πεπιεσμένου αέρα στο σύστημα χειροφρένου του αυτοκινήτου του και κλειδώθηκαν οι τροχοί του άξονα κίνησης του "tractor" και πως τούτο οδηγεί σε jack-knife και ανεξέλεγκτη πορεία του αρθρωτού, τότε το μαρτυρικό βάρος απόδειξης μεταφέρεται στους Ενάγοντες να καταδείξουν πως ο Εναγόμενος 1 υπήρξε αμελής και ότι η αμέλεια την οποία υπέδειξε συνδέεται αιτιολογικά και προκάλεσε ή συνέτεινε στην πρόκληση του επιδίκου δυστυχήματος."

[…]

«Όπως στις περιπτώσεις όπου ένα αυτοκίνητο ολισθαίνει στο δρόμο και εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και προκαλεί δυστύχημα έτσι και στην παρούσα περίπτωση ο Εναγόμενος 1 έχει το βάρος να αποδείξει ότι το jack-knife δεν προκλήθηκε από δική του αμέλεια. Αμέλεια του Εναγομένου 1 που προκάλεσε το jack-knife περιλαμβάνει οιαδήποτε θετική πράξη ή παράλειψη του που το προκάλεσε ή παράλειψη του να επιτύχει την αποφυγή του αν κάτι τέτοιο ήταν εφικτό. Ακόμη, κι αν αποδείξει πως το jack-knife ήταν το φυσικό και αναπόφευκτο αποτέλεσμα του κλειδώματος των τροχών του άξονα κίνησης έχει το περαιτέρω βάρος να αποδείξει ότι το κλείδωμα των τροχών δεν προκλήθηκε από δική του αμέλεια».

 

Στην παρούσα, όπως ήδη αναφέραμε, οι Εφεσείοντες επικαλέστηκαν ως αιτία του ατυχήματος τη μηχανική βλάβη, την οποία και είχαν το βάρος να στοιχειοθετήσουν. Είναι αυτονόητο πως εάν ο ισχυρισμός αυτός δεν γινόταν δεκτός τότε εκβαραθρώνετο εκ θεμελίων ολόκληρη η εκδοχή των Εφεσειόντων. Μάλιστα, η κατάδειξη κάποιας μηχανικής βλάβης, ως αιτίας του ατυχήματος, ήταν σε πρώτο στάδιο ανεξάρτητη και ασύνδετη με τυχόν ευθύνη οποιουδήποτε για τέτοια βλάβη. Προείχε δηλαδή η κατάδειξη κάποιας μηχανικής βλάβης ως αιτίας του ατυχήματος.

 

Συνεπώς στο αρχικό αυτό στάδιο δεν απαιτείται και δεν επεκτείνεται η εξέταση στο κατά πόσον οι πράξεις ή οι παραλείψεις οποιουδήποτε των Εφεσιβλήτων ή και των δύο ευθύνονται για τυχόν μηχανική βλάβη. Η αγωγή στηρίζετο και προϋπέθετε την ύπαρξη μηχανικής βλάβης η οποία να προκάλεσε το ατύχημα. Εάν κατεδεικνύετο η μηχανική βλάβη ως αιτία του ατυχήματος τότε είναι που θα έπρεπε να εξεταστεί η αιτιώδης συνάφεια (causation) μεταξύ πράξεων ή παραλείψεων των Εφεσιβλήτων και της μηχανικής βλάβης, ήτοι του ατυχήματος, το οποίο η βλάβη επέφερε. Εάν το ατύχημα δεν οφείλετο σε βλάβη, τότε δεν υπήρχε λόγος να συζητούνται και εξετάζονται όλα τα υπόλοιπα, στα οποία υπεισήλθε το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Προέχει λοιπόν η εξέταση αυτής της εισήγησης και δη ο έλεγχος ότι το ατύχημα όντως οφείλετο σε μηχανική βλάβη, ως ήταν η θέση των Εφεσειόντων. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον εξετάζονται ενιαία όλοι οι λόγοι έφεσης και μάλιστα μόνο σε όποια έκταση σχετίζονται με το βασικότατο αυτό ζήτημα. Του οποίου βέβαια η επίλυση συναρτάται άμεσα και με την τύχη εν συνόλω της έφεσης, καθότι η τυχόν κατάρριψη του ισχυρισμού περί μηχανικής βλάβης ως της αιτίας (cause) του ατυχήματος, καθιστά, ως θέμα κοινής λογικής, αχρείαστη την όποια περαιτέρω συζήτηση για τυχόν ευθύνη των Εφεσιβλήτων και κατά συνέπειαν και οποιουδήποτε άλλου λόγου έφεσης ή αντέφεσης.

 

Ο πρωτόδικος Δικαστής αναφέρθηκε στη μαρτυρία που παρουσίασαν οι Εφεσείοντες για να αποδείξουν την εκδοχή τους. Δεν θα σχολιάσουμε τη σειρά και τα διάφορα σημεία στην απόφαση, στα οποία εντοπίζεται η παράθεση αυτή. Σημασία έχει ότι εντοπίζεται η μαρτυρία αυτή, όπως και η σχετική αξιολογική κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όπως καθίσταται αντιληπτό, για να αποδείξουν την εκδοχή τους οι Εφεσείοντες προσκόμισαν τη μαρτυρία του Εφεσείοντος 1 και του πραγματογνώμονα επί τροχαίων ατυχημάτων, κ. Τζυρκαλλή.

 

Η ουσία της μαρτυρίας του Εφεσείοντος 1 ήταν: (α) Ότι τον Ιούνιο του 2008 παραπονέθηκε για θόρυβο που άκουε από το πισινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου, συνεπεία του οποίου η Εφεσίβλητη 1 αντικατέστησε το πισινό αριστερό ημιαξόνιο με όλα τα σχετικά εξαρτήματα, ήτοι βίδες, ροδέλες και φλάντζα, (2) Ότι τον Νοέμβριο του 2008 υπήρξε αλλαγή εξαρτημάτων και προληπτικές εργασίες στο αυτοκίνητο, (3) Ότι λίγη ώρα πριν το ατύχημα, στις 31.12.08, τηλεφώνησε στον κ. Κωνσταντίνου (Μ.Υ.2 -1), παραπονούμενος για κάποιο θόρυβο στο πισινό δεξιό μέρος του αυτοκινήτου, ο δε                  κ. Κωνσταντίνου τον διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν κάτι που έπρεπε να τον ανησυχεί, δεδομένου ότι ήταν θόρυβος στα πλαίσια της φυσιολογικής λειτουργίας τέτοιου τύπου οχημάτων και (4) Ότι στις 31.12.08, ενώ οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα, άκουσε ένα πολύ δυνατό θόρυβο στο πισινό δεξιό μέρος του αυτοκινήτου, ότι αμέσως έχασε τον έλεγχο του οχήματος και ότι κοιτάζοντας από το καθρεφτάκι είδε φωτιά στο πισινό δεξιό μέρος του αυτοκινήτου.

 

Από δικής του πλευράς ο κ. Τζυρκαλλής ανέφερε πως έλαβε οδηγίες στις 15.3.10 να ετοιμάσει αναπαράσταση (reconstruction) του ατυχήματος. Σχετικά ετοίμασε την έκθεση ημερ. 10.1.12, την οποία και παρουσίασε ως Τεκμήριο 17 (“Report on Road Accident Reconstruction”). Σε αυτήν εξηγεί κατ’ αρχάς ότι «αναπαράσταση» είναι η προσπάθεια να εξακριβωθεί στη βάση των διαθέσιμων πληροφοριών το πώς προκλήθηκε το ατύχημα (“HOW the accident occurred”). Σημειώνει επίσης ότι στην παρούσα τα στοιχεία που είχε στη διάθεση του ήταν η αστυνομική έκθεση, το αστυνομικό σχεδιαγράφημα σκηνής, οι φωτογραφίες που έλαβε ο ίδιος, ήτοι του αυτοκινήτου στις 17.3.10 και της σκηνής στις 29.6.11 (τις οποίες έλαβε 15 και 29 μήνες αντίστοιχα, μετά το ατύχημα). Αμέσως μετά καταγράφει τις πληροφορίες που είχε στη διάθεση του (“Brief Details”), η ουσία των οποίων ήταν επί λέξει ότι: “About 25 meters before house No. 43 he lost control of his m/v after a mechanical problem and after that the rear end of his m/v had caught fire”. Ακολουθούν τέσσερεις σελίδες με 11 φωτογραφίες αφενός του σημείου σύγκρουσης από διάφορες κατευθύνσεις και αφετέρου του αυτοκινήτου. Η έκθεση καταλήγει με τα ακόλουθα συμπεράσματα:

 

“As shown in the police sketch plan, and our attached sketch plan there is a skid mark of 8m and this skid mark is from the right hand rear tyre of the m/v. (photographs 9, 10, 11 & 12 show the right hand rear rim, tyre and complete suspension destroyed).

As alleged by the driver of the m/v he was travelling along Profiti Elia road at a speed of approximately 50 km/h.

Before that he had come from Pafos where he could hear a strange noise coming from behind his m/v, and as he had recently replaced the left had rear driveshaft, this frightened him so he stopped and made a phone call to the service manager of Lamborghini in Cyprus explaining to him the problem. The service manager told him to continue driving his vehicle and not to be afraid, there is no problem. As he was driving along Profiti Elia road he first took a right hand curve, approximately 80 degrees, he drove under the bridge where the road was straight and after the bridge just before the slight left curve for unknown reasons the right hand rear wheel of his m/v locked as a result of him losing control of his m/v.

The m/v first hit into a gravel bank (X) and then its right hand rear side hit into the right hand corner wall of the house (X1). It is here where the fuel tank was ruptured and the fuel went onto the engine and hot exhaust pipes and silencers of the m/v causing it very rapidly to catch fire as a result destroying the m/v completely.

The m/v travelled its line of travel up to its final position X2, where the right hand front corner of the m/v hit into the front wall of the house.

The driver of the m/v is a very experienced driver and in the past he was driving other exotic cars such as a Ferarri.

There is no doubt that from the way the accident occurred and the damage one can see on the right hand rear side of the m/v (see photographs above) the accident occurred from a mechanical failure”.

(έμφαση δοθείσα)

 

Οι αρχές με βάση τις οποίες αξιολογείται η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων είναι πολύ καλά γνωστές και δεν θεωρούμε ότι απαιτείται εξαντλητική παράθεσή τους. Αρκεί να λεχθεί ότι, όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου (2013)              1(Α) Α.Α.Δ. 832, για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, ούτως ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα αποδειχθέντα ενώπιόν του γεγονότα, να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2298).

 

Το διαφοροποιητικό στοιχείο σε σχέση με άλλους, συνήθεις μάρτυρες, είναι πως οι εμπειρογνώμονες δύνανται να αναφέρουν τα συμπεράσματα τα οποία προκύπτουν από γεγονότα και περαιτέρω, τη γνώμη τους, για θέματα όμως τα οποία άπτονται της ειδικότητας ή της εμπειρίας τους (βλ. "Το Δίκαιο της Απόδειξης", Ηλιάδης και Σάντης, 2014, σελ. 573). Αυτό σε καμμιά περίπτωση δεν αποδυναμώνει την υποχρέωση στοιχειοθέτησης των γεγονότων επί των οποίων ο κάθε εμπειρογνώμονας στηρίζεται, του υποβάθρου δηλαδή στο οποίο βασίζει τα συμπεράσματά του. Εάν ο εμπειρογνώμονας αντλεί τη γνώση του όχι από διαπιστώσεις στις οποίες καταλήγει μετά από δική του έρευνα αλλά από πληροφόρηση την οποία τού έδωσαν άλλοι, τότε είναι πιθανόν να μην είναι στέρεη η δική του γνώμη και να απορριφθεί (Παύλου ν. Ανδρέου (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 693).

 

Στην περίπτωση που αμφισβητείται η εμπειρογνωμοσύνη κάποιου μάρτυρα το κρίσιμο ερώτημα είναι εν πρώτοις το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο συγκεκριμένος ως εμπειρογνώμονας (βλ. Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 438) και κατά δεύτερον το κατά πόσον έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί ως εμπειρογνώμονας, ζήτημα το οποίο εμπίπτει στην αρμοδιότητα του δικαστηρίου κατ’ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 934). Όπως καθοδηγητικά τέθηκε το θέμα στην υπόθεση Νικολάου ν. Δημοκρατίας, (2017) 2(Α) Α.Α.Δ. 429:

 

 «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ.316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd (1782) 3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis (2013) EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας   (2013) 2 Α.Α.Δ.110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. ν Clarke (2013) EWCA, Crim.162)».

  

Το πρώτο το οποίο πρέπει να διευκρινίσουμε, ως πολύ σημαντικό, είναι ότι δεν αμφισβητείται με την έφεση το πρωτόδικο εύρημα πως ο κ. Τζυρκαλλής παραδέχθηκε ότι δεν εξέτασε το ίδιο το αυτοκίνητο μετά το ατύχημα, έστω και στον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε οδηγίες (15.3.10). Αυτό σε αντίθεση αφενός, με τον κ. Κωνσταντίνου (Μ.Υ.2-1), μηχανολόγο μηχανικό της Εφεσίβλητης 1, ο οποίος το εξέτασε πολύ λίγες ημέρες μετά το ατύχημα, στις 15.1.09 και αφετέρου με τον εμπειρογνώμονα μηχανολόγο του Εργαστηρίου του Πανεπιστημίου Πατρών (AML Applied Mechanics Laboratory), τον κ. Καλαϊτζόγλου, (Μ.Υ.3-2), ο οποίος, έστω και αρκετά μετά, το εξέτασε στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2016, όταν ανέλαβαν την έρευνα κατόπιν ανάθεσης από την Εφεσίβλητη 2.

 

Εν πρώτοις να σημειώσουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς εντόπισε την αντίφαση σε σχέση με τον ισχυρισμό για φωτιά στο δοχείο καυσίμων. Συγκεκριμένα ήταν σαφές στην έκθεση Τεκμήριο 17 ότι ο κ. Τζυρκαλλής τοποθετούσε χρονικά την ανάφλεξη κατά τη στιγμή που το αυτοκίνητο κτύπησε στο περιτοίχισμα (Σημείο Χ1). Κατά τη μαρτυρία του όμως επιχείρησε να διαφοροποιηθεί λέγοντας τώρα ότι δεν μπορούσε να αποκλείσει την ανάφλεξη προ της σύγκρουσης. Αυτό, ανατρέποντας το γραπτό συμπέρασμα του ότι η φωτιά προέκυψε από τη διάτρηση του δοχείου καυσίμων και από το καύσιμο που διέφυγε. Ήταν, κατά το πρωτόδικο Δικαστήριο, «μια εκ των υστέρων σκέψη η οποία προέκυψε στην πορεία», χωρίς κανένα αντικειμενικό εύρημα, απλώς προς υποστήριξη της θέσης την οποία είχε προωθήσει ο Εφεσείων 1. Θα πρέπει να τονιστεί πως ο κ. Τζυρκαλλής παραδεχόταν ότι δεν είχε στη διάθεση του οποιοδήποτε αντικειμενικό εύρημα, το οποίο να στηρίζει την τοποθέτηση του για ανάφλεξη προτού ο Εφεσείων 1 χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Αυτό βέβαια συνιστούσε όχι μόνον μια εικασία αλλά και σαφέστατη αντίφαση με ό,τι σχετικό είχε διατυπώσει στην έκθεση Τεκμήριο 17. Το ότι ήταν διατεθειμένος να διαφοροποιήσει τη θέση του κατεδείκνυε όντως και την ετοιμότητα στήριξης των όσων απλώς άκουσε από τον Εφεσείοντα 1, χωρίς κάποια επιστημονική βάση ή αντικειμενικό εύρημα. Πράγμα το οποίο υπέδειξε και ο πρωτόδικος Δικαστής.

 

Εν πάση περιπτώσει, εν τέλει και ο κ. Τζυρκαλλής δέχθηκε τη θέση ότι η φωτιά ξεκίνησε όταν κτύπησε το πισινό δεξιό μέρος του αυτοκινήτου στο περιτοίχισμα, με αποτέλεσμα να σπάσει το ντεπόζιτο βενζίνης του αυτοκινήτου. Θεωρούμε απολύτως δικαιολογημένη την απόρριψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο της θέσης ότι η φωτιά είχε προκληθεί πριν το ατύχημα και ότι αποτέλεσε την αιτία του ατυχήματος.

 

Στην πραγματικότητα η εκδοχή των Εφεσειόντων εστιάζεται στη θέση ότι «το δυστύχημα προκλήθηκε από μπλοκάρισμα στη φωλιά του πίσω δεξιού ημιαξονίου». Αυτή εξάλλου είναι και η μόνη εισήγηση την οποίαν αναπτύσσουν στα πλαίσια των λόγων έφεσης και στο περίγραμμα τους. Επιμένουν δε στη θέση τους ότι τα σημειωθέντα στο σχεδιάγραμμα «ίχνη πλαγιολίσθησης» ήταν «ίχνη ολίσθησης τα οποία προήλθαν από το κλείδωμα ενός τροχού». Όπως προβάλλουν, ο                         κ. Τζυρκαλλής εξήγησε ότι κατά την κίνηση του αυτοκινήτου η λειτουργία του ημιαξονίου στη «φωλιά» του τροχού (Constant Velocity Joint) προκάλεσε εμπλοκή με αποτέλεσμα να μην αφήσει τον τροχό να κινηθεί ελεύθερα μέχρι που έσπασε το εν λόγω σύστημα και απελευθερώθηκε η κίνηση του τροχού. Κατά τους Εφεσείοντες, το ότι, μετά την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου από τη φωτιά, ο άξονας μπορούσε να κινηθεί χειροκίνητα δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι προηγουμένως ο άξονας μπορούσε να κινηθεί και ότι δεν είχε μαγκώσει πριν το ατύχημα, ως υποστήριζε ο κ. Τζυρκαλλής.

 

Εκείνο το οποίο έχει ιδιαίτερη σημασία (και δεν σχολιάζουν οι Εφεσείοντες) είναι πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τον κ. Τζυρκαλλή ως ειδικό για να δώσει μαρτυρία επί μηχανικής βλάβης. Ο πρωτόδικος Δικαστής αποδέχθηκε τη μαρτυρία των ειδικών μηχανολόγων (Κωνσταντίνου, Καλαϊτζόγλου, Αγαθαγγέλου) ενώ για τον κ. Τζυρκαλλή ορθώς ανέφερε ότι «… εφόσον τέθηκαν ζητήματα ελαττωματικότητας/ βλάβης/ δυσλειτουργίας εξαρτημάτων/ τμημάτων του Επίδικου Οχήματος, τότε δεν μπορεί να κριθεί ως κατάλληλος για να δώσει μαρτυρία εμπειρογνώμονα κάποιος που δεν έχει τις απαραίτητες ακαδημαϊκές, τεχνικές και εμπειρικές γνώσεις επί των ανωτέρω όπως εν προκειμένω ο κ. Τζιρκαλλής». Παρομοίως τόνισε και σε άλλο σημείο    (σ.106) ότι ο κ. Τζυρκαλλής δεν μπορούσε να δώσει μαρτυρία εμπειρογνώμονα για ζητήματα που αφορούν την παραγωγή του αυτοκινήτου, την ομολογοποίηση εξαρτημάτων ή συστημάτων, καθώς και για οποιοδήποτε κατ’ ισχυρισμόν ελάττωμα και ή δυσλειτουργία εξαρτήματος και ή συστήματος του αυτοκινήτου. Εξ ου και το Δικαστήριο κατέληξε ότι η πλευρά των Εφεσειόντων δεν έχει προσκομίσει κατάλληλη και αρμόζουσα μαρτυρία εμπειρογνώμονα σε σχέση με τα ανωτέρω ζητήματα. Με καταλυτικές συνέπειες στην υπόθεση τους.

 

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι απολύτως δικαιολογημένα ο πρωτόδικος Δικαστής έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο ότι «… τόσο ο κ. Καλαϊτζόγλου όσο και ο κ. Κωνσταντίνου και έχουν δώσει θετική μαρτυρία, υποστηριζόμενη από τεχνικά ευρήματα, ότι το δεξί ημιαξόνιο του αυτοκινήτου ήταν σε λειτουργική κατάσταση και ότι οι 6 βίδες που το συγκρατούσαν στο πίσω δεξί διαφορικό ήταν στη θέση τους». Η σημασία της αποδοχής του ευρήματος αυτού ήταν ότι αποκλείετο οποιαδήποτε βλάβη σχετιζόμενη με το δεξιό πισινό ημιαξόνιο, ως υποστήριζαν οι Εφεσείοντες. Αυτό υπό την έννοια ότι εάν μετά τη σύγκρουση το εν λόγω ημιαξόνιο ήταν σε λειτουργική κατάσταση, τότε, ως θέμα κοινής λογικής δεν υφίστατο βλάβη κατά τον χρόνο του ατυχήματος.

 

Προσθέτουμε ότι σε παρόμοιο ακριβώς συμπέρασμα κατέληξε και ο κ. Αγαθαγγέλου (Μ.Υ.1-1) στην έκθεση του Τεκμήριο 22, έχοντας προβεί σε εκτενή τεχνικό έλεγχο του αυτοκινήτου στις 17.11.16. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι τρεις αυτοί μάρτυρες έγιναν αποδεκτοί ως μηχανολόγοι μηχανικοί και αναμφίβολα είχαν την επιστημονική γνώση και εμπειρία να εκφέρουν άποψη για το συγκεκριμένο ζήτημα, σε αντίθεση με τον κ. Τζυρκαλλή. Δόθηκαν επαρκείς λόγοι από το πρωτόδικο Δικαστήριο για την αποδοχή της δικής τους γνώμης και δεν εντοπίζουμε λόγο παρέμβασης στην κατάληξη του αυτή. Άλλωστε, δεν προσβάλλεται με συγκεκριμένο λόγο έφεσης η αποδοχή της μαρτυρίας τους.

 

Οι Εφεσείοντες επικαλούνται τις παλαιότερες επιδιορθώσεις στο αριστερό πισινό μέρος, καθώς και τον θόρυβο στο πισινό δεξιό μέρος για τον οποίο παραπονέθηκε ο Εφεσείων 1. Με κάθε σεβασμό δεν συμφωνούμε ότι είτε από μόνο του το κάθε ένα από αυτά είτε από κοινού, ήταν ικανά να οδηγήσουν σε βάσιμο συμπέρασμα ότι αιτία του ατυχήματος ήταν η μηχανική βλάβη. Ένα τέτοιο συμπέρασμα, στη βάση των στοιχείων αυτών και χωρίς κατάλληλη μαρτυρία ειδικού, θα ήταν ασφαλώς αυθαίρετο, ατεκμηρίωτο και θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη εικοτολογία. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά (2003) 1(Α) Α.Α.Δ. 447, στην απουσία μαρτυρίας για το τι προκάλεσε το ατύχημα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ουσιαστικά σε εικασίες. Στην παρούσα αυτό κλήθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο να πράξει. Ο κ. Τζυρκαλλής δέχθηκε αβασάνιστα την ταχύτητα των 50 χ.α.ω. που τού ανέφερε ο Εφεσείων 1, εξέλαβε εσφαλμένα τα ίχνη πλαγιολίσθησης ως ίχνη ολίσθησης και χωρίς να είναι ειδικός επί του θέματος ή να έχει εξετάσει το αυτοκίνητο, συμπέρανε χωρίς κάποια απόδειξη ότι κλείδωσε ο δεξιός πισινός τροχός του αυτοκινήτου λέγοντας: «Είναι η κίνηση, κάτι σταμάτησε ή έσπασε το δισκόφρενο ή μάγκωσε ο άξονας της κίνησης εκείνου του τροχού, ως αποτέλεσμα να μην του επιτρέψει να γυρίσει, να το κλειδώσει». Είναι εμφανές ότι πρόκειται για εικασία, στηριζόμενη στην πεποίθηση ότι είχε κλειδώσει ο τροχός.

 

Για όλα τα ζητήματα αυτά το Δικαστήριο είχε ενώπιον του την έκθεση του AML, την οποία αξιολογώντας χαρακτήρισε ως εμπεριστατωμένη και τεχνικώς άρτια μαρτυρία. Πρόκειται για πολυσέλιδο κείμενο και δεν κρίνουμε ότι χρειάζεται να παραθέσουμε εκτεταμένες λεπτομέρειες από την εν λόγω έκθεση. Αρκούμαστε στο να σημειώσουμε ότι με βάση αυτή: (1) Η ταχύτητα του αυτοκινήτου «ήταν πάνω και πολλαπλάσια από το επιτρεπτό όριο, όπως κατεδείκνυε και η τελική θέση της πίσω αεροτομής του», συμπέρασμα το οποίο εξήγαγε και το πρωτόδικο Δικαστήριο με βάση τη σφοδρότατη σύγκρουση και τις σοβαρές ζημιές, (2) Το αυτοκίνητο διήνυσε απόσταση 56,60 μέτρων από το σημείο έναρξης των ιχνών πλαγιολίσθησης μέχρι το σημείο ακινητοποίησης του, (3) Δεν υπήρχε μηχανική βλάβη στον άξονα.

 

Ειδικά για την ταχύτητα, προσθέτουμε πως η θέση του                            κ. Καλαϊτζόλου, ήταν πως ανερχόταν τουλάχιστον σε 139 χ.α.ώ. κατά τον χρόνο πριν την απώλεια ελέγχου του αυτοκινήτου. Δεν υπάρχει ρητή αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσον δέχθηκε την πιο πάνω συγκεκριμένη ταχύτητα. Πλην όμως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το ζήτημα αυτό. Μεγαλύτερη σημασία έχει αφενός το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αιτιολογημένα απέρριψε τη θέση περί ταχύτητας 50 χ.α.ώ. και αφετέρου το ότι δέχθηκε πως η πραγματική ταχύτητα ήταν υπερβολική υπό τις περιστάσεις, αποτελούσα τη γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος. Άλλωστε το καθήκον του πρωτόδικου Δικαστηρίου εξαντλείτο στο να εξετάσει και κρίνει την αξίωση των Εφεσειόντων, η οποία στηρίζετο στην ύπαρξη μηχανικής βλάβης που προκάλεσε το ατύχημα. Μετά την απόρριψη της θέσης αυτής δεν ήταν υποχρεωμένο το πρωτόδικο Δικαστήριο να αναζητήσει την πραγματική αιτία του ατυχήματος. Τα όσα ανέφερε για το θέμα αυτό ήταν ως επί το πλείστον εκ του περισσού και δεν θα μας απασχολήσουν περαιτέρω.

 

Είναι πολύ καλώς γνωστή η αρχή ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας επαφίεται πρωτίστως στο δικάσαν την υπόθεση Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να δει και κρίνει τους μάρτυρες στη ζώσα ατμόσφαιρα της δίκης, παρακολουθώντας την όλη συμπεριφορά τους κατά τη βάσανο της αντεξέτασης. Το Εφετείο παρεμβαίνει μόνον όταν τα συμπεράσματα για την αξιοπιστία μαρτύρων είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή δεν ήταν ευλόγως επιτρεπτά ή είναι αυθαίρετα ή διαπιστώνονται αντιφάσεις ουσιαστικής μορφής που τα καθιστούν λανθασμένα (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 676, Ζερβού κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2192).   

 

Το βάρος απόδειξης ότι τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι εσφαλμένα, το φέρει ο διάδικος, ο οποίος τα αμφισβητεί. Στην παρούσα περίπτωση οι Εφεσείοντες δεν έχουν αποσείσει το βάρος αυτό. Δεν εντοπίζουμε οποιονδήποτε λόγο παρέμβασης στα πρωτόδικα ευρήματα. Η κατάληξη μας αυτή, σε συνδυασμό με όσα προαναφέραμε καθιστά αχρείαστη την περαιτέρω εξειδικευμένη ενασχόληση με οποιονδήποτε άλλον λόγο της έφεσης ή της αντέφεσης.


 

Κατάληξη

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

Συνεπεία της απόρριψης της έφεσης παρέλκει η εξέταση της αντέφεσης της Εφεσίβλητης 2, η οποία και απορρίπτεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα ύψους €5.000 υπέρ εκάστης Εφεσίβλητης και εις βάρος των Εφεσειόντων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, συν Φ.Π.Α.   

 

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο