ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ v. ΠΑΥΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 62/2020, 17/7/2026
print
Τίτλος:
ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ v. ΠΑΥΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 62/2020, 17/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 62/2020)

 

17 Ιουλίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ,

Εφεσείοντας,

v.

 

ΠΑΥΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ,

Εφεσίβλητος.

___________________

 

Κ. Καλυφόμματος για Χρήστος Πουργουρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Σ. Σταυρινίδης, για τον Εφεσίβλητο.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.:   Ο εφεσείοντας καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο αγωγή με την οποία αξίωνε από τον εφεσίβλητο επιστροφή του ποσού των €50.000,00 πλέον τόκους, καθώς και αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη.  Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι υπέγραψε συμφωνητικό έγγραφο με τον εφεσίβλητο, από τον οποίο αγόρασε την καλή φήμη (good will) και τον εξοπλισμό της επιχείρησης πρακτορείων ΟΠΑΠ που ο εφεσίβλητος διατηρούσε.  Ο εφεσίβλητος, σύμφωνα με τον εφεσείοντα, και παρά τις οχλήσεις του τελευταίου, παρέλειψε να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του προς τον ΟΠΑΠ και να καταστεί δυνατή η έγκριση από τον Οργανισμό της μεταβίβασης της σχετικής άδειας επ’ ονόματι του εφεσείοντα.  Αποτέλεσμα τούτου, ήταν ο τερματισμός της συμφωνίας από τον εφεσείοντα. Μετά που ο εφεσίβλητος καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, ο εφεσείοντας με την καταχώριση Απάντησης στην Υπεράσπιση, ανέφερε ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο δεν κατέστη δυνατή η μεταβίβαση της άδειας πρακτορείου του ΟΠΑΠ από τον εφεσίβλητο στο όνομα του ήταν η παράλειψη του εφεσίβλητου να εκπληρώσει την προϋπόθεση που τέθηκε από τον ΟΠΑΠ για προσκόμιση έγκυρου ενοικιαστηρίου εγγράφου για τα υποστατικά στα οποία στεγαζόταν η επίδικη επιχείρηση.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού άκουσε τη μαρτυρία η οποία προσήχθη ενώπιον του, απέρριψε τόσο την Απαίτηση όσο και την Ανταπαίτηση.  Ο εφεσείοντας διαφωνώντας με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η Απαίτηση του, καταχώρισε την παρούσα έφεση και με έξι λόγους έφεσης ζητά την ακύρωση της. Θεωρεί ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα, όπως μορφοποιήθηκε με την έκθεση απαίτησης και την προσκομισθείσα μαρτυρία οδηγεί από μόνο του στην απόρριψη της αγωγής είναι λανθασμένο (1ος λόγος έφεσης), ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν απέδωσε βαρύτητα στη μαρτυρία που προσκομίσθηκε από τον εφεσείοντα αναφορικά με τον κατ’ ισχυρισμό λόγο που δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία εκ μέρους του εφεσίβλητου (2ος λόγος έφεσης), το συμπέρασμα ότι τα όσα αναφέρονταν στην επιστολή – Τεκμήριο 4 – δεν είχαν διασυνδεθεί με πειστική μαρτυρία από μέρους του εφεσείοντα ότι οφειλόταν στο ότι ο εφεσίβλητος αδυνατούσε να παρουσιάσει ενοικιαστήριο έγγραφο και κατά συνέπεια είναι ο εφεσίβλητος που παραβίασε τη συμφωνία είναι εσφαλμένο (3ος λόγος έφεσης), ότι λανθασμένα και χωρίς τεκμηρίωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, απέρριψε τη μαρτυρία του ΜΕ1 (4ος λόγος έφεσης), ότι λανθασμένα έκρινε πως δεν είχε εκφραστεί η πρόθεση των μερών ώστε να καταστεί ο χρόνος υλοποίησης της ως ουσιώδης με αποτέλεσμα να λάβει υπόψη του νομολογία η οποία δεν έχει εφαρμογή στα γεγονότα της υπόθεσης  (5ος λόγος έφεσης) και ότι είναι λάθος το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως δεν επήλθε τερματισμός της συμφωνίας γιατί οι επιστολές στάλησαν σε λανθασμένη διεύθυνση (6ος λόγος έφεσης). 

 

Έχουμε μελετήσει με κάθε δυνατή προσοχή τα δικόγραφα της υπόθεσης, την προσκομισθείσα μαρτυρία και τα τεκμήρια, καθώς και το περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφασης, έχουμε δε λάβει υπόψη μας καθετί που προώθησαν ενώπιον μας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσα από τα περιγράμματα αγόρευσης τους, αλλά, και τις προφορικές ενώπιον μας αγορεύσεις.

 

Θα προχωρήσουμε αρχικά με τους λόγους έφεσης οι οποίοι αφορούν την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1.

 

Οι λόγοι έφεσης δύο, τρία και τέσσερα σχετίζονται μεταξύ τους καθότι κύριο θέμα τους αποτελεί η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τη μαρτυρία που ο εφεσείοντας παρουσίασε, καθώς και την προβολή ισχυρισμών οι οποίοι, σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, έρχονται σε αντίθεση μεταξύ των δικογράφων Απαίτησης και Απάντησης στην Υπεράσπιση του εφεσείοντα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν ήταν θετική και ότι με κάθε τρόπο προσπαθούσε να αποστασιοποιηθεί από την συμφωνία προβάλλοντας γεγονότα τα οποία δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.  Αυτή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου κρίνουμε ότι βρίσκει έρεισμα στα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία καταγράφονται στην απόφαση ως ακολούθως:

 

«Αναφορικά με την μαρτυρία του κ. Μ. Σωτηρίου, που κλήθηκε από μέρους του ενάγοντα, επισημαίνονται τα ακόλουθα.  Αρχικά ανέφερε ότι έλαβε επιστολή από τον ΟΠΑΠ που τον ενημέρωνε ότι μπορεί να έχει την έγκριση νοουμένου ότι θα πληρούσε τους όρους που είχαν τεθεί (βλ. παρ. 6 της δήλωσης του).  Ακολούθως δήλωσε ότι ένας από τους όρους που τέθηκε από τον ΟΠΑΠ στον εναγόμενο ήταν ότι έπρεπε να παρουσιάσει ενοικιαστήριο έγγραφο για το κατάστημα που στεγάζει το επίδικο πρακτορείο στο όνομα του ενάγοντα (βλ. παρ. 7 της δήλωσης του).  Ο ΟΠΑΠ με την επιστολή του ημερ. 12.10.2010 ζητούσε από τον ενάγοντα και όχι από τον εναγόμενο, να αποστείλει το συντομότερο, μεταξύ άλλων, ενοικιαστήριο έγγραφο (βλ.Τεκ. 3).   Αντιθέτως, ο ΟΠΑΠ με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας, γνωστοποιούσε στον εναγόμενο μόνο το γεγονός ότι ενέκρινε την αίτηση του για μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου (βλ.Τεκ. 18). 

 

Επιπρόσθετα το πιο πάνω πρόσωπο ανέφερε ότι με την πιο πάνω επιστολή ημερ. 12.10.2010 καθοριζόταν προθεσμία ενός μηνός για υλοποίηση των όρων.  Κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού με την εν λόγω επιστολή εκείνο που ζητούσε ο ΟΠΑΠ ήταν να αποσταλούν το συντομότερο τα έγγραφα που περιγράφονται. 

 

……………………………………………………………………………………………

 

Ο κ. Μ. Σωτηρίου στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο εναγόμενος, ενόψει του γεγονότος ότι δεν μπορούσε να παρουσιάσει ενοικιαστήριο έγγραφο λόγω του γεγονότος ότι είχε οικονομικές διαφορές με τον ένα εκ των δύο ιδιοκτητών των καταστημάτων, ζήτησε παράταση του χρόνου αλλά ο ΟΠΑΠ με επιστολή του ημερ. 24.1.2011 του γνωστοποίησε ότι η απόφαση για μεταβίβαση ακυρώνεται (βλ. Τεκ. 4).  Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε  ότι ο ενάγοντας με επιστολή του ημερ. 23.11.2010, που απέστειλε στον ΟΠΑΠ, του γνωστοποιούσε ότι δεν ενδιαφέρεται για την μεταβίβαση του πρακτορείου καθότι δεν μπορούσε να παρουσιάσει ενοικιαστήριο έγγραφο καθότι, ως του έχει αναφερθεί από τον εναγόμενο, προέκυψε διαφορά με τον ιδιοκτήτη την οποία θα διευθετούσε διά της νομικής οδού (βλ. Τεκ. 7).  Επισημαίνεται ότι ο ΟΠΑΠ με επιστολή του ημερ. 24.1.2011 γνωστοποιούσε στον εναγόμενο ότι η απόφαση για μεταβίβαση ακυρώθηκε.  Παρέλειψε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης να αναφέρει ένα τόσο σημαντικό γεγονός και ειδικότερα ότι είναι αυτός που πληροφόρησε τον ΟΠΑΠ ότι δεν ενδιαφέρεται για την μεταβίβαση του πρακτορείου στο όνομα του.  Προσπάθησε αρχικά στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του να παρουσιάσει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή και ειδικότερα ότι ο εναγόμενος ζήτησε πίστωση χρόνου και αντ' αυτού έλαβε αρνητική απάντηση από τον ΟΠΑΠ, παραλείποντας να αναφέρει ότι ο ενάγοντας πληροφόρησε τον ΟΠΑΠ ότι δεν ενδιαφέρεται πλέον.  Όπως έχει ήδη επισημανθεί, ο τελευταίος τον Ιανουάριο του 2011 αγόρασε άλλο πρακτορείο. Στη συνέχεια μεταμόρφωσε την θέση του, δηλώνοντας ότι αποστάληκε η επιστολή ενόψει του γεγονότος ότι ο ενάγοντας αδυνατούσε να προσκομίσει το ενοικιαστήριο έγγραφο. 

 

Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο ΟΠΑΠ με επιστολή του ημερ. 24.1.2011 που απέστειλε στον εναγόμενο, τον ενημέρωνε ότι απέρριψε το αίτημα του για αναβολή υλοποίησης της απόφασης για μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου ως επίσης και ότι η απόφαση για μεταβίβαση ακυρώνεται (βλ. Τεκ. 4).  Τα όσα όμως αναφέρονται στην πιο πάνω επιστολή του ΟΠΑΠ για αίτημα αναβολής της υλοποίησης της απόφασης για μεταβίβαση της άδειας, δεν έχουν διασυνδεθεί με πειστική μαρτυρία από μέρους του ενάγοντα ότι οφειλόταν στα όσα κατ' ισχυρισμό προέβαλε η πλευρά του τελευταίου και ειδικότερα ότι ο εναγόμενος αδυνατούσε να παρουσιάσει ενοικιαστήριο έγγραφο.»

 

Ως προς τον έλεγχο της πρωτόδικης αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Εφετείο, στην υπόθεση Χριστοδουλίδου v. Mocassino Shoes Ltd (2006) 1 Α.Α.Δ. 294, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας και της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ― Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι αντίθετα με την κοινή λογική ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που αυτό έχει αποδεχτεί ως αξιόπιστη.».

 

Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση Χρ. Χ’’Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λίμιτεδ v. Technoplastics Limited, Πολιτική Έφεση 278/2019, ημερομηνίας 15.05.2025.

 

Περαιτέρω δε, στην υπόθεση Thesis Trading Co Limited v. Δήμου Λάρνακας (2016) 1 Α.Α.Δ. 1545, σε σχέση με την αξιοπιστία ενός μάρτυρα και το επίπεδο απόδειξης, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα (2011) 1 Α.Α.Δ. 1422). Η μαρτυρία του ΜΕ1 απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη. Τούτων δοθέντων η υπόθεση δεν περισώζεται ούτε με τις εν μέρει, όπως θεωρεί ο συνήγορος των εφεσειόντων, «παραδοχές» των ΜΥ2 και ΜΥ3. Ο ενάγων έχει το βάρος να θεμελιώσει, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, αμέλεια του αντιδίκου και αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας και των ζημιών που έχει υποστεί συνεπεία αυτής Μαρσελ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858, Χρυσάνθου κ.ά. v. Φραντζή (2010) 1 Α.Α.Δ. 1295, Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614, Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη (2008) 1 Α.Α.Δ. 1275 και Σοφοκλέους v. Κυριάκου (2010) 1 Α.Α.Δ. 665. Η ανατροπή των ευρημάτων αξιοπιστίας και η επέμβαση του Εφετείου, σε περίπτωση που τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν δικαιολογούνται ή έρχονται σε αντίθεση με άλλη αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ή εκεί όπου διαπιστώνονται ουσιαστικές αντιφάσεις που αφήνουν το μάρτυρα εκτεθειμένο ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική, προϋποθέτουν εφαρμογή των αρχών που διέπουν την επέμβαση του Εφετείου (Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1 Α.Α.Δ. 236). Το Δικαστήριο παρέθεσε, ανάλυσε και αντίκρισε τη μαρτυρία του ΜΕ1 με πολλή λεπτομέρεια, δίνοντας ικανούς λόγους για τη μη αποδοχή της. Δεν παρέχεται ως εκ τούτου περιθώριο για επέμβαση του Εφετείου.

 

Το κριτήριο όπως ξεκάθαρα πλέον ορίζεται στην Μαρσέλ κ.ά. (ανωτέρω), σ. 1868, «.δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. v. Κουνούνη (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).»»

 

Εξετάζοντας με ιδιαίτερη επιμέλεια τόσο το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης, σε συνδυασμό με τα πρακτικά που αφορούν τον συγκεκριμένο μάρτυρα (ΜΕ1), αλλά και το περιεχόμενο των τεκμηρίων στα οποία αναφέρεται το πρωτόδικο Δικαστήριο, κρίνουμε ότι ορθά το Δικαστήριο κατέληξε πως η μαρτυρία του ΜΕ1, πατέρα του εφεσείοντα, δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, με κύριο δε στοιχείο ότι οι αναφορές του δεν επιβεβαιώνονταν από τα στοιχεία που ο ίδιος κατέθεσε, αλλά και τις παραλείψεις του να αναφερθεί, κατά την κυρίως εξέταση, σε γεγονότα τα οποία συνδέονταν με τον κύριο άξονα της απαίτησης και, συγκεκριμένα, το ότι είναι ο εφεσείοντας ο οποίος ζήτησε την ακύρωση της δοθείσας από τον ΟΠΑΠ άδειας για μεταβίβαση του πρακτορείου.

 

Στην Έκθεση Απαίτησης του ο εφεσείοντας προβάλλει ότι «ο λόγος που δεν κατέστη δυνατή η μεταβίβαση της σχετικής άδειας στο όνομα του ενάγοντα ήταν η μη τακτοποίηση των υποχρεώσεων του εναγομένου προς τον ΟΠΑΠ» και στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση αναφέρει ότι «ο μοναδικός λόγος για τον οποίο δεν κατέστη δυνατή η μεταβίβαση της άδειας του πρακτορείου του ΟΠΑΠ στον ενάγοντα, ήταν η παράλειψη του εναγομένου να εκπληρώσει την προϋπόθεση που τέθηκε από τον ΟΠΑΠ για προσκόμιση ενοικιαστηρίου εγγράφου για τα υποστατικά που στεγαζόταν η επιχείριση».  Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε αμφότερες τις δύο θέσεις οι οποίες προβάλλονται στη δικογραφία του εφεσείοντα και, με αναφορά τόσο στην νομολογία όσο και στη Δ.19 Θ.4 και 13 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως προς το τι θα πρέπει να καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, προσεγγίζει το θέμα ως ακολούθως:

 

«Στην υπόθεση Borna Alikhani v. Προδρόμου (2012) 1Α Α.Α.Δ. 657, επισημάνθηκε ότι "η απάντηση ("reply"), δεν αποτελεί το ορθό δικογραφικό forum για να προβληθεί αξίωση, ούτε να διαφοροποιήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση και σίγουρα δεν προσφέρεται ως εφαλτήριο τροποποίησης, (δέστε Bullen & Leake: Precedents of Pleadings, 12η έκδ. σελ. 106 και 108 και Odgers on Civil Court Actions, 24η έκδ. σελ. 271-273).» 

 

Στην προκείμενη περίπτωση στην έκθεση απαίτησης αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«4. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο έτσι ώστε ο τελευταίος να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του προς τον ΟΠΑΠ και/ή άλλως πως για να καταστεί δυνατή η έγριση από τον Οργανισμό της μεταβίβασης της σχετικής άδειας επ' ονόματι του Ενάγοντα, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν πραγματοποιήθηκε παρά την παρέλευση πέραν των 15 μηνών από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχε συμβεί σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου.»

 

Ακολούθως στην έκθεση απαίτησης επισημαίνεται ότι ο ενάγοντας με επιστολή του ημερ. 5.1.2012 κάλεσε τον εναγόμενο όπως εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου μεριμνήσει για την έγκριση της μεταβίβασης  της σχετικής άδειας.  Δεν το έπραξε και έτσι, ως αναφέρεται, με επιστολή του ημερ. 14.2.2012 τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία. 

 

Στην υπεράσπιση του ο εναγόμενος, μεταξύ άλλων, δηλώνει ότι ο ενάγοντας ήταν αυτός που παρέλειψε να προβεί στις δέουσες ενέργειες που απαιτούνταν με την επιστολή του ΟΠΑΠ ημερ. 12.10.2010, με αποτέλεσμα να ανακληθεί η σχετική άδεια. 

 

Στην απάντηση στην υπεράσπιση ο ενάγοντας αναφέρει τα ακόλουθα:

 

«. Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο δεν κατέστη δυνατή η μεταβίβαση της άδειας πρακτορείου του Ο.Π.Α.Π. από τον Εναγόμενο προς τον Ενάγοντα ήταν η παράλειψη και/ή αδυναμία του Εναγόμενου να εκπληρώσει την προϋπόθεση που τέθηκε από τον Ο.Π.Α.Π. για προσκόμιση έγκυρου και/ή εν ισχύ ενοικιαστηρίου εγγράφου για τα υποστατικά στα οποία στεγαζόταν η επίδικη επιχείρηση πρακτορείου.»»

 

 

Μέσα από τα πιο πάνω, αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι ενώ ο εφεσείοντας διαμέσου της μαρτυρίας που προσέφερε διατείνεται ότι είναι ο εφεσίβλητος που όφειλε να παρουσιάσει ενοικιαστήριο έγγραφο, στο Τεκμήριο 3 που ο ΜΕ1 κατέθεσε, ο ΟΠΑΠ ενημερώνει τον εφεσείοντα ότι ενέκρινε την αίτηση για μεταβίβαση της άδειας του πρακτορείου επ’ ονόματι του και, μεταξύ άλλων, ζητά από τον εφεσείοντα να αποστείλει στον ΟΠΑΠ το συντομότερο και ενοικιαστήριο έγγραφο του καταστήματος.  Ο εφεσείοντας, σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, θέτει ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση και δικαίωμα να συζητήσει και να διαπραγματευθεί με τους ιδιοκτήτες του καταστήματος, το θέμα της ενοικίασης και μεταβιβάζει την υποχρέωση αυτή στον εφεσίβλητο ως απαίτηση από τον ΟΠΑΠ, χωρίς να υπάρχει αυτή η απαίτηση από τον ΟΠΑΠ, εφόσον ο ΟΠΑΠ είναι από τον ίδιο που ζητεί να προσκομίσει ενοικιαστήριο έγγραφο και όχι από τον εφεσίβλητο.

 

Στα λεγόμενα και στην κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν διαπιστώνουμε οτιδήποτε το μεμπτό. Το πρωτόδικο Δικαστήριο μετά από αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας διαπίστωσε ότι η μαρτυρία που ο εφεσείοντας προσκόμισε σε σχέση με το λόγο μη υλοποίησης της συμφωνίας έρχεται σε αντίθεση με όσα εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης.  Στην Έκθεση Απαίτησης ο εφεσείοντας αναφέρει ότι είναι ο εφεσίβλητος που θα έπρεπε να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του προς το ΟΠΑΠ, εν αντιθέσει με την μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε και συγκεκριμένα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, το οποίο αναφέρει ότι η μεταβίβαση της άδειας εγκρίθηκε και ζητώντας από τον εφεσείοντα να αποστείλει το συντομότερο μια σειρά από έγγραφα ώστε να διευθετηθεί η λειτουργία του πρακτορείου.  Η συγκεκριμένη επιστολή, Τεκμήριο 3, φέρει ημερομηνία 12.10.2010. Στις 23.11.2010 ο εφεσείοντας με επιστολή του, Τεκμήριο 7, αναφέρει στον ΟΠΑΠ ότι επειδή υπάρχει πρόβλημα με το ενοικιαστήριο έγγραφο δεν ενδιαφέρεται για τη μεταβίβαση του πρακτορείου.  Η συγκεκριμένη μαρτυρία όπως ανωτέρω διατυπώνεται, ανατρέπει τον δικογραφημένο ισχυρισμό του εφεσείοντα ότι ο εφεσίβλητος παρά τις οχλήσεις του δεν τακτοποίησε τις υποχρεώσεις του προς τον ΟΠΑΠ ώστε να καταστεί δυνατή η έγκριση από τον Οργανισμό της μεταβίβασης της σχετικής άδειας επ’ ονόματι του εφεσείοντα.  Περαιτέρω και ενώ διαπιστώνεται ότι ο εφεσείοντας, με επιστολή του, προς τον ΟΠΑΠ, δηλώνει ότι δεν ενδιαφέρεται για τη μεταβίβαση του πρακτορείου, ένα και πλέον χρόνο μετά, με επιστολή του, στις 05.01.2012, καλούσε τον εφεσίβλητο να μεριμνήσει για την έγκριση της μεταβίβασης της σχετικής άδειας από τον ΟΠΑΠ.

 

Με γνώμονα όλα τα ανωτέρω, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε βαρύτητα στη μαρτυρία που ο εφεσείοντας προσκόμισε και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι αποτέλεσμα της προσκομισθείσας μαρτυρίας και των τεκμηρίων που ο ίδιος ο εφεσείοντας καταχώρισε. 

 

Συνεπώς, οι λόγοι έφεσης δύο, τρία και τέσσερα, δεν κρίνονται επιτυχείς.

 

Με τον πέμπτο λόγο έφεσης ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως στην υπό κρίση υπόθεση δεν είχε εκφραστεί η πρόθεση των μερών ώστε να καταστεί ο χρόνος υλοποίησης της συμφωνίας ουσιώδης, με αποτέλεσμα να λάβει υπόψη τη νομολογία που δεν είχε εφαρμογή στα γεγονότα της υπόθεσης.

 

Στην αιτιολογία αυτού του λόγου ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι όλοι οι όροι της συμφωνίας (Τεκμήριο 1) ήταν ουσιώδεις.  Περαιτέρω στο περίγραμμα αγόρευσης του ισχυρίζεται ότι ο χρόνος ήταν ουσιώδης εφ’ όσον θα έπρεπε να καταβληθεί το ποσό των €150.000,00 ταυτόχρονα με την έγκριση της μεταβίβασης της σχετικής άδειας από τον ΟΠΑΠ και από την στιγμή που η έγκριση της μεταβίβασης δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί για λόγους που οφείλονταν στον εφεσίβλητο, τότε παραβιάστηκε ουσιώδης όρος.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του με αναφορά στην υπόθεση IRIS DEVELOPMENT LIMITED v. Λαζαρίδη (2000) 1 Α.Α.Δ. 1504 αναφέρει τα ακόλουθα:

 

«Το άρθρο 55(1) του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προβλέπει ότι αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου και παραλείψει να πράξει τούτο, το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμα καθίσταται ακυρώσιμο κατ' εκλογή του άλλου μέρους αν πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης (βλ. Pollock &  Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η Έκδοση, σελ. 386, Paraskeva & Other v. Lantas (1988) 1 C.L.R. 285, Iris Development Limited ν. Τάκη Λαζαρίδη (2000) 1 Γ Α.Α.Δ. 1504 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες, Ζακχαίου κ.α. v. Καλογήρου, Πολ. Έφ. αρ. 199/2005 (2008) 1Α ΑΑΔ 174).  Όπως έχει νομολογηθεί στην απουσία πρόθεσης των συμβαλλομένων για να καταστεί ο όρος ουσιώδης απαιτείται εύλογη σχετική ειδοποίηση στην οποία να τίθεται προθεσμία υλοποίησης του, η οποία θα πρέπει να είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις.  Το τι συνιστά εύλογο χρόνο είναι θέμα πραγματικό και κρίνεται κάτω υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.  Στην προκείμενη περίπτωση οι επιστολές του ενάγοντα στον εναγόμενο στάλθηκαν σε λανθασμένη διεύθυνση και ειδικότερα αποστάλθηκαν στην οδό Ριζοκαρπάσου αρ. 8 ενώ, με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους της μητέρας του εναγόμενου, αυτοί διαμένουν στον αριθμό 68.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έκανε αποδεχτή τη μαρτυρία της ΜΥ1 και ιδιαίτερα τη μαρτυρία της ότι ο κ. Μ. Σωτηρίου, ΜΕ1, την πληροφόρησε από τον Σεπτέμβριο του 2011 ότι δεν ενδιαφέρεται για το πρακτορείο, γιατί από τις αρχές του ίδιου χρόνου αγόρασε άλλο, θεωρούμε ότι ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα πως το αγώγιμο δικαίωμα με την μορφή που παρατίθεται στην Έκθεση Απαίτησης και σε συνδυασμό με τη μαρτυρία που ο εφεσείοντας προσκόμισε, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην επιτυχία της εκδοχής του.  

 

Το συγκεκριμένο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι καθ’ όλα σύννομο με την προσφερθείσα μαρτυρία.  Το Δικαστήριο δεν έχει κάνει αποδεχτή τη μαρτυρία του ΜΕ1 για τους λόγους που ανωτέρω εξηγούνται.  Συνεπώς, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να καθιστά τον εφεσίβλητο υπεύθυνο για παραβίαση της συμφωνίας.

 

Η νομολογία την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο παράθεσε στην απόφαση του είναι καθ’ όλα σχετική, εφαρμόσιμη στα γεγονότα της υπόθεσης, και συγκεκριμένη.  Ως αναφέρεται στην υπόθεση Paraskeva (ανωτέρω) «Now the rule is that time stipulations for the payment of the purchase price,including a contract for the sale of land, are not of the essence of the agreement unless they are so declared to be for reasons mutually in the contemplation of the contracting partiesκαι σε ελεύθερη μετάφραση «πλέον, ο κανόνας ορίζει ότι οι χρονικοί περιορισμοί για την καταβολή του τιμήματος αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων πώλησης ακινήτων, δεν αποτελούν ουσιώδη όρο της συμφωνίας, εκτός εάν έχει οριστεί ρητώς ότι αποτελούν τέτοιο όρο για λόγους που εμπίπτουν στην κοινή αντίληψη των συμβαλλομένων μερών»

 

Στην παρούσα, ο εφεσείοντας με επιστολή του Τεκμήριο 7, ημερομηνίας 23.11.2010, προς τον ΟΠΑΠ, για τους λόγους που εξηγεί ζητά την ακύρωση της μεταβίβασης του πρακτορείου.  Τον Ιανουάριο του 2012 με επιστολή του δικηγόρου του, Τεκμήριο 5, ζητά από τον εφεσίβλητο να μεριμνήσει για την έγκριση της μεταβίβασης της άδειας του πρακτορείου του ΟΠΑΠ στο όνομα του.  Κατά συνέπεια, προκύπτει το εύλογο ερώτημα, ποιον όρο της συμφωνίας και πως τον παραβίασε ο εφεσίβλητος;

 

Συνεπώς ο πέμπτος λόγος έφεσης δεν κρίνεται επιτυχής.

 

Με τον έκτο λόγο έφεσης ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι είναι λανθασμένο το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν επήλθε τερματισμός της επίδικης συμφωνίας.  Ισχυρίζεται ότι η καταχώριση της αγωγής ισοδυναμεί με τερματισμό της συμφωνίας, παρέπεμψε δε το Εφετείο στις αποφάσεις Καταφυγιώτη v. Χρυσοστομή (1997) 1 Α.Α.Δ. 1746 και DEMARI KRONOS LIMITED v. MICHAEL LESLIE GRAY κ.α, Πολιτική Έφεση Αρ. 264/2014, ημερομηνίας 22.02.2023, ECLI:CY:AD:2023:A62

 

Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του ο εφεσείοντας με την επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 05.01.2012, Τεκμήριο 5, κάλεσε τον εφεσίβλητο εντός 30 ημερών να μεριμνήσει για την έγκριση της μεταβίβασης της σχετικής άδειας από τον ΟΠΑΠ και στις 14.02.2012 με επιστολή των δικηγόρων του Τεκμήριο 6, αφού παρήλθε η προθεσμία που έδωσε με την επιστολή Τεκμήριο 5, τερμάτισε την συμφωνία Τεκμήριο 1.  Με βάση την αποδεχτή μαρτυρία, οι δύο αυτές επιστολές ταχυδρομήθηκαν σε λανθασμένη διεύθυνση με εύλογο αποτέλεσμα να μην παραληφθούν από τον εφεσίβλητο και αυτό αποτελεί και το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Πέραν των πιο πάνω, αποτελεί γεγονός σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ1 ότι κατά τον χρόνο που δίδετο με την επιστολή Τεκμήριο 5 προς τον εφεσίβλητο για συμμόρφωση των όρων που έθετε ο ΟΠΑΠ, ο εφεσείοντας γνώριζε ότι η συμμόρφωση με το περιεχόμενο της επιστολής ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί καθότι ο ίδιος ζήτησε την ακύρωση της άδειας μεταβίβασης του πρακτορείου από τον ΟΠΑΠ και ο ΟΠΑΠ ακύρωσε την μεταβίβαση.  Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν θα μπορούσε να εξαχθεί εύλογο συμπέρασμα ότι ο εφεσείοντας νόμιμα τερμάτισε τη συμφωνία δια της καταχώρισης της αγωγής.

 

Συνεπώς, στη βάση των προλεγόμενων ο εφεσείοντας δεν κατέστησε τον χρόνο για έκδοση της άδειας παραχώρησης ουσιώδη όρο της συμφωνίας ώστε η αποτυχία του εφεσίβλητου να συμμορφωθεί να θεωρείται παράβαση ουσιώδους όρου και να παρέχει στον εφεσείοντα το δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία.

 

Με αυτά τα δεδομένα και ο έκτος λόγος έφεσης δεν μπορεί να κριθεί επιτυχής.

 

Παραμένει σε κάθε περίπτωση το ζήτημα της επιστροφής των €50.000,00 που δόθηκαν προκαταβολή, σχετιζόμενο με τον πρώτο λόγο έφεσης και το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου «ότι το αγώγιμο δικαίωμα όπως μορφοποιήθηκε με την έκθεση απαίτησης και την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, οδηγεί αφ’ εαυτού την αγωγή σε απόρριψη»

 

Από τα γεγονότα όπως αυτά έχουν παρατεθεί ανωτέρω, ο εφεσείοντας δεν κατάφερε με την προσκομισθείσα μαρτυρία να αποδείξει ευθύνη του εφεσίβλητου από την μη ολοκλήρωση της συμφωνίας.  Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι ο εφεσείοντας κατέβαλε στον εφεσίβλητο το ποσό των €50.000,00 ως προκαταβολή για την σύναψη και εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας. Η ΜΥ1 κατά τη μαρτυρία της αποδέχθηκε ότι λήφθηκε από τον εφεσείοντα το εν λόγω ποσό.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει ότι «Η συμφωνία όπως προκύπτει από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία δεν υλοποιήθηκε».  Ως προς την Ανταπαίτηση του εφεσίβλητου, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε, κατέληξε ότι ο εφεσίβλητος «Δεν καθόρισε με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται τις όποιες ζημιές προκλήθηκαν στον εναγόμενο από την μη υλοποίηση της συμφωνίας.  Η επιχείρηση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, βρίσκεται στην κατοχή του εναγομένου την οποία μάλιστα λειτουργεί»

 

Ο εφεσείοντας στην Έκθεση Απαίτησης του αξιώνει την επιστροφή του ποσού των €50.000,00.  Στο περίγραμμα αγόρευσης του ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε στον εφεσίβλητο να καρπούται τα οφέλη του επίδικου υποστατικού και να κρατά και το ποσό των €50.000,00 πλουτίζοντας αθέμιτα σε βάρος του εφεσείοντα.

 

Στην υπόθεση Demari (ανωτέρω) ως προς το ζήτημα ποσού που πληρώθηκε έναντι συμφωνίας που δεν υλοποιήθηκε, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Παραμένει το ζήτημα των ποσών που οι Εφεσίβλητοι είχαν πληρώσει στην Εφεσείουσα.  Πρόκειται για ποσά που έχουν καταβληθεί και εισπραχθεί στη βάση συμφωνίας που έχει τερματιστεί, με συνέπειες όπως έχουν παρατεθεί πιο πάνω.  Η καταβολή τους δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης, όπως και η αξίωση επιστροφής τους.  Οι ισχυρισμοί δηλαδή που θα τεκμηρίωναν την αξίωση για επιστροφή τους σε αυτή τη βάση είναι δικογραφημένοι στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης (Kennedy Hotels Ltd vIndjirdjian (1992) 1(AA.A.Δ. 400, 407-8).  Δεν νοείται να επιτραπεί στην Εφεσείουσα να τα κρατήσει, πλουτίζοντας άδικα σε βάρος των Εφεσίβλητων.  Εφόσον η Εφεσείουσα δεν είχε υποστεί ζημιά η οποία θα μπορούσε στη βάση της δικογραφίας της να της αποδοθεί, αν δεν διαταχτεί να τα επιστρέψει, θα κερδίσει άδικα τα ποσά που είχε εισπράξει (Καταφυγιώτης κ. ά. ν. Χρυσοστομή (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1746, 1753-4).».

 

Με βάση τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο περιλαμβάνεται στον πρώτο λόγο έφεσης, δεν είναι στο σύνολο του ορθό, καθότι μπορεί ο εφεσίβλητος να μην έχει ευθύνη για την διάρρηξη της συμφωνίας, όμως η συμφωνία δεν υλοποιήθηκε, και ο εφεσίβλητος δεν έχει αποδείξει ζημία, οπότε, αυτός, έχει καταστεί κατά €50.000,00 πλουσιότερος σε βάρος του εφεσείοντα.

 

Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται επιτυχής.  Η  πρωτόδικη απόφαση ως προς την Απαίτηση παραμερίζεται και εκδίδεται απόφαση υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον του εφεσίβλητου για το ποσό των €50.000,00, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης.  Επίσης, παραμερίζεται και η πρωτόδικη απόφαση ως προς τα έξοδα της Απαίτησης.  Τα πρωτόδικα έξοδα της Απαίτησης επιδικάζονται υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον του εφεσίβλητου, στην κλίμακα €10.000,00 - €50.000,00, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το αρμόδιο πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Ως προς τα έξοδα της έφεσης, κρίνουμε ορθό και δίκαιο όπως αυτά επιδικασθούν και επιδικάζονται υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον του εφεσίβλητου στο ποσό των €2.500,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει.

 

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο