ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΙΝΝΗ, ΔΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΟΝΙΑΤΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΝΙΑΤΗ κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 93/2020, 16/7/2026
print
Τίτλος:
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΙΝΝΗ, ΔΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΟΝΙΑΤΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΝΙΑΤΗ κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ.: 93/2020, 16/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 93/2020)

 

16 Ιουλίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

1.    ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΙΝΝΗ, ΔΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΟΝΙΑΤΗ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΝΙΑΤΗ,

2.    ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΝΙΑΤΗ,

3.    ΑΝΤΡΕΑΣ ΜΟΝΙΑΤΗ,

4.    ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΜΟΝΙΑΤΗ,

Εφεσείοντες,

v.

 

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσίβλητη.

___________________

 

Π. Παυλίδης για Karapatakis Pavlides LLC, για τους Εφεσείοντες.

Α. Μελάς για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:  Οι εφεσείοντες (στους οποίους θα θεωρείται και η αποβιώσασα  Χ. Κιννή, της οποίας διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας της οι Δ. Μονιάτης και Γ. Μονιάτης – στο εξής η αποβιώσασα) διεκδίκησαν, με αγωγή τους, την επιδίκαση αποζημιώσεων εναντίον της εφεσίβλητης (α) για το ποσό των €61.725,00 πλέον 9% από 24.03.1977, ως απωλεσθείσα αξία ενός ακινήτου τους που απαλλοτριώθηκε, (β) για το ποσό των €1.000,00 μηνιαίως από το 1993 μέχρι 04.02.2002, ως απώλεια χρήσης του εν λόγω ακινήτου και κάρπωσης αυτού, που προξενήθηκε στην αποβιώσασα, (γ) για το ποσό των €1.000,00 μηνιαίως από 04.02.2002, ημερομηνία κατά την οποία οι εφεσείοντες 2, 3 και 4 κατέστηκαν ιδιοκτήτες του ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, (5) διαζευκτικά, για το ποσό των €80.000,00 ως έξοδα κατασκευής δρόμου, εκ μέρους των εφεσειόντων 2, 3 και 4, (ε) επίσης, διαζευκτικά, διάταγμα το οποίο να διατάζει την εφεσίβλητη να κατασκευάσει δρόμο ο οποίος να δίδει άμεση προσπέλαση, στο ακίνητο των εφεσειόντων 2, 3 και 4, προς τον αυτοκινητόδρομο, ως οι όροι απαλλοτρίωσης, (στ) τιμωρητικές αποζημιώσεις, πλέον τόκους και έξοδα ή οποιαδήποτε άλλη διαταγή ήθελε κρίνει το Δικαστήριο δίκαιη.

 

Λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων που τέθηκαν στη δίκη, περιλαμβανομένων των δικογραφημένων ισχυρισμών της εφεσίβλητης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκδικάστηκε η υπόθεση, απέρριψε την αγωγή των εφεσειόντων.  Με σημείο αναφοράς τις δικογραφημένες θέσεις των εφεσειόντων, το Δικαστήριο έκρινε (α) ότι αυτοί απέτυχαν να αποδείξουν πως υπήρξε παραβίαση των όρων της απαλλοτρίωσης και του θέσμιου Σχεδίου ή (β) ότι συνομολογήθηκε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της αποβιώσασας και της εφεσίβλητης.  Επιπρόσθετα, και ανεξάρτητα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε ότι οι εφεσείοντες απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν τις κατ’ ισχυρισμό ζημιές που αξίωναν.  Επιδικάστηκαν, επίσης, τα έξοδα της δίκης εναντίον των εφεσειόντων.

 

Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπήρξαν σημαντικά παραδεκτά γεγονότα, τα οποία δηλώθηκαν από τις δύο πλευρές και καταγράφηκαν στο κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης.  Τα εν λόγω παραδεκτά γεγονότα έχουν ως εξής:

 

«(α)       Η Χ. Κιννή ήταν η ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου.  Απεβίωσε στις 19.9.2017 και ο ενάγοντας 2 και ο Δ. Μονιάτης διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας της, κατόπιν σχετικού διατάγματος ημερ. 7.11.2017 (βλ. Τεκ. 1).  Το ακίνητο στις 10.6.1998 εγγράφηκε επ' ονόματι των εναγόντων 2, 3, 4 σε ποσοστό 1/3 μερίδιο έκαστος δυνάμει δωρεάς από την μητέρα τους αποβιώσασα X. Κιννή (βλ. Τεκ. 2). 

 

(β)       Στις 24.3.1977 δημοσιεύτηκε η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης με βάση την οποία απαλλοτριώθηκε έκταση 2.007 τ.μ. από το επίδικο ακίνητο (βλ. Τεκ. 3).  Σκοπός της ήταν η βελτίωση, ευθυγράμμιση και ασφαλτόστρωση του δρόμου Λεμεσού - Λευκωσίας.  Οι πιο πάνω εργασίες έγιναν κατά τα έτη 1979-1980.  Πριν την πιο πάνω απαλλοτρίωση, το επίδικο ακίνητο εφαπτόταν χωμάτινου δρόμου, ο οποίος οδηγούσε από την Λεμεσό στην Γερμασόγεια και είχε άμεση πρόσβαση σ' αυτόν. 

 

(γ)        Κατά την εκτέλεση των πιο πάνω εργασιών δημιουργήθηκε από την εναγόμενη, χαντάκι, για σκοπούς αποστράγγισης των όμβριων υδάτων,  μεταξύ του επίδικου ακινήτου και του δρόμου που κατασκευάστηκε στα πλαίσια της απαλλοτρίωσης και εντός μέρους του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (βλ. Τεκ. 4). 

 

(δ)       Η αποζημιούσα αρχή προσέφερε μηδαμινή αποζημίωση καθότι θεώρησε ότι η απαλλοτρίωση επέφερε υπεραξία στο υπόλοιπο ακίνητο αφού απέκτησε πρόσβαση σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο ενώ προηγουμένως εφαπτόταν σε χωμάτινο δρόμο.  Η τότε ιδιοκτήτρια διαφώνησε με την πιο πάνω προσφορά και καταχώρισε την παραπομπή με αρ. 16/1987 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.  Η απαίτηση της ήταν για την καταβολή αποζημίωσης ύψους €12.279,71 πλέον τόκους (βλέπε Τεκ. 11).  Με βάση την εκτίμηση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω παραπομπής από την ενάγουσα 1, υιοθετήθηκε επαύξηση 10% σε έκταση 4.100τ.μ. που καλύπτει την πρώτη σειρά των οικοπέδων (βλέπε Τεκ. 10).  Επισημαίνεται ότι η εν λόγω εκτίμηση δεν κατατέθηκε ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της αλλά ως το έγγραφο που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης.  Μετά την καταχώριση της πιο πάνω παραπομπής με βάση εκτίμηση που έγινε από το κτηματολόγιο, ημερ. 21.11.1988, η αξία του μέρους του επίδικου ακινήτου που απαλλοτριώθηκε ανερχόταν σε Λ.Κ.36.126 (€61.724,93).  Εντούτοις όμως θεωρήθηκε ότι υπήρξε επαύξηση σε ποσοστό 30% επί του υπόλοιπου μέρους του επίδικου ακινήτου λόγω της κατασκευής του αυτοκινητόδρομου και/ή της λεωφόρου  και από το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο θα είχε άμεση προσπέλαση στο δρόμο (βλ. Τεκ. 5).   

 

(ε)        Ενώ εκκρεμούσε η εκδίκαση της πιο πάνω παραπομπής, η τότε ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, μέσω του δικηγόρου της, απέστειλε προς τον δικηγόρο της αποζημιούσας αρχής επιστολή ημερ. 10.11.1992, με την οποία ζητούσε να πληροφορηθεί «. κατά πόσον το θέσμιο σχέδιο προνοεί την δημιουργία απομονωτικής λωρίδας κατά μήκος του δρόμου και επιπρόσθετα κατά πόσο σε μελλοντική αξιοποίηση θα επιβληθεί όρος για συμπλήρωση του υπολοίπου δρόμου με έξοδα του ιδιοκτήτη» (βλ. Τεκ. 6).  Ακολούθως ο δικηγόρος της εναγόμενης με επιστολή του ημερ. 4.12.1992 ζητούσε από τον διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού να τον ενημερώσει κατά πόσο η εκτίμηση «. έγινε με την προϋπόθεση ότι προνοείται απομονωτική λωρίδα κατά μήκος του κτήματος της Απαιτήτριας» (βλ. Τεκ. 7).  Σε απάντηση, ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού με επιστολή του ημερ. 17.12.1992, η οποία παραδόθηκε στους δικηγόρους των διαδίκων, ανέφερε τα ακόλουθα:

«Αναφέρομαι στην επιστολή σας με ημερομηνία 4/12/92 σχετικά με το πιο πάνω θέμα και σας πληροφορώ ότι στο «Θέσμιο Σχέδιο» βάση του οποίου έγινε η Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης δεν προνοείται η δημιουργία απομονωτικής λωρίδας κατά μήκος του κτήματος της απαιτήτριας.

 

2.  Ο υπολογισμός της καταβλητέας αποζημίωσης από το γραφείο έγινε με την προϋπόθεση ότι ο δρόμος θα κατασκευαστεί από την Απαλλοτριούσα Αρχή και το κτήμα θα έχει άμεση προσπέλαση επί της Λεωφόρου.» (βλ. Τεκ. 8)

 

(στ)      Ακολούθως στις 14.5.1993, στα πλαίσια της πιο πάνω παραπομπής, η τότε ιδιοκτήτρια απέσυρε την απαίτηση της για αποζημιώσεις και επιδικάστηκαν μόνο δικηγορικά και εκτιμητικά έξοδα προς όφελος της (βλ. Τεκ. 9). 

 

(ζ)  Μετά την πληρωμή των πιο πάνω επιδικασθέντων ποσών, το απαλλοτριωθέν μέρος του επίδικου ακινήτου εγγράφηκε επ' ονόματι της απαλλοτριούσας αρχής και εκδόθηκε νέος τίτλος στο όνομα της αποβιωσάσης X. Κιννή.»

 

Οι εφεσείοντες επιδιώκουν την ανατροπή της πρωτόδικης κατάληξης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή τους, προωθώντας, δια της παρούσας έφεσης, θέσεις και ισχυρισμούς που αντανακλώνται σε δεκαέξι (16) λόγους έφεσης, το περιεχόμενο των οποίων, αυτούσιο, έχει ως ακολούθως:

 

«1ος λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα και/ή αυθαίρετα και/ή αναιτιολόγητα καταλήγει στο συμπέρασμα και/ή εύρημα ότι δεν συνομολογήθηκε συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Εναγόμενης (Κυπριακής Δημοκρατίας), ότι η Ενάγουσα 1 θα απέσυρνε την απαίτηση της για αποζημιώσεις στα πλαίσια της παραπομπής αρ. 16/1987 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και η Εναγόμενη αναλάμβανε την υποχρέωση να κατασκευάσει δρόμο, πεζοδρόμια και άλλες υποδομές μεταξύ του τεμαχίου της Ενάγουσας 1 και την Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού.

 

……………………………………………………………………………………………

 

2ος Λόγος Έφεσης

 

Το εύρημα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με την επιστολή ημερ. 4/12/1992 (Τεκμήριο 8) το μόνο που ζητούσε ο Δικηγόρος της Εναγόμενης (Κυπριακή Δημοκρατία) ήταν να πληροφορηθεί κατά πόσο η εκτίμηση έγινε με την προϋπόθεση ότι προνοείται απομωνοτική λωρίδα, είναι λανθασμένο και/ή αυθαίρετο και/ή αναιτιολόγητο.

 

……………………………………………………………………………………………

 

3ος Λόγος Έφεσης

 

Το εύρημα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με την επιστολή ημερ. 17/12/1992 (Τεκμήριο 8) του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις ότι θα κατασκευάζονταν πεζοδρόμια και άλλες υποδομές, είναι λανθασμένο και/ή αυθαίρετο και/ή αδικαιολόγητο.

 

……………………………………………………………………………………………

 

4ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα κατέληξε σε εύρημα ότι δεν υπήρξε παράβαση των όρων της απαλλοτρίωσης και/ή ότι το θέσμιο σχέδιο της απαλλοτρίωσης δεν προνοούσε την κατασκευή πεζοδρομίων και υποδομών.

 

……………………………………………………………………………………………

 

5ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα κατέληξε σε εύρημα πως η μη επιβολή όρων από το Τμήμα Πολεοδομίας στους Ενάγοντες για κατασκευή πεζοδρομίων και υποδομών όταν αυτοί έκαναν αίτηση για έκδοση Πολεοδομικής Άδειας για το διαχωρισμό του τεμαχίου τους, δεν διασυνδέεται με τη συμφωνία της Ενάγουσας 1 με την Εναγόμενη κατά την απόσυρση της παραπομπής αρ. 16/1987.

 

……………………………………………………………………………………………

 

6ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα δεν κατέληξε σε εύρημα πως η μη επιβολή όρων από το Τμήμα Πολεοδομίας στους Ενάγοντες για κατασκευή πεζοδρομίων και υποδομών όταν αυτοί έκαναν αίτηση για έκδοση Πολεοδομικής Άδειας για το διαχωρισμό του τεμαχίου τους, σήμαινε αποδοχή εκ μέρους του Τμήματος Πολεοδομίας της συμφωνίας της Ενάγουσας 1 με την Εναγόμενη που επιτεύχθηκε κατά την απόσυρση της παραπομπής αρ. 16/1987.

 

……………………………………………………………………………………………

 

7ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα κατέληξε σε εύρημα ότι είναι γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος ο ισχυρισμός του Ενάγοντα 2 (Μ.Ε.1) ότι το Τμήμα Πολεοδομίας αποδέχθηκε ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση για κατασκευή πεζοδρομίων και υποδομών κατά μήκος της απαλλοτριωθείσας έκτασης του τεμαχίου τους κατά την ανάπτυξη του και ότι προς τούτο δεν τους επέβαλε σχετικούς όρους.

 

……………………………………………………………………………………………

 

8ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα κατέληξε σε εύρημα ότι το επίδικο τεμάχιο έχει άμεση πρόσβαση στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού.

 

……………………………………………………………………………………………

 

9ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα κατέληξε σε εύρημα ότι η μαρτυρία που δόθηκε από τον Ενάγοντα 2 (Μ.Ε 1) αναφορικά με το ενδιαφέρον από τρίτους για ενοικίαση του επίδικου τεμαχίου και/ή μέρους αυτού συνιστά εξ ακοής μαρτυρία.

 

……………………………………………………………………………………………

 

10ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα κατέληξε σε εύρημα ότι δεν δίδει την οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία που δόθηκε από τον Ενάγοντα 2 (Μ.Ε. 1) αναφορικά με το ενδιαφέρον τρίτων προσώπων να ενοικιάσουν το επίδικο τεμάχιο και/ή μέρος αυτού.

 

……………………………………………………………………………………………

 

11ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα κατέληξε σε εύρημα ότι η μη αξιοποίηση του επίδικου τεμαχίου οφείλεται στους Ενάγοντες.

 

……………………………………………………………………………………………

 

12ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα κατέληξε σε εύρημα ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα 2 (Μ.Ε. 1) δεν γίνεται αποδεκτή.

 

……………………………………………………………………………………………

 

13ος Λόγος Έφεσης

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα κατέληξε σε εύρημα ότι τα όσα ανέφερε η Μ.Υ. 1 και Α. Αντωνίου δεν επιβεβαιώνουν τα όσα ανέφεραν οι Μ.Ε. 1 και Μ.Ε. 2, ότι δηλαδή είναι υποχρέωση της Εναγόμενης να κατασκευάσει το δρόμο που θα ενώνει το επίδικο τεμάχιο με την Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, ως επίσης και τα πεζοδρόμια και υπηρεσίες.

 

……………………………………………………………………………………………

 

14ος Λόγος Έφεσης

 

Λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η επιστολή – απάντηση του Επαρχιακού Κτηματολογίου με ημερομηνία 17/12/1992 (Τεκμ. 7) και η αναφορά σ’ αυτή ότι το κτήμα θα έχει άμεση προσπέλαση επί της Λεωφόρου δεν προνοούσε την κατασκευή πεζοδρομίου και υποδομών.

 

……………………………………………………………………………………………

 

15ος Λόγος Έφεσης

 

Λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στη θέση ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν υποχρέωση να κατασκευάσουν το πεζοδρόμιο καθ’ όλο το πρόσωπο του επίδικου κτήματος που εφάπτεται στη Λεωφόρο.  Η κατάληξη αυτή παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα των Εναγόντων που στηρίζεται στην αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης.

 

……………………………………………………………………………………………

 

16ος Λόγος Έφεσης

 

Λανθασμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι επειδή οι σκοποί της απαλλοτρίωσης ήταν η βελτίωση, ευθυγράμμιση και ασφαλτόστρωση του δρόμου Λεμεσού – Λευκωσίας, το έργο ολοκληρώθηκε και οι Εναγόμενοι δεν είχαν υποχρέωση να κατασκευάσουν πεζοδρόμια και υποδομές.»

 

 

Η σειρά εξέτασης των λόγων έφεσης και η τοποθέτηση μας επί αυτών είναι συνυφασμένη με τη σημασία και τη συνοχή που έκαστος, εξ αυτών, έχει ως προς το αποτέλεσμα της εκκαλούμενης απόφασης, αλλά, και της ιεραρχικής, κατά την κρίση μας, σημασίας που αυτοί ενέχουν στην έκφανση και στο αποτέλεσμα της έφεσης.  Κάποιοι δε από τους λόγους έφεσης, ως θα διαφανεί στη συνέχεια, είναι επιτρεπτό να κατηγοριοποιηθούν και να συνεξετασθούν, ως σχετιζόμενοι μεταξύ τους.

 

Καθίσταται αντιληπτό, από το περιεχόμενο της Ειδοποίησης Έφεσης, ότι οι λόγοι έφεσης υπ’ αριθμούς 7, 9, 10 και 12 αφορούν στο ζήτημα της πρωτόδικης αξιολόγησης και της αξιοπιστίας του ΜΕ1 – εφεσείοντα 2.  Επιβάλλεται, θεωρούμε, η κατά προτεραιότητα συνεξέταση τους.

 

Η εξουσία επέμβασης του Εφετείου στο θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, από τα πρωτόδικα Δικαστήρια είναι, νομολογιακά,  ξεκαθαρισμένη. Στην πρόσφατη απόφαση Χρ. Χ’’Χριστοφή (Αθηαινίτης) Λίμιτεδ v. Technoplastics Limited, Πολιτική Έφεση 278/2019, ημερομηνίας 15.05.2025, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Υπενθυμίζουμε, σ’ αυτό το στάδιο, ότι, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων είναι έργο κατ’ εξοχήν του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει την ευκαιρία να ακούει τους μάρτυρες και να παρακολουθεί τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα.  Το Εφετείο, κατά κανόνα, σπάνια επεμβαίνει (βλέπε (1) Μιχαηλίδης v. Οικονομίδη, Πολιτική Έφεση 94/2013, ημερομηνίας 30.06.2022, ECLI:CY:AD:2022:D288, (2) Παρσών v. M&M Decoration Centre Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 161/2015, ημερομηνίας 30.04.2015 και (3) Stark κ.α. v. Marsland κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2019, ημερομηνίας 06.05.2025).  Στην υπόθεση Ιωάννου v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 26/2021, ημερομηνίας 28.04.2024, επαναλήφθηκε η αρχή, ως προς την επέμβαση του Εφετείου στο ζήτημα της αξιολόγησης, με το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Θεωρούμε χρήσιμο να επαναλάβουμε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ' εξοχήν στο πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Κατά κανόνα, το Εφετείο σπάνια επεμβαίνει στην πρωτόδικη κρίση για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Ευχέρεια για τον παραγκωνισμό ευρημάτων περί της αξιοπιστίας παρέχεται μόνο όταν αυτά καταφαίνονται εξ αντικειμένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει αποδεχθεί. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο Δικαστήριο να προβεί στα υπό κρίση ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία, το Εφετείο δεν επεμβαίνει.»

 

Στην υπόθεση Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056 υποδείχθηκαν τα εξής:

 

«Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή. Ορθά η πρωτόδικος δικαστής δεν περιόρισε την αξιολόγησή της στην αριθμητική αποτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά επεκτάθηκε και σε προβληματισμό για την αντικειμενική υφή των εκατέρωθεν θέσεων.»

 

Έχοντας εξετάσει και αξιολογήσει τις θέσεις και τις αιτιάσεις των εφεσειόντων, αναφορικά με τους προαναφερόμενους λόγους έφεσης (7, 9, 10 και 12), κρίνουμε ότι δεν παρέχεται περιθώριο επέμβασης στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο, αφού συνόψισε τα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας των μαρτύρων που κατέθεσαν για την απόδειξη της απαίτησης των εφεσειόντων, αντιπαραθέτοντας τα με τη δικογραφημένη εκδοχή των τελευταίων, ορθά δεν αποδέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ1, αν και ως προς το ζήτημα κατά πόσον ήταν υποχρέωση του Κράτους η κατασκευή του δρόμου, φαίνεται πως ο ΜΕ1 είχε εν μέρει δίκαιο, αφού με αυτό φαίνεται να συνάδει και η αποδεκτή μαρτυρία της ΜΥ1, μόνο που, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΥ1, η υποχρέωση του κράτους (α) δεν προκύπτει από οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του και της αποβιώσασας, αλλά δυνάμει νομοθεσίας και (β) η συνεισφορά του κράτους όταν το πολεοδομικό έργο θα ολοκληρωνόταν (τότε είναι που κατασκευάζονται πεζοδρόμια και άλλες υποδομές) ήταν 80% και 20% από τον Δήμο Γερμασόγειας.  Συνεπώς, δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές οι θέσεις του ΜΕ1 για τις επιμέρους παραμέτρους, αφορώσες στην κατασκευή του δρόμου, ήτοι ως προς την κατασκευή πεζοδρομίων και άλλων υποδομών, είτε στη βάση συμφωνίας είτε στη βάση των όρων της απαλλοτρίωσης, οι οποίοι δεν προσκομίστηκαν ως μαρτυρία.  Κατ’ επέκταση, ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν παρουσιάστηκε ικανή μαρτυρία για απόδειξη της θέσης του ΜΕ1 πως υπήρξε παραβίαση των όρων της απαλλοτρίωσης ή ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ της αποβιώσασας μητέρας του και της Πολεοδομίας ή της εφεσίβλητης για κατασκευαστικά έργα πεζοδρομίου και άλλων, εν σχέσει με το επίδικο ακίνητο.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο εύλογα στήριξε την εν λόγω κρίση του στο γεγονός ότι καμία μαρτυρία υποστήριζε την προειρημένη θέση του ΜΕ1 και ορθά επισήμανε ότι κατά την απόσυρση της Παραπομπής 16/1987 από την αποβιώσασα δεν δηλώθηκε οτιδήποτε το υποστηρικτικό προς την εν λόγω εκδοχή των εφεσειόντων.

 

Σ’ ότι αφορά στην απόδειξη των αξιούμενων αποζημιώσεων ορθά, επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία του ΜΕ1 περί ετοιμότητας και προσφοράς κάποιων επιχειρήσεων, τις οποίες κατονομάζει, για ενοικίαση του ακινήτου τους και κυρίως για συγκεκριμένα ποσά, οι οποίες όταν αντιλήφθηκαν την κατάσταση επί τόπου, ως μαρτύρησε ο ΜΕ1, και ειδικότερα το χαντάκι που υπήρχε μεταξύ του ακινήτου τους, το οποίο αποτελούσε κρατική γη, απέσυραν το ενδιαφέρον τους.  Σ’ αυτή τη μαρτυρία το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε βαρύτητα καθ’ ότι, ως έκρινε, επρόκειτο για εξ ακοής μαρτυρία για την οποία, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες των Άρθρων 24 και 27 του Κεφ. 9, δεν αποδείχθηκε ενώπιον του ότι δεν ήταν εύλογο ή εφικτό να μην καταθέσουν τα πρόσωπα που προέβηκαν στις δηλώσεις – μαρτυρία – που μετέφερε ο ΜΕ1, είτε ως προς την πρόθεση ενοικίασης είτε ως προς το ύψος αυτής, αλλά, κυρίως για τον λόγο που δεν προχώρησαν στην ενοικίαση ενός χώρου που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν είχε άδεια για ανάπτυξη.  Βέβαια, η θέση των εφεσειόντων είναι πως δεν επρόκειτο για εξ ακοής μαρτυρία αφού, ως ισχυρίζονται, ήταν πρωτογενής μαρτυρία, διότι ο ΜΕ1 είχε προσωπική γνώση, επειδή ήταν το πρόσωπο που είχε επικοινωνία με τις εταιρείες που ενδιαφέρονταν να ενοικιάσουν το επίδικο ακίνητο.  Διαφωνούμε με τη θέση των εφεσειόντων.  Η πρωτόδικη κρίση ότι επρόκειτο για εξ ακοής μαρτυρία είναι ορθή. Καίτοι οι δηλώσεις έγιναν προς τον ΜΕ1 προέρχονταν από τρίτα πρόσωπα.  Παραπέμπουμε, προς καλύτερη κατανόηση του τι συνιστά εξ ακοής μαρτυρία, στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, Έκδοση 2014, σελίδες 284, 285.  Επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, αξιολόγησε την εν λόγω μαρτυρία ως εξ ακοής και ορθά, επίσης, δεν απέδωσε σ’ αυτήν, για τον λόγο που εξήγησε, βαρύτητα, εφαρμόζοντας νομοθετικά κριτήρια του Άρθρου 27(2)(α)(3) του Κεφ. 9, λόγω απουσίας οποιασδήποτε εξήγησης για τον λόγο που δεν κλητεύθηκαν τα πρόσωπα που προέβηκαν στις πρωτογενείς δηλώσεις.

 

Συνακόλουθα των προλεγόμενων οι λόγοι έφεσης 7, 9, 10 και 12 κρίνονται αβάσιμοι.

 

Είναι χρήσιμο, σ’ αυτό το στάδιο, να σημειώσουμε ότι, ως εξειδικεύεται στο περίγραμμα αγόρευσης των εφεσειόντων, το παράπονο τους, στο πλαίσιο της αγωγής, εδραζόταν ουσιαστικά στη μη κατασκευή, εκ μέρους της εφεσίβλητης, σε μέρος του ακινήτου τους που έχει απαλλοτριωθεί, του υπόλοιπου μέρους του δρόμου ο οποίος θα ένωνε το ακίνητο τους με τη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, στη Λεμεσό, η οποία είχε ήδη κατασκευαστεί, και το οποίο θα έδινε έτσι άμεση προσπέλαση στο ακίνητο τους επί της εν λόγω λεωφόρου.  Η κατασκευή του δρόμου, κατά τους εφεσείοντες, περιλαμβάνει και την κατασκευή του πεζοδρομίου που θα εφάπτεται επί του ακινήτου τους μαζί με όλες τις απαραίτητες υπηρεσίες.  Πρωτοδίκως η απαίτηση των εφεσειόντων εδραζόταν σε δύο βάσεις.  Αφ’ ενός, στην παράβαση, εκ μέρους της εφεσίβλητης, των όρων της απαλλοτρίωσης και/ή του θέσμιου Σχεδίου, δυνάμει του οποίου απαλλοτριώθηκε το ακίνητο τους, οπότε έγιναν τα κατασκευαστικά έργα, αφ’ ετέρου, στην παράβαση συμφωνίας που έγινε μεταξύ της αποβιώσασας Χ. Κιννή (μητέρας των εφεσειόντων 2, 3 και 4) και της εφεσίβλητης, στο πλαίσιο της εκδίκασης της Παραπομπής με αριθμό 16/1987 του Ε. Δ. Λεμεσού, οπόταν συμφωνήθηκε, μεταξύ των εν λόγω μερών, ότι θα αποσυρόταν η προρρηθείσα Παραπομπή χωρίς να απαιτηθεί οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης, από την αποβιώσασα, για την απαλλοτρίωση του ακινήτου της, με τη δέσμευση και/ή ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους της εφεσίβλητης ότι (α) δεν θα υπήρχε απομονωτική λωρίδα μεταξύ του ακινήτου των εφεσειόντων και της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού και (β) ότι η εφεσίβλητη θα προχωρούσε στην κατασκευή του υπόλοιπου δρόμου (περιλαμβανομένων πεζοδρομίων και υπηρεσιών) εντός της απαλλοτριωθείσας έκτασης, ο οποίος δρόμος θα ένωνε το ακίνητο των εφεσειόντων με την εν λόγω λεωφόρο, η οποία κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα ήταν ήδη κατασκευασμένη. 

 

Δεδομένης της ορθότητας της αξιολόγησης της μαρτυρίας, δεν διαβλέπουμε έρεισμα στο παράπονο των εφεσειόντων πως το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε λανθασμένα ότι δεν συνομολογήθηκε συμφωνία μεταξύ της αποβιώσασας μητέρας των εφεσειόντων 2, 3 και 4 και της Κυπριακής Δημοκρατίας.  Θεωρούμε ότι, υπό τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αυτό κατέληξε σε εύλογο συμπέρασμα, εφόσον από το πρακτικό της δίκης στην Παραπομπή αρ. 16/1987 δεν δικαιολογείτο αποδοχή της θέσης των εφεσειόντων.  Το ότι κατά μία λογική εξήγηση ενδεχομένως να συνέβη κάτι τέτοιο, είναι ένα στοιχείο το οποίο πόρρω απέχει από τη σύναψη συμφωνίας, και ειδικότερα περί συμβατικού όρου ότι η απόσυρση της απαίτησης στην εν λόγω Παραπομπή έγινε ή θα γινόταν με την υπόσχεση ή ανάληψη υποχρέωσης από τη Δημοκρατία για κατασκευή δρόμου, πεζοδρομίου και άλλων υποδομών.  Από την προσαχθείσα μαρτυρία δεν προέκυπτε ούτε ρητή πρόταση ή προσφορά ούτε και ρητή αποδοχή.  Εν πάση περιπτώσει, στην όλη εκδοχή των εφεσειόντων, προκύπτει ουσιώδες κενό, το οποίο αφορά στον χρόνο εκπλήρωσης τέτοιας συμβατικής υποχρέωσης, αν ήθελε υποθετικά ερμηνευθεί πως υπήρξε, συνυφασμένο και με το κατά πόσον ήταν επιτρεπτό να καταχωριστεί η αγωγή ή αυτή ήταν πρόωρη. Ο χρόνος εκπλήρωσης μιας συμβατικής υποχρέωσης αποτελεί ουσιώδη όρο για στοιχειοθέτηση σχετικής παράβασης.  Στην παρούσα υπόθεση κρίνουμε πως, έστω ότι το κράτος δεν προέβη σε κατασκευαστικά έργα παρά την υποχρέωση του, ως ισχυρίζονται οι εφεσείοντες, δεν υπήρξαν οι προϋποθέσεις ώστε η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης να έχει καταστεί παραβίαση «συμφωνίας».  Δεν προωθήθηκε εκδοχή πρωτοδίκως και κυρίως ότι παρήλθε ο εύλογος χρόνος (δέστε ως προς τον εύλογο χρόνο τις υποθέσεις (1) Σάββα v. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ. 1609 και (2) Σιαπίτης v. Κυμίσης, Πολιτική Έφεση Αρ. 281/2012, ημερομηνίας 16.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:A445).  Στο ζήτημα δε του εύλογου χρόνου θα συνυπολογιζόταν εξάλλου και το γεγονός ότι το ακίνητο μεταβιβάστηκε στους εφεσείοντες 2, 3 και 4 από τη μητέρα τους το 2002 και η αγωγή τους καταχωρίστηκε το 2012.

 

Ως εκ τούτου, καταλήγουμε ότι ο λόγος έφεσης αρ. 1 είναι αβάσιμος.

 

Αβάσιμος κρίνεται και ο λόγος έφεσης αρ. 2, δεδομένου ότι είναι συνυφασμένος με τη θέση των εφεσειόντων την οποία προώθησαν με τον λόγο έφεσης αρ. 1.  Υπό τις δεδομένες περιστάσεις, το περιεχόμενο των επιστολών ημερομηνίας 10.11.1992, 04.12.1992 και 17.12.1992 – Τεκμήρια 6, 7 και 8 αντίστοιχα – το οποίο έχουμε διέλθει, δεν ήταν δυνατό ή επιτρεπτό να οδηγήσει σε συμπέρασμα συνομολόγησης ολοκληρωμένης συμφωνίας μεταξύ της αποβιώσασας μητέρας των εφεσειόντων 2, 3 και 4 και της Δημοκρατίας.  Συμφωνούμε με την πρωτόδικη κρίση ότι το Τεκμήριο 8 ήταν πληροφοριακού χαρακτήρα για σκοπούς ενημέρωσης του συνηγόρου που εκπροσωπούσε την Απαλλοτριούσα Αρχή από τον εκτιμητή του Κτηματολογίου.  Ενδεχομένως, βέβαια, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 να λήφθηκε υπόψη από την αποβιώσασα και να έκρινε ότι δεν είχε λόγο να επιμένει στην απαίτηση της, στο πλαίσιο της Παραπομπής αρ. 16/1987, ενδεχομένως,  όμως, η απόσυρση να οφειλόταν και στην αποδοχή της θέσης της Απαλλοτριούσας Αρχής ότι το υπόλοιπο μέρος του ακινήτου απέκτησε υπεραξία.  Εν πάση περιπτώσει, ως έχουμε πιο πάνω εξηγήσει, η συνομολόγηση συμφωνίας και η παράβαση όρων αυτής, λόγω μη συμμόρφωσης και κατ’ επέκταση η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος, ήταν προαπαιτούμενο για την επιτυχία της αγωγής, κάτι που δεν αποδείχθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Με τους λόγους έφεσης αρ. 3 και 4 οι εφεσείοντες θεωρούν λανθασμένο το πρωτόδικο εύρημα ότι με την επιστολή ημερομηνίας 17.12.1992 – Τεκμήριο 8 – δεν δόθηκαν διαβεβαιώσεις πως θα κατασκευαζόταν πεζοδρόμιο και άλλες υποδομές (ΑΗΚ, CYTA, κλπ).  Κατά τη θέση των εφεσειόντων με την εν λόγω επιστολή επιβεβαιώνεται ότι ο δρόμος που θα ένωνε το τεμάχιο τους με τη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού θα κατασκευαζόταν από την Απαλλοτριούσα Αρχή – εφεσίβλητη.  Η εν λόγω θέση συνοδεύεται και από το επιχείρημα ότι δυνάμει της Νομοθεσίας και/ή των σχετικών Κανονισμών η κατασκευή δρόμου σε κατοικημένη περιοχή συνεπάγεται και την κατασκευή πεζοδρομίων και υποδομών.  Ακόμη, και από το γεγονός ότι η ΜΥ2, της οποίας η μαρτυρία κρίθηκε αξιόπιστη, ανέφερε πως ο δρόμος που κατασκευάστηκε θα ολοκληρωνόταν  με την κατασκευή πεζοδρομίων και υποδομών που ήταν υποχρέωση της εφεσίβλητης, βάσει των όρων της απαλλοτρίωσης.  Κρίνουμε ότι οι  προειρημένες αιτιάσεις αποτελούν προέκταση της επιχειρηματολογίας των εφεσειόντων επί των ίδιων επίδικων θεμάτων.  Έχοντας αξιολογήσει τα επιχειρήματα των εφεσειόντων οφείλουμε να παρατηρήσουμε, κατ’ αρχάς, ότι η ΜΥ2 είχε σαφώς διαχωρίσει στη μαρτυρία της ότι (α) το έργο της απαλλοτρίωσης είχε ολοκληρωθεί και (β) η κατασκευή πεζοδρομίων και άλλων υποδομών αφορούσε στην ολοκλήρωση πολεοδομικού έργου, για το οποίο το κράτος θα συνεισφέρει κατά 80% της αξίας του και το υπόλοιπο 20% θα ήταν η συνεισφορά του Δήμου Γερμασόγειας.  Συνεπώς πρόκειται για δύο ξεχωριστά έργα και προφανώς το πολεοδομικό έργο δεν ενέπιπτε στους σκοπούς της απαλλοτρίωσης.

 

Ως προς τη θέση ότι από το Τεκμήριο 8 είχαν δοθεί διαβεβαιώσεις πως θα κατασκευάζονταν πεζοδρόμιο και άλλες υποδομές, φρονούμε πως δεν είναι δικαιολογημένη, αφού κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό να εξαχθεί από το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου και την απορρίπτουμε, ως, ορθά, έπραξε και το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Ενόψει των προλεγόμενων οι λόγοι έφεσης 3 και 4 κρίνονται αβάσιμοι.  

 

Επιπλέον, οι εφεσείοντες πρωτοδίκως προώθησαν τη θέση πως επειδή η Πολεοδομία, όταν αυτοί αποτάθηκαν για Πολεοδομική Άδεια προς ανάπτυξη του ακινήτου τους, δεν επέβαλε όρους, σε αυτούς, για κατασκευή πεζοδρομίων και υποδομών, ενισχύεται η εκδοχή τους ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ της αποβιώσασας μητέρας των εφεσειόντων 2, 3 και 4 και της εφεσίβλητης, ως προς την απόσυρση της Παραπομπής αρ. 16/1987.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκανε αποδεκτή την εν λόγω θέση, κρίνοντας ότι δεν υπήρχε διασύνδεση του γεγονότος της μη επιβολής όρων για κατασκευή πεζοδρομίων και υποδομών με την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας για απόσυρση της προαναφερόμενης Παραπομπής.  Η εν λόγω πρωτόδικη κρίση αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης με τους λόγους έφεσης αρ. 5 και 6.  Ειδικότερα, οι εφεσείοντες θεωρούν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει, και δεν το έπραξε, γιατί δεν επιβλήθηκαν τέτοιοι όροι από την Πολεοδομία και, περαιτέρω, εφόσον δεν υπήρχε ενώπιον του μαρτυρία για το αντίθετο θα έπρεπε να καταλήξει στην αποδοχή της θέσης που αυτοί προώθησαν πρωτοδίκως.  Διαπιστώνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως προς το υπό συζήτηση θέμα, έκρινε πως το γεγονός της μη υποβολής όρων από την Πολεοδομία δεν διασυνδέθηκε με την κατ’ ισχυρισμό συμφωνία κατά το 1992 – 1993.  Έκρινε, επίσης, πως ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ήταν γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος.  Συμφωνούμε με την πρωτόδικη κρίση, προσθέτοντας ότι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ο ΜΕ2 μαρτύρησε πως οι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου του ζήτησαν και αυτός απέσυρε την αίτηση που είχαν υποβάλει στην Πολεοδομία για ανάπτυξη του ακινήτου τους. Επομένως δεν είχε εκδοθεί άδεια ώστε να ήταν ασφαλές, εκ μέρους του Δικαστηρίου, για διασύνδεση τυχόν μη επιβολής όρων για κατασκευή πεζοδρομίων ή άλλων υποδομών. Βέβαια είναι ταυτόχρονα κατανοητό και δεδομένο ότι τα πεζοδρόμια θα κατασκευάζονταν στο πλαίσιο ολοκλήρωσης του πολεοδομικού έργου δυνάμει, όμως, της σχετικής νομοθεσίας και όχι ως όρος συμφωνίας μεταξύ της αποβιώσασας και της εφεσίβλητης.

 

Συνακόλουθα καταλήγουμε ότι οι λόγοι έφεσης αρ. 5 και 6 δεν είναι βάσιμοι.

 

Με τον λόγο έφεσης αρ. 8 οι εφεσείοντες προβάλλουν τη θέση ότι το πρωτόδικο εύρημα πως το επίδικο τεμάχιο έχει άμεση πρόσβαση στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού είναι λανθασμένο και αυθαίρετο.  Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι λανθασμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο, προέβη στο εν λόγω εύρημα επειδή δεν υπάρχει απομονωτική λωρίδα μεταξύ του τεμαχίου των εφεσειόντων 2, 3 και 4 και της προειρημένης λεωφόρου.  Στην πραγματικότητα, λέγουν οι εφεσείοντες, μέχρι το 2017 υπήρχε χαντάκι μεταξύ του τεμαχίου τους και της λεωφόρου το οποίο εμπόδιζε την πρόσβαση. Μετά δε που έκλεισε το χαντάκι, με τσιμέντο, πάλι δεν πρόκειται για δρόμο ο οποίος δίδει άμεσα πρόσβαση στο τεμάχιο τους προς τη λεωφόρο.  Παρατηρούμε ότι το πρωτόδικο εύρημα πως το επίδικο τεμάχιο έχει άμεση πρόσβαση προέκυψε με το ακόλουθο σκεπτικό:

 

«Το πιο πάνω πρόσωπο (εννοείται ο ΜΕ1 – εφεσείοντας 2), στη μαρτυρία του δήλωσε ότι στην πραγματικότητα το επίδικο ακίνητο δεν εφάπτεται του δρόμου παρά μόνο στο σχέδιο και επιπρόσθετα επισήμανε ότι δεν υφίσταται άμεση προσπέλαση επί της λεωφόρου. Διευκρίνισε ότι δεν έχει άμεση πρόσβαση στη λεωφόρο καθότι υπήρχε χαντάκι το οποίο τον Μάρτιο του 2017 έκλεισε με την τοποθέτηση μπετόν.  Ήταν η θέση του ότι το χαντάκι είχε πλάτος 3 μ. και βάθος περίπου 2 μ., το οποίο εκτεινόταν καθ' όλο το μήκος του νότιου συνόρου.  Παρουσίασε και σχετικές φωτογραφίες (βλ. Τεκ. 12).  Από τις πιο πάνω φωτογραφίες προκύπτει ότι υπήρχε χαντάκι, δίπλα από τον δρόμο, σε μέρος του ακινήτου.  Με βάση τις αρχές της απλής παρατήρησης προκύπτει από τις πιο πάνω φωτογραφίες ότι υφίσταται υψομετρική διαφορά μεταξύ του δρόμου και του επίδικου ακινήτου, με ψηλότερο το ακίνητο.  Ήταν η θέση του ότι το χαντάκι είχε βάθος 2 μέτρα, χωρίς όμως να καθορίσει κατά πόσο υπολογίζει το συγκεκριμένο βάθος από το ύψος του ακινήτου του ή από τον δρόμο.  Προφανώς όμως ήταν από το ύψος του ακινήτου του και δεν είχε τέτοιο βάθος σε σχέση με τον δρόμο.  Το ακίνητο έχει άμεση πρόσβαση στη λεωφόρο αφού υφίσταται δυνατότητα προσέγγισης. Το ανοιχτό αυλάκι που υπήρχε μέχρι τον Μάρτιο του 2017 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως απομονωτική λωρίδα, δηλαδή ότι αποκόπτει το ακίνητο από τον δρόμο.  Πέρα δε τούτου, όπως έχει ήδη επισημανθεί, τον Μάρτιο του 2017 το αυλάκι έκλεισε με μπετόν.»

 

Έχουμε διεξέλθει το περιεχόμενο των φωτογραφιών, Τεκμήριο 12.  Το γεγονός ότι υπήρχαν, κατά τον χρόνο εκδίκασης, κατά μήκος του συνόρου του ακινήτου με τη λεωφόρο πλαστικοί πάσσαλοι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι είναι η εφεσίβλητη ή αντιπρόσωποι της που τους είχαν τοποθετήσει ή είναι ο Δήμος Γερμασόγειας, ούτε και πως αυτοί εμποδίζουν σε όλο το μήκος την πρόσβαση προς το επίδικο ακίνητο.  Όσον αφορά στην υψομετρική διαφορά του ακινήτου με τη λεωφόρο ήταν ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να εξετασθεί στο πλαίσιο της Παραπομπής, αφού ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ήταν πως η υψομετρική διαφορά προέκυψε από την απαλλοτρίωση, η οποία όμως (Παραπομπή) αποσύρθηκε χωρίς επιφύλαξη έγερσης τέτοιων ζητημάτων στο μέλλον.

 

Το πως θα διαμορφωθεί η κατάσταση επί τόπου όταν οι εφεσείοντες ή οποιοιδήποτε ιδιοκτήτες του ακινήτου αποταθούν για πολεοδομική άδεια ανάπτυξης του ακινήτου, αφορά στο μέλλον.  Η κατάσταση του ακινήτου κατά τη δίκη ήταν τέτοια που δεν επέτρεπε συμπέρασμα με βεβαιότητα ότι το ακίνητο ήταν χωρίς πρόσβαση στη λεωφόρο, αφού αυτό εφάπτεται της λεωφόρου και δεν υπάρχει απομονωτική λωρίδα μεταξύ τους.  Ακόμη και να μην υπήρχε είσοδος από τη λεωφόρο προς το ακίνητο, δεν θεωρούμε ότι αυτό το γεγονός ήταν η αιτία που αυτό δεν αξιοποιήθηκε ως επιθυμούσαν οι εφεσείοντες, αφού επρόκειτο για ακίνητο χωρίς πολεοδομική άδεια και η σχετική αίτηση αποσύρθηκε.  Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι επιτρεπτό εκ μέρους των εφεσειόντων να ισχυρίζονται ότι το ακίνητο τους δεν είχε πρόσβαση στον αυτοκινητόδρομο ή σε άλλο δρόμο κατά παράβαση των όρων της απαλλοτρίωσης.  Κατ’ επέκταση, δεν επήλθε στο ακίνητο τους απώλεια χρήσης κυριότητας και/ή κάρπωσης, όταν δεν προώθησαν, εξ ιδίας επιθυμίας, την αίτηση για πολεοδομική άδεια.  Εξάλλου, αν αυτή ήταν όντως η πραγματική κατάσταση επί του ακινήτου από την αρχή, και αμέσως μετά την απαλλοτρίωση, και δη ότι δεν αφέθηκε είσοδος από τη λεωφόρο προς το ακίνητο, όφειλαν οι εφεσείοντες να μην αποσύρουν την απαίτηση τους στην Παραπομπή και να προωθήσουν τον εν λόγω ισχυρισμό τους.

 

Κατ’ επέκταση, ο λόγος έφεσης αρ. 8 κρίνεται αβάσιμος.

 

Αβάσιμος, επίσης, είναι και ο λόγος έφεσης αρ. 11, με τον οποίο αμφισβητείται το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μη αξιοποίηση του επίδικου τεμαχίου οφείλεται στους εφεσείοντες.  Κρίνουμε ορθό το εν λόγω εύρημα αφού αυτό στηρίχθηκε στην αποδεκτή μαρτυρία του ΜΕ2, ο οποίος κατέθεσε ότι έλαβε οδηγίες από τους ιδιοκτήτες να σταματήσει την ανάπτυξη του ακινήτου.

 

Ως προς τον λόγο έφεσης αρ. 13, οι εφεσείοντες παραπονούνται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε ότι τα όσα μαρτύρησε η ΜΥ1 δεν επιβεβαιώνουν τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, ως προς το ότι ήταν υποχρέωση της εφεσίβλητης να κατασκευάσει δρόμο που να ενώνει το επίδικο τεμάχιο με τη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού.  Ως έχουμε ήδη εξηγήσει, η κατασκευή του δρόμου και η κατασκευή πεζοδρομίων μαζί με υποδομές, είναι δύο ξεχωριστά ζητήματα στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης.  Παραμένουν δε, ούτως ή άλλως, ως καθοριστικότερα ζητήματα (α) ο χρόνος, ως τον έχουμε αναλύσει προγενέστερα, αλλά και (β) το γεγονός ότι η όποια υποχρέωση δυνάμει νομοθεσίας ή κανονισμών, ως έχουμε ήδη υποδείξει, δεν ήταν επίδικο θέμα στην πρωτόδικη διαδικασία, αφού δεν καλυπτόταν από την έκθεση απαίτησης.

 

Συνεπώς ο λόγος έφεσης αρ. 13 κρίνεται αβάσιμος.

 

Ως προς τον λόγο έφεσης αρ. 14, θεωρούμε ότι έχει καλυφθεί με τα όσα έχουμε παραθέσει, κατά την εξέταση των προηγούμενων λόγων έφεσης, και δεν κρίνεται απαραίτητη οποιαδήποτε επανάληψη ή ενασχόληση με τη θέση των εφεσειόντων αναφορικά με το περιεχόμενο της επιστολής του Κτηματολογίου, ημερομηνίας 17.12.1992 – Τεκμήριο 8 -.  Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως κρίνουμε, απεφάνθη ότι δεν προνοήθηκε οτιδήποτε περί κατασκευής πεζοδρομίου ή άλλων υποδομών.  Δεν παραγνωρίζουμε ότι η ΜΥ1 στη μαρτυρία της ανέφερε πως οι δρόμοι πρωταρχικής σημασίας πρέπει να πληρούν όλα τα χαρακτηριστικά ενός δρόμου όσον αφορά στο πλάτος, τις υποδομές, τα πεζοδρόμια και τους χώρους στάθμευσης, ωστόσο, η εν λόγω μάρτυρας ξεκάθαρα αναφερόταν στον Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο και το τοπικό Σχέδιο Λεμεσού, χωρίς (α) να προκύπτει από τη μαρτυρία της ότι αναφερόταν σε συμφωνία, μεταξύ της αποβιώσασας μητέρας των εφεσειόντων 2, 3 και 4 και της εφεσίβλητης, και, ειδικότερα, πως το πεζοδρόμιο και τις άλλες υποδομές θα κατασκεύαζε η εφεσίβλητη, ή ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι της απαλλοτρίωσης ή του θέσμιου Σχεδίου, ως ήταν η δικογραφημένη εκδοχή των εφεσειόντων.

 

Καταλήγουμε ότι ο λόγος έφεσης αρ. 14 είναι αβάσιμος.

 

Με τον λόγο έφεσης αρ. 15 τίθενται θέματα παραβίασης της αρχής της ισότητας, επειδή, ως ισχυρίζονται οι εφεσείοντες, η εφεσίβλητη προχώρησε σε κατασκευή πεζοδρομίου σε παρακείμενο κτήμα που εφάπτεται του επίδικου, αλλά και σε άλλο ακίνητο τους που απαλλοτριώθηκε, πληρώνοντας ταυτόχρονα και αποζημίωση.  Έχοντας μελετήσει την έκθεση απαίτησης οφείλουμε να επισημάνουμε ότι τέτοια ζητήματα δεν εγείρονται στο δικόγραφο των εφεσειόντων.  Συνεπώς, ορθά δεν εξετάστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και άρα δεν δύνανται να εξετασθούν ούτε από το Εφετείο, και αυτό κατ’ εφαρμογή πάγιας νομολογίας (δέστε, μεταξύ άλλων, πρόσφατες υποθέσεις (1) Ι.Ζ. και Γ.Χ., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε113/2023, ημερομηνίας 28.02.2025 και (2) Πατσαλίδης v. Σαμιώτη κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 209/2019, ημερομηνίας 28.05.2025).

 

Επομένως, ο λόγος έφεσης αρ. 15 κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον λόγο έφεσης αρ. 16 οι εφεσείοντες μάχονται κατά του πρωτόδικου ευρήματος ότι επειδή οι σκοποί της απαλλοτρίωσης ήταν η βελτίωση, ευθυγράμμιση και ασφαλτόστρωση του δρόμου Λεμεσού – Λευκωσίας, το έργο ολοκληρώθηκε και άρα η εφεσίβλητη δεν είχε υποχρέωση να κατασκευάσει πεζοδρόμια και υποδομές.  Παρατηρούμε, κατ’ αρχάς, ότι εύλογα το πρωτόδικο Δικαστήριο επισήμανε πως οι εφεσείοντες δεν προσκόμισαν ενώπιον του μαρτυρία για τους όρους απαλλοτρίωσης ή του θέσμιου Σχεδίου, επομένως η μόνη μαρτυρία για το θέμα προέρχονταν από τον ΜΥ2, και δη ότι ο σκοπός της απαλλοτρίωσης ήταν η βελτίωση, ευθυγράμμιση και ασφαλτόστρωση του δρόμου Λεμεσού – Λευκωσίας και το έργο ολοκληρώθηκε.

 

Καταλήγουμε ότι και ο λόγος έφεσης αρ. 16 είναι αβάσιμος.

 

Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, εφόσον ουδείς λόγος έφεσης κρίθηκε βάσιμος, η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.  Η εκκαλούμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα έφεσης προς όφελος της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων για το ποσό των €4.000,00, πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει.

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο