ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. v. G. D. L. TRADING LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε153/2020, 13/7/2026
print
Τίτλος:
ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. v. G. D. L. TRADING LIMITED κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε153/2020, 13/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. Ε153/2020)

 

13 Ιουλίου, 2026

 

 

                              1.    ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ

                              2.    ΠΕΤΡΟΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ

                              3.    ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ

                              4.    ΜΑΡΙΝΑ ΝΕΟΦΥΤΟΥ

Εφεσείοντες/Ενάγοντες/Αιτητές

 

και

 

             1.    G. D. L. TRADING LIMITED

             2.    ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΟΡΔΟΣ

             3.    NEIL HUGHES, ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ

                     ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ-ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

                     ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ

             4.    LONGACRE SERVICES LTD

Εφεσίβλητοι 1, 2, 3 & 4/Εναγόμενοι/Καθ΄ ων η Αίτηση Αρ. 1, 2, 4 & 5

 

--------------------------------------------------

 

Στέφανος Σάββα για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε., για τους εφεσείοντες

Πάρης Γκροζάκης για George Pamboridis LLC, για τον εφεσίβλητο 3
Για τους εφεσίβλητους 1, 2 και 4: Καμία εμφάνιση

 

[Η ακρόαση διεκπεραιώθηκε χωρίς τη φυσική παρουσία των μερών κατόπιν αιτήματος που υποβλήθηκε δυνάμει του περί Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021]

 

--------------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΚΟΝΗΣ, Δ.: Οι εφεσείοντες/ενάγοντες καταχώρισαν την 28.9.2020 γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με το οποίο αξίωναν εναντίον επτά συνολικά εναγομένων απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται ή να κηρύσσεται άκυρη η συμφωνία δανείου ημερ. 4.3.2016 που συνήφθηκε μεταξύ της εφεσείουσας 1/ενάγουσας 1 και της εναγόμενης 1/εφεσίβλητης 1 και άλλων προσώπων για το ποσό των €500.000, το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερ. 4.3.2016 που συνήφθηκε μεταξύ των ίδιων προσώπων, οποιαδήποτε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ή και της Γενικής Συνέλευσης της εφεσείουσας 1 σε σχέση με τις πιο πάνω συμφωνίες και οποιεσδήποτε καλύψεις ή και εξασφαλίσεις σχετικά με τις συμφωνίες αυτές «ως συνομολογηθείσες συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων» κ.λπ.

 

         Σωρευτικά με τα πιο πάνω αξίωναν διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται ο διορισμός του εφεσίβλητου 3/εναγόμενου 4 ως παραλήπτη και διαχειριστή της εφεσείουσας 1 ως παράνομος ή και ως προϊόν παράνομου ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Αξίωναν επίσης διαζευκτικά διάταγμα ή και απόφαση παύσης του από τα καθήκοντα του ως παραλήπτη και διαχειριστή λόγω πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων του ή και άσκησης τους κατά τρόπο που να βλάπτονται τα περιουσιακά δικαιώματα της εφεσείουσας 1 και των άλλων εφεσειόντων/εναγόντων, διάταγμα δια του οποίου να αναγνωρίζεται ότι οποιαδήποτε πράξη έχει έρεισμα στις ως άνω συμφωνίες είναι άκυρη ή ακυρώσιμη ως επίσης να ακυρώνονται ή και να διαγράφονται παράνομες αναρτήσεις και κοινοποιήσεις στον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με τις ως άνω συμφωνίες, (συμπεριλαμβανομένης της έγγραφης επιβάρυνσης ημερ. 18.4.2017 και της γνωστοποίησης διορισμού του παραλήπτη και διαχειριστή ημερ. 18.9.2020). Αξίωναν περαιτέρω αποζημιώσεις συνεπεία δόλου ή και απάτης ή και ψευδών παραστάσεων ή και παράβασης σύμβασης ή και παράβασης καθήκοντος (συνωμοσία για καταδολίευση των εφεσειόντων, παράβαση καθήκοντος εύλογης επιμέλειας στα θέματα διοίκησης της εφεσείουσας 1, υπεξαίρεση και ιδιοποίηση ή και κατακράτηση περιουσίας της εφεσείουσας 1, παράβαση των εξουσιών τους ως διοικητικοί σύμβουλοι της εφεσείουσας 1, παραβίασης των προσωπικών δεδομένων των εφεσειόντων). Τέλος, αξίωναν αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό ως επίσης παραδειγματικές ή και τιμωρητικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα.

 

         Ταυτόχρονα με την καταχώριση του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος οι εφεσείοντες καταχώρισαν μονομερή αίτηση (η «Αίτηση») με την οποία εξαιτούνταν προσωρινού διατάγματος με το οποίο:

 

         (α)   να αναστέλλεται η ισχύς ή και η εκτελεστότητα του διορισμού και οι εξουσίες του εφεσίβλητου 3/εναγόμενου 4/καθ΄ ου η αίτηση 4 ως παραλήπτη - διαχειριστή της εφεσείουσας 1,

 

         (β)   να απαγορεύεται στους εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και 5/καθ΄ ων η αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5 ή και στους αντιπροσώπους ή και υπαλλήλους αυτών από το να χρησιμοποιούν ή και εφαρμόζουν ή και ασκούν οποιοδήποτε δικαίωμα ή και να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη που να έχει έρεισμα ή και να στηρίζεται στην ως άνω συμφωνία δανείου και το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης.

 

         Η Αίτηση συνοδεύετο από ένορκη δήλωση του εφεσείοντα 2.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα και αφού η αίτηση και τα διατάγματα επιδόθηκαν ο εφεσίβλητος 3/καθ΄ ου η αίτηση 4 καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας δεκατρείς λόγους ένστασης ενώ οι εφεσίβλητοι 1, 2 και 4/καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 5 καταχώρισαν κοινή ένσταση προβάλλοντας δεκαοκτώ λόγους ένστασης. Η Αίτηση εναντίον του εναγόμενου 3/καθ΄ ου η αίτηση 3 αποσύρθηκε και τα εναντίον του διατάγματα ακυρώθηκαν.

 

         Το πρώτο ζήτημα που εξέτασε το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του ήταν η θέση των εφεσίβλητων «για μη νόμιμη απόφαση και εξουσιοδότηση της Αιτήτριας 1 για έγερση της αγωγής και μη νόμιμης εξουσιοδότησης διορισμού των δικηγόρων της γι΄ αυτό το σκοπό καθώς και της καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης».

 

         Παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, ότι τέτοιο θέμα πρέπει να εγείρεται με την πρώτη ευκαιρία μέσω αίτησης και να αποφασίζεται πριν οριστεί η αγωγή ή η κυρίως αίτηση για ακρόαση. Επισήμανε τα ακόλουθα:

 

         «Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση ένεκα της δραστικότητας του απαγορευτικού διατάγματος ημερομηνίας 28.9.2020 και των συνεπειών που επέφερε αυτό, ήτοι της ανακοπής άσκησης των εξουσιών του Καθ΄ ου η αίτηση 4 ως Παραλήπτη – Διαχειριστή της περιουσίας της Αιτήτριας 1 και την αναστολή της πορείας για ικανοποίηση της Καθ΄ ης η αίτηση 1 με την ενεργοποίηση του ομόλογου, αποτελεί κατά την κρίση μου θεμιτή πορεία η έγερση του ζητήματος αυτού δια μέσου της ένστασης των Καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 5, αφού με αυτό τον τρόπο εγείρεται το θέμα με την πρώτη ευκαιρία και μπορεί να θεωρηθεί ότι λαμβάνει θέση αίτησης διαγραφής και απόρριψης της αγωγής».

 

         Έκρινε ότι οι εφεσείοντες δεν παρουσίασαν οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει τη νόμιμη εξουσιοδότηση της εφεσείουσας 1 για έγερση αγωγής και ανάλογη εξουσιοδότηση διορισμού δικηγόρου για το σκοπό αυτό. Έκρινε επίσης ότι η καταχώριση της αγωγής εκ μέρους της εφεσείουσας 1 «φαίνεται να στερείται της αναγκαίας νομιμότητας αν αυτή δεν εγείρεται ως παράγωγη αγωγή». Αφού παρέπεμψε σε σχετική νομολογία, υπέδειξε ότι για να καταλήξει καταρχάς το Δικαστήριο κατά πόσο είναι ή όχι παράγωγη η αγωγή, ανέτρεξε στις έγγραφες προτάσεις ήτοι στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Διαπίστωσε ότι όλοι οι εφεσείοντες «μαζί και ο καθένας χωριστά προβαίνουν στις αξιώσεις που αναφέρθηκαν και όχι μόνο για λογαριασμό ή για την Αιτήτρια 1». Διαπίστωσε επίσης ότι «σε καμία αξίωση και σε κανένα από τα παρακλητικά δεν αναφέρεται ότι η αγωγή εγείρεται ως παράγωγη αγωγή. Ακόμη ούτε στην αγόρευση έγινε αναφορά για παράγωγη αγωγή». Ως εκ των ανωτέρω, έκρινε ότι η Αίτηση δεν περιβάλλετο με την αναγκαία νομιμότητα και προχώρησε στην απόρριψη της σε σχέση με την εφεσείουσα 1.

 

         Όσον αφορά τους εφεσείοντες 2, 3 και 4 κατέληξε ότι «δεν διαφαίνεται ότι έχουν LOCUS STANDI γιατί η συμφωνία δανείου και το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 4.3.2016 που ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών στις 18.4.2017 και επί τη βάση αυτού διορίστηκε στις 18.9.2020 ο Καθ΄ ου η αίτηση 4 Παραλήπτης – Διαχειριστής αφορά την Αιτήτρια 1 και μόνο αυτή και μόνο στην περίπτωση που ήγειραν την αγωγή ως παράγωγη, κάτι που δεν αναφέρεται πουθενά, ούτε και υπήρξε σχετική εισήγηση, οι Αιτητές 2, 3 και 4, θα είχαν LOCUS STANDI.

 

Επομένως και γι΄ αυτούς η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη και απορρίπτεται».

 

         Ανεξάρτητα από την κρίση του επί του πιο πάνω θέματος, η οποία σφράγιζε την τύχη της Αίτησης και σε περίπτωση που η προσέγγιση και κατάληξη του κρινόταν ως λανθασμένη, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση και των υπολοίπων θεμάτων που αφορούσαν την Αίτηση με πρώτο το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου κατά την έκδοση μονομερώς των επίδικων διαταγμάτων.

 

         Μετά από εξέταση του θέματος κατέληξε ότι οι εφεσείοντες δεν προέβηκαν σε πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και ότι παραπλάνησαν το Δικαστήριο κατά την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς, με αποτέλεσμα να αρνηθεί τη συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων.

 

         Συνεπεία των πιο πάνω το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην απόρριψη της Αίτησης και στην ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων με έξοδα υπέρ των εφεσίβλητων 1, 2, 3 και 4 και σε βάρος των εφεσειόντων.

 

         Οι εφεσείοντες, οι οποίοι προφανώς δεν έμειναν ικανοποιημένοι από την πρωτόδικη απόφαση, την προσέβαλαν αρχικά με έξι λόγους έφεσης τους οποίους στη συνέχεια περιόρισαν σε τρεις (λόγοι έφεσης υπ΄ αρ. 1, 2 και 3). Ουσιαστικά η πλευρά των εφεσειόντων απέσυρε τους λόγους έφεσης υπ΄ αρ. 4, 5 και 6 που αφορούσαν την απόρριψη της Αίτησης και την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων, αποδεχόμενη τη θέση του εφεσίβλητου 3 ότι, λόγω του χρονικού διαστήματος που παρήλθε, είχαν καταστεί άνευ αντικειμένου.

 

         Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα εξέτασε ως πρωτεύων τον ισχυρισμό των εφεσίβλητων 1, 2 και 4/καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 5 για μη νόμιμη απόφαση και εξουσιοδότηση της εφεσείουσας 1 για έγερση της αγωγής και μη νόμιμης εξουσιοδότησης διορισμού των δικηγόρων της για το σκοπό αυτό καθώς και ότι αποτελούσε θεμιτή πορεία η έγερση του ζητήματος αυτού «δια μέσου της ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 2 και 5, αφού με τον τρόπο αυτό εγείρεται το θέμα με την πρώτη ευκαιρία και μπορεί να θεωρηθεί ότι λαμβάνει θέση αίτησης διαγραφής και απόρριψης της Αγωγής», (σελ. 18 της πρωτόδικης απόφασης) ή και λανθασμένα συνάρτησε τον προαναφερόμενο λόγο ένστασης με την υπό του θέματος νομολογία και τη Δ.27[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ίσχυαν τότε) ως επίσης έλαβε καθοδήγηση από την Montrago Trustees Ltd κ.ά. (Αρ. 2) (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1289) και απέρριψε την αίτηση για το λόγο αυτό, αφού η νομική βάση της ένστασης των εφεσίβλητων 1, 2 και 4 δεν του παρείχε εξουσία ή και το κατάλληλο δικαιοδοτικό άρθρο να αποφανθεί επί τούτου ή και το πρωτόδικο Δικαστήριο με την εξέταση του προαναφερόμενου λόγου ένστασης και την απόρριψη της Αίτησης ενήργησε λανθασμένα ή και καθ΄ υπέρβαση της εξουσίας του. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσειόντων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να προχωρήσει στην απόρριψη του συγκεκριμένου λόγου ένστασης λόγω μη συμπερίληψης της Δ.27 στη νομική βάση της ένστασης των εφεσίβλητων 1, 2 και 4. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε ότι η ένσταση στηριζόταν στη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ίσχυαν τότε) ως επίσης ότι σε ενδιάμεση αίτηση είναι απαραίτητος ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο ειδικό άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας ή και του ειδικού θεσμού ή θεσμών που το στοιχειοθετούν για να παρέχει την απαραίτητη δικαιοδοσία στο Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48, θ.1. Δεν πληρούνταν δηλαδή όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για να εξεταστεί ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης συμφώνως της σχετικής νομοθεσίας και νομολογίας.

 

         Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντινομικά και αδικαιολόγητα απέρριψε την Αίτηση για την εφεσείουσα 1 αποφαινόμενο ότι «ούτε η παρούσα υπό εξέταση αίτηση περιβάλλεται από την αναγκαία νομιμότητα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να πετύχει» (σελ. 29 της πρωτόδικης απόφασης) προβαίνοντας σε ευρήματα επί της ουσίας της αγωγής σε αυτό το στάδιο παραβιάζοντας τις αρχές που διέπουν την έκδοση και διατήρηση προσωρινών διαταγμάτων, τις οποίες εφάρμοσε λανθασμένα και αντίθετα προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσειόντων ότι διέλαθε την προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον του δεν εξεταζόταν και δεν είχε αρμοδιότητα να διαγνώσει την ουσία της αγωγής. Ενώ το καθήκον του Δικαστηρίου ήταν η διερεύνηση της συνύπαρξης των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32(1) του Ν.14/1960, ενήργησε αντινομικά ωσάν να είχε ενώπιον του αίτηση διαγραφής της αγωγής (σελ. 18, 20 και 21 της πρωτόδικης απόφασης) καταλήγοντας σε τελεσίδικο συμπέρασμα ότι η αγωγή έπρεπε να είχε καταχωριστεί υπό μορφή παράγωγης αγωγής (σελ. 22) αποφασίζοντας με τον τρόπο αυτό επίδικα θέματα τελεσίδικα και έξω από τις παραμέτρους που θέτει η νομοθεσία και η νομολογία για εξέταση έκδοσης και οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/1960. Υποστηρίζεται επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο καθ΄ υπέρβαση της αρμοδιότητας του επιλήφθηκε θέματος το οποίο καθόριζε την τύχη της αγωγής χωρίς να παρασχεθεί το δικαίωμα στους εφεσείοντες να ακουστούν.

 

         Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντινομικά και αδικαιολόγητα απέρριψε την αγωγή για τους εφεσείοντες 2, 3 και 4 αποφαινόμενο ότι «Επομένως και γι΄ αυτούς η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη και απορρίπτεται» (σελ. 30) προβαίνοντας σε ευρήματα επί της ουσίας της αγωγής παραβιάζοντας τις αρχές που διέπουν την έκδοση και διατήρηση προσωρινών διαταγμάτων και τις σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές.

 

         Όλοι οι λόγοι έφεσης θα εξεταστούν μαζί λόγω συνάφειας.

 

         Έχουμε μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα αναφέρουν οι εφεσείοντες στο περίγραμμα αγόρευσης τους ως επίσης ο εφεσίβλητος 3 στο δικό του περίγραμμα αγόρευσης. Σημειώνουμε ότι η πλευρά των εφεσίβλητων 1, 2 και 4 δεν καταχώρισε περίγραμμα αγόρευσης.

 

         Σημειώνουμε περαιτέρω για σκοπούς πληρότητας ότι ζήτημα μη νόμιμης απόφασης και εξουσιοδότησης της εφεσείουσας 1 για καταχώριση της αγωγής και της Αίτησης τέθηκε πρωτόδικα και εκ μέρους του εφεσίβλητου 3.

 

         Υπενθυμίζουμε καταρχάς ότι σύμφωνα με τη θεμελιώδη απόφαση Odysseos ν. A. Pieris Estates Ltd and others (1982) 1 Α.Α.Δ. 557 οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος βάσει του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 συνίστανται στη σωρευτική ικανοποίηση τριών κριτηρίων προτού εξεταστεί το ισοζύγιο της ευχέρειας με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Τα τρία κριτήρια είναι (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) να υπάρχει δυνατότητα επιτυχίας στην αγωγή και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος.

 

         Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions» των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη στις σελ. 121 - 123 αναφέρεται ότι κατά το στάδιο εξέτασης των προϋποθέσεων του άρθρου 32(1) του Ν.14/1960 είναι άκρως ανεπιθύμητο για το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα και να τα αποφασίζει σ΄ αυτό το πρόωρο στάδιο. Γι΄ αυτό εξάλλου, σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, τέθηκε ως κριτήριο η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ώστε να μην χρειάζεται το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, στη μαρτυρία ή στη συζήτηση περίπλοκων νομικών θεμάτων. Επίσης είναι άσχετο το ότι το Δικαστήριο ενδεχομένως να έχει σχηματίσει την άποψη ότι η απαίτηση του ενάγοντα επί της ουσίας μάλλον θα πετύχει. Γίνεται παραπομπή στην Αγγλική απόφαση Mothercare Ltd v. Robson Books Ltd [1979] FSR 466 Ch D όπου λέχθηκε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης σοβαρών ζητημάτων προς εκδίκαση, οι πιθανότητες επιτυχίας του ενάγοντα θα πρέπει να εξετάζονται σε περιορισμένο βαθμό, αλλά δεν πρέπει να αντιπαραβάλλονται με τις πιθανότητες αποτυχίας ή να αφήνεται σκιά ότι το δικαστήριο αποφάσισε επί της ουσίας. Περαιτέρω αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα ότι δεν αναμένεται το Δικαστήριο να αποφασίσει οτιδήποτε τελεσίδικα σε αυτό το αρχικό στάδιο της υπόθεσης και σίγουρα δεν αναμένεται να καταλήξει επί της εγκυρότητας των εκατέρωθεν νομικών ζητημάτων τα οποία θα κριθούν τελεσίδικα στο τέλος της δίκης.

 

         Στην Polyford Hold. Ltd κ.ά. ν. Rosestage Enterpr. Ltd (2007) 1(Β) Α.Α.Δ. 1042 οι εφεσείοντες προέβαλαν, μεταξύ άλλων, ότι η πρωτόδικη κρίση περί θεμελίωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 ήταν εσφαλμένη. Υποστήριξαν ότι η εφεσίβλητη εταιρεία δεν νομιμοποιείτο να κινήσει η ίδια την αγωγή, που δεν ήταν ούτε παράγωγη ούτε προσωπική. Το Εφετείο δεν διαπίστωσε σφάλμα αρχής στην πρωτόδικη απόφαση ούτε ικανοποιήθηκε ότι η εκτίμηση του πρωτόδικου Δικαστήριο ως προς τα ελάχιστα προαπαιτούμενα ήταν λανθασμένη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε στην απόφαση του ότι δεν θεωρούσε αναγκαίο να αποφασίσει την ακριβή φύση της αγωγής της ενάγουσας ώστε να αποφανθεί «αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγερση παράγωγης αγωγής ή παράγωγης και προσωπικής ενωμένης σε μια αγωγή, εφόσον οι θέσεις των διαδίκων είναι εκ διαμέτρου αντίθετες», ως επίσης να αποφασίσει κατά πόσο οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από τους αιτητές ως «οι παραβάτες» πραγματικά έλεγχαν την εταιρεία. Έκρινε ότι με βάση τα όσα αποκαλύπτονταν στην αγωγή υπήρχε σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση σε ότι αφορά τα αιτούμενα διατάγματα. Σχετικές με το πιο πάνω ζήτημα είναι και οι αποφάσεις Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D. (1999) 1(A) Α.Α.Δ. 225, Ιερά Μονή Κύκκου ν. White Moon Services Ltd (2013) 1(Α) A.A.Δ. 354, Milton Investment Company Ltd κ.ά. ν. Dryden Group Ltd (2014) 1(A) Α.Α.Δ. 731 και Φακοντής κ.ά. ν. Κακουτή (2015) 1(Β) Α.Α.Δ. 1367.

 

         Διαπιστώνεται με βάση τα πιο πάνω και ειδικότερα τα όσα έχουν λεχθεί στην Polyford Hold. Ltd κ.ά. (ανωτέρω) ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα προέβηκε στην εξέταση του ζητήματος του κατά πόσον η αγωγή ήταν παράγωγη.

 

         Το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε εξετάσει κατά πόσον με τη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του, ως επίσης το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 και όχι να αποφασίσει ζητήματα που καθόριζαν την τύχη της αγωγής.

 

         Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση του πιο πάνω ζητήματος της νομιμοποίησης θεωρώντας τον σχετικό λόγο ένστασης ως αίτηση διαγραφής και απόρριψης της αγωγής, πράγμα ανεπίτρεπτο. Περαιτέρω, προχώρησε στην εξέταση της ουσίας του ζητήματος χωρίς πρώτα να εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείτο ή ενδείκνυτο η εξέταση κατά το στάδιο αυτό του πιο πάνω εγειρόμενου σημείου (βλ. Papamichael v. Chacholiades (1970) 1 C.L.R. 306, Malachtou v. Armefti and Another (1984) 1 C.L.R. 548, Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα (1991) 1 Α.Α.Δ. 225, Χ”Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 949, 956, Χαραλάμπους ν. Σόλωνος (1994) 1 Α.Α.Δ. 716, 718, 719 και Χρίστος Χ”Παύλου & Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού (1998) 1(Δ) Α.Α.Δ. 2046).

 

         Τα ίδια ισχύουν και για την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι εφεσείοντες 2, 3 και 4 δεν είχαν locus standi, ζήτημα το οποίο δεν εγειρόταν ως λόγος ένστασης αλλά αναφερόταν ως ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την ένσταση των εφεσίβλητων 1, 2 και 4.

 

         Στο σημείο αυτό υποδεικνύουμε ότι η παρούσα διαφοροποιείται από την υπόθεση Κ.Τ. ν. Α.Κ. κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. Ε46/2024, ημερ. 30.5.2025 την οποία επικαλείται η πλευρά του εφεσίβλητου 3. Η ως άνω υπόθεση αφορούσε εναρκτήρια αίτηση με την οποία ζητείτο η αναγνώριση πατρότητας της αιτήτριας από συγκεκριμένο πρόσωπο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για καταχώριση δικογράφων υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Η εφεσείουσα καταχώρισε τέτοια ένορκη δήλωση ενώ οι εφεσίβλητοι καταχώρισαν ένσταση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση. Στη συνέχεια καταχωρίστηκε αίτηση εκ μέρους των εφεσίβλητων 1-8 με την οποία ζητείτο η προδικαστική εξέταση νομικού σημείου το οποίο μπορούσε «να επιλύσει και/ή τερματίσει ολόκληρη τη διαδικασία και/ή να οδηγήσει την Εναρκτήρια Αίτηση σε απόρριψη της», στοιχείο που απουσιάζει από την παρούσα υπόθεση.

 

         Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι παρέλκει η εξέταση περαιτέρω ζητημάτων που τίθενται με τους λόγους έφεσης υπ΄ αρ. 1, 2 και 3 οι οποίοι κρίνονται βάσιμοι και επιτυγχάνουν.

 

         Το μέρος της πρωτόδικης απόφασης που αναφέρεται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Αίτηση δεν περιβάλλετο από την αναγκαία νομιμότητα σε σχέση με την εφεσείουσα 1 παραμερίζεται. Παραμερίζεται επίσης το μέρος της πρωτόδικης απόφασης που αναφέρεται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι εφεσείοντες 2, 3 και 4 δεν είχαν locus standi και ότι η αγωγή απορρίπτεται σε σχέση με αυτούς.

 

         Νοείται ότι η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για απόρριψη της Αίτησης και ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων παραμένει αφού οι σχετικοί λόγοι έφεσης έχουν αποσυρθεί.

 

         Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας έφεσης, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τρεις από τους έξι λόγους έφεσης έχουν αποσυρθεί και ευρύτερα τις περιστάσεις που περιβάλλουν την έφεση, εξασκούμε την διακριτική μας ευχέρεια και τα καθορίζουμε στο ½ των προβλεπομένων, ήτοι στο ποσό των €2.550, πλέον Φ.Π.Α.

 

         Επιδικάζονται επομένως €2.550 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ των εφεσειόντων και σε βάρος των εφεσίβλητων.

 

 

 

                                                                        ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.

 

 

                                                                        Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

                                                                        Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.



[1]    ORDER 27: POINTS OF LAW RAISED BY PLEADINGS

 

     1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.

     2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.

     3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.

     4. No action or proceeding shall be open to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο