E. B. Q. J. v. V. U. M., Πολιτική Έφεση Αρ.: E47/26, 7/7/2026
print
Τίτλος:
E. B. Q. J. v. V. U. M., Πολιτική Έφεση Αρ.: E47/26, 7/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: E47/26)

(i-justice)

 

7 Ιουλίου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

E. B. Q. J.

Εφεσείων

v.

 

V. U. M.

 

Εφεσίβλητης

 

--------------------

 

Φ. Λουκαρής, για D. Katsis LLC, για Εφεσείοντα

Μ. Σκούλλου (κα), για M. Skoullou Law Office LLC, για Εφεσίβλητη

 

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.


Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Με τέσσερεις λόγους έφεσης ο Εφεσείων προσβάλλει την ενδιάμεση απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου  Λάρνακας ημερ. 3.4.26, με την οποία απέρριψε την αίτηση του ημερ. 12.3.26. Με την εν λόγω αίτηση του ο Εφεσείων αιτείτο την απόρριψη άλλης ενδιάμεσης αίτησης την οποία είχε καταχωρίσει στις 16.1.26 η Εφεσίβλητη. Με τη δική της αίτηση η Εφεσίβλητη αιτείτο όπως διαταχθεί ο Εφεσείων να καταχωρίσει ένορκη δήλωση αποκάλυψης περιουσίας κατά τον χρόνο της διάστασης στην έγγαμη σχέση τους. Ο Εφεσείων είχε ήδη καταχωρίσει ένσταση στην αποκάλυψη περιουσίας και η σχετική αίτηση είχε ήδη προγραμματιστεί για ακρόαση για τις 16.3.26, πλην όμως όπως αναφέραμε, προώθησε και την επίμαχη δική του αίτηση για απόρριψη της παλαιότερης αίτησης. Στην εκκαλούμενη απόφαση της η πρωτόδικη Δικαστής κατέληξε ως εξής:

 

«Επισημαίνεται ότι ο καθ' ου η αίτηση ζητά με την εξεταζόμενη αίτηση τη "διαγραφή της δικαστικής διαδικασίας της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 16/1/2026" προβάλλοντας λόγους οι οποίοι ταυτίζονται ουσιωδώς με τους λόγους που προβάλλονται στην ένσταση που καταχώρισε για την αμφισβήτηση της. Δεν εισάγει αυτοτελές δικονομικό ζήτημα. Παρά τη διατύπωση του αιτήματος ως στρεφόμενου κατά της "δικαστικής διαδικασίας" της αίτησης και περί "διαγραφής της δικαστικής διαδικασίας", οι προβαλλόμενοι λόγοι πλήττουν τη βασιμότητα και το παραδεκτό της  ίδιας της αίτησης για αποκάλυψη περιουσίας. Οι ίδιοι λόγοι προβάλλονται ήδη στην ένσταση. Η εξεταζόμενη αίτηση συνιστά προσπάθεια του καθ' ου η αίτηση πρόωρης εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 16/1/2026 για αποκάλυψη της περιουσίας».

 

Ο Εφεσείων προβάλλει με τους λόγους έφεσης του: (1) Ότι η απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη, ότι δεν υπάρχει καμμιά ουσιαστική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ότι δεν περιέχει ανάλυση της μαρτυρίας και παραθέτει προς καθοδήγηση την ποινική υπόθεση Ορέστης Βασιλείου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2017) 2 Α.Α.Δ. 627, (2) Ότι δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν σχετικά στοιχεία της υπόθεσης, της ένστασης και των αγορεύσεων, ότι προκλήθηκε πασιφανής αδικία, ότι η αίτηση της άλλης πλευράς δεν στηρίζεται στην υπόθεση Norwich Pharmacal και ότι επικαλείται αόριστα τους «Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας» χωρίς να προσδιορίζει «ρητώς το έτος ισχύος τους (2023)» και ότι τα αιτητικά είναι αόριστα, (3) Ότι η απόφαση είναι αστήρικτη και ατεκμηρίωτη, και το Δικαστήριο δεν εξήγησε τη συλλογιστική του πορεία, (4) Ότι ελήφθησαν υπ’ όψιν άσχετα στοιχεία, αφού ελήφθη υπ’ όψιν η γραπτή αγόρευση της άλλης πλευράς παρότι περιείχε λανθασμένο τίτλο της διαδικασίας.   

 

Σύμφωνα με το Άρθρο 14Α του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Ν.232/91, το Δικαστήριο δύναται κατόπιν αίτησης να εκδώσει διάταγμα για την υποβολή ένορκης δήλωσης αποκάλυψης των περιουσιακών στοιχείων που υπήρχαν, είτε κατά τη διάσταση είτε κατ’ άλλο σχετικό χρόνο. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Χρυσοχός ν. Ιωαννίδου, Έφ. Αρ. 17/2017, ημερ. 17.12.20:

 

«Το άρθρο 14Α προσφέρει τη δυνατότητα για παρεμπίπτοντα ή ενδιάμεσα μέτρα τα οποία, ενώ δεν συνιστούν διάγνωση αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και δεν αφορούν στη δυνατότητα απόδειξης σε σχέση με την επίδικη διαφορά, πάντως είναι υποβοηθητικά στην εφαρμογή του άρθρου 14.  Η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων αποτελεί την αφετηρία και αποβλέπει στη διασφάλιση της διαπίστωσης της κατάστασης πραγμάτων χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η απόδοση δικαιοσύνης όταν το δικαστήριο θα κληθεί να εφαρμόσει τις ουσιαστικές διατάξεις του νόμου.  Όπως έχει λεχθεί χαρακτηριστικά «η γνώση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελεί την προϋπόθεση για τη λειτουργία των ουσιαστικών διατάξεων του νόμου» (Παπαϊωάννου ν. Παπαϊωάννου (2000) 1 ΑΑΔ 656, απόφαση πλειοψηφίας υπό Κωνσταντινίδη, Δ.).  Τα ίδια λέχθηκαν για το ζήτημα αυτό, ως προς το οποίο υπήρξε πλήρης ταύτιση, και στην απόφαση της μειοψηφίας η οποία δόθηκε από τον Πική, Π.:

 

«Το άρθρο 14Α(1) έχει διαδικαστικό χαρακτήρα.  Πρόκειται για καθαρά δικονομικό μέτρο που διανοίγει την οδό για την αναζήτηση μαρτυρίας και έλεγχο των ισχυρισμών του αντιδίκου σχετικά με τα περιουσιακά του στοιχεία.  Δεν παρέχει (το εδάφιο 1), δικαιώματα ούτε επιβάλλει περιουσιακές υποχρεώσεις».

 

Στην παρούσα περίπτωση η Εφεσίβλητη επεδίωξε με την αίτηση της την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος αποκάλυψης περιουσίας. Ο Εφεσείων είχε κάθε δικαίωμα να καταχωρίσει ένσταση στην αίτηση της Εφεσίβλητης. Όπως και όντως έπραξε στις 12.3.26 και η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 16.3.26. Δεν ανέμενε όμως την ακρόαση αυτή για να προωθήσει την ένσταση του και να ζητήσει την απόρριψη της αίτησης για αποκάλυψη. Ταυτόχρονα με την ένσταση του, ήτοι τέσσερεις ημέρες πριν την ακρόαση, καταχώρισε τη δική του αίτηση, αιτούμενος την απόρριψη και ή διαγραφή της παλαιότερης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απόλυτο δίκαιο ότι οι λόγοι τους οποίους προωθούσε με την αίτηση του ταυτίζονται ουσιωδώς με τους λόγους τους οποίους ήδη είχε προβάλει με την ένσταση του.

 

Με κάθε σεβασμό, αδυνατούμε να αντιληφθούμε τους λόγους και τη λογική για έναν τέτοιο χειρισμό εκ μέρους του Εφεσείοντος. Αναμφίβολα πρόκειται για πρωτοφανή και αδικαιολόγητη σπατάλη δικαστικού χρόνου, εξόδων και μόχθου. Ένας τέτοιος χειρισμός ασφαλώς αντιμάχεται το καθήκον των διαδίκων να επικουρούν την προαγωγή του πρωταρχικού σκοπού από το Δικαστήριο, ο οποίος σκοπός περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την κατανομή στη συγκεκριμένη υπόθεση κατάλληλου μέρους των πόρων του Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπ’ όψιν της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις (βλ. κ.1.2(2) και κ.1.4 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023).

 

Εννοείται ότι δεν προτιθέμεθα να εξετάσουμε αναλυτικά τους λόγους έφεσης. Θα πούμε μόνον πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε επαρκή αιτιολογία, η οποία περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθότητας της (Χρίστου ν. Fairways Larnaca Ltd (2005) 1(A) A.A.Δ. 300, Hadjiametovic ν. Γενικού Εισαγγελέα (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 473).

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απαριθμήσει τα θέματα που εγείροντο με την αίτηση, προτού προβεί στη συγκεκριμένη διαπίστωση του. Έχουμε ελέγξει και εμείς την αίτηση του Εφεσείοντος. Παρατηρούμε ότι όντως οι προβληθέντες εκεί λόγοι για απόρριψη και ή διαγραφή της αίτησης αποκάλυψης ταυτίζονται ουσιωδώς με τους λόγους ένστασης, τους οποίους ο Εφεσείων είχε καταχωρίσει την ίδια μέρα. Αν χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε, πέραν του ότι η πρωτόδικη διαπίστωση ήταν ορθή, είναι πως η επιδίωξη του ίδιου σκοπού με πολλαπλά δικονομικά διαβήματα παρείχε έρεισμα για την απόρριψη της αίτησης και στη βάση κατάχρησης εξουσίας (Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, Αναφορικά με αίτηση της Beogradska (1996) 1(B) Α.Α.Δ 911).

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €1.900 συν Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ της Εφεσίβλητης και εις βάρος του Εφεσείοντος.

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο