A. KASIOULIS ESTATE AGENCY LIMITED v. BUILDINGSLINK LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε63/2020, 6/7/2026
print
Τίτλος:
A. KASIOULIS ESTATE AGENCY LIMITED v. BUILDINGSLINK LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε63/2020, 6/7/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε63/2020

 

06 Ιουλίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

A. KASIOULIS ESTATE AGENCY LIMITED,

Εφεσείοντες,

 

v.

 

BUILDINGSLINK LTD,

Εφεσίβλητοι.

 

___________________

 

Μ. Μακρή (κα) για Σιαηλής & Σιαηλή Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.

Σ. Βασιλείου για Βασιλείου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Δρουσιώτη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.:   Οι εφεσείοντες καταχώρισαν Αγωγή, σε Επαρχιακό Δικαστήριο, με την οποία αξίωσαν το ποσό των €17.992,80 δυνάμει τιμολογίου και/η ως συμφωνηθείσα αμοιβή και/ή ως προμήθεια για κτηματομεσιτικές εργασίες.  Στην έκθεση απαίτησης τους ανέφεραν ότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στους εφεσίβλητους οι οποίοι επιθυμούσαν να αγοράσουν ακίνητο στην επαρχία Πάφου, το οποίο θα πωλείτο σε δημοπρασία.  Παράλληλα με την αγωγή καταχώρησαν και αίτηση με την οποία ζητούσαν διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους εφεσίβλητους να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν το ακίνητο το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο της δημοπρασίας μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. 

 

Η αίτηση καταχωρήθηκε κατ’ αρχάς μονομερώς και επειδή το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε ως προς την ύπαρξη του κατεπείγοντος επέτρεψε στους εφεσείοντες να την επιδόσουν.  Μετά την καταχώριση ένστασης, το πρωτόδικο Δικαστήριο άκουσε τους διαδίκους στη βάση των ενόρκων δηλώσεων τους και κατέληξε ότι δεν συνέτρεχαν η δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960.

 

Οι εφεσείοντες διαφώνησαν με αυτή την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και καταχώρησαν την υπό αναφορά έφεση και με τέσσερεις λόγους έφεσης ζητούν την ανατροπή της.

 

Τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Α. Κασιουλή ο οποίος είναι διευθυντής των εφεσειόντων και στην ένορκη δήλωση του δημοπράτη κ. Βρυώνη.  Σύμφωνα με αυτά οι εφεσίβλητοι, μέσω του διευθυντή τους Α. Νικολάου, ζήτησαν από τους εφεσείοντες κτηματομεσητικές υπηρεσίες σχετικά με το ακίνητο για το οποίο ζητείται η δέσμευση και το οποίο θα πωλείτο σε δημοπρασία.  Οι συμβουλές που ζητήθηκαν αφορούσαν στην αξία, στο τίμημα πώλησης και στον συντελεστή του ακινήτου.  Στην πρώτη συνάντηση όπου ήταν παρόντες ο ίδιος με τους διευθυντές των εφεσίβλητων, ο δημοπράτης και κάποιος κ. Σεργίδη, συμφωνήθηκε ότι η προμήθεια θα ανερχόταν στον 3% της τιμής πώλησης του ακινήτου, πλέον Φ.Π.Α., και σε περίπτωση που δεν θα καρποφορούσε η πώληση η αμοιβή τους θα ανερχόταν στο 1% της επιφυλαχθείσας τιμής πώλησης. Ο πλειστηριασμός πραγματοποιήθηκε και το ακίνητο καταχωρήθηκε στους εφεσίβλητους.  Την ημέρα του πλειστηριασμού ο διευθυντής των εφεσίβλητων, κ. Νικολάου, συνοδεύετο από τον κ. Γεωργίου εκ μέρους των εφεσειόντων.  Ο κ. Γεωργίου μετά τον πλειστηριασμό ζήτησε από τον κ. Νικολάου την πληρωμή των εφεσειόντων και αυτός του απάντησε ότι θα πλήρωνε όταν θα επέστρεφε από το εξωτερικό, κάτι το οποίο οι εφεσίβλητοι δεν έπραξαν. 

 

Ο κ. Α. Νικολάου, ένας εκ των διευθυντών των εφεσιβλήτων, παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα στα γεγονότα όπως αυτά προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση.  Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι ο ίδιος υπό την προσωπική του ιδιότητα επικοινώνησε με τον δημοπράτη κ. Βρυώνη και του ζήτησε πληροφορίες για τη διαδικασία που αφορούσε στον πλειστηριασμό.  Στην συνάντηση που είχαν, παρών ήταν και ο κ. Κασιουλής, που ο κ. Βρυώνης του τον σύστησε ως επίσης δημοπράτη, έγινε συζήτηση για την διαδικασία πλειστηριασμού χωρίς να υπάρξει  οποιαδήποτε συμφωνία και το μόνο που ειπώθηκε, μεταξύ τους, ήταν ότι μετά τον πλειστηριασμό εάν κατέληγε στον ίδιο, το ακίνητο, σε τυχόν αξιοποίηση ή μεταπώληση του να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες του κ. Κασιουλή, ο οποίος του ανέφερε ότι εκτός από δημοπράτης ήταν και κτηματομεσίτης.  Ακολούθησαν άλλες δύο συναντήσεις.  Απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι επικοινώνησε με τον κ. Κασιουλή ώστε να λάβει τις απαραίτητες πληροφορίες για τον πλειστηριασμό καθότι αυτές οι πληροφορίες ήταν δημοσιευμένες στο διαδίκτυο.  Αρνείται ότι στον πλειστηριασμό συνοδεύετο από τον κ. Γεωργίου εκ μέρους των εφεσειόντων.

 

Έχουμε μελετήσει με κάθε δυνατή προσοχή την αίτηση, την ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις οι οποίες τις συνοδεύουν μαζί με τα επισυναπτόμενα τεκμήρια καθώς και το περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφασης.  Έχουμε δε λάβει υπόψη μας καθετί που προώθησαν ενώπιον μας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσα από τα περιγράμματα αγόρευσης τους, καθώς και αυτά που έχουν αναφέρει μέσω ηλεκτρονικής επικοινωνίας των συνηγόρων τους.

 

Νομική βάση της αίτησης αποτέλεσε το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/1960, καθώς και τα Άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6.

 

Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, έχει λεχθεί ότι:

 

«Το Άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 έως 1993, περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς.

Το εδάφιο (1) του Άρθρου 32 έχει:-

 

"32.- (1) Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία:

 

Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον."

 

……………………………………………………………………………………………

 

Ο τρόπος εφαρμογής του Άρθρου 32 για έκδοση, ή μη, παρεμπίπτοντος διατάγματος εξετάστηκε και αναλύθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων - (βλ., μεταξύ άλλων, Karydas Taxi Co. Ltd. v. Andreas Komodikis (1975) 1 C.L.R. 321· Acropol Shipping Company Ltd. and Others v. Petros I. Rossis (1976) 1 C.L.R. 38· Νemitsas Industries Ltd. v. S.& S. Maritime Lines Ltd. and Others (1976) 1 C.L.R. 302· Constantinides v. Makriyiorghou and Another (1978) 1 C.L.R. 585· Papastratis v. Petrides (1979) 1 C.L.R. 231· Μ. & M. Transport v. Eteria Astikon Leoforion (1981) 1 C.L.R. 605·Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557· Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263· Global Cruises S.A. και Άλλη v. Metro Shipping & Travel Ltd. (1989) 1 Α.Α.Δ. 182· Χάρης Φεσσάς (1990) 1 Α.Α.Δ. 704).

 

To Δικαστήριο, μετά την καταχώριση της ένστασης, έχει εξουσία και υποχρέωση να επιληφθεί της υπόθεσης, να ακούσει και τις δύο πλευρές και να διαπιστώσει αν οι προϋποθέσεις που ο νομοθέτης έταξε στο Άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων ικανοποιούνται. Αν υπάρχει διάσταση πάνω στα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τη Δ.48, θ.4, ο διάδικος που έχει το βάρος της απόδειξης πρέπει να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται - (βλ., μεταξύ άλλων, Stylianou v. Stylianou, [(1998) 1 C.L.R. 520)], σελ. 527).

 

……………………………………………………………………………………………

Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία:-

 

(α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση.

 

(β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή.

 

(γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος.

 

Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Στην Απόφαση Jonitexo Ltd. v. Adidas, (ανωτέρω), ειπώθηκαν στις σελ. 267 και 268 τα ακόλουθα:-

 

"I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32(1) of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted; and this clear interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect."

..................................

"The appropriate stage at which the rights of the parties to the action concerned are to be determined is when judgment will be given on the merits of the action, and not the stage of the interlocutory injunction which is the subject matter of this appeal; consequently, in order to avoid prejudging, in any way, any of the issues relevant to the merits of this case I will refrain from referring to any one of them; and, of course, the granting of the interlocutory injunction by the trial Court, and the fact that such injunction is now upheld by this Court, should not be treated as prejudging whether or not the respondents, as plaintiffs, are entitled to succeed in their action against the appellants as defendants."»

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης οι εφεσείοντες αιτιώνται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγαγε το συμπέρασμα πως δεν επιβαλλόταν η εφαρμογή του περί Κτηματομεσιτών Νόμου Ν. 71(Ι)/2010.  Ισχυρίζονται δε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο χωρίς αιτιολογημένη νομική βάση κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από τους εφεσείοντες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου. 

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, αναφέρει τα ακόλουθα στην απόφαση του:

 

«Ως προς την πρώτη προϋπόθεση θα πρέπει να λεχθεί κατ' αρχάς ότι σύμφωνα με το δικόγραφο της ενάγουσας δεν απαιτείται το αξιούμενο ποσό για υπηρεσίες διαμεσολάβησης για την αγορά του ακινήτου, κατά τρόπο που θα επιβαλλόταν η εφαρμογή του Περί Κτηματομεσιτών Νόμου Ν. 71(Ι)/2010. Η αξίωση της ενάγουσας φαίνεται να στηρίζεται στην κατ' ισχυρισμό παροχή υπηρεσιών κυρίως συμβουλευτικών προς την εναγομένη, τις οποίες παρείχε κατόπιν, ως ισχυρίζεται, συμφωνίας η οποία καθόριζε την αμοιβή της ενάγουσας. Συνεπώς, διαπιστώνω ότι έχει καταδειχθεί η ύπαρξη μιας βάσιμης και συζητήσιμης αιτίας Αγωγής.»

 

Μέσα από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου δεν διαπιστώνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εφαρμογή του περί Κτηματομεσιτών Νόμου, Ν. 71(Ι)/2010.  Αν ο περί Κτηματομεσιτών Νόμος θα τύχει εφαρμογής ή όχι, είναι θέμα το οποίο θα κριθεί στην Αγωγή και όχι στο στάδιο εξέτασης αιτήματος για έκδοση προσωρινού διατάγματος.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την υπό αναφορά αίτηση κάτω από τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/1960.  Η αναφορά του ότι σύμφωνα με το δικόγραφο, το αξιούμενο ποσό δεν απαιτείται κατά τρόπο που θα επιβαλλόταν η εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου δεν αποτέλεσε καθοριστικό συμπέρασμα στην εξέταση της αίτησης. Αποτέλεσμα δε τούτου είναι η κατάληξη και διαπίστωση του ότι έχει καταδειχθεί η ύπαρξη μιας βάσιμης και συζητήσιμης αιτίας Αγωγής.  Τα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρει, στο πλαίσιο της εξέτασης της πρώτης προϋπόθεσης του Άρθρου 32, δεν αποτελούν καθοριστικό συμπέρασμα και ερμηνεία ως προς το τι συνιστά «κτηματομεσιτική υπηρεσία», ως οι εφεσείοντες θέλουν να το παρουσιάσουν δια μέσου του περιγράμματος τους και ότι αποτέλεσε το καταληκτικό συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την απόρριψη της Αίτησης.

 

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες αιτιώνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνοντας σε πλημμελή και εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου και της Νομολογίας, εξήγαγε το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.

 

Συνέχεια του δεύτερου λόγου έφεσης αποτελεί και ο τρίτος λόγος έφεσης, με τον οποίο αιτιώνται ότι αυθαίρετα το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγαγε το συμπέρασμα ότι δεν δόθηκαν, από τους εφεσείοντες, στοιχεία με λεπτομέρειες ως προς το εύλογο της αξιούμενης αμοιβής από τους εφεσίβλητους.

 

Επειδή και οι δύο αυτοί λόγοι αφορούν την απόρριψη, από το πρωτόδικο Δικαστήριο, της δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 του Ν. 14/1960, θα εξετασθούν από κοινού.  Σύμφωνα δε με αιτιολογία των δύο αυτών λόγων, λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Βρυώνη καθώς και του Τεκμηρίου 6, δηλαδή του τιμολογίου που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Κασιουλή από το πρώιμο στάδιο που βρισκόταν η υπόθεση.

 

Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στους εφεσείοντες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητες επιτυχίας.  Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις.  Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του Άρθρου 32(1) του Νόμου 14/1960, απαιτεί να αποδεικνύεται ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.

 

Στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, αναφέρθηκε ότι η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας αποτελεί προϋπόθεση έκδοσης προσωρινού διατάγματος δυνάμει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 και γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται.

 

Στην υπόθεση Δήμος Λάρνακας v. ROYAL RIS RESTAURANT LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε187/2017, ημερομηνίας 25.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:A23, αναφέρθηκε ότι:

 

«Όπου η αξιολόγηση είναι αναγκαία, αυτή πρέπει να γίνεται, για τους περιορισμένους και καθορισμένους σκοπούς, της παρούσας διαδικασίας και βεβαίως όχι για οριστική κατάληξη σε συμπεράσματα. Τούτο θα πρέπει να γίνεται μόνο για εξέταση, εκ πρώτης όψεως, των εκατέρωθεν θέσεων με έμφαση στην εκδοχή του αιτητή, που θα πρέπει να στοιχειοθετήσει ότι υπάρχει, στη βάση του δοσμένου μαρτυρικού υλικού, καλή βάση αγωγής και κατά δεύτερο, πιθανότητα επιτυχίας.»

 

Η έκδοση ή μη ενός ενδιάμεσου διατάγματος αποτελεί το επιστέγασμα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και αυτή δεν πρέπει να διαταράσσεται, στο πλαίσιο της ασκηθείσας έφεσης, εκτός εάν το Εφετείο έχει ικανοποιηθεί ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε λανθασμένα (βλέπε Αβερκίου v. Θεό Κτηματική Λτδ (2013) 1 Α.Α.Δ. 222).

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο για τη δεύτερη προϋπόθεση αναφέρει «χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής, διαπιστώνω, για σκοπούς και μόνο της παρούσας διαδικασίας, ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας στο αναμενόμενο επίπεδο για το στάδιο αυτό.». Το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην ανάλυση των δεδομένων της υπόθεσης βασιζόμενο και στις διαφορές που υπήρχαν μεταξύ των ενόρκων δηλώσεων των εκατέρωθεν πλευρών.  Κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην εμπλοκή εκάστου των προσώπων που προέβηκαν στις ένορκες δηλώσεις και ιδιαιτέρως στο γεγονός ότι πρόκειτο για δημοπρασία ενός ακινήτου για το οποίο, ως οι εφεσείοντες ισχυρίζονται, πρόσφεραν υπηρεσίες ως προς την αξία και τα χαρακτηριστικά του ακινήτου, από την στιγμή που αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν ήδη δημοσιευμένα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 7 και ότι οι εφεσείοντες παρουσίασαν κατά γενικό τρόπο τις υπηρεσίες που κατ’ ισχυρισμό προσέφεραν στους εφεσίβλητους.  Με αυτά τα δεδομένα κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε ορθά τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης στο σύνολο τους και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης. Επίσης, χωρίς να καταλήγει σε ευρήματα που αφορούν στην ουσία της διαφοράς αλλά μέσα στο πλαίσιο της δυνατότητας εξέτασης της μαρτυρίας για σκοπούς συντηρητικού διατάγματος έκρινε ότι με βάση την μαρτυρία και τα τεκμήρια που προσήγαγαν οι εφεσείοντες δεν έχει καταδειχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος.

 

Συνεπώς, ο δεύτερος και τρίτος λόγος έφεσης αποτυγχάνουν.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες αιτιώνται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και με εσφαλμένη εφαρμογή του Νόμου και της Νομολογίας εξήγαγε αυθαίρετα το συμπέρασμα ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής των εφεσειόντων εναντίον των εφεσίβλητων δεν υπάρχει κίνδυνος μη εκτέλεσης και ικανοποίησης της ενδεχόμενης απόφασης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 αναφέρει:

 

«Η αποξένωση ή μη του ακινήτου δεν αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα εξέτασης της τρίτης προϋπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι η μόνη θεραπεία η οποία επιζητείται είναι χρηματικής φύσεως. Μπορεί το ποσό το οποίο ενδεχομένως να δικαιούται η ενάγουσα να είναι το αξιούμενο ή άλλο, το οποίο όμως μπορεί να καθοριστεί αναλόγως της μαρτυρίας που θα παρουσιάσει η ενάγουσα. Από τα όσα τεθήκαν ενώπιον μου, διαπιστώνω ότι εάν η ενάγουσα επιτύχει στην αγωγή της επί τη βάση της ισχυριζόμενης συμφωνίας η ζημιά της είναι ήδη υπολογισμένη, αν πάλι πετύχει στη βάση της εύλογης αμοιβής, πρόκειται και πάλι για ζημιά η οποία είναι εύκολο να υπολογισθεί, χωρίς να αποκλείεται άλλος τρόπος εκτέλεσης και ικανοποίησης μιας ενδεχόμενης Απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας.»

 

Από τα λεγόμενα του Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνουμε οποιοδήποτε λάθος στην προσέγγιση του η οποία έγινε με αναφορές στις υποθέσεις Spidertrade com Finance Limited v. Χατζηγαβριήλ (2003) 1 Α.Α.Δ. 121 και Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1759.  Η προσέγγιση του είναι μέσα στο πλαίσιο της υφιστάμενης νομολογίας αλλά και στο περιεχόμενο της μαρτυρίας που οι εφεσείοντες προσκόμισαν.  Το συγκεκριμένο ακίνητο δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, ζητείται η δέσμευση ακινήτου το οποίο σύμφωνα με τους ιδίους η αξία του ανέρχεται στα €904.000,00 για εξασφάλιση απαίτησης των €17.992,80.  Συνεπώς, από τα πιο πάνω συνάγεται ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους, η ζημιά τους είναι υπολογισμένη ή μπορεί εύκολα να υπολογισθεί.  Περαιτέρω για την παρούσα υπόθεση ισχύει ότι η έκδοση διατάγματος έξω από τα όρια του Άρθρου 4 ασκείται με φειδώ και όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης, λαμβάνοντας ειδικά υπόψη την αξία του ακινήτου για το οποίο ζητείται η δέσμευση σε σχέση με την απαίτηση τους. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα ορθά πλαίσια και αφού έλαβε υπόψη του τα γεγονότα της υπόθεσης, κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα, ότι δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960.

 

Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, κρίνεται ότι και ο τέταρτος λόγος έφεσης δεν μπορεί να κριθεί επιτυχής.

 

Η έφεση απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα €2.400,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ των εφεσίβλητων και εναντίον των εφεσειόντων.

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο