ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. IGNATKIN MIKHAIL, Πολιτική Έφεση Αρ. 31/2026, 11/8/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. IGNATKIN MIKHAIL, Πολιτική Έφεση Αρ. 31/2026, 11/8/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 31/2026)

 

11 Αυγούστου 2026

 

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ

 

Εφεσείων

v.

 

IGNATKIN MIKHAIL

 

Εφεσιβλήτου

 

--------------------

 

Σ. Ερωτοκρίτου για Γενικόν Εισαγγελέα, για τον Εφεσείοντα

Α. Λαός για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσίβλητο

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Θ. Θωμά, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΘΩΜΑ, Δ.: Η Έφεση προσβάλλει την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 25.11.25, με την οποία απερρίφθη αίτημα για έκδοση του Εφεσίβλητου, καθ’ ου η αίτηση στην πρωτόδικη διαδικασία, για να διωχθεί ποινικά στη Ρωσία για το αδίκημα της κλοπής ξένης περιουσίας με απάτη και κατάχρηση εμπιστοσύνης από οργανωμένη ομάδα σε ευρεία κλίμακα, κατά παράβαση του Άρθρου 159(4) του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα.

 

Συνοπτικά, η παραβατική συμπεριφορά του Εφεσίβλητου, όπως καταγράφεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχει ως ακολούθως:  Υπήρχε ένα μεγάλο διαστημικό πρόγραμμα που στόχευε στη δημιουργία ενός επιστημονικού - ενεργειακού μοντέλου πτήσης. Το πρόγραμμα αυτό χρηματοδοτήθηκε από το Ρωσικό δημόσιο με 15,15 δισεκατομμύρια ρούβλια (πέραν των €160.000.000). Προς υλοποίηση του προγράμματος, η Ρωσική διαστημική εταιρεία, στην οποία εργαζόταν ο Εφεσίβλητος, υπέγραψε συμβάσεις με θυγατρικές της εταιρείες και άλλες επιχειρήσεις. Ο Εφεσίβλητος, που είχε σημαντικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων, φέρεται να φρόντισε, μαζί με συνεργάτες του, να επιλεγεί συγκεκριμένη εταιρεία, χωρίς κανονικό διαγωνισμό, παρουσιάζοντας την, ψευδώς, ως τη μόνη κατάλληλη για το έργο. Μέσω της υπογραφής σύμβασης για υπερβολικά μεγάλο ποσό, μεταφέρθηκαν στην ως άνω εταιρεία 1,32 δισεκατομμύρια ρούβλια, από τα οποία μόνο τα 478 εκατομμύρια φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν πραγματικά στο έργο. Το υπόλοιπο ποσό των 840 εκατομμυρίων ρουβλιών περίπου (7,8 εκατομμύρια ευρώ περίπου), φέρεται να διαμοιράστηκε μεταξύ των μελών της ομάδας του Εφεσίβλητου και να «ξεπλύθηκε» με διάφορες οικονομικές συναλλαγές, για να φαίνεται νόμιμο.

 

Σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, ο Εφεσίβλητος συνελήφθη στην Κύπρο την 18.11.24, με βάση προσωρινό ένταλμα σύλληψης, το οποίο εξεδόθη την ιδίαν ημέρα. Την επόμενη ημέρα παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και δήλωσε ότι είχε ένσταση στην έκδοση του. Αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους, εν αναμονή της αποστολής των σχετικών εγγράφων από τις Ρωσικές αρχές. Την 20.12.24 δόθηκε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως εξουσιοδότηση για έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του Εφεσίβλητου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Ν.97/70.

 

Προς υποστήριξη του αιτήματος έκδοσης έδωσαν μαρτυρία ο                      Α. Κυριακίδης (Μ.Α.1), προϊστάμενος της Μονάδας Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως και ο Αστ. 432 Λ. Δημοσθένους (Μ.Α.2). Για την υπεράσπιση του Εφεσίβλητου έδωσαν μαρτυρία ο Δρ Α. Κωνσταντινίδης (Μ.Υ.1), αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, ο Α. Galeav (Μ.Υ.2), δικηγόρος στη Ρωσία και η Ξ. Γεωργιάδη (Μ.Υ.3), ορκωτή μεταφράστρια.

 

Ο λόγος για τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για την έκδοση του Εφεσιβλήτου, έγκειται «… αποκλειστικά στη μη πλήρωση της τυπικής προϋπόθεσης ύπαρξης ενεργού εντάλματος σύλληψης …»  κατά παράβαση του Άρθρου 12(2) του περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικού) Ν. 95/70. Όπως προσέθεσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην «… περίπτωση υιοθέτησης διαφορετικής ερμηνευτικής προσέγγισης επί του ζητήματος αυτού … δεν θα υφίστατο κώλυμα έκδοσης».

 

Η Έφεση και η Αντέφεση

 

Ο Εφεσείων, με τον μοναδικό λόγο έφεσης του, παραπονείται ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως το Διάταγμα του Ρωσικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.12.20 (τεκμήριο 3Γ) σχετικά με την κράτηση του Εφεσίβλητου μέχρι τη δίκη του, δεν ήταν σε ισχύ, είναι εσφαλμένο, αντινομικό και αυθαίρετο, βρίσκεται δε σε αντίθεση με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που ορίζει ότι το περιεχόμενο των δικαιολογητικών εγγράφων που συνοδεύουν το επίσημο αίτημα έκδοσης, είναι δεσμευτικό για το Δικαστήριο, χωρίς να παρέχεται σε αυτό η ευχέρεια να το αμφισβητήσει.

 

Ο Εφεσίβλητος, με την Ειδοποίηση που καταχώρισε (Έντυπο αρ. ΕΕ65), εγείρει δύο λόγους αντέφεσης. Με τον πρώτο λόγο παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα παρέλειψε να απορρίψει το αίτημα και για τον λόγο της μη συμμόρφωσης του αλλοδαπού εντάλματος σύλληψης με τις επιτακτικές προϋποθέσεις του Άρθρου 12 του Ν.95/70, καθότι αυτό δεν αποτελούσε επίσημο αντίγραφο ή και δεν περιείχε αναφορά στον αριθμό της αλλοδαπής υπόθεσης, για την οποία κατ’ ισχυρισμόν εκδόθηκε. Με τον δεύτερο λόγο αντέφεσης παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε εσφαλμένα την ενώπιον του μαρτυρία και εφάρμοσε πλημμελώς τις αρχές που διέπουν την αυξημένη υποχρέωση πλήρους και μη επιλεκτικής αποκάλυψης της αιτούσας χώρας, παραλείποντας να συνεκτιμήσει ότι η απόκρυψη ουσιώδους και αποδυναμωτικής της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης μαρτυρίας, επηρεάζει καθοριστικά τόσο την επάρκεια της αποδεικτικής βάσης, όσο και την εκτίμηση εξατομικευμένου κινδύνου παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων, υποχρέωση που εν προκειμένω δεν ικανοποιήθηκε.

 

Λόγω του ότι τόσο ο λόγος έφεσης, όσο και ο πρώτος λόγος αντέφεσης προσβάλλουν κατ’ ουσίαν τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του εντάλματος σύλληψης (τεκμήριο 3Γ), θεωρούμε ορθό όπως τύχουν συνεξέτασης.

 

Το Άρθρο 12(2) του περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως  Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικού) Ν.95/70 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«2. Προς υποστήριξιν της αιτήσεως θέλουσι προσαχθή:

(α) το πρωτόκολλον ή επίσηµον αντίγραφον, είτε εκτελεστής καταδικαστικής αποφάσεως, είτε εντάλµατος συλλήψεως ή ετέρας τινός πράξεως, εχούσης την αυτήν ισχύν, και εκδιδοµένης κατά τους  τύπους τους καθοριζοµένους υπό της Νοµοθεσίας του αιτούντος Μέρους».

 

Όπως προκύπτει από την παρουσιασθείσα μαρτυρία, αποτέλεσε κοινό τόπο ότι το κατατεθέν από τον Μ.Α.1 τεκμήριο 3Γ, αντιστοιχεί στο προνοούμενο στο Άρθρο 12(2)(α) του Ν.95/70 ένταλμα σύλληψης. Το τεκμήριο 3Γ αποτελεί μέρος της δέσμης εγγράφων, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο Α. Με τον αριθμό «3Γ» σημειώθηκε τόσο το Ρωσικό κείμενο, όσο και η μετάφραση του στα Ελληνικά. Όπως επιμαρτυρείται από το Ελληνικό κείμενο του, αποτελεί Διάταγμα ημερομηνίας 18.12.20, εκδοθέν από τον Δικαστή Gluhov A. V. του Περιφερειακού Δικαστηρίου Μπαμπουσκίνσκι της Μόσχας (Babushkinskiy). Μετάφραση του τεκμηρίου 3Γ, από ορκωτή μεταφράστρια (Μ.Υ.3), προσκόμισε και η πλευρά του Εφεσίβλητου, ήτοι το Τεκμήριο 37. Στο καταληκτικό του μέρος, κάτω από τη λέξη «ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ», αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα:

 

«ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ:

Όπως επιβληθεί στον κατηγορούμενο Ignatkin M.Y, γεννηθέντα στις 26 Φεβρουαρίου 1977 στη Μόσχα, Ρώσσο υπήκοο, καταχωρισμένη διεύθυνση κατοικίας: οδός Φλότσκαγια, αριθ, 6/21, διαμέρισμα 23, Μόσχα, ο οποίος έχει ανήλικο παιδί, με καθαρό ποινικό μητρώο, ασφαλιστικό μέτρο υπό τη μορφή κράτησης για την περίοδο 02 (δύο) μηνών και 00 ημερών, από τη στιγμή της σύλληψης του κατηγορουμένου Ignatkin M.Y., αλλά εντός των προθεσμιών της προκαταρκτικής έρευνας για την ποινική υπόθεση.

 

Όπως η περίοδος κράτησης του κατηγορουμένου Ignatkin M.Y. υπολογιστεί από τη στιγμή της παράδοσής του από τις αρχές προς την Ρωσική Ομοσπονδία σε περίπτωση έκδοσης ή απέλασης του στην επικράτεια της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

 

Το Διάταγμα αυτό μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Μόσχας εντός 3 ημερών από την ημέρα της έκδοσής της».

 

 Ως έχουμε ήδη αναφέρει, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε ότι το ρηθέν ένταλμα σύλληψης ήταν «ενεργό», οδηγούμενο τελικώς στην απόρριψη του αιτήματος έκδοσης. Θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της πρωτόδικης απόφασης:

 

«Αυτό που δημιουργεί στο Δικαστήριο αμφιβολίες ως προς την αποδοχή του Τ3Γ ως ένταλμα σύλληψης, για τους σκοπούς του άρθρου 12 ν.95/1970, δεν είναι η απουσία αναφοράς σε αριθμό ή η ενοποίηση, ως τέθηκαν από τον ΜΥ2. Είναι το εξής: στο ένταλμα σύλληψης Τ3Γ που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο γίνεται αναφορά πως η διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας για την ποινική υπόθεση παρατάθηκε μέχρι την 16.1.2021 και στο σώμα του εγγράφου αυτού, στην πρώτη παράγραφο του σκέλους της απόφασης, αναφέρεται πως το μέτρο είναι από την πραγματική σύλληψη αλλά εντός των προθεσμιών της προκαταρκτικής έρευνας για την ποινική υπόθεση. Αυτό, σε συνάρτηση με την μετέπειτα ενοποίηση, το γεγονός ότι το Diffusion στάλθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία, χωρίς σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη να γίνεται αναφορά σε ενεργό ένταλμα σύλληψης, και ότι την 23.5.2023 εκδόθηκε διάταγμα για κλήση κατηγορουμένου (Τ3Ε), χωρίς αναφορά σε ένταλμα σύλληψης, δημιουργεί ουσιαστικές αμφιβολίες ως προς το εάν το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε για σκοπούς διερεύνησης είναι ενεργό μετά την 16.1.2021 χωρίς άλλη δικαστική απόφαση και εάν η έκδοση ζητείται για τον ίδιο σκοπό για τον οποίο είχε εκδοθεί το αρχικό ένταλμα σύλληψης. Η υπόθεση φαίνεται να προχώρησε χωρίς την προηγούμενη εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης εντός της ορισθείσας, από τον υπογράψαντα δικαστή, (παραταθείσας) περιόδου της προκαταρκτικής έρευνας, και ο Καθ' ου η αίτηση κλήθηκε πλέον ως κατηγορούμενος, στο πλαίσιο της υπόθεσης -039, για απαγγελία κατηγορίας, συνθήκη που αφήνει να νοηθεί ότι δεν υπάρχει πλέον προκαταρκτική έρευνα, αλλά αυτή ολοκληρώθηκε και υπάρχει υπόθεση για απαγγελία κατηγορίας. Δεν υπάρχει θετική μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι, σε αυτήν την περίπτωση, διαβιώνει (sic) το ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί για σκοπούς προκαταρκτικής διερεύνησης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποθέσει ένα τέτοιο γεγονός. Παράλληλα, σε όλες τις επιστολές, για σκοπούς προώθησης του αιτήματος έκδοσης, γίνεται αναφορά στην απόφαση ημερομηνίας 18.12.2020 (Τ3Γ) και όχι σε οποιαδήποτε άλλη δικαστική απόφαση παρατείνουσα την φαινόμενη ως χρονικά και θεματικά περιορισμένη αρχική ισχύ του μέτρου της κράτησης και (για τους σκοπούς αυτής) της σύλληψης. Η διαπίστωση αυτή δεν στηρίζεται σε ερμηνεία της ρωσικής ποινικής δικονομίας, αλλά στη γραμματική και χρονική αλληλουχία που προκύπτει από τα ίδια τα έγγραφα της αιτούσας χώρας. Εφόσον η αιτούσα χώρα δεν προσκόμισε οποιαδήποτε νεότερη δικαστική πράξη που να παρατείνει ή να επανεκδίδει το μέτρο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμπληρώσει κενά ούτε να υποθέσει τη συνέχιση της ισχύος του εντάλματος ημερομηνίας 18.12.2020. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου περί μη απόδειξης ισχύος ενεργού εντάλματος δεν ταυτίζεται με τον ισχυρισμό του ΜΥ2 ότι το ένταλμα «πάσχει» λόγω μη αναγραφής αριθμού υπόθεσης. Η πρώτη εδράζεται αποκλειστικά στο περιεχόμενο του ίδιου του εντάλματος ημερομηνίας 18.12.2020 ως προς τον χρονικό και λειτουργικό του περιορισμό και στην έλλειψη νεότερης πράξης, ανεξάρτητα από τη θέση του ΜΥ2.

 

Τονίζεται ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης και ισχύος εντάλματος σύλληψης φέρει η αιτούσα χώρα. Δεν τηρείται σιωπή έναντι υποχρέωσης αναζήτησης διευκρίνισης ούτε μπορεί να συναχθεί ότι η ύπαρξη σχετικής απόφασης κλήσης κατηγορουμένου (Τ3Ε) μπορεί να σημαίνει και συνέχιση ποινικής διερεύνησης, άρα έμμεση επιβεβαίωση ότι το ένταλμα δεν εξέπνευσε. Το βάρος αυτό δεν υποκαθίσταται από την υποχρέωση αναζήτησης διευκρινίσεων ή αποδείξεων. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ερμηνεία του αλλοδαπού δικαίου ούτε σε έλεγχο σκοπιμότητας των μέτρων· περιορίζεται στην εκτίμηση εάν, με βάση τα ίδια τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, τεκμηριώνεται η διαρκής ισχύς του μέτρου. Καταληκτικά, δεν μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη ενεργού εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 12 ν.95/1970 βάσει του οποίου να μπορεί να προωθηθεί αίτημα για έκδοση. Αυτή η διαπίστωση σφραγίζει την κατάληξη του Δικαστηρίου».

                                         (έμφαση δοθείσα)

 

Σύμφωνα με την αιτιολογία του λόγου έφεσης, το περιεχόμενο του ρηθέντος εντάλματος σύλληψης ήταν δεσμευτικό για το πρωτόδικο Δικαστήριο, του οποίου η διαπίστωση για μη απόδειξη ενεργού εντάλματος σύλληψης, έρχεται σε αντίθεση με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βάσει της οποίας τα γεγονότα που εκτίθενται στα επισυνημμένα στο επίσημο αίτημα έκδοσης δικαιολογητικά έγγραφα είναι δεσμευτικά για το Δικαστήριο, χωρίς να παρέχεται σε αυτό η ευχέρεια να τα αμφισβητήσει. Η δε κατάθεση του ρηθέντος εντάλματος σύλληψης ως τεκμηρίου, καθιστά το περιεχόμενο του καθόλα έγκυρο και νόμιμο στη βάση των αρχών της νομιμότητας και αβροφροσύνης που διέπουν τις αιτήσεις έκδοσης φυγοδίκων.

 

Πριν προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση, θεωρούμε ορθό να υπομνήσουμε τη γνωστή νομολογιακή αρχή, σύμφωνα με την οποία οι κανόνες ερμηνείας των διεθνών συμβάσεων διαφέρουν από τους κανόνες ερμηνείας των ημεδαπών συμβάσεων. Στην υπόθεση Επί τοις Αφορώσι την Αίτηση του Houssein Jamil Hachem (1991) 1 A.A.Δ. 723, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με την ερμηνεία συνθηκών έκδοσης φυγοδίκων:

 

«Όπως εξηγείται στην απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Government of Belgium vPostlethwaite, [1987] 2 All E.R. 985, συμβάσεις για την έκδοση φυγοδίκων δεν υπόκεινται στους συνήθεις κανόνες ερμηνείας του ημεδαπού δικαίου. Όπως επισημαίνεται, επιβάλλεται η φιλελεύθερη ερμηνεία διεθνών συμφωνιών για την έκδοση φυγοδίκων προς ευόδωση του ευπρόσδεκτου στόχου στον οποίο αποβλέπουν, και που είναι η καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα.

 

Διεθνείς Συνθήκες, καθώς και διμερείς συμβάσεις, ή διευθετήσεις για την έκδοση φυγοδίκων, σκοπούν στον παραμερισμό των συνόρων ως φραγμού στη δίωξη του σοβαρού εγκλήματος που αποτελεί κοινή επιδίωξη των εθνών».

 

Απόλυτα σχετική με την ερμηνεία διεθνών συμβάσεων έκδοσης φυγοδίκων είναι και η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Shimkevich (2017) 1 A.A.Δ. 347.

 

Αυτό το οποίο προβλημάτισε το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν η αναφορά, στο καταληκτικό μέρος του ρηθέντος εντάλματος σύλληψης, ότι «...το μέτρο περιορισμού – με τη μορφή κράτησης για περίοδο 02 μηνών και 00 ημερών, από τη στιγμή της πραγματικής σύλληψης του κατηγορουμένου Ignatkin Μ.Υ., αλλά εντός των προθεσμιών της προκαταρκτικής έρευνας για την ποινική υπόθεση(Έμφαση δοθείσα)

 

Αυτό δε σε συνδυασμό με το ότι στο κείμενο του ρηθέντος εντάλματος σύλληψης αναφέρεται ότι «Η διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας για την ποινική υπόθεση παρατάθηκε μέχρι τις 16 Ιανουαρίου 2021».  Θεωρούμε ορθή την παρατήρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως «[Η] υπόθεση φαίνεται να προχώρησε χωρίς την προηγούμενη εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης εντός της ορισθείσας [...] περιόδου της προκαταρκτικής έρευνας, και ο Καθ’ ου η αίτηση κλήθηκε πλέον ως κατηγορούμενος ...». Αυτό τουλάχιστόν επιμαρτυρεί το τεκμήριο 3Ε, το οποίο αποτελεί, κατ’ ουσίαν, το Διάταγμα με το οποίο ο Εφεσίβλητος κλήθηκε ως κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση υπ’ αριθμόν -039, για τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής ξένης περιουσίας με εξαπάτηση και κατάχρηση εμπιστοσύνης, περιγραφή του οποίου παρατίθεται λεπτομερώς σε αυτό.

 

Δεν μας βρίσκει όμως σύμφωνους η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως, ενόψει του ότι υπάρχει πλέον ποινική υπόθεση εναντίον του Εφεσίβλητου, δεν υπάρχει θετική μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι, σε αυτή την περίπτωση, επιβιώνει το ένταλμα σύλληψης.  Όπως έχουμε παρατηρήσει, δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στο τεκμήριο 3Γ, από την οποία να προκύπτει ότι το ένταλμα σύλληψης καθίσταται ανενεργό ή και παύει να ισχύει μετά την εκπνοή της προθεσμίας μέχρι την οποία παρατάθηκε η προκαταρκτική έρευνα. Τουναντίον, η πρόνοια στο καταληκτικό μέρος του τεκμηρίου 3Γ, σύμφωνα με την οποία «[Η] περίοδος κράτησης του κατηγορουμένου Ignatkin M.Y. να υπολογίζεται από τη στιγμή της παράδοσης του [...] σε περίπτωση έκδοσης ή απέλασης στην επικράτεια της Ρωσικής Ομοσπονδίας», καθιστά ξεκάθαρο, κατά την κρίση μας, ότι το ένταλμα σύλληψης δεν έπαυσε να ισχύει, αφού ο Εφεσίβλητος δεν έχει εισέτι εκδοθεί ή απελαθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία, ώστε να ξεκινά η καθορισθείσα στο ένταλμα σύλληψης περίοδος κράτησης των δύο μηνών. Αξίζει δε να επισημανθεί ότι το τεκμήριο 3Γ δεν διατάσσει απλά τη σύλληψη του Εφεσίβλητου, αλλά καθορίζει την περίοδο κατά την οποία θα παραμείνει υπό κράτηση, ακόμα δε πιο σημαντικό, καθορίζει το χρονικό σημείο από το οποίο θα υπολογίζεται η περίοδος κράτησης, που είναι η στιγμή της πραγματικής σύλληψης του, ή σε περίπτωση έκδοσης ή απέλασης του στη Ρωσική Ομοσπονδία, η στιγμή της παράδοσης του στις αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Αναμφισβήτητα, το ρηθέν ένταλμα σύλληψης δεν κατέστη δυνατόν να εκτελεστεί, αφού ο Εφεσίβλητος δεν βρισκόταν εντός της Ρωσικής επικράτειας. Ανεξαρτήτως δε του ότι στο καταληκτικό μέρος του τεκμηρίου 3Γ γίνεται αναφορά σε προθεσμίες της προκαταρκτικής έρευνας, αναφορά την οποία δεν παραγνωρίζουμε, εντούτοις δεν έχει διαφανεί ότι το ένταλμα σύλληψης κατέστη «ανενεργό», συνεπεία της εκπνοής της προθεσμίας μέχρι την οποία παρατάθηκε η προθεσμία για την προκαταρκτική έρευνα.

 

Με κάθε σεβασμό ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύθηκαν πρωτοδίκως οι πρόνοιες του τεκμηρίου 3Γ, δεν συνάδει με την αρχή της φιλελεύθερης ερμηνείας, η οποία διέπει τις υποθέσεις έκδοσης φυγοδίκων, οι οποίες έχουν ως μοναδικό σκοπό την καταπολέμηση του εγκλήματος (Γενικός Εισαγγελέας v. Shimkevich, ανωτέρω).

 

 Πέραν των πιο πάνω, στο κατατεθέν από τον Μ.Α.2 τεκμήριο 9, το οποίο ο μάρτυρας αναγνώρισε ως Ειδοποίηση τύπου «Diffusion», (Ειδοποίηση Διάδοσης/Διάχυσης) στην κατά σειρά σελίδα 6 αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα: «Time limit for prosecution or expiry date of arrest warrant or judicial information having the same effect: No time limit».

(Έμφαση δοθείσα)

 

Στην ίδια σελίδα του τεκμηρίου 9, αμέσως μετά την ανωτέρω αναφορά, κάτω από την επικεφαλίδα «Arrest warrant or judicial decision having the same effect», καταγράφεται η ημερομηνία έκδοσης του εντάλματος σύλληψης (arrest warrant), συγκεκριμένα η 18η Δεκεμβρίου του 2020, η δικαστική Αρχή και ο τόπος έκδοσης του, ήτοι «Babushkinskiy court of Moscow city», ως επίσης και το όνομα του δικαστή που το υπέγραψε, που είναι το ίδιο με το όνομα του δικαστή που καταγράφεται και στο τεκμήριο 3Γ.

 

Όλα τα ανωτέρω περιγραφόμενα στοιχεία δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας ότι το περιγραφόμενο στο τεκμήριο 9 ένταλμα σύλληψης, είναι το κατατεθέν ως τεκμήριο 3Γ ένταλμα σύλληψης. Επιπρόσθετα, δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας ότι αυτό δεν έπαυσε να ισχύει, αφού δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός στην ισχύ του (no time limit).

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι το ανωτέρω τεκμήριο 9 είναι ένα εξασέλιδο έγγραφο, το οποίο, όπως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του, περιλαμβάνει το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 6.8.21, το οποίο στάληκε από τις Ρωσικές Αρχές, μέσω Europol, προς τις Κυπριακές Αρχές, με το οποίο ζητείται η σύλληψη για σκοπούς έκδοσης του Εφεσίβλητου, τα προσωπικά στοιχεία του οποίου καταγράφονται λεπτομερώς σε αυτό. Το δε περιγραφόμενο ως “Wanted Person Diffusion ηλεκτρονικό μήνυμα φέρει ημερομηνία 22.3.21. Σε σχέση με τέτοιου τύπου Ειδοποίηση έχουν αναφερθεί πρόσφατα στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Sergey Bochkov, Πολ. Αίτ. 119/2026, ημερ. 3.6.26 τα εξής: «Το diffusion (διάχυση) είναι μια άμεση ειδοποίηση που αποστέλλει ένα κράτος προς άλλα κράτη, μέσω του δικτύου της Interpol, ζητώντας διεθνή αστυνομική συνεργασία για τον εντοπισμό καταζητούμενων προσώπων (βλ. Interpol's Rules of Processing of Data, όπως παρατίθενται στην επίσημη ιστοσελίδα της Interpol). Αν και θεωρείται λιγότερο επίσημο μέσο από μια ερυθρά αγγελία, οι νομικές συνέπειες ενός diffusion για το άτομο που καταζητείται είναι εξίσου σοβαρές, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε σύλληψη στα σύνορα ή σε αεροδρόμια και σε έναρξη διαδικασίας έκδοσης. Υπάρχουν, δε, πολλές υποθέσεις που εκδικάστηκαν από τα κυπριακά δικαστήρια, στις οποίες επιβεβαιώνεται η πιο πάνω φύση της ειδοποίησης τύπου diffusion. Στις εν λόγω υποθέσεις εκδόθηκαν προσωρινά εντάλματα σύλληψης και ακολούθησε δικαστική διαδικασία έκδοσης φυγόδικων στη βάση ειδοποίησης τύπου diffusion (βλ., μεταξύ άλλων, SVETLANA BEZPIATAIA VLADIMIROVNA (2016) 1 Α.Α.Δ. 122, Z. D. Y. Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2025, ημ. 06/05/2026, M.G. Πολιτική Αίτηση Αρ. 5/2026, ημ. 30/03/2026 …».

 

Όπως διαφαίνεται, στην παρούσα, οι ως άνω ημερομηνίες είναι μεταγενέστερες της ημερομηνίας μέχρι την οποία παρατάθηκε η διάρκεια της προκαταρκτικής έρευνας, η οποία υπενθυμίζουμε ότι, με βάση το κείμενο του τεκμηρίου 3Γ, παρατάθηκε μέχρι την 16.1.21. Περαιτέρω, στην τέταρτη κατά σειρά σελίδα του τεκμηρίου 9 περιγράφεται συνοπτικά η αποδιδόμενη στον Εφεσίβλητο εγκληματική συμπεριφορά, η οποία συμπίπτει, στα κύρια της σημεία, με την περιγραφόμενη στην εκδοθείσα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας εξουσιοδότηση (τεκμήριο 4). Στην ίδια σελίδα του τεκμηρίου 9 αναφέρεται και το άρθρο του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα που ποινικοποιεί την ως άνω συμπεριφορά, ήτοι το Άρθρο 159(4).

 

Όπως έχουμε παρατηρήσει, διέλαθαν την προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου τα όσα καταγράφονται στο τεκμήριο 9 σε σχέση με το εκδοθέν εναντίον του Εφεσιβλήτου ένταλμα σύλληψης, με αποτέλεσμα να μην ασχοληθεί με αυτά. Παρά δε το ότι είναι ορθή η παρατήρηση του πως «...σε όλες τις επιστολές, για σκοπούς προώθησης του αιτήματος έκδοσης, γίνεται αναφορά στην απόφαση ημερομηνίας 18.12.2020 (ΤΓ3) και όχι σε οποιαδήποτε άλλη δικαστική απόφαση...», εντούτοις δεν έστρεψε την προσοχή του στα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 9, όπως τα έχουμε καταγράψει πιο πάνω, καταλήγοντας, λανθασμένα, πως δεν υπάρχει αναφορά σε άλλη δικαστική απόφαση «...παρατείνουσα την φαινόμενη ως χρονικά και θεματικά περιορισμένη ισχύ του μέτρου της κράτησης και (για τους σκοπούς αυτής) της σύλληψης».  Αναμφισβήτητα πρόκειται για θετική αλλά και ουσιώδη μαρτυρία, η οποία θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Επιπροσθέτως των πιο πάνω, όπως έχει διαφανεί από τα πρακτικά της ακροαματικής διαδικασίας, ο Μ.Υ.2, που ήταν ο μόνος εκ των μαρτύρων υπεράσπισης που σχολίασε, υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα, το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3Γ, ουδόλως ισχυρίστηκε ότι αυτό έπαυσε να ισχύει λόγω εκπνοής της προθεσμίας μέχρι την οποία παρατάθηκε η προκαταρκτική έρευνα. Αξίζει να επισημανθεί ότι ο Μ.Υ.2 παρουσιάστηκε, όπως αναφέρεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως ειδικός εμπειρογνώμονας επί του Ρωσικού δικαίου και επί των γεγονότων της εναντίον του Εφεσίβλητου υπόθεσης, τα οποία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, είχε ερευνήσει. Όπως ορθά παρατηρεί και το πρωτόδικο Δικαστήριο, η θέση την οποία ο μάρτυρας αυτός προώθησε ήταν ότι το τεκμήριο 3Γ «πάσχει», για τον λόγο ότι, ως υποστήριξε, δεν αναφέρεται στο σώμα του ο αριθμός της ποινικής υπόθεσης, στη βάση της οποίας εξεδόθη το ένταλμα σύλληψης, θέση την οποία, ορθά κατά την κρίση μας, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε.

 

Σε καμία περίπτωση όμως είχε προβληθεί από μέρους του Μ.Υ.2 ότι το τεκμήριο 3Γ έπαυσε να είναι «ενεργό», λόγω παύσης ή και εκπνοής της περιόδου της προκαταρκτικής έρευνας. Ούτε σε οποιονδήποτε από τους μάρτυρες, οι οποίοι παρουσιάστηκαν για τον Εφεσείοντα είχε υποβληθεί τέτοια θέση. Απλώς, κατά την αντεξέταση του Μ.Α.1, τού είχε υποβληθεί, ακροθιγώς και κατά γενικό και αόριστο τρόπο, πως δεν προσέφερε σαφή μαρτυρία «...κατά πόσον έχει εκδοθεί και ισχύ (sic) το ένταλμα σύλληψης στη Ρωσία για την κατ’ ισχυρισμό υπόθεση που αφορά τον Εκζητούμενο...», θέση την οποία δεν αποδέχθηκε ο μάρτυρας.  Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπομνήσουμε τη γνωστή νομολογιακή αρχή, σύμφωνα με την οποία η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς όλα τα ζητήματα τα οποία προτίθεται να εγείρει, ώστε να έχουν την ευκαιρία να απαντήσουν δεόντως, στην απουσία δε ικανής δικαιολογίας για την ως άνω παράλειψη, το Δικαστήριο μπορεί να αγνοήσει τη μονομερώς τεθείσα θέση (Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 551, 590).

 

 Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι ο παρουσιασθείς ως ειδικός επί του εντάλματος σύλληψης μάρτυρας υπεράσπισης, εξέλαβε (ορθώς και όχι τυχαία) ως δεδομένη τη συνέχιση της ισχύος του τεκμηρίου 3Γ μετά τις 16.1.21.  Δεν διαφεύγει φυσικά την  προσοχή μας ότι, στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εφεσίβλητου, υποστηρίζεται πως δεν υφίσταται σε ισχύ ένταλμα σύλληψης εναντίον του Εφεσίβλητου. Όπως όμως ορθά υποδεικνύεται και στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εφεσείοντος, η αγόρευση, προφορική ή γραπτή, δεν προσφέρεται ως μέσο προσαγωγής μαρτυρίας, ούτε ως ευκαιρία για διεύρυνση των επίδικων θεμάτων (Αντέννα Λίμιτεδ v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 1) (2013) 3 Α.Α.Δ. 242).

 

 Με βάση τα όσα έχουμε παραθέσει πιο πάνω, καταλήγουμε ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως δεν αποδείχθηκε ότι το τεκμήριο 3Γ εξακολουθούσε να είναι «ενεργό» μετά την 16.1.21, είναι εσφαλμένο και ως εκ τούτου, το παραμερίζουμε. Κρίνουμε ότι έχουμε την εξουσία, βάσει του Μέρους 41.12(1) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, να καταλήξουμε σε δικό μας εύρημα ότι το τεκμήριο 3Γ εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ μετά την 16.1.21 που, ως έχει αναφερθεί, ήταν η ημερομηνία μέχρι την οποία παρατάθηκε η προκαταρκτική έρευνα. Σημειώνουμε ότι ο ανωτέρω Κανονισμός ομοιάζει κατά πολύ με την καταργηθείσα Δ.35, θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, πως το Εφετείο έχει την εξουσία να εκδίδει απόφαση ή διαταγή που έπρεπε να είχε εκδοθεί, και να προβαίνει στην έκδοση οποιασδήποτε άλλης διαταγής, την οποία επιβάλλει η υπόθεση (Σύκας v. Δημοκρατικός Συναγερμός, Πολ. Έφ. Αρ. Ε29/2026 (i-justice) ημερ. 30.4.26, Αθανασίου v. Reana Manufacturing & Trading Co. Ltd κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1635).

 

Ο λόγος έφεσης επιτυγχάνει.

 

Στην αιτιολογία του πρώτου λόγου αντέφεσης προβάλλεται ότι από τη μαρτυρία των Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 προκύπτει ότι το Ρωσικό κείμενο του τεκμηρίου 3Γ τελειώνει με την υπογραφή του δικαστή, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε αριθμό υπόθεσης, ενώ από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του τεκμηρίου 37, το οποίο αποτελεί την πιστή μετάφραση του τεκμηρίου 3Γ από τη Ρωσική στην Ελληνική γλώσσα, προκύπτει ότι στο Ρωσικό κείμενο δεν υπάρχει αναφορά στην ποινική υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας ζητείται η έκδοση του Εφεσίβλητου, ούτε αναφορά στην ποινική διαδικασία ή και προκαταρκτική έρευνα, στο πλαίσιο της οποίας εξεδόθη το ένταλμα σύλληψης, στοιχεία τα οποία υπάρχουν στο Ελληνικό κείμενο του τεκμηρίου 3Γ. Υποστηρίζεται επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε μεν ότι υφίστανται διαφορές/αποκλίσεις μεταξύ των δύο εγγράφων, ωστόσο εσφαλμένα δεν τις έλαβε υπόψιν.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, βασιζόμενο στην αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της Μ.Υ.3, η οποία, υπό την ιδιότητα της ορκωτής μεταφράστριας, μετέφρασε το Ρωσικό κείμενο του τεκμηρίου 3Γ στην Ελληνική γλώσσα, κατέληξε ότι στο Ελληνικό κείμενο του τεκμηρίου 3Γ, το οποίο περιλαμβάνεται στη δέσμη εγγράφων που στάληκαν από τις Ρωσικές Αρχές, παρουσιάζονται «...αποκλίσεις, που τουλάχιστον στο Τ3Γ είναι εκτενείς, εφόσον αφορούν την προσθήκη κειμένου». Παρόλα αυτά το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά, κατά την κρίση μας, απεφάνθη ότι οι ως άνω αποκλίσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την προσθήκη του αριθμού της ποινικής υπόθεσης εναντίον του Εφεσίβλητου, «Δεν αναιρούν τη βάση την οποία το Δικαστήριο έχει για να αποφασίσει το αίτημα». Το αμέσως πιο πάνω εύρημα δεν προσβάλλεται με τους λόγους αντέφεσης, συνεπώς δεν μας παρέχεται πεδίο για ανατροπή του. Πέραν των πιο πάνω, δεν συμμεριζόμαστε τη θέση του Εφεσίβλητου ότι η μη αναφορά στο Ρωσικό κείμενο του τεκμηρίου 3Γ του αριθμού της υπόθεσης για την οποία εξεδόθη το ένταλμα σύλληψης, πλήττει ουσιωδώς το κύρος του αιτήματος έκδοσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, αποφάσισε όπως μη αποδεχθεί τη θέση του ότι το ένταλμα σύλληψης «πάσχει». Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:

 

«Δεν είναι συγκεκριμένη η μαρτυρία του ΜΥ2, πέραν από την αναφορά στο ότι «πάσχει» το ένταλμα, ότι για παράδειγμα στη Ρωσία ένα ένταλμα σύλληψης που δεν αναγράφει αριθμό υπόθεσης, αλλά αναφέρει τα στοιχεία του προσώπου που αναζητείται, είναι μη εκτελεστό ή ακυρώσιμο, για τον λόγο αυτό. Δεν εξηγήθηκε γιατί ο Καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί να το (sic) προσβάλει τα όποια εναντίον του μέτρα με αναφορά στον υφιστάμενο αριθμό της υπόθεσής του, που είναι γνωστός. Έπειτα η αναφορά του ΜΥ2 στο ότι «πάσχει» το ένταλμα συσκοτίστηκε όταν η ίδια αναφορά επεκτάθηκε και στο κατηγορητήριο, ότι και το κατηγορητήριο «πάσχει», με το επιχείρημα που σχετίζεται με το ελάττωμα να ανατρέχει στην ουσία, ότι πίσω από τα φανερά πράγματα, δεν υπάρχει έγκλημα, αλλά ιδιωτική διαφορά μεταξύ δύο εταιρειών. 

[…]

Απεναντίας, ο ΜΥ2 απέφυγε να πει ότι το ένταλμα σύλληψης του Τ3Γ είναι άκυρο, αλλά περιορίστηκε να πει ότι «πάσχει» απλώς επειδή δεν αναφέρεται στο σώμα του ο ‒κατά τα λοιπά γνωστός‒ αριθμός της υπόθεσης. Χωρίς παράλληλα να εξηγεί πού προβλέπεται ότι τέτοιος αριθμός θα πρέπει να αναγράφεται στο ένταλμα σύλληψης. Σε κάθε στάδιο, ο Καθ' ου η αίτηση φαίνεται πως ένα συγκεκριμένο αδίκημα αντιμετώπιζε και αντιμετωπίζει, βάσει του άρθρου 159(4) του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα, πριν και μετά τη συνένωση, και τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία δείχνουν τη διασύνδεση του εντάλματος σύλληψης Τ3Γ με την υπόθεση για την οποία ζητήθηκε η έκδοση».

 

Δεν έχει διαφανεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος θα δικαιολογούσε την επέμβαση μας στον τρόπο με τον οποίο αξιολογήθηκε η μαρτυρία του Μ.Υ.2 από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο παραθέτει λεπτομερώς τον λόγο για τον οποίο δεν αποδέχθηκε τη θέση του μάρτυρα ότι το ένταλμα σύλληψης πάσχει. Κρίνουμε ως απόλυτα δικαιολογημένη την ως άνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Επισημαίνουμε ότι, σύμφωνα με τη γνωστή νομολογιακή αρχή, το Εφετείο δεν επεμβαίνει με ευκολία στην πρωτόδικη αξιολόγηση μαρτύρων και μαρτυρίας, η οποία αξιολόγηση αποτελεί τη συνισταμένη της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της ζώσας ενώπιον του παρουσιασθείσας μαρτυρίας (Λοΐζου v. Κωνσταντίνου κ.ά., Πολ. Έφ. Αρ. 29/19, ημερ. 21.11.25). Μόνο στην περίπτωση που τα ευρήματα αξιοπιστίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, εξ αντικειμένου κρινόμενα, φαίνονται ανυπόστατα ή αντιστρατεύονται την κοινή λογική ή βρίσκονται σε αντίθεση με την προσαχθείσα μαρτυρία ή είναι καταφανώς εσφαλμένα, δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου προς ανατροπή τους, κάτι το οποίο, ασφαλώς, δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση(Κώστα κ. ά. v. Παπαγιάννης, Πολ. Έφ. Αρ. 211/2015, ημερ. 7.5.26). Καθ’ όσον αφορά τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων, σύμφωνα με την επίσης γνωστή νομολογιακή αρχή, αυτή αξιολογείται στη βάση των καθιερωμένων αρχών, με τις οποίες αξιολογείται η μαρτυρία οποιουδήποτε άλλου συνήθους μάρτυρα (Αλεξάνδρου v. Γεώργιος Αλεξάνδρου (Καλαμούδιας) Λτδ, Πολ. Έφ. 301/2015, ημερ. 1.12.25).

 

 Ο Εφεσίβλητος διατείνεται επίσης ότι το τεκμήριο 3Γ δεν αποτελεί επίσημο αντίγραφο εντάλματος σύλληψης, κατά παράβαση του Άρθρου 12(2)(α) του Ν.95/70. Όπως έχουμε παρατηρήσει, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα αυτό. Δικαίως, όμως, θα λέγαμε, για τον λόγο ότι δεν τέθηκε εν τέλει υπό αμφισβήτηση ότι το τεκμήριο 3Γ αποτελεί επίσημο αντίγραφο. Όπως προκύπτει από το πρακτικό της πρωτόδικης διαδικασίας, κατά την αντεξέταση του Μ.Α.1, ο οποίος είχε καταθέσει τη δέσμη εγγράφων με το τεκμήριο 3Γ, αρχικώς είχε αμφισβητηθεί, από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εφεσιβλήτου, ότι το τεκμήριο 3Γ αποτελεί επίσημο αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης. Μετά όμως από επιθεώρηση του κατατεθέντος τεκμηρίου 3Γ, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσίβλητου, δεν επανέφερε το ζήτημα, ικανοποιούμενος, προφανώς, ότι το τεκμήριο 3Γ αποτελεί επίσημο αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης. Για του λόγου το αληθές, παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από το πρακτικό της πρωτόδικης διαδικασίας:

 

«Ε.   Έχετε επίσημο αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης;

Α.    Είναι κατατεθειμένο ενώπιον του Δικαστηρίου η απόφαση για τη σύλληψη.

Ε.    Μπορείτε να μας το δείξετε;

Α.    Η απόφαση για τη σύλληψη είναι το 3Γ.

Ε.    Έχει κατατεθεί στον φάκελο του Δικαστηρίου επίσημο αντίγραφο;

Α.    Έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το διάταγμα ως Τεκμήριο 3Γ.

Ε.    Άρα δεν κατατέθηκε επίσημο έγγραφο.

Α.    Είναι επίσημο--

Ε.    Πρωτότυπο;

Α.    Είναι τα επίσημα έγγραφα τα οποία είναι κατατεθειμένα στο σεβαστό Δικαστήριο.

Ε.    Άρα μου λέτε να κάνω έρευνα στον φάκελο του σου υποβάλλω ότι για να δω αν--

Α.    Μα τα ίδια έγγραφα τα έχετε εσείς.

Ε.    Αυτό θεωρείτε ότι είναι επίσημο έγγραφο που έχω εγώ;

Α.    Με συγχωρείτε, κυρία Πρόεδρε, δεν μπορώ να αντιληφθώ την ερώτηση.

 

Δικαστήριο: Θέλετε να δείτε κάτι από τον φάκελο του Δικαστηρίου;

 

Κος Α. Λαός: Εντιμοτάτη, ναι.

 

(Δίδεται ο φάκελος του Δικαστηρίου στον κο Α. Λαό και επιθεωρεί τον φάκελο)

 

Κος Α. Λαός: Ευχαριστώ Εντιμοτάτη.

 

(Επιστρέφεται ο φάκελος στο Δικαστήριο)».

 

Όπως προκύπτει από το πρακτικό, μετά την επιθεώρηση του δικαστικού φακέλου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εφεσίβλητου, δεν υπέβαλε οποιαδήποτε περαιτέρω ερώτηση στο Μ.Α.1, τείνουσα να αμφισβητήσει ότι το τεκμήριο 3Γ είναι επίσημο αντίγραφο. Ως έχει αναφερθεί αμέσως πιο πάνω, ούτε καν επανέφερε το ζήτημα. Συνεπώς, δικαιολογημένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το συγκεκριμένο ζήτημα, αφού, από τους χειρισμούς του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εφεσίβλητου, προέκυπτε ότι αυτό έπαυσε πλέον να είναι επίδικο.

 

Ο πρώτος λόγος αντέφεσης απορρίπτεται.

 

Σύμφωνα με την αιτιολογία του δεύτερου λόγου αντέφεσης, από την τεθείσα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου μαρτυρία προέκυψε σαφώς ότι η αιτούσα την έκδοση χώρα απέκρυψε ουσιώδη μαρτυρία, δηλαδή την ύπαρξη αποφάσεων Ρωσικών Δικαστηρίων σχετιζόμενων με τον Εφεσίβλητο, ή και προώθησε το αίτημα έκδοσης κατά παράβαση του καθήκοντος ειλικρίνειας που είχε. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι τόσο τα τεκμήρια 33 και 34, όσο και η μαρτυρία του Μ.Υ.2, η οποία έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο, αποκαλύπτουν στοιχεία που θα έπρεπε να αποτελέσουν βάση υπέρ των θέσεων του Εφεσίβλητου. Υπό το φως των πιο πάνω, υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν απέρριψε το αίτημα έκδοσης ή και εσφαλμένα έκρινε ότι η ανωτέρω έγγραφη μαρτυρία δεν εξατομίκευε τον κίνδυνο παραβίασης των δικαιωμάτων του Εφεσίβλητου σε περίπτωση έκδοσης του και έκθεσης του σε διαδικασίες στην αλλοδαπή, τα δικαστήρια της οποίας έκριναν ότι η ποιότητα της σχετιζόμενης με τον Εφεσίβλητο μαρτυρία ήταν ανεπαρκής και μολυσμένη. Ως εκ τούτου, καταλήγει η εισήγηση, οι αναφορές που εντοπίζονται στις σελίδες 51 και 52 της πρωτόδικης απόφασης είναι απόρροια της παράβασης του καθήκοντος ειλικρίνειας της αιτούσας χώρας, το οποίο, κατ’ επέκταση, επηρέασε το περιεχόμενο της έκθεσης πράξεων και αποτέλεσε τη βάση για το εσφαλμένο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η συμπεριφορά του Εφεσίβλητου αποκαλύπτει, εκ πρώτης όψεως, ποινικό αδίκημα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθηκόντως, εξέτασε τη θέση του Εφεσίβλητου για απόκρυψη μαρτυρίας εκ μέρους της αιτούσας χώρας. Η μαρτυρία, την οποία κατ’ ισχυρισμόν απέκρυψε, είναι οι παρουσιασθείσες από τον Μ.Υ.2 αποφάσεις των Ρωσικών Δικαστηρίων, οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια 33 και 34. Το τεκμήριο 33 αποτελεί απόφαση ημερομηνίας 6.11.24 στην ποινική υπόθεση που ηγέρθη εναντίον των φερόμενων ως συνεργών του Εφεσίβλητου. Το Δικαστήριο με την απόφαση του επέστρεψε την ποινική υπόθεση στον Εισαγγελέα λόγω παραβίασης των προβλεπομένων από την ποινική νομοθεσία διαδικαστικών προϋποθέσεων, συγκεκριμένα λόγω του ότι το κατηγορητήριο βασιζόταν στο πόρισμα της γνωμάτευσης εμπειρογνωμόνων, που κρίθηκε ως μη αποδεκτή μαρτυρία. Το τεκμήριο 34 αποτελεί την εφετειακή απόφαση ημερομηνίας 19.12.24, η οποία επικύρωσε την απόφαση ημερομηνίας 6.11.24.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξετάζοντας τη θέση του Εφεσίβλητου για απόκρυψη των ανωτέρω αποφάσεων, αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα:

 

«Ο ΜΥ2 υποστήριξε ότι οι ρωσικές Αρχές απέκρυψαν μεταγενέστερες αποφάσεις όπου δεν έγινε δεκτή η επίμαχη εμπειρογνωμοσύνη, και ότι επιδιώκουν την άντληση στοιχείων από την ποινική διαδικασία για να αναζωπυρωθεί η ιδιωτική διαφορά. Παρά τη σαφήνεια της θέσης αυτής, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει απόκρυψη στοιχείων που κρίνονται αναγκαία στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης. Ούτε μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός της ποινικής δίωξης είναι το ιδιωτικό όφελος. Δεν διαπιστώνεται παράβαση του καθήκοντος ειλικρίνειας, το οποίο δεν συνεπάγεται υποχρέωση της αιτούσας χώρας να προβάλλει υπερασπιστικούς ισχυρισμούς εκ μέρους του εκζητούμενου, ο οποίος άλλωστε δεν επικοινώνησε με τις ρωσικές Αρχές για να εκθέσει τις δικές του θέσεις.

 

Η πιθανότητα παραπομπής σε ποινική δίκη δεν συνιστά, αφ' εαυτής, παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας ούτε στοιχειοθετεί κίνδυνο παραβίασης σε επίπεδο που να εμποδίζει την έκδοση. Η επίκληση χαμηλών ποσοστών αθωώσεων δεν συμβαδίζει με τις πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις που, κατά τη θέση του ΜΥ2, δικαίωσαν εταιρείες και κατ' επέκταση τις θέσεις κατηγορουμένων, περιλαμβανομένου του Καθ' ου η αίτηση.

 

Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του ΜΥ2 και τα πρόσθετα στοιχεία που κατέθεσε, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με την αναξιοπιστία των διαβεβαιώσεων που ανέδειξε ο ΜΥ1 και με τις διεθνείς αναφορές για την εξέλιξη της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Ρωσία, δεν επαρκούν για την απόδειξη ότι ο Καθ' ου η αίτηση αντιμετωπίζει συγκεκριμένο και πραγματικό κίνδυνο παραβίασης των δικαιωμάτων του βάσει των άρθρων 3 και 6 της ΕΣΔΑ. Κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, τα στοιχεία που προσκομίστηκαν μέσω του ΜΥ2, αν και ενδιαφέροντα ως προς την πορεία της σχετικής ποινικής και εμπορικής διαδικασίας στη Ρωσία, δεν καθιστούν τον κίνδυνο παραβίασης των δικαιωμάτων του Καθ' ου η αίτηση συγκεκριμένο και εξατομικευμένο. Οι αναφορές σε απορρίψεις συγκεκριμένων εκθέσεων εμπειρογνωμοσύνης και σε ευνοϊκές αποφάσεις για εταιρείες με τις οποίες συνδέεται εμμέσως ο Καθ' ου η αίτηση, καταδεικνύουν, αντί να αναιρούν, τη λειτουργία μηχανισμών δικαστικού ελέγχου στο κράτος έκδοσης. Δεν πείθουν ότι ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση θα στερηθεί δίκαιης δίκης ή ότι θα βρεθεί, λόγω της συγκεκριμένης υπόθεσης, σε θέση ευάλωτη σε αυξημένο κίνδυνο απάνθρωπης μεταχείρισης σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό όσων διώκονται για παρόμοια αδικήματα. Συναφώς και οι στατιστικές περί παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν μπορούν να αξιολογηθούν απομονωμένα από το σύνολο του πληθυσμού που εμπλέκεται στη ρωσική ποινική Δικαιοσύνη ούτε υποκαθιστούν εξατομικευμένη αξιολόγηση. Μέρος του υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αντικατοπτρίζει, σε σημαντικό βαθμό, τις διεθνείς πολιτικές εξελίξεις μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και δεν συνιστά πλήρες νομικό εργαλείο για την εξακρίβωση εξατομικευμένου κινδύνου».

 

Επικροτούμε τον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε τη θέση του Μ.Υ.2 περί μη αποκάλυψης, εκ μέρους της αιτούσας χώρας, ουσιώδους για την υπεράσπιση του Εφεσίβλητου μαρτυρίας. Τα όσα αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι πλήρως εναρμονισμένα με τις νομολογιακές αρχές οι οποίες διέπουν τις υποθέσεις έκδοσης φυγοδίκων, στις οποίες είναι διάχυτη η αρχή της αβροφροσύνης, καθότι αφορούν διακρατικές σχέσεις που έχουν ως μοναδικό σκοπό την καταπολέμηση του εγκλήματος. Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το ανωτέρω εγειρόμενο εκ μέρους του Εφεσίβλητου ζήτημα, ως συνιστών μέρος της υπεράσπισης του, αφορά τα Δικαστήρια της Ρωσικής Ομοσπονδίας, τα οποία θα εκδικάσουν τα κατ’ ισχυρισμόν διαπραχθέντα από αυτόν αδικήματα (Αναφορικά με την Αίτηση του Alexey Korotenko, Αρ. Αίτησης 269/2025, ημερ. 12.1.26). Σε συμφωνία με το πρωτόδικο Δικαστήριο, καταλήγουμε ότι εν προκειμένω δεν διαπιστώνεται παράβαση του καθήκοντος ειλικρίνειας, το οποίο υπέχει η αιτούσα χώρα.

 

 Δεν έχει διαφανεί οποιοσδήποτε λόγος, ο οποίος θα δικαιολογούσε την επέμβαση μας στην ως άνω αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.2 από το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Ο δεύτερος λόγος αντέφεσης απορρίπτεται.

 

Κατάληξη

 

Η Έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται.

 

Διατάσσεται η έκδοση του Εφεσίβλητου στη Ρωσική Ομοσπονδία για να δικαστεί για τα αδικήματα που αναφέρονται στην εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως ημερομηνίας 20.12.24.

 

Διατάσσεται η σύλληψη και ακολούθως η αστυνομική κράτηση του Εφεσίβλητου μέχρι την παράδοση του στις Ρωσικές Αρχές.

 

Η αντέφεση απορρίπτεται.

 

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο