ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. MOHAMED ALI, Ποινική Έφεση Αρ.: 124/2026, 24/9/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. MOHAMED ALI, Ποινική Έφεση Αρ.: 124/2026, 24/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 124/2026)

 

24 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείων,

 

v.

 

MOHAMED ALI,

Εφεσίβλητου.

______________________________

 

Μάριος Ζαρής εκ μέρους Βασίλη Μπίσσα για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα

Γιάννης Αλεξίου, για τον Εφεσίβλητο

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ο εφεσίβλητος, ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, κατόπιν δίκης του παραδοχής, βρέθηκε ένοχος σε πέντε κατηγορίες για αδικήματα τα οποία διέπραξε εις βάρος της συμβίας του. Του αποδιδόταν το αδίκημα της απειλής (κατηγορία 3), το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 4), το αδίκημα του περιορισμού της ελευθερίας (κατηγορία 5), το αδίκημα της κοινής επίθεσης (κατηγορία 6) και το αδίκημα της σκληρής, απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης (κατηγορία 11). Άλλες κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο αρχικό κατηγορητήριο ανεστάλησαν με την παραδοχή του εφεσίβλητου των ως άνω κατηγοριών.

 

Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως το Κακουργιοδικείο τα κατέγραψε είναι ότι:

 

«...ο Κατηγορούμενος, υπήκοος Σομαλίας, εισήλθε στη Δημοκρατία μέσω των κατεχομένων και διέμενε αρχικά στον καταυλισμό Πουρνάρα. Περί τον Μάρτιο του 2022, γνώρισε την Παραπονούμενη, η οποία εργαζόταν εκεί. Τον Φεβρουάριο του 2024 συνήψαν δεσμό και άρχισαν να συγκατοικούν, ενώ στις 24.01.2025 του παραχωρήθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Στις 10.03.2025 και περί ώρα 00:30, στο διαμέρισμα όπου διέμεναν, ο Κατηγορούμενος ζήτησε από την Παραπονούμενη να τον μεταφέρει με το όχημα της για αγορά ναρκωτικών. Μετά την άρνηση της, ξέσπασε μεταξύ τους καυγάς, ο οποίος διήρκησε μία ώρα. Λόγω του προχωρημένου της ώρας, η Παραπονούμενη αποχώρησε από το δωμάτιο όπου καυγάδιζαν και μετέβη στον καναπέ του σαλονιού για να κοιμηθεί.

Ενώ η Παραπονούμενη ξάπλωνε στον καναπέ, ο Κατηγορούμενος τον αναποδογύρισε, με αποτέλεσμα αυτή να πέσει στο έδαφος. Ακολούθως, στάθηκε πάνω από την Παραπονούμενη και άρχισε να την κτυπά με τα χέρια του στο πρόσωπο και να την κλωτσά στο σώμα. Παράλληλα, την τραβούσε από τα χέρια, επιχειρώντας να τη μεταφέρει στο υπνοδωμάτιο, προκειμένου να ντυθεί και να τον μεταφέρει εκεί όπου επιθυμούσε. Εφόσον η Παραπονούμενη αρνήθηκε, ο Κατηγορούμενος την έπιασε από τον λαιμό και την έσφιξε, με αποτέλεσμα αυτή να χάσει τις αισθήσεις της για περίπου πέντε λεπτά.

Μετά την πάροδο περίπου των πέντε λεπτών, ο Κατηγορούμενος έριξε νερό στην Παραπονούμενη για να συνέλθει. Όταν αυτή συνήλθε, φώναξε τη λέξη «παπά». Μόλις ο Κατηγορούμενος άκουσε την Παραπονούμενη να καλεί τον πατέρα της, άρχισε εκ νέου να την κτυπά με τα χέρια του και της ανέφερε ότι θα μεταβεί στην Αστυνομία για να την καταγγείλει, ενόψει του ότι ήταν ανήλικος και ότι αυτή τον κακοποιούσε. Η Παραπονούμενη τον προέτρεψε να μεταβεί στην Αστυνομία, ώστε να μπορέσει να διαφύγει από το διαμέρισμα.

Στη συνέχεια, ο Κατηγορούμενος έπιασε ένα μαχαίρι, το οποίο είχε πάντοτε μαζί του, τύπου σουγιά, και το έβαλε στον λαιμό της. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, άφησε το μαχαίρι και έπιασε το καλώδιο του φορτιστή του κινητού του τηλεφώνου και άρχισε να την κτυπά με αυτό στο σώμα και στο πρόσωπο. Η Παραπονούμενη ζητούσε επίμονα από τον Κατηγορούμενο να σταματήσει, μέχρι που αυτός την άφησε να μεταβεί στην τουαλέτα για να βάλει νερό στο πρόσωπο της.

Όλα τα πιο πάνω γεγονότα διήρκεσαν από τις 00:30 μέχρι ώρα 05:00 της 10.03.2025, χρονική στιγμή κατά την οποία ο Κατηγορούμενος επέτρεψε στην Παραπονούμενη να κοιμηθεί.

Κατά το απόγευμα της ίδιας ημέρας, η Παραπονούμενη αναχώρησε από το διαμέρισμα μαζί με τον Κατηγορούμενο και μετέβησαν στην Αστυνομία, προκειμένου να καταγγείλει τα πιο πάνω γεγονότα. Μαζί της βρισκόταν και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος αρνείτο ότι την κτύπησε. Στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό αναφέρθηκε στην Παραπονούμενη ότι έπρεπε να υποβάλει την καταγγελία της στον πλησιέστερο Αστυνομικό Σταθμό όπου έλαβαν χώρα τα γεγονότα και ακολούθως συνόδευσαν την Παραπονούμενη στο όχημα της.

Η Παραπονούμενη μετέβη στο διαμέρισμα της, προτού μεταβεί εκ νέου στην Αστυνομία, και εκεί είδε τον Κατηγορούμενο να κατεβαίνει από άγνωστο σε αυτήν αυτοκίνητο. Ο Κατηγορούμενος την προσέγγισε και της ζήτησε χρήματα για να πληρώσει το πρόσωπο που τον μετέφερε. Η Παραπονούμενη προσπάθησε να αποχωρήσει, πλην όμως ο Κατηγορούμενος εισήλθε μπροστά από το όχημα της, εμποδίζοντας την. Ακολούθως, εισήλθε στο όχημα της και της ζήτησε να μεταβούν σε αυτόματη ταμειακή μηχανή για να λάβουν χρήματα, ώστε να πληρώσει το άγνωστο πρόσωπο.

Μετά από λίγα λεπτά, η Παραπονούμενη ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι δεν άντεχε άλλο, ότι θα τον κατήγγελλε στην Αστυνομία και ξεκίνησε να οδηγεί προς τον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας. Όταν ο Κατηγορούμενος το αντιλήφθηκε, ενώ βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού, έπιασε το τιμόνι και το έστριψε, με αποτέλεσμα το όχημα να αλλάξει κατεύθυνση, με σκοπό να  αποτρέψει την Παραπονούμενη από το να μεταβεί στην Αστυνομία.

Η Παραπονούμενη σταμάτησε το όχημα της και ο Κατηγορούμενος την κτυπούσε με τα χέρια του στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει να τρέχει αίμα από τη μύτη της. Αμέσως, η Παραπονούμενη κατέβηκε από το όχημα και άρχισε να τρέχει. Ο Κατηγορούμενος την καταδίωξε, την άρπαξε και την έβαλε πίσω στο όχημα της, αναγκάζοντας την να οδηγήσει πίσω στο διαμέρισμα τους. Όταν έφτασαν, η Παραπονούμενη κατέβηκε από το όχημα και άρχισε να τρέχει για να διαφύγει από τον Κατηγορούμενο.

Καθώς έτρεχε, εισήλθε στη Λεωφόρο Αμμοχώστου και περί ώρα 21:40 ‑ 21:50 έκανε σήμα σε διερχόμενο όχημα να σταματήσει. Όταν το όχημα σταμάτησε, η Παραπονούμενη εισήλθε εντός αυτού και ζήτησε από τον οδηγό να τη μεταφέρει στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας.

Στη συνέχεια, η Παραπονούμενη, με τη συνοδεία μελών της Αστυνομίας, μετέβη στο Νοσοκομείο Λευκωσίας για εξέταση, όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε μώλωπες και εκδορές στην αριστερή και δεξιά παρειά του προσώπου, στην αριστερή πλευρά του λαιμού, στον αριστερό βραχίονα, στο δεξί αντιβράχιο, στην οπίσθια θωρακική χώρα, στον αριστερό γλουτό, στον αριστερό μηριαίο, στην αριστερή και δεξιά κνήμη, καθώς και πολλαπλές κυκλοτερείς εκδορές στον αριστερό βραχίονα.»

 

Το Κακουργιοδικείο, αφού ανέλυσε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν το θέμα της ποινής σε τέτοιες περιπτώσεις, προχώρησε στην εξέταση των όσων αφορά η υπό κρίση υπόθεση, καθώς επίσης και των ελαφρυντικών που μπορούσαν να αποδοθούν στον εφεσίβλητο και κατέληξε στην επιβολή σε αυτόν ποινής άμεσης φυλάκισης 2 ετών στην 11η κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της σκληρής, απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης του θύματος, ενώ δεν επέβαλε ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες εφόσον τα γεγονότα αυτών περιλαμβάνονταν στα γεγονότα της 11ης κατηγορίας. Η εν λόγω κατηγορία απέδιδε στον εφεσίβλητο ότι, με τη συνολική του συμπεριφορά, ως αποτυπώνεται στις υπόλοιπες κατηγορίες, υπέβαλε την παραπονούμενη σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση.

 

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας προσβάλλει την επιβληθείσα ποινή με ένα λόγο έφεσης, ο οποίος προβάλλει ότι αυτή είναι έκδηλα ανεπαρκής, εφόσον η σοβαρότητα των αδικημάτων και η έκταση αυτών δεν αντανακλάται στην ποινή που επιβλήθηκε από το Δικαστήριο. Αιτιολογικά προβάλλεται ότι δεν δόθηκε η δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή προκύπτει τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ενώ παραγνωρίστηκε από το Κακουργιοδικείο ο σκοπός του νομοθέτη σε σχέση με αδικήματα που αφορούν βία στην οικογένεια, ήτοι η επιβολή αυστηρών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα ως εκδήλωση ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων συμπεριφορών. Προβάλλεται, περαιτέρω, ότι δεν δόθηκε η δέουσα βαρύτητα στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής και παραγνωρίστηκε η έξαρση που παρατηρείται σε τέτοιας φύσεως αδικήματα. Παράλληλα, τίθεται ότι παραγνωρίστηκε ότι η συμπεριφορά του εφεσίβλητου πλήττει θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες και ότι προσδόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στη μεταμέλεια του εφεσίβλητου. Τέλος, προβάλλεται ότι παρά τις αναφορές του Κακουργιοδικείου στον τρόπο εξέλιξης των γεγονότων και τη διάρκεια αυτών αλλά και την αναγνώρισή του ότι αυτά αποτελούσαν επιβαρυντικό παράγοντα, επιβλήθηκε έκδηλα ανεπαρκής ποινή.

 

Από την πλευρά του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον εφεσίβλητο, με αναφορά σε νομολογία και στα περιστατικά της υπόθεσης, υπεραμύνθηκε της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης, εισηγούμενος ότι η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό με την παρούσα έφεση, συμπεριλαμβανομένων των θέσεων της κάθε πλευράς, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας.

 

Όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί, η εξουσία επέμβασης του Εφετείου σε επιβληθείσα ποινή δεν επαφίεται στην υποκειμενική κρίση των μελών του. Στην ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2021, ημερομηνίας 29.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B131, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής. Ως λέχθηκε:

 

«Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani k.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014 ημερ. 25.11.2015.»

 Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525)».»

 

Είναι προφανής η σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία επιβλήθηκε ποινή στον εφεσίβλητο. Καθόλα κατατοπιστικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 272:

 

«Τα εγκλήματα βίας είναι εξ αντικειμένου σοβαρά και ανάλογη είναι η αντιμετώπιση των ενόχων τέτοιων αδικημάτων από τα δικαστήρια. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Τόκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95, εκφράσαμε την αποδοκιμασία μας στη χρήση βίας εναντίον συνανθρώπων με τα πιο κάτω λόγια:

“Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.”

Η αύξηση που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια στα περιστατικά βίας που ασκείται από μέλος οικογένειας προς άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, κατέστησε αναγκαία την αντιμετώπιση του κοινωνικά απαράδεκτου αυτού φαινομένου με τη θέσπιση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου (Ν. 47(1)/94 ‑ στο εξής «ο νόμος»). Οι αυστηρές ποινές που προβλέπει ο νόμος, καθιστούν τα εγκλήματα βίας στην οικογένεια ακόμα πιο σοβαρά από ανάλογα εγκλήματα εναντίον προσώπων που βρίσκονται εκτός του κύκλου της οικογένειας και τιμωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα.

Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου, οποιοσδήποτε ασκεί βία η οποία προκαλεί άμεσα πραγματική σωματική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του, είναι ένοχος αδικήματος που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων ή με χρηματική ποινή £3000 ή και με τις δυο ποινές· ενώ η διάπραξη επίθεσης μετά προκλήσεως πραγματικής σωματικής βλάβης, όταν το αδίκημα συντελείται έξω από το περιβάλλον της οικογένειας, τιμωρείται από τον Ποινικό Κώδικα με φυλάκιση τριών χρόνων. (Βλ. Άρθρο 243 Ποινικού Κώδικα Κεφ 154.)

Η διάκριση είναι εμφανής. Η αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια εκφράζεται μέσω της αυστηρότερης ποινής που προβλέπει ο νόμος ενώ, ταυτόχρονα επιδιώκεται, μέσω της ποινής, και η εξυπηρέτηση του σκοπού της αποτροπής.»

 

Από το σκεπτικό της απόφασης του Κακουργιοδικείου διαπιστώνεται η επαρκής ανάλυση στην οποία το Κακουργιοδικείο προέβηκε αναφορικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την αναγκαιότητα αντιμετώπισής τους με αποτρεπτικό τρόπο. Αναλύθηκε, συναφώς, η διαχρονικά σταθερή προσέγγιση της νομολογίας σε σχέση με αδικήματα που διαπράττονται στο πλαίσιο προσωπικών και ενδοοικογενειακών σχέσεων, με τις ενέργειες άσκησης βίας με σκοπό την επικράτηση, την εκδίκηση ή την τιμωρία να μην γίνονται αποδεκτές από την κοινωνία και να πρέπει να τιμωρούνται αυστηρά. Ανάλογη σημασία δόθηκε, ορθά, στην ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών για αδικήματα τα οποία παρουσιάζουν έξαρση, υποδεικνύοντας, το Κακουργιοδικείο, ότι αδικήματα αυτής της φύσης εμφανίζονται με αυξημένη συχνότητα. Με αναφορά στην υπό κρίση υπόθεση, το Κακουργιοδικείο υπέδειξε ότι:

 

«Περαιτέρω, υπό το φως των πιο πάνω αρχών και κατόπιν προσεκτικής εξέτασης των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν δύναται να παραγνωρίσει τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα. Η βία που ασκήθηκε από τον Κατηγορούμενο δεν περιορίστηκε σε ένα μεμονωμένο ή στιγμιαίο περιστατικό, αλλά εκδηλώθηκε με ένταση, διάρκεια και επαναληπτικότητα, περιλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, επανειλημμένα κτυπήματα στο πρόσωπο και στο σώμα της Παραπονούμενης, κλωτσιές, περίσφιξη του λαιμού της μέχρι απώλειας των αισθήσεων της, καθώς και χρήση αιχμηρού αντικειμένου για σκοπούς εκφοβισμού και επιβολής. Ακολούθως, και ενώ η Παραπονούμενη είχε ήδη απωλέσει τις αισθήσεις της και αφού επανήλθε, ο Κατηγορούμενος επανέλαβε την άσκηση βίας, γεγονός που καταδεικνύει ιδιαίτερη σκληρότητα και πλήρη αδιαφορία για τη σωματική της ακεραιότητα. Η πιο πάνω συμπεριφορά του εκτυλίχθηκε σε παρατεταμένο χρονικό διάστημα, προσεγγίζοντας τις πέντε ώρες, και επαναλήφθηκε την ίδια ημέρα, το απόγευμα, γεγονός που καταδεικνύει επίμονη εγκληματική στάση και όχι στιγμιαία παρόρμηση. Η διάρκεια και η επανάληψη της βίας συνιστούν καίριους επιβαρυντικούς παράγοντες, καθώς αποκαλύπτουν συνειδητή και διαρκή επιλογή του Κατηγορούμενου να επιβληθεί δια της βίας.

Η Παραπονούμενη υπέστη όχι μόνο σωματική βλάβη, αλλά και έντονα αισθήματα φόβου, αγωνίας και ανασφάλειας, τα οποία εύλογα προκλήθηκαν από τη φύση και την έκταση της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι δεν ήταν μία και δύο οι φορές που η Παραπονούμενη προσπάθησε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να ξεφύγει από τον Κατηγορούμενο. Τα στοιχεία αυτά εντείνουν τη σοβαρότητα τόσο του αδικήματος της απειλής όσο και εκείνου της σκληρής, απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης. Υπό το πρίσμα των αρχών που απορρέουν από το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν στις σχετικές αποφάσεις και συνοπτικά αναλύθηκαν ανωτέρω, τα κριτήρια της έντασης, της διάρκειας, των σωματικών και ψυχικών επιπτώσεων και των συνθηκών τέλεσης πληρούνται σωρευτικά. Αυτό βεβαίως το λέμε όχι για σκοπούς απόδειξης του αδικήματος, παρά μόνο για σκοπούς ταξινόμησης της όλης συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου ως προς τη σοβαρότητα της, στο πλαίσιο του εν λόγω αδικήματος. Και εξηγούμε. Η ένταση της μεταχείρισης αποτυπώνεται στα πολλαπλά και συνεχόμενα κτυπήματα, στην περίσφιξη του λαιμού μέχρι απώλειας των αισθήσεων ‑ πράξη που δύναται να αποβεί επικίνδυνη για τη ζωή ‑ και στη χρήση αιχμηρού αντικειμένου. Η διάρκεια εκτείνεται σε σημαντικό χρονικό διάστημα, με σαφή επαναληπτικότητα. Οι σωματικές επιπτώσεις περιλαμβάνουν τραυματισμούς και απώλεια αισθήσεων, ενώ οι ψυχικές επιπτώσεις αντικατοπτρίζονται στα αισθήματα φόβου, αγωνίας και ανασφάλειας που βίωσε η Παραπονούμενη. Τέλος, οι συνθήκες τέλεσης, ήτοι η εκδήλωση της συμπεριφοράς σε περιβάλλον οικειότητας και εμπιστοσύνης, εντός ενδοοικογενειακής σχέσης, όπου η Παραπονούμενη βρισκόταν σε κατάσταση ευαλωτότητας, επιτείνουν περαιτέρω τη βαρύτητα της μεταχείρισης.

Σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι προκύπτει οποιαδήποτε μορφή πρόκλησης εκ μέρους της Παραπονούμενης, ενώ ούτε και η αναφορά περί της τυχόν συναισθηματικής φόρτισης του Κατηγορούμενου, η οποία εν πάση περιπτώσει τέθηκε κατά τρόπο γενικό, δύναται να εξηγήσει ή να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του, πολλώ δε μάλλον να λειτουργήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας, εν όψει της επαναληπτικότητας της συμπεριφοράς και του χρόνου που μεσολάβησε μεταξύ των επιμέρους περιστατικών.»

 

Στη βάση δε των γεγονότων της υπόθεσης, το Κακουργιοδικείο εύστοχα εντόπισε την πλήρωση επιβαρυντικών συνθηκών, ως η νομοθεσία καθορίζει.

 

Ικανοποιώντας και το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής, το Κακουργοδικείο έλαβε υπ' όψιν του την παραδοχή του εφεσίβλητου, ακόμη και στο σημείο που αυτή εκδηλώθηκε, το ότι δεν απαιτήθηκε η προσκόμιση μαρτυρίας από πλευράς παραπονούμενης, το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσίβλητου, το νεαρό της ηλικίας του αλλά και τις προσωπικές, οικογενειακές, οικονομικές και άλλες περιστάσεις αυτού ως τις κατέγραψε με λεπτομέρεια στην απόφασή του. Αναγνωρίζοντας, φυσικά, τον βαθμό στον οποίο μπορούν να ληφθούν υπ' όψιν οι προσωπικές περιστάσεις, ώστε να μην εξουδετερώνουν την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής, την προστασία του κοινωνικού συνόλου αλλά και την εν γένει σοβαρότητα των αδικημάτων.

 

Θα μπορούσε εύλογα να λεχθεί ότι η όλη ανάλυση από πλευράς Κακουργιοδικείου των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης δεν εκφεύγει του ορθού πλαισίου μιας τέτοιας υπόθεσης. Επί αυτού του σημείου εντοπίζεται και το ουσιαστικό παράπονο του εφεσείοντα στην παρούσα έφεση. Ότι δηλαδή, ενώ το Κακουργιοδικείο προέβη σε μία τέτοια ανάλυση και θεώρηση, εντούτοις επέβαλε στον εφεσίβλητο έκδηλα ανεπαρκή ποινή.

 

Έχουμε την άποψη ότι είναι δικαιολογημένο το παράπονο του εφεσείοντα, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Φρονούμε ότι ενώ το Κακουργιοδικείο ορθά προσέγγισε το ζήτημα της ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί, αναγνωρίζοντας και λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα όσα θα έπρεπε να λάβει υπ' όψιν, τόσο προς όφελος του εφεσίβλητου, όσο και ως παράγοντες που καθιστούν επιβεβλημένη την επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής, η κατάληξή του, ως προς το ύψος της επιβαλλόμενης ποινής, αντικειμενικά ιδωμένη και όχι ως υποκειμενική άποψη των μελών του Εφετείου, δεν είναι ανάλογη της σοβαρότητας των αδικημάτων, της έξαρσης της ενδοοικογενειακής βίας και της αναγκαιότητας για επιβολή αποτρεπτικών ποινών τόσο σε σχέση με τον αδικοπραγούντα όσο και σε σχέση με τρίτους. Οι περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης ήταν ιδιαιτέρως σοβαρές, τόσο ως προς τις ενέργειες του εφεσίβλητου, όσο και ως προς τη διάρκεια των πράξεων του στις οποίες υπέβαλε την παραπονούμενη. Στοιχεία άλλωστε που αναγνώρισε, με τον δέοντα τρόπο, το Κακουργιοδικείο. Έχουμε την άποψη ότι το Κακουργιοδικείο έσφαλλε στην τελική του κρίση αναφορικά με το ύψος της επιβληθείσας ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί σε βαθμό που τεκμηριώνεται αναντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας του αδικήματος που αφορά η υπόθεση και της επιβληθείσας ποινής. Καθιστώντας, ως αποτέλεσμα, αναγκαία την παρέμβασή μας, αφού η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 2 ετών κρίνεται έκδηλα ανεπαρκής.

 

Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν αναλυθεί ανωτέρω, κρίνουμε ότι η επιβληθείσα ποινή θα πρέπει να αντικατασταθεί με ποινή φυλάκισης 3 ετών στην 11η κατηγορία.

 

Ως αποτέλεσμα, η έφεση επιτυγχάνει. Η ποινή φυλάκισης 2 ετών στην 11η κατηγορία αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης 3 ετών. Κατά τα λοιπά η πρωτόδικη απόφαση παραμένει ως έχει.

 

 

 

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο