ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
30 Σεπτεμβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
(Ποινική Έφεση Αρ.: 142/2025)
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
AHMAD HALOULOU,
Εφεσίβλητου.
(Ποινική Έφεση Αρ.: 143/2025)
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ISLAM ALMASSRI,
Εφεσίβλητου.
______________________________
Ε. Κωνσταντίνου (κα) για Λ. Σίγαρ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα στην 142/2025 και 143/2025
Α. Αναστασίου, για τον Εφεσίβλητο στην 142/2025
Ν. Κορομίας, για τον Εφεσίβλητο στην 143/2025
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η παρούσα διαδικασία αφορά απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας με την οποία επιβλήθηκε ποινή στον εφεσίβλητο της κάθε μίας από τις υπό εξέταση Ποινικές Εφέσεις. Ο εφεσίβλητος στην Ποινική Έφεση 142/2025 ήταν ο κατηγορούμενος 2 στην ως άνω ποινική υπόθεση, ενώ ο εφεσίβλητος στην Ποινική Έφεση 143/2025 ήταν ο κατηγορούμενος 1 σε αυτήν. Αμφότεροι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, κρίθηκαν ένοχοι σε κατηγορίες συνωμοσίας για παράνομη κατοχή, κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι μεθαμφεταμίνης συνολικού βάρους 211,10 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορίες 1, 2 και 3 αντιστοίχως). Ο εφεσίβλητος στην 142/2025, κατόπιν δικής του παραδοχής, κρίθηκε ένοχος σε επιπλέον κατηγορία για παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μετά τη λήξη της προσωρινής άδειας διαμονής αλλοδαπού (κατηγορία 7). Άλλες κατηγορίες που τα εν λόγω πρόσωπα αντιμετώπιζαν με το κατηγορητήριο, καθώς επίσης κατηγορίες που τρίτο πρόσωπο αντιμετώπιζε ως κατηγορούμενος 3 ανεστάλησαν από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως το Κακουργιοδικείο τα κατέγραψε, αναφέρονται με λεπτομέρεια στις συνθήκες κάτω από τις οποίες, με βάση σχετική πληροφορία ότι στην οικία και στα υποστατικά που διέμενε ο εφεσίβλητος στην 142/2025 παράνομα αποκρύπτονταν ναρκωτικές ουσίες και οπλισμός, η Αστυνομία εξασφάλισε σχετικό ένταλμα έρευνας της εν λόγω κατοικίας, στην οποία διέμενε επίσης ο εφεσίβλητος στην 143/2025. Με λεπτομέρεια εξηγείται πώς εκτελέστηκε το εν λόγω ένταλμα και ανευρέθηκε η αναφερόμενη ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α. Οι εν λόγω ναρκωτικές ουσίες ανευρέθηκαν στο υπνοδωμάτιο στο οποίο διέμενε ο εφεσίβλητος στην 143/2025. Διαπιστώθηκε ότι οι εφεσίβλητοι στην παρούσα διαδικασία, σε άγνωστη ημερομηνία του Απριλίου 2024, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν το κακούργημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α. Τα ναρκωτικά που ανευρέθηκαν ήταν στην από κοινού κατοχή των εφεσιβλήτων με σκοπό την προμήθεια αυτών σε άλλα πρόσωπα. Το Κακουργιοδικείο, περαιτέρω κατέγραψε τα γεγονότα τα οποία αφορούν στην περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης καθώς επίσης και στην επικινδυνότητα και επιπτώσεις που χρήση της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας επιφέρει στον οργανισμό του ανθρώπου. Κατέγραψε, επίσης, τα όσα αφορούν στην επιπλέον κατηγορία που αντιμετώπιζε ο εφεσίβλητος στην 142/2025, ήτοι ότι αυτός παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά τη λήξη άδειας προσωρινής παραμονής που του είχε παραχωρηθεί, χωρίς να εξασφαλίσει σχετική άδεια, είχε υποβάλει αίτηση ασύλου, η οποία εν τέλει απορρίφθηκε και συνέχισε να παραμένει στο έδαφος της Δημοκρατίας χωρίς άδεια.
Το Κακουργιοδικείο, αφού ανέλυσε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν το θέμα της ποινής σε τέτοιες περιπτώσεις, προχώρησε στην εξέταση των όσων αφορά η υπό κρίση υπόθεση, καθώς επίσης και των ελαφρυντικών που μπορούσαν να αποδοθούν στον κάθε έναν από τους εφεσίβλητους και κατέληξε στην επιβολή ποινής φυλάκισης 3½ και 4 ετών στους εφεσίβλητους‑κατηγορούμενο 1 και 2 αντιστοίχως, στην κατηγορία κατοχής των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλα πρόσωπα. Δεν επιβλήθηκε ποινή στις άλλες δύο κατηγορίες, τα γεγονότα των οποίων περιλαμβάνονταν σε αυτά της ως άνω κατηγορίας, ενώ στον εφεσίβλητο στην 142/2025 επιβλήθηκε, περαιτέρω, ποινή φυλάκισης 6 μηνών στην κατηγορία της παράνομης παραμονής του στη Δημοκρατία. Η διαφοροποίηση στην ποινή που επιβλήθηκε στους εφεσίβλητους έγκειτο στο ότι ο εφεσίβλητος στην 143/2025 ήταν λευκού ποινικού μητρώου και νεαρής ηλικίας, ενώ ο εφεσίβλητος στην 142/2025 βαρύνετο με μία προηγούμενη καταδίκη και ήταν μεγαλύτερης ηλικίας.
Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας προσβάλλει την επιβληθείσα ποινή με έναν λόγο έφεσης, ο οποίος προβάλλει ότι όλες οι ποινές που έχουν επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο είναι έκδηλα ανεπαρκείς και ή ήταν αποτέλεσμα σφάλματος αρχής εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τόσο σε σχέση με την τιμωρία των εφεσιβλήτων όσο και σε σχέση με την αποτροπή άλλων από τη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων. Αιτιολογικά προβάλλεται μη απόδοση της δέουσας βαρύτητας στη σοβαρότητα των αδικημάτων και στον σκοπό επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα. Περαιτέρω, προβάλλεται μη απόδοση της δέουσας βαρύτητας στην ύπαρξη επιβαρυντικών παραγόντων, ως καθορίζονται από τη νομολογία, ενώ δόθηκε υπέρμετρη βαρύτητα στους ελαφρυντικούς παράγοντες με αποτέλεσμα την εξασθένηση της αποτελεσματικής εφαρμογής του νόμου, με όλα όσα προβάλλονται να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η επιβληθείσα ποινή είναι έκδηλα ανεπαρκής.
Από την πλευρά τους, οι συνήγοροι των εφεσιβλήτων, για τους λόγους που εξήγησαν με την επιχειρηματολογία τους, υποστήριξαν την πρωτόδικη κρίση ως κατάληξη της αιτιολογημένης κρίσης του Κακουργιοδικείου, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί, υπό τις περιστάσεις, έκδηλα ανεπαρκής.
Έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό με την παρούσα έφεση, συμπεριλαμβανομένων των θέσεων της κάθε πλευράς, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας.
Όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί, η εξουσία επέμβασης του Εφετείου σε επιβληθείσα ποινή δεν επαφίεται στην υποκειμενική κρίση των μελών του. Στην ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2021, ημερομηνίας 29.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B131, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής. Ως λέχθηκε:
«Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani k.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014 ημερ. 25.11.2015.»
Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525)».»
Άφθονη είναι η νομολογία αναφορικά με τη σοβαρότητα αδικημάτων ως τα υπό κρίση αλλά και την αντιμετώπιση που θα πρέπει να τυγχάνουν από τα Δικαστήρια. Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΙΑΚΩΒΙΔΗ, Ποινική Έφεση 266/2023, ημερομηνίας 24.6.2026, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Ως είχαμε την ευκαιρία να επαναλάβουμε στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΠΟΪΡΑΤΖΙΔΗ, Ποινική Έφεση 60/2023, ημερομηνίας 28.1.2026:
«Είναι προφανής η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορά η παρούσα έφεση και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Ως υποδείξαμε στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. SUTTON, Ποινική Έφεση 199/2024, ημερομηνίας 8.12.2025:
«Αδικήματα που αφορούν ναρκωτικά έχουν επανειλημμένως χαρακτηριστεί ως κοινωνική μάστιγα, θέτοντας σε κίνδυνο, τόσο τη φυσική όσο και την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η δε έξαρση, η οποία παρατηρείται σε τέτοιου είδους αδικήματα, καθιστά την αποτροπή, κυρίαρχο στοιχείο στην ποινή που θα πρέπει να επιβάλλεται. Όπως λέχθηκε στην BEYKI v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (2008) 2 Α.Α.Δ. 60:
«Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι' αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.»
Εις δε την VALDEZ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 144/2016, ημερομηνίας 21.2.2017, ECLI:CY:AD:2017:B57, λέχθηκε ότι:
«Διαχρονικά έχουμε τονίσει τη σημασία του ρόλου του Δικαστηρίου ως προς την επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε συνάρτηση με αδικήματα ναρκωτικών, ειδικά όταν αφορούν την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α΄ (όπως εδώ, κοκαϊνης) με σκοπό την προμήθεια. Είναι φανερό ότι τέτοιες ενέργειες, ως των εφεσειόντων, δίδουν τη δυνατότητα της άμεσης εξάπλωσης και χρήσης ναρκωτικών σε ευρύ αριθμό ατόμων με άμεσο καταστρεπτικό αντίκτυπο στον κοινωνικό ιστό. Γι' αυτό το λόγο, όπως επίσης έχει νομολογηθεί, οι προσωπικές περιστάσεις αν και δεν ατονούν, έχουν σαφώς μειωμένη σημασία αφού προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου για προστασία του κοινωνικού συνόλου».»
Ανάλογες διατυπώσεις γίνονται και στην XHAFERI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 207/2021, ημερομηνίας 16.11.2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, όπου λέχθηκε ότι:
«Όπως σημειώσαμε στην Ελενόδωρου Κυριάκου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 68/2020, ημερ. 11/5/2022, ECLI:CY:AD:2022:B180, η νομολογία υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ναρζίπ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2014, ημερ. 21/11/2014, η ενασχόληση με τα ναρκωτικά, είτε για ιδία χρήση ή κατά μείζονα λόγο με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτους, αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση. Στην υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110, λέχθηκε ότι:
«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών».»
(Βλ. Επίσης, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ANGELOV, Ποινική Έφεση 38/2023, ημερομηνίας 16.12.2025).»
Σε σχέση με τον ρόλο που μπορεί ένας κατηγορούμενος να επιτελέσει στην τέλεση του αδικήματος της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, στην ως άνω ΙΑΚΩΒΙΔΗ παραπέμψαμε στο κάτωθι απόσπασμα από την ΙΩΣΗΦ (ανωτέρω):
«O εφεσείων είναι χρήστης ναρκωτικών από 15 ετών και, όπως τόνισε ο συνήγορός του, δέχθηκε πιέσεις για τη διάπραξη των αδικημάτων, γεγονός που, κατά την εισήγησή του, δεν λήφθηκε υπόψη από το Κακουργιοδικείο.
Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Το Κακουργιοδικείο εξέτασε το εγειρόμενο ζήτημα στην ορθή του διάσταση. Σχετικά είναι και όσα διαχρονικά υποδεικνύει η νομολογία, τα οποία επαναλήφθηκαν στη Ζωμενής ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 400 ότι «η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για την μεταφορά των ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου.».
Το Κακουργιοδικείο, συναφώς, ανέφερε τα ακόλουθα, ορθά κατά την κρίση μας, σε σχέση με αυτόν τον παράγοντα:
«Επισημαίνουμε ότι τα ναρκωτικά, είτε προωθούνται με σκοπό το άμεσο χρηματικό κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος, η κατάληξη παραμένει πάντα η ίδια, που δεν είναι άλλη από τη διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα και τη διασπορά του θανάτου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος 1 διέπραξε τα αδικήματα με τη συνδρομή του στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα χέρι βοήθειας σε εμπόρους. Ό,τι οφείλουμε να επισημάνουμε είναι πως, ο μόνος δρόμος για όσους δέχονται πιέσεις ή πειρασμούς είναι, είτε η απόσταση είτε η συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους, κυρίως πριν την εμπλοκή τους στη διάπραξη αδικημάτων, παρ΄ ότι και η μετέπειτα συνεργασία είναι καλοδεχούμενη, προκειμένου να βοηθήσουν και τους ίδιους αλλά και την υπόλοιπη κοινωνία. Δικαιολογίες για αντίθετη συμπεριφορά δεν θα πρέπει να αναμένεται ότι θα τυγχάνουν ιδιαίτερης βαρύτητας ως μετριαστικός παράγοντας.».»
Από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, διαπιστώνεται ότι το Κακουργιοδικείο επαρκώς ανέλυσε τα όσα αφορούν στην επιβολή ποινής σε μία τέτοια υπόθεση. Υποδείχθηκε προς τούτο και αναλύθηκε, με αναφορά και σε νομολογία, τόσο η σοβαρότητα των αδικημάτων όσο και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών, ιδιαιτέρως εν όψει της έξαρσης που παρουσιάζεται στην τέλεση τέτοιας φύσης αδικημάτων. Ορθά εξηγήθηκε ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, χωρίς όμως να εξουδετερώνει την ανάγκη για προστασία του κοινωνικού συνόλου εκεί όπου εντοπίζεται σοβαρό πρόβλημα. Ως αποτέλεσμα, και ο περιορισμένος ρόλος που οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου διαδραματίζουν στην κατάληξη στην ορθή ποινή.
Το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε, επίσης, στην επίδραση ύπαρξης επιβαρυντικών στοιχείων στη δράση του αδικοπραγούντα. Επί των περιστάσεων της υπόθεσης, εξήγησε ότι:
«47. Έχουν ενώπιον μας αναντίλεκτα τεθεί οι συνέπειες που φέρει η χρήση μεθαμφεταμίνης. Αποτελεί ναρκωτική ουσία η οποία όχι μόνο επιφέρει σοβαρές και μόνιμες ζημιές στον χρήστη, αλλά τον καθιστά ευερέθιστο και βίαιο δυνητικά διακινδυνεύοντας την σωματική ακεραιότητα των γύρω του. Η έξαρση δε στην εμπορία και χρήση μεθαμφεταμίνης, όπως προκύπτει από την πρόσφατη νομολογία καθιστά την επιβολή αποτρεπτικών ποινών αναγκαία.
48. Εν προκειμένω, στους κατηγορούμενους δύναται να αποδοθεί ο επιβαρυντικός παράγων του άρθρου 30 (4) (α) (i) του Ν. 29/77, αφού παραδέχθηκαν ότι συνωμότησαν να κατέχουν και να προμηθεύσουν ναρκωτικές ουσίες σε τρίτους. Η συνεργασία των δύο, αλλά και η παραδοχή τους, κατά τον μετριασμό τους, ότι δρούσαν ως ενδιάμεσος σταθμός, αποθηκάριοι άλλων, καταδεικνύει ότι λειτουργούσαν οργανωμένα, ως ομάδα μεταξύ τους αλλά και με τρίτους.
49. Αναφορικά με το άρθρο 30(4)(β) και τους παράγοντες που εκεί αναφέρονται για να καταστήσουν το αδίκημα λιγότερο σοβαρό, ο κατηγορούμενος 1 ως πρόσωπο νεαρής ηλικίας, απολαμβάνουν το ελαφρυντικό της παραγράφου (i). Και οι δύο κατηγορούμενοι διέπραξαν το αδίκημα υπό την πίεση ατόμων που ασκούσαν επιρροή στους ίδιους (30(4)(β)(ii)), ενώ ο βαθμός εξάρτησης τους επίσης λαμβάνεται υπόψη, ως μετριαστικός παράγοντας (30(4)(β)(iv)). Λαμβάνουμε επίσης υπόψη το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι δεν ήταν τα πρόσωπα που θα διέθεταν τις ναρκωτικές ουσίες στην αγορά αφού ενεργούσαν ως αποθηκάριοι. Παραμένει όμως ότι αποτελούσαν κρίκο της αλυσίδας διακίνησης, με τελικούς αποδέκτες τους χρήστες ναρκωτικών [βλ. ΓΕ v. Παπανικόλα, Ποινική Έφεση 214/2021, 19/1/2024 (Εφ)].»
Σημείωσε, περαιτέρω, το Κακουργιοδικείο, λαμβάνοντας αυτά υπ' όψιν, το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσίβλητου στην 143/2025, ως επίσης την παραδοχή των εφεσιβλήτων, την οποία αποδέχτηκε και ως έμπρακτη μεταμέλειά τους.
Έχουμε την άποψη ότι από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης και την ανάλυση από πλευράς Κακουργιοδικείου, αυτή δεν εκφεύγει του ορθού πλαισίου μίας τέτοιας υπόθεσης. Το τι προβάλλει, επί του προκειμένου, είναι η θέση του εφεσείοντα ότι η επιβληθείσα ποινή είναι έκδηλα ανεπαρκής.
Φρονούμε ότι μία τέτοια θέση είναι δικαιολογημένη, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Έχουμε την άποψη ότι το Κακουργιοδικείο ορθά προσέγγισε το ζήτημα της ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί, αναγνωρίζοντας και λαμβάνοντας υπ' όψιν όλα όσα θα έπρεπε να λάβει υπ' όψιν, τόσο προς όφελος των εφεσιβλήτων, όσο και ως παράγοντες που καθιστούν επιβεβλημένη την επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής. Παρά τούτο, όμως, η κατάληξή του, ως προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής, αντικειμενικά κρινόμενη και όχι ως υποκειμενική άποψη των μελών του Εφετείου, δεν είναι ανάλογη της σοβαρότητας των αδικημάτων, της έξαρσης που η τέλεσή τους παρουσιάζει και των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά, στοιχεία που επιτάσσουν την επιβολή αυστηρών ποινών προς αποτροπή.
Ως υποδείξαμε στην ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ (ανωτέρω):
«Δεν είναι άνευ σημασίας το τι επισημάνθηκε και στην ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2008) 2 Α.Α.Δ. 124:
«Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια και ορθά επισημάνθηκε από το Κακουργιοδικείο, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα. Όπως τονίστηκε στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών.»»
Κρίνουμε ότι το Κακουργιοδικείο έσφαλε στην τελική του κρίση αναφορικά με το ύψος της επιβληθείσας ποινής που θα έπρεπε να επιβληθεί σε βαθμό που τεκμηριώνεται πασιφανής αναντιστοιχία μεταξύ της σοβαρότητας του αδικήματος της κατοχής 211,10 γραμμαρίων ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι μεθαμφεταμίνης, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και της επιβληθείσας ποινής. Τεκμηριώνεται, επίσης, ουσιώδης απόκλιση της ποινής που επιβλήθηκε από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (βλ., μεταξύ άλλων, ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2016) 2 Α.Α.Δ. 1131, HASSAN v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2006) 2 Α.Α.Δ. 356). Ως αποτέλεσμα, η παρέμβασή μας καθίσταται αναγκαία, αφού οι επιβληθείσες ποινές των 3 ½ και 4 ετών κρίνονται έκδηλα ανεπαρκείς.
Η παρέμβαση αυτή, θεωρούμε ότι καθιστά αχρείαστη τη λεπτομερή ενασχόληση με την επιβληθείσα στον εφεσίβλητο στην 142/2025 ποινή για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία, η οποία, εν πάση περιπτώσει, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, δεν θα μπορούσε να κριθεί εκτός του επιτρεπτού πλαισίου.
Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν αναλυθεί ανωτέρω, κρίνουμε ότι οι επιβληθείσες ποινές των 3½ και 4 ετών φυλάκισης στην κατηγορία 3 θα πρέπει να αντικατασταθούν από ποινές 5 και 5 ½ ετών αντιστοίχως.
Ως αποτέλεσμα, αμφότερες οι εφέσεις επιτυγχάνουν. Η ποινή φυλάκισης 4 ετών στον εφεσίβλητο στην 142/2025 στην κατηγορία 3 αντικαθίσταται από ποινή φυλάκισης 5½ ετών. Η ποινή φυλάκισης 3½ ετών στον εφεσίβλητο στην 143/2025 στην κατηγορία 3 αντικαθίσταται από ποινή φυλάκισης 5 ετών. Κατά τα λοιπά, η πρωτόδικη απόφαση παραμείνει ως έχει.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο