ΧΑΛΕΝΤ ΜΟΡΤΑΓΚΑ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2026, 16/9/2026
print
Τίτλος:
ΧΑΛΕΝΤ ΜΟΡΤΑΓΚΑ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2026, 16/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ. 215/2026)

 

16 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΧΑΛΕΝΤ ΜΟΡΤΑΓΚΑ,

Εφεσείων,

 

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

__________________________

 

Ν. Καντάρα και Μ. Αθανασίου (κα), για τον Εφεσείοντα

Α. Αντωνίου για Γενικό Εισαγγελέα, για την Εφεσίβλητη

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Αυθημερόν)

 

ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων αντιμετωπίζει μαζί με άλλους τέσσερεις κατηγορούμενους, μεταξύ άλλων, κατηγορίες για συνομωσία να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή να παράσχουν υποστήριξη σε τρομοκρατική οργάνωση, συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και άλλες συναφείς κατηγορίες, κατοχής πρόδρομων ουσιών εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια και για αδίκημα τρομοκρατίας κατά παράβαση των σχετικών Άρθρων του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, του Περί Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας και Προστασίας Θυμάτων Νόμου 75(I)/19 και του περί της Κυκλοφορίας στην Αγορά και της Χρήσης Πρόδρομων Ουσιών Εκρηκτικών Υλών Νόμο 48(I)/21. Την 6.8.2026, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, μετά την παραπομπή των εν λόγω προσώπων σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 14.10.2026, διέταξε την κράτησή τους μέχρι τότε.

 

Τόσο ο εφεσείων όσο και δύο άλλοι κατηγορούμενοι τελούσαν υπό κράτηση στο πλαίσιο άλλων εκκρεμουσών διαδικασιών οι οποίες, σύμφωνα με δήλωση του συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή, θα διακόπτονταν με σκοπό τη συνένωση των πέντε πλέον συνολικά κατηγορουμένων σε ένα κατηγορητήριο. Εν όψει της καταχώρισης του νέου κατηγορητηρίου, ζητήθηκε η συνέχιση της κράτησής τους. Ένσταση έφερε ο εφεσείων, η οποία απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση.

 

Με όλους τους λόγους έφεσης ουσιαστικά το Εφετείο καλείται να εξετάσει την ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος. Συγκεκριμένα δε, σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας.

 

Για σκοπούς πληρότητας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:

 

«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο χειρίστηκε εσφαλμένα την υπόθεση ως εάν η κράτηση να αποτελούσε τον κανόνα και όχι την εξαίρεση, και/ή ότι η εκκαλούμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και/ή ανεπαρκώς αιτιολογημένη ως προς την απόρριψη των προτεινόμενων όρων εξασφάλισης της παρουσίας του εφεσείοντα. Προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να προβεί στην απαιτούμενη εξατομικευμένη αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος εφεσείων.

 

Στην αιτιολογία αυτού, επιπλέον των αναφορών σε εσφαλμένη εφαρμογή των νομολογιακών αρχών, εξειδικεύεται ότι μολονότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι δεσμοί του εφεσείοντα με τη Δημοκρατία είναι ισχυροί και δεν αμφισβητήθηκαν, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε ούτε αιτιολόγησε γιατί οι προτεινόμενοι όροι και ιδίως η εγγύηση ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ εξασφαλισμένη επί ακίνητης περιουσίας της οικογενείας του, δεν επαρκούσαν να εξουδετερώσουν τον όποιο κίνδυνο φυγοδικίας.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού παρέθεσε την επί του εγειρόμενου ζητήματος νομολογία, κατέληξε ως εξής:

 

«Όλα τα πιο πάνω, συνυπολογιζόμενα μαζί με όσα δεδομένα τέθηκαν ενώπιον μου σε σχέση με τις προσωπικές, οικονομικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις του Κατηγορούμενου 3, ως στοιχεία τα οποία είναι άμεσα συναρτώμενα με τον κίνδυνο μη προσέλευσης του στην δίκη του, με οδηγούν στην κατάληξη ότι ο φόβος να μην προσέλθει στην δίκη του είναι υπαρκτός καθότι δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη τέτοιων συνθηκών που θα αποτρέπαν τον Κατηγορούμενο 3 να διαφύγει μπρος τον κίνδυνο να κριθεί ένοχος σε σοβαρά αδικήματα εκ των οποίων προβλέπεται και φυλάκιση δια βίου.»

 

Είχε δε προηγουμένως καταγράψει στην εκκαλούμενη απόφαση την εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι η παρουσία του μπορούσε να εξασφαλιστεί υπό όρους και παρέπεμψε στις αρχές της νομολογίας στην οποία περιλαμβάνεται και η αρχή ότι η κράτηση του ατόμου αποτελεί εξαίρεση πάντοτε στον βασικό κανόνα ότι ένα άτομο δικαιούται να παραμένει ελεύθερο μέχρι τη δίκη του εκτός εάν συντρέχουν οι παράγοντες κράτησής του. Με δεδομένη την κατάληξή του, στην οποία κρίνουμε ότι οδηγήθηκε με βάση τις ορθές νομολογιακές αρχές, η μη ρητή αναφορά του στις λεπτομέρειες της προτεινόμενης ως άνω εγγύησης, δεν αποτελεί σφάλμα, ούτε καθιστά την εκκαλούμενη απόφαση αναιτιολόγητη, εφόσον το Δικαστήριο σημείωσε ότι έλαβε υπόψη όλα τα ενώπιόν του δεδομένα.

 

Προβάλλεται επίσης στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης ότι εσφαλμένα δεν λήφθηκε υπόψη η οικειοθελής παρουσία του εφεσείοντα κατά την ακρόαση της έφεσης εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου να τον αφήσει ελεύθερο υπό όρους  στο πλαίσιο της πιο πάνω αναφερόμενης άλλης εκκρεμούσης υπόθεσης σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στην παρούσα.

 

Η παρουσία του εφεσείοντα, ενώπιον του Εφετείου σε καμία περίπτωση δεν θεωρούμε ότι εντάσσεται στα όσα εξετάστηκαν στην NIKOS KARSLIDIS v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 294/2025, ημερομηνίας 18.12.2025 και στην ΑΡΓΥΡΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2008) 2 Α.Α.Δ. 607. Ούτε μπορεί να εξομοιωθεί με το τι εξετάστηκε στην Χ" ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 45 που ήταν η σημασία συμμόρφωσης με όρους που τέθηκαν από το παραπέμπον Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, άλλωστε, αποτελεί δεδομένο ότι αποτέλεσμα της εν λόγω έφεσης, παρά την παρουσία του εφεσείοντα, ήταν η ανατροπή της εκεί πρωτόδικης κρίσης επιβολής όρων και η αντικατάστασή της με διαταγή κράτησής του. Κρίνουμε ότι διαφορετική προσέγγιση θα αναιρούσε την ως άνω εφετειακή κρίση.  

 

Η μη απόδοση βαρύτητας στην πιο πάνω εισήγηση του εφεσείοντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποτελεί σφάλμα το οποίο να δικαιολογεί την επέμβαση του Εφετείου, ούτε και καθιστά την εκκαλούμενη απόφαση αναιτιολόγητη.

 

Εν όψει όλων των πιο πάνω ο πρώτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

 

Με το ίδιο ως άνω σκεπτικό απορρίπτεται και ο δεύτερος λόγος έφεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι η μη ρητή αναφορά στην εκκαλούμενη απόφαση στην εισήγηση του εφεσείοντα για εγγύηση, καταδεικνύει εσφαλμένη διεργασία συνεκτίμησης των αντικειμενικών και των υποκειμενικών παραγόντων σε σχέση με τον κίνδυνο φυγοδικίας και υποβάθμιση των προσωπικών περιστάσεων του εφεσείοντα.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι υφίσταται ορατή πιθανότητα καταδίκης του εφεσείοντα στηριζόμενο στο μαρτυρικό υλικό το οποίο δεν ήταν τέτοιας ποιότητας και βαρύτητας ώστε να δικαιολογεί το εξαιρετικό μέτρο της κράτησης.

 

Με τον τέταρτο λόγο έφεσης, τον οποίο η πλευρά του εφεσείοντα προκρίνει ως αποκαλυπτικό του σοβαρότερου σφάλματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου, προβάλλεται ότι το Δικαστήριο δεν προέβη σε αιτιολόγηση της κράτησης, ιδίως ενόψει της προσθήκης δύο κατηγορουμένων, αλλά μετάφερε προγενέστερη προδικαστική αποτίμηση. Ενώπιόν μας, αναπτύχθηκε η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο βασίστηκε καθ’ ολοκληρίαν στην προηγούμενη απόφαση του Εφετείου. Εξετάσαμε την απόφαση στο σύνολό της και καταλήγουμε ότι προκύπτει από αυτήν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο μαρτυρικό υλικό στον βαθμό που αφορά τον εφεσείοντα, το οποίο είναι και το ζητούμενο, χωρίς να αφήσει ασχολίαστες και τις θέσεις του συνηγόρου του σε σχέση με το περιεχόμενο αυτού. Εξετάσαμε τις θέσεις του εφεσείοντα σε σχέση με επικαλούμενες αδυναμίες του μαρτυρικού υλικού και θεωρούμε ότι δεν δεικνύουν σφάλμα στον τρόπο που προσέγγισε αυτές το πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε από τον εφεσείοντα στην έλλειψη μαρτυρίας γνώσης του εφεσείοντα ως προς το περιεχόμενο πακέτων τα οποία κατ’ ισχυρισμόν περιείχαν χημικές ουσίες που μπορούν να δημιουργήσουν εκρηκτικές ύλες και είναι συμβατά με την παρασκευή αυτοσχέδιων εκρηκτικών υλών. Εύστοχη θεωρούμε επί τούτου την αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο ότι σε υποθέσεις συνομωσίας είναι εξαιρετικά σπάνιο να εξασφαλιστεί άμεση μαρτυρία και ότι δεν απαιτείτο στο στάδιο αυτό να ικανοποιηθεί ότι υπήρχε σύνδεση η οποία να οδηγούσε σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ενοχή του εφεσείοντα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφερόμενο με λεπτομέρεια στην ενώπιόν του μαρτυρία που αφορά τον εφεσείοντα κατέληξε ότι στο παρόν στάδιο πληρείται το κριτήριο το οποίο θέτει η νομολογία. Ως προς το κριτήριο αναφορικά με κατηγορίες συνομωσίας, σημειώνουμε τα προσφάτως λεχθέντα από το Εφετείο στην MARK COLIN BARROW κ.α. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 115/2026, ημερομηνίας 21.5.2026.

 

«Ειδικότερα ως προς το ζήτημα της συνομωσίας, θεωρούμε χρήσιμο να υποδείξουμε πως προκύπτει από τη ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ (ανωτέρω), ότι στο στάδιο της εξέτασης της κράτησης, η πιθανολόγηση καταδίκης μπορεί να στηριχθεί σε μαρτυρία που τείνει να δείξει μια εικόνα συντονισμένης δράσης. Η διασύνδεση των στοιχείων της μαρτυρίας αποτελεί έργο του Κακουργιοδικείου το οποίο θα εκδικάσει την υπόθεση.»

 

Εν όψει όλων των πιο πάνω, αβάσιμους κρίνουμε τους τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης και τους απορρίπτουμε.

 

Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αξιολόγησε τον χρόνο κράτησης του εφεσείοντα κρίνοντας ότι το χρονικό διάστημα μέχρι τη δίκη δεν είναι υπερβολικό, χωρίς τη δέουσα στάθμιση του χρόνου κράτησης του εφεσείοντα δυνάμει προηγούμενης απόφασης και της πραγματικής προοπτικής καθυστέρησης ενόψει του ότι η δίκη εναντίον πέντε κατηγορουμένων για «σοβαρή υπόθεση τρομοκρατίας» όπως την αποκάλεσε δεν θα αρχίσει ούτε θα ολοκληρωθεί πλησίον της ορισθείσης ημερομηνίας.

 

Ως προς τον χρόνο κράτησης του εφεσείοντα ο οποίος έχει παρέλθει, το παράπονό του ουδόλως ευσταθεί εφόσον ρητώς το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε και προσμέτρησε το στοιχείο αυτό, καθοδηγούμενο από τη νομολογία.

 

Ως προς τον συνολικό χρόνο για τον οποίο αναμένεται ο εφεσείων να κρατείται, δεν έγινε καμία αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Δεν θεωρούμε ότι υπήρξε σφάλμα από πλευράς του εφόσον δεν βρισκόμαστε ενώπιον περίπτωσης συνέχισης κράτησης μακράς περιόδου. Εξάλλου η θέση ότι ο αναμενόμενος συνολικός χρόνος κράτησης μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης είναι πέραν του ευλόγως επιτρεπτού ώστε να δικαιολογείται η απόλυση με όρους, δεν μπορεί να προωθείται και να αποτιμηθεί κατά τρόπο γενικό αλλά σε συνάρτηση με σωρεία παραγόντων που συναρτώνται με την πορεία της δίκης (βλ. ΚΡΑΣΟΠΟΥΛΗΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2012) 2 Α.Α.Δ. 450).

 

Με κάθε σεβασμό, αν κάτι θα μπορούσε να λεχθεί, υπό μορφή σχολίου, χωρίς να προκαταβάλλει τη θεώρηση του αρμόδιου Δικαστηρίου, είναι ότι σύμφωνα με την ΚΡΑΣΟΠΟΥΛΗΣ, (ανωτέρω), τα όσα προβάλλει ο εφεσείων αντιστρατεύονται την ίδια τη θέση του εφόσον τα σημεία που εγείρει, ήτοι, ότι πρόκειται για πολύπλοκη υπόθεση τρομοκρατίας με πέντε κατηγορουμένους, αποτελούν παράγοντες οι οποίοι θεωρήθηκαν στη νομολογία ότι συνυπολογίζονται για να δικαιολογήσουν μια μακρόχρονη κράτηση.

 

Ούτε φυσικά είναι δόκιμο, κατά ένα τέτοιο στάδιο της διαδικασίας, να αναζητείται καθ’ αβέβαιον υπολογισμόν, εκτίμηση μελλοντικού συνολικού χρόνου διεκπεραίωσης της υπόθεσης.  

 

Εν όψει όλων των ανωτέρω, αβάσιμος κρίνεται και ο πέμπτος λόγος έφεσης και απορρίπτεται.

 

Η έφεση αποτυγχάνει στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο