ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: 248/2018)
24 Σεπτεμβρίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
1. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΤΣΟΣ
2. ΧΡΥΣΟΥΛΛΑ ΚΑΤΣΟΥ
3. ΕΥΔΟΚΙΑ ΚΑΤΣΟΥ
Εφεσείοντες
v.
GLOBAL CAPITAL LIMITED
Εφεσίβλητης
--------------------
Γ. Παπαθεοδώρου, για τους Εφεσείοντες
Π. Παγιάσης για Βελάρης και Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Οι Εφεσείοντες, πρωτοδίκως ενάγοντες 1, 2 και 3, προσβάλλουν την απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 29.6.18, με την οποία απέρριψε την αγωγή τους. Η βασική τους αξίωση αφορούσε απαίτηση για αποζημίωση ύψους USD 99.353,25 για την οικονομική απώλεια που υπέστη το χαρτοφυλάκιο τους στον λογαριασμό, τον οποίο διατηρούσαν με τους χρηματιστές Dean Witter Reynolds - Morgan Stanley (εφεξής “MS”), από τις ΗΠΑ.
Δικογραφικά, η θέση των Εφεσειόντων ήταν ότι στις 25.11.99, με την υπόδειξη ή και συμβολή ή και οδηγίες της Εφεσίβλητης, οι ίδιοι συνήψαν γραπτή συμφωνία με τους χρηματιστές MS, οι οποίοι χρηματιστές συνεργάζονταν ή και ήταν αντιπρόσωποι της Εφεσίβλητης, ότι στις 8.3.02 η αξία του χαρτοφυλακίου τους ήταν USD 115.353,25 και ότι η Εφεσίβλητη, κατά τους μήνες Ιούλιο και Οκτώβριο του 2002, εξ ιδίας πρωτοβουλίας και εν αγνοία των Εφεσειόντων, έδωσε οδηγίες στους χρηματιστές MS για τη ρευστοποίηση, με αποτέλεσμα από την πώληση των μετοχών τους να εισπραχθεί το ποσό των USD 16.000, οπότε από τη μείωση αυτή προέκυψε η διεκδικούμενη ζημιά των USD 99.353,25.
Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν, εκ μέρους των Εφεσειόντων ο Εφεσείων 1 και εκ μέρ0ους της Εφεσίβλητης ο διευθυντής της κ. Άλκης Λοϊζίδης (Μ.Υ.1) και ο πρώην υπεύθυνος επιχειρηματικής ανάπτυξης κ. Σταύρος Σταύρου (Μ.Υ.2). Η πρωτόδικη Δικαστής απέρριψε τη μαρτυρία του Εφεσείοντος 1 ενώ απεδέχθη αυτή των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 και κατέληξε σε ευρήματα ως εξής:
«Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στην Κύπρο η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την διαχείριση χαρτοφυλακίων πελατών στο ΧΑΚ. Για επενδυτές που επιθυμούσαν να επενδύσουν στο εξωτερικό οι Εναγόμενοι τους έφερναν σε επαφή με επενδυτικούς οίκους του εξωτερικού. Ένας εξ αυτών ήταν η MS.
Οι Ενάγοντες από το 1998 ήσαν πελάτες της Λαϊκής Τράπεζας στην οποία o Μ.Υ.2 εργάζετο ως Λειτουργός στο Τμήμα Private Banking. Μέσω αυτών είχαν ανοίξει λογαριασμό με την MS στον οποίο και είχαν μεταφέρει το χαρτοφυλάκιο τους (Τεκμήριο 18). Οικονομικός Σύμβουλος των Εναγόντων στην MS ήταν ο κ. Τζον Πρόξενος. Τον Σεπτέμβριο 1999 ο Μ.Υ.2 άλλαξε εργοδότη και μεταφέρθηκε στους Εναγόμενους στη θέση του lnternational Portfolio Manager. Οι Ενάγοντες επιθυμώντας να ακολουθήσουν τον Μ.Υ.2 έδωσαν οδηγίες στην MS όπως αποστέλλουν πλέον όλη την επικοινωνία στους Εναγόμενους (Τεκμήριο 4).
Tην 25.11.1999 οι Ενάγοντες και οι MS υπέγραψαν το Τεκμήριο 2, συγκεκριμένη αναφορά στις πρόνοιες του οποίου θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα. Οι Εναγόμενοι έκτοτε λάμβαναν από την MS ποσοστό 30% από τις προμήθειες που εισέπραττε η MS ένεκα του ότι ήσαν οι «lntroducing Agents». Την 31.12.1999 οι Ενάγοντες μετέφεραν στον λογαριασμό τους στην MS το ποσό των $30.952,97 και την 25.1.2000 το ποσό των $250.000. Επιπλέον υπέβαλαν αίτηση στην MS για δάνειο ύψους $100.000 το οποίο χορηγήθηκε προς εξασφάλιση του οποίου ενεχυρίασαν τις μετοχές που θα αγοράζονταν μέσω του προαναφερόμενου λογαριασμού. Τον Ιούλιο 2000 το δάνειο αυτό παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο $100.357,86.
Η MS απέστελνε καταστάσεις λογαριασμού μηνιαίως στους Ενάγοντες και διπλότυπο αυτών στα γραφεία των Εναγομένων και επιπλέον οι Ενάγοντες είχαν πρόσβαση ηλεκτρονική στον λογαριασμό μέσω της οποίας μπορούσαν να παρακολουθούν την κίνηση του (Τεκμήρια 19 και 20).
Την 8.3.2002 η αξία του χαρτοφυλακίου των Εναγόντων ήταν $115.353,25. Τον ίδιο μήνα έλαβε χώρα συνάντηση με τον Μ.Υ.2 στην οποία τηλεφώνησαν στον κ. Πρόξενο. Στην παρουσία του Ενάγοντα ο κ. Πρόξενος συμβούλεψε τον Ενάγοντα να ρευστοποιήσει τις μετοχές του λόγω της κατάστασης της αγοράς και να κλείσει το περιθώριο του λογαριασμού του, πράγμα με το οποίο o Ενάγοντας διαφώνησε. Ο Μ.Υ.2 σταμάτησε να εργάζεται στους Εναγόμενους τον Ιούλιο 2002. Τον Ιούλιο 2002 και τον Οκτώβριο 2002 λόγω του ότι η αξία του χαρτοφυλακίου είχε πέσει κάτω από ένα επίπεδο έλαβαν χώρα margin calls και οι μετοχές των Εναγόντων ρευστοποιήθηκαν. Tο χαρτοφυλάκιο είχε πλέον σε μετρητά ποσό $16.724,38. Οι Ενάγοντες δεν προχώρησαν να ξαναγοράσουν τις μετοχές που είχαν πωληθεί παρά το ότι ο δείκτης Dow Jones συνέχισε να έχει καθοδική πορεία.
Την 15.4.2003 ο Ενάγοντας ενημέρωσε τον κ. Πρόξενο ότι είχε παύσει τους Εναγόμενους και τον Μ.Υ.2 από συμβούλους του».
Λόγος Έφεσης 1 - Εντολές Πώλησης
Με τον πρώτο λόγο έφεσης οι Εφεσείοντες προβάλλουν πως η πρωτόδικη κρίση ότι οι μετοχές ρευστοποιήθηκαν «παρά τη διαφωνία» του Εφεσείοντος 1 αλλά χωρίς να εξαχθεί εύρημα ότι αυτές ρευστοποιήθηκαν με εντολές της Εφεσίβλητης, είναι εσφαλμένη και αντίθετη με τη δοθείσα μαρτυρία.
Προς υποστήριξη του λόγου έφεσης οι Εφεσείοντες παραπέμπουν σε συγκεκριμένο σημείο της απόφασης (σ.13). Με κάθε σεβασμό δεν συμφωνούμε ότι η πρωτόδικη Δικαστής κατέληξε σε τέτοιο εύρημα, όπως το διατυπώνουν οι Εφεσείοντες. Αυτό στο οποίο κατέληξε ήταν πως εντός Μαρτίου του 2002 υπήρξε συνάντηση του Εφεσείοντος 1 με τον Μ.Υ.2, κατά την οποία τηλεφώνησαν στον κ. Πρόξενο, τον σύμβουλο των Εφεσειόντων στην MS και ότι αυτός συμβούλευσε τον Εφεσείοντα 1 να ρευστοποιήσει τις μετοχές, πράγμα με το οποίο ο Εφεσείων 1 διαφώνησε (κατά την εν λόγω συνομιλία).
Κατά τη δική μας κρίση η ως άνω πρωτόδικη διαπίστωση δεν οδηγούσε απαρεγκλίτως ή κατά λογική προέκταση σε συμπέρασμα ότι οι ρευστοποιήσεις, οι οποίες όντως έγιναν τον Ιούλιο και Οκτώβριο του 2002, δηλαδή τέσσερεις και επτά μήνες αργότερα, έγιναν με εντολές της Εφεσίβλητης. Για την κατάληξη σε ένα τέτοιο συμπέρασμα θα απαιτείτο άλλη στέρεη, άμεση ή περιστατική μαρτυρία. Χωρίς τέτοια μαρτυρία, ορθώς δεν εξήχθη το συμπέρασμα το οποίο εισηγούνται οι Εφεσείοντες. Για την κατάληξη σε ένα συμπέρασμα επί γεγονότων απαιτείται να υπάρχει σχέση αιτίας και αποτελέσματος (βλ. «Η Απόδειξη», Γ. Π. Κακογιάννη, 1983, σ.21). Στην παρούσα περίπτωση, η διαπίστωση ότι ο Εφεσείων 1 διαφώνησε τον Μάρτιο του 2022, με την προταθείσα τότε πώληση, δεν οδηγούσε σε συμπέρασμα ότι ήταν η Εφεσίβλητη αυτή που έδωσε οδηγίες για πώληση. Αντιθέτως, όπως θα διαφανεί, υπήρχε άλλη μαρτυρία, την οποία προσκόμισαν οι ίδιοι και η οποία οδηγούσε σε άλλο συμπέρασμα.
Ο πρώτος λόγος υπόκειται σε απόρριψη.
Λόγος Έφεσης 2 - Καταστάσεις Λογαριασμού
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται πως τα ευρήματα αφενός, ότι η MS απέστελλε καταστάσεις λογαριασμού μηνιαίως στους Εφεσείοντες και διπλότυπα αυτών στα γραφεία της Εφεσίβλητης και αφετέρου, ότι οι Εφεσείοντες είχαν πρόσβαση ηλεκτρονικώς στον λογαριασμό τους στην MS, οπότε και μπορούσαν να παρακολουθούν την κίνηση του, είναι λανθασμένα και αντίθετα με τη μαρτυρία τόσο του Εφεσείοντος 1 όσο και αυτής του Μ.Υ.1.
Οι Εφεσείοντες αναφέρονται σε τμήμα του αποσπάσματος το οποίο ήδη έχουμε παραθέσει και στο οποίο η πρωτόδικη Δικαστής όντως ανέφερε ότι: «Η MS απέστελνε καταστάσεις λογαριασμού μηνιαίως στους Ενάγοντες και διπλότυπο αυτών στα γραφεία των Εναγομένων και επιπλέον οι Ενάγοντες είχαν πρόσβαση ηλεκτρονική στον λογαριασμό μέσω της οποίας μπορούσαν να παρακολουθούν την κίνηση του (Τεκμήρια 19 και 20)».
Πρέπει να παρατηρήσουμε πως από άλλο σημείο της απόφασης (σ.8), συνάγεται ότι το πρώτο συμπέρασμα είχε στηριχθεί στην αντίληψη πως «το Τεκμήριο 2 προβλέπει ότι στον Μ.Υ.2 θα αποστέλλετο το διπλότυπο και όχι το πρωτότυπο, πράγμα που δείχνει ότι αποστέλλετο κατάσταση και στους Ενάγοντες». Η πραγματικότητα είναι πως υπήρξε μια επουσιώδης παρανόηση στο θέμα αυτό. Στο Τεκμήριο 2, υπήρχε όντως και η συγκεκριμένη επιλογή αλλά δεν την είχαν σημειώσει οι Εφεσείοντες (“Clients must initial each appropriate box”). Είχαν όμως αυθημερόν οι Εφεσείοντες υπογράψει ξεχωριστή εξουσιοδότηση προς τους χρηματιστές, το Τεκμήριο 30, η οποία είχε ταυτόσημο περιεχόμενο με την ως άνω επιλογή (“Please accept this as your authority to send duplicate … statements…”). Συνεπώς η πρωτόδικη διαπίστωση κατ’ ουσίαν ήταν ορθή, αφού είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.
Διευκρινίζουμε πως η ως άνω παρανόηση σε καμμιά περίπτωση δεν αναιρούσε την ουσιώδη πρωτόδικη διαπίστωση ότι οι Εφεσείοντες λάμβαναν τις καταστάσεις λογαριασμού. Αυτό προέκυπτε από παραδοχή του Εφεσείοντος 1 ότι έπαιρνε καταστάσεις και έβλεπε ότι ο δείκτης Dow Jones κατρακυλούσε («Αφού έπαιρνα τα statements και έβλεπα ότι πήγαινε κάτω αλλά δεν ήμουν εγώ που θα ενεργούσα …»). Μια τέτοια δήλωση ήταν εναντίον του συμφέροντος και ασφαλώς είχε τη σημασία της, ασχέτως της γενικότερης κρίσης για τη μη αποδοχή της μαρτυρίας του Εφεσείοντος 1.
Οι Εφεσείοντες προβάλλουν, ως επιχείρημα περί του αντιθέτου, κάποια μεταγενέστερη αναφορά του Μ.Υ.1. Είναι γεγονός πως σε επιστολή του ημερομηνίας 17.4.03, Τεκμήριο 9, ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι βρήκε τις καταστάσεις στον φάκελο τους (“It is to my great astonishment that I discovered belatedly that these statements have not been forwarded to you as they should have been by Stavros Stavrou …”). Ούτε όμως αυτή η αναφορά είχε τη δυναμική να αναιρέσει την παραδοχή του Εφεσείοντος 1 ότι έπαιρνε καταστάσεις και κυρίως να αναιρέσει το ουσιώδες ότι ήταν ενήμερος για την πτωτική πορεία του χαρτοφυλακίου των Εφεσειόντων.
Ως προς το δεύτερο συμπέρασμα, ήτοι το ότι οι Εφεσείοντες είχαν ηλεκτρονική πρόσβαση στον λογαριασμό τους, δεν χρειάζεται επίσης να λεχθούν πολλά. Πράγματι, αυτό προέκυπτε από τα Τεκμήρια 19 και 20. Πρόκειται για επιστολές δύο ανώτατων αξιωματούχων της MS ημερομηνίας 3.2.00 και 22.3.00, με τις οποίες απέστειλαν στους Εφεσείοντες τους κωδικούς ξεχωριστά (User Name και Password), οι οποίοι παρείχαν πρόσβαση στη σχετική υπηρεσία της MS και μέσω αυτής στον λογαριασμό των Εφεσειόντων (“Internet based service offering account access”).
Ο δεύτερος λόγος έφεσης υπόκειται σε απόρριψη.
Λόγος Έφεσης 3 - Ερμηνεία Τεκμηρίου 2
Με τον τρίτο λόγο έφεσης υποστηρίζεται ότι είναι εσφαλμένη η πρωτόδικη κρίση αφενός, ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί συμφωνία μεταξύ των Εφεσειόντων και της MS και αφετέρου, ότι με αυτό το έγγραφο εξουσιοδοτήθηκε προσωπικά ο Μ.Υ.2 να ενεργεί ως αντιπρόσωπος των Εφεσειόντων στις σχέσεις τους με την MS και όχι η Εφεσίβλητη. Στην αιτιολογία οι Εφεσείοντες προβάλλουν δύο επιχειρήματα, τα οποία κρίνουμε πως, για διευκόλυνση της κατανόησης, είναι προτιμότερο να παραθέσουμε αυτούσια. Έχουν ως εξής:
“1. Η μόνη δυνατή ερμηνεία του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 2 "TRADING AUTHORIZAΤION" είναι ότι οι Ενάγοντες είχαν διορίσει τους Εναγόμενους όπως ενεργούν ως Agent τους και τους εξουσιοδότησαν όπως προβαίνουν σε αγοραπωλησίες μετοχών και ενεργούν γενικά για αυτούς και όπως αποστέλλουν τις καταστάσεις λογαριασμού στους Εναγόμενους φροντίδι (C/O) STAYROS STAVROU (Μ.Υ.2) και duplicate copy στους Ενάγοντες.
2. Οι Εναγόμενοι μέσω του εργοδοτουμένου τους Μ.Υ.2 ο οποίος ήταν ο lnternational Portofolio Manager των Εναγομένων (Τεκμήριο 3) ανέλαβαν και συμφώνησαν με τους Ενάγοντες όπως διαχειρίζονται το επίδικο χαρτοφυλάκιο με τους "MS" πάντα με την σύμφωνη γνώμη και την έγκριση των Εναγόντων (παράγραφος 2 σελίδα 5 της απόφασης)».
Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με τις πιο πάνω εισηγήσεις. Σε σχέση με το πρώτο επιχείρημα, αφήνουμε κατά μέρος την ακατανόητη θέση ότι «οι Εναγόμενοι» θα προέβαιναν σε αγοραπωλησίες και θα απέστελλαν τις καταστάσεις λογαριασμού «στους Εναγόμενους». Το ουσιώδες είναι πως η βασική θέση ότι οι Εφεσείοντες είχαν διορίσει την Εφεσίβλητη ως αντιπρόσωπο τους (και όχι τον Μ.Υ.2), δεν συνάδει με το ίδιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, ως συνάγεται από απλή γραμματική ερμηνεία του εγγράφου αυτού και δη τη συνήθη σημασία των λέξεων και όρων, προς διακρίβωση της πρόθεσης των μερών, μέσα από τη συνολική ερμηνεία του εγγράφου και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά (βλ. Τσιακλίδη ν. Φωτιάδη, Πολ. Έφ. 388/12, ημερ. 18.7.19, ECLI:CY:AD:2019:A324). Είναι αρκετό προς τούτο να παραθέσουμε τα εισαγωγικά μέρη των δύο πρώτων παραγράφων του, που έχουν ως εξής:
«I, or if this is a joint account, we (having signed below as “Client”) hereby authorize STAVROS E. STAVROU OF GLOBAL CAPITAL LTD (my “Agent”, whose signature also appears below) as my agent and attorney in fact to buy, sell (including short sales) and trade in financial instruments including but not limited to:
[…]
You are authorized to follow the instructions of STAVROS E. STAVROU OF GLOBAL CAPITAL LTD (Agent) concerning my account in every respect and I authorize Agent to act for me and on my behalf in the same manner and with the same force and effect as I might or could do».
(έμφαση δοθείσα)
Προσθέτουμε πως το πιο πάνω έγγραφο φέρεται εκτυπωμένο σε επιστολόχαρτο της MS, φέρει τον τίτλο «Trading Authorization» (Εξουσιοδότηση Διαπραγμάτευσης) και υπογράφεται από τους εξουσιοδοτούντες Εφεσείοντες, καθώς και από τον εξουσιοδοτηθέντα αντιπρόσωπο Μ.Υ.2 (Authorized Agent). Πουθενά δεν υπάρχει αποδοχή ή υπογραφή ή σφραγίδα της ίδιας της Εφεσίβλητης.
Υπήρχε όμως και άλλη μαρτυρία, η οποία επιβεβαίωνε τα πιο πάνω. Πρόκειται για επιστολή των Εφεσειόντων την οποίαν παρουσίασαν ως επισυνημμένη στο Τεκμήριο 4, το οποίο φέρει ημερομηνία 15.12.99. Η πρωτόδικη Δικαστής ανέλυσε ορθώς το νόημα της επιστολής αυτής και πράττοντας το, απάντησε επαρκέστατα και στο δεύτερο προαναφερθέν επιχείρημα των Εφεσειόντων ως εξής:
«Θέση των Εναγόντων είναι ότι αφού αναφέρεται «Stavros E. Stavrou of Global Capital Ltd» αυτό θα πρέπει να ερμηνευθεί ότι σημαίνει ότι οι Ενάγοντες διόρισαν τους Εναγόμενους και όχι του ίδιο του Μ.Υ.2. Μελετώντας όμως και το Τεκμήριο 4 το συμπέρασμα που εξάγεται είναι άλλο. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 4 που απέστειλαν οι Ενάγοντες στην MS αναφέρονται τα εξής:
«As you already know, Stavros Stavrou has left the Popular Bank of Cyprus and is now working with Global Capital Ltd.
Ιt is my/our intention to maintain our relationship with Stavros and keep him ας our Investment Advisor and Agent.
Please make αΙΙ necessary changes so that αΙΙ information/ communications go to him at Global Capital and no longer at the Cyprus Popular Bank».
Προκύπτει ξεκάθαρα ότι εκείνον που οι Ενάγοντες επιθυμούσαν να διατηρήσουν ως σύμβουλο είναι τον Μ.Υ.2.
Ακόμη, όμως, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι με το Τεκμήριο 2 οι Ενάγοντες διόρισαν τους Εναγόμενους ως αντιπροσώπους τους, πουθενά δεν προκύπτει από το λεκτικό του Τεκμηρίου 2 συμβατική υποχρέωση των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες να διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιο των Εναγόντων στην MS. Έπεται πως η θέση των Εναγόντων περί παράβασης σύμβασης δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας».
(έμφαση δοθείσα)
Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε στα πιο πάνω λεχθέντα πρωτοδίκως. Ήταν σαφές ότι οι Εφεσείοντες είχαν ήδη σχέση με τους χρηματιστές στις ΗΠΑ και ότι όταν παραιτήθηκε ο Μ.Υ.2 από τη Λαϊκή Τράπεζα, τον ακολούθησαν, διορίζοντας τον προσωπικά ως αντιπρόσωπο τους στην υφιστάμενη παλαιόθεν σχέση τους με τους χρηματιστές.
Ο τρίτος λόγος υπόκειται σε απόρριψη.
Λόγος Έφεσης 4 - Οικονομικός Σύμβουλος
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης οι Εφεσείοντες προβάλλουν ως εσφαλμένο αφενός, το συμπέρασμα ότι ο οικονομικός σύμβουλος τους ήταν ο Τζον Πρόξενος της MS και όχι η Εφεσίβλητη και αφετέρου, το συμπέρασμα ότι οι μοναδικοί υπεύθυνοι για την πώληση των επίδικων μετοχών είναι οι Εφεσείοντες και όχι η Εφεσίβλητη. Όπως προκύπτει από την αιτιολογία, το επιχείρημα των Εφεσειόντων είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 11 και 13 με τα οποία οι MS, κατά την εισήγηση των Εφεσειόντων, επαναβεβαιώνουν «ότι οι μετοχές των Εναγόντων ποτέ δεν ήσαν υπό την διακριτική ευχέρεια των MS και ότι όλες οι πράξεις εγκρίνοντο από τον agent τους που ήταν οι Εναγόμενοι».
Με κάθε σεβασμό, δεν ισχύει καμμιά από τις πιο πάνω αιτιάσεις των Εφεσειόντων. Ούτε η πρωτόδικη Δικαστής αγνόησε τα πιο πάνω έγγραφα αλλά ούτε και το νόημα των εγγράφων ήταν αυτό το οποίο εισηγούνται οι Εφεσείοντες.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο όντως προέβη σε εύρημα ότι από τα ενώπιον του έγγραφα ο οικονομικός σύμβουλος των Εφεσειόντων, εν σχέσει με το χαρτοφυλάκιο το οποίο διατηρούσαν στην MS ήταν ο Τζον Πρόξενος. Η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή και επιβεβαιώνετο πράγματι από το ότι σε όλες τις καταστάσεις λογαριασμού που είχαν κατατεθεί, επί παραδείγματι στο Τεκμήριο 10, ημερ. 8.3.02, το ως άνω πρόσωπο καταγραφόταν ως ο οικονομικός σύμβουλος τους (“Your Financial Advisor: John Proxenos”).
Ο Τζον Πρόξενος στην επιστολή του ημερ. 2.4.03, Τεκμήριο 11, απλώς υποστηρίζει ότι όλες οι συναλλαγές είχαν εγκριθεί από τον αντιπρόσωπο των Εφεσειόντων, χωρίς αναφορά σε όνομα (“All transactions have always been approved by your agent”). Στην επόμενη επιστολή του όμως ημερ. 16.5.03, υποδεικνύει πλέον ονομαστικά τον προαναφερθέντα αντιπρόσωπο των Εφεσειόντων, ως το πρόσωπο το οποίο έδωσε τις οδηγίες. Αναφέρει συγκεκριμένα τα εξής στο Τεκμήριο 13:
“Your joint account with your wife and daughter, was never a discretionary account. As such, all investment decisions were approved or initiated by your assigned agent Stavros Stavrou, originally from The Cyprus Popular Bank and thereafter, with Global Capital.
The declining market, which was dramatic, in conjunction with margin had caused margin calls to be generated. The first call was in July of 2002. At that time, a decision was made by Stavrou to sell some of the positions in order to cover the call. Thereafter, in October of 2002 another margin call was generated. At that time, and per the instructions from Stavros fearing even further correction, all positions were sold”.
Είναι προφανές από τα πιο πάνω πως το περιεχόμενο των εν λόγω δύο επιστολών δεν υποστηρίζει τις εισηγήσεις των Εφεσειόντων. Το αντίθετο μάλιστα. Η εξειδικευμένη δικαστική αναφορά σε αυτές, απλώς θα παρείχε περαιτέρω τεκμηρίωση στην πρωτόδικη κατάληξη.
Ο τέταρτος λόγος έφεσης υπόκειται σε απόρριψη.
Λόγος Έφεσης 5 - Αξία Μετοχών - Αποζημιώσεις
Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται πως είναι αυθαίρετο το συμπέρασμα αφενός ότι οι μετοχές των Εφεσειόντων, όταν πωλήθηκαν, είχαν αξία ίση με αυτή που έλαβαν οι ίδιοι σε μετρητά και αφετέρου ότι οι επιλογή τους να μην τις αγοράσουν ξανά μετά που έμαθαν για την πώληση τους και ενώ η τιμή τους δεν ήταν ψηλότερη από αυτή στην οποίαν πωλήθηκαν, ήταν του Εφεσείοντος 1 και άρα εάν η αξία αυτών έχει σήμερα ανεβεί, δεν είναι παράγων που μπορούσε να αποδοθεί στην Εφεσίβλητη.
Πρόκειται για την τελευταία παράγραφο της πρωτόδικης απόφασης και ένα εν παρόδω σχόλιο (obiter dictum) αφού ήδη το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εξετάσει όλα τα επίδικα ζητήματα και αποφασίσει την τύχη της, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την εισαγωγική πρόταση της παραγράφου («Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου η οποία σφραγίζει και την τύχη της αγωγής θα πρέπει να σημειωθεί …»). Είναι γνωστή η αρχή ότι λεχθέντα εκ του περισσού ή εν παρόδω ή παρατηρήσεις, οι οποίες δεν αποτελούν τον λόγο (ratio) της απόφασης, δεν συνιστούν μέρος του σκεπτικού της απόφασης και δεν εφεσιβάλλονται (βλ. Paphos Stone Estates Ltd κ.ά. ν. Χριστοδουλίδη κ.ά. (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2110, Χαραλάμπους ν. K. & T. Andreou Ltd (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 1296, Advent Capital Plc. v. GN Ellinas Imports - Exports Ltd κ.ά. (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 338).
Εν πάση περιπτώσει και εν είδει δικού μας εν παρόδω σχολίου, θα πρέπει να τονίσουμε, κατ’ αναλογίαν προς την υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.ά. ν. Ζαρβού (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 1261, πως δεν εξυπακούετο, χωρίς απόδειξη του ύψους της ζημιάς, ότι αυτή ισούτο με τη «χρηματική απώλεια που σημείωσε το χαρτοφυλάκιο τους», ως ισχυρίστηκαν στην έκθεση απαίτησης τους. Μια τέτοια απώλεια οφείλετο στην πτωτική πορεία που είχε το χρηματιστήριο από τις 8.3.02 μέχρι τον Ιούλιο και Οκτώβριο του 2002 και όχι με την όποια αθέτηση σύμβασης υπό της Εφεσίβλητης (εάν γινόταν δεκτό ότι υπεγράφη τέτοια σύμβαση). Συνεπώς, ούτως ή άλλως, θα έπρεπε να υπήρχε μαρτυρία η οποία θα συνέδεε τις αξίες των μετοχών κατά τις δύο ημερομηνίες αθέτησης τέτοιας σύμβασης (Ιούλιο και Οκτώβριο) με την όποια οικονομική απώλεια των Εφεσειόντων. Όμως, όπως και οι ίδιοι υποστηρίζουν, στην αιτιολογία, το πρωτόδικο Δικαστήριο «δεν είχε ενώπιό του καμιά μαρτυρία αναφορικά με το ποια ήταν η αξία των μετοχών των Εναγόντων, ποιες συγκεκριμένες ημερομηνίες αυτές είχαν πουληθεί με εντολές των Εναγομένων τον Ιούλιο και τον Οκτώβριο του 2002».
Ο πέμπτος λόγος έφεσης υπόκειται σε απόρριψη.
Λόγος Έφεσης 6 - Συμβατική Σχέση
Με τον έκτο λόγο έφεσης υποστηρίζεται πως είναι εσφαλμένη η κατάληξη ότι οι Εφεσείοντες δεν απέδειξαν συμβατική σχέση με το ανάλογο καθήκον επιμέλειας, καθώς και παράβαση σύμβασης ή καθήκοντος επιμέλειας λόγω πώλησης των μετοχών ή ζημιά στο χαρτοφυλάκιο τους.
Στην αιτιολογία οι Εφεσείοντες προβάλλουν πως αναφορικά «με το θέμα της ύπαρξης ή όχι συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι οι οποίοι εκτίθενται στον λόγο έφεσης 3 και τη σχετική αιτιολογία». Θεωρούμε συνεπώς ότι δεν χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε πέραν των όσων αναφέραμε ήδη κατά την εξέταση του λόγου έφεσης 3.
Ούτε σε σχέση με το ύψος της ζημιάς χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε. Συνιστούσε κοινό υπόβαθρο ότι το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης είχε καθοδική πορεία και ότι πράγματι η αξία των μετοχών είχε μειωθεί. Ήταν σαφές ότι οι Εφεσείοντες διεκδικούσαν ακριβώς τη μείωση της αξίας των μετοχών τους, ως αποζημίωση. Όπως το έθεσαν στην έκθεση απαίτησης τους (§23) αξίωναν το ποσόν των USD 99.353,25 ως τη χρηματική απώλεια που σημείωσε το χαρτοφυλάκιο τους στον λογαριασμό που τηρούσαν με τους χρηματιστές μέσω των Εναγομένων. Δεν αρνήθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι υπήρξε απώλεια στο χαρτοφυλάκιο τους. Απέρριψε την αγωγή επειδή δεν εντόπισε συμβατική υποχρέωση της Εφεσίβλητης προς διαχείριση του χαρτοφυλακίου τους, οπότε δεν κρίθηκε απαραίτητο να προχωρήσει στην περαιτέρω εξέταση του ζητήματος αυτού. Δεν εντοπίζουμε οποιονδήποτε λόγο επέμβασης μας στην πρωτόδικη κατάληξη.
Ο έκτος λόγος έφεσης υπόκειται σε απόρριψη.
Κατάληξη
Στη βάση των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €3.900 συν Φ.Π.Α. υπέρ της Εφεσίβλητης και εις βάρος των Εφεσειόντων 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο