ROCK FM LTD v. C.N.R. CYPRUS NEIGHBOURING RIGHTS MANAGEMENT LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 263/2020, 14/9/2026
print
Τίτλος:
ROCK FM LTD v. C.N.R. CYPRUS NEIGHBOURING RIGHTS MANAGEMENT LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 263/2020, 14/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 263/2020)

 

14 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ROCK FM LTD

Εφεσείοντες,

v.

 

C.N.R. CYPRUS NEIGHBOURING RIGHTS MANAGEMENT LTD,

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

Σ. Δίγκα (κα) για Ν. Παπαθεοχάρους & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες.

Ι. Μακρή (κα) για Λ. Πρωτοπαπά & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:  Αποτελεί  κοινό έδαφος ότι οι εφεσείοντες, κατά τον χρόνο εκδίκασης της πρωτόδικης διαδικασίας, ήταν εταιρεία ιδιοκτήτρια και/ή διαχειρίστρια του ραδιοφωνικού σταθμού Rock FM.  Ενώπιον πρωτόδικου Δικαστηρίου αξίωσαν, εναντίον των εφεσίβλητων, την επιστροφή του ποσού των €1.050,00 το οποίο κατέβαλαν στους τελευταίους δυνάμει συμφωνίας, την οποία σύναψαν με αυτούς,  ημερομηνίας 17.10.2017.  Η δικογραφημένη εκδοχή των εφεσειόντων είναι πως οι εφεσίβλητοι κατήλθαν στην εν λόγω συμφωνία κατόπιν ψευδών και/ή δόλιων παραστάσεων εκ μέρους των εφεσίβλητων, ως εκ τούτου, στην πορεία, τερμάτισαν τη συμφωνία.  Ζήτησαν, πρωτοδίκως (α) δήλωση Δικαστηρίου ότι η εν λόγω συμφωνία ακυρώθηκε και/ή τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας των εφεσίβλητων, (β) επιστροφή του ποσού των €1.050,00 που κατέβαλαν δυνάμει της συμφωνίας και (γ) γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις.  Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, επί της έκθεσης απαίτησης, οι εφεσίβλητοι απέσπασαν από τους εφεσείοντες το ποσό των €1.050,00 παρουσιαζόμενοι ως Ανεξάρτητη Οντότητα Διαχείρισης – στο εξής ΑΟΔ – που μπορούσαν να χορηγήσουν άδειες για χρήση, μετάδοση και αναμετάδοση μουσικών έργων με ασύρματο και/ή ενσύρματο τρόπο έναντι αντιτίμου. Περαιτέρω, ως οι εφεσείοντες ισχυρίστηκαν, οι εφεσίβλητοι, παριστάνοντας ψευδώς ότι κατείχαν αυτή την ιδιότητα, πέτυχαν την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 17.10.2017 και απέσπασαν από αυτούς το ποσό των €1.050,00.  Εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, οι εφεσείοντες, με επιστολή τους, ημερομηνίας 28.03.2018, η οποία επιδόθηκε στους εφεσίβλητους στις 18.04.2018, κατήγγειλαν τη συμφωνία ως άκυρη και/ή παράνομη. Αντίθετα, η δικογραφημένη εκδοχή των εφεσίβλητων είναι πως αυτοί ήταν εταιρεία που νόμιμα λειτουργούσε ως ΑΟΔ και αφού εισέπραξαν το ποσό των €1.050,00 χορήγησαν στους εφεσείοντες άδεια για ραδιοφωνική αναμετάδοση μουσικών έργων.

 

Το εκδικάσαν την υπόθεση, πρωτόδικο, Δικαστήριο, με τη διαδικασία που προνοούνταν στη Δ.30 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αφού πρώτα αναφέρθηκε σε πρόνοιες του Ν. 65(Ι)/2017 (ο περί της Συλλογικής Διαχείρισης Δικαιωμάτων Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων καθώς και για τη Χορήγηση Πολυεδαφικών Αδειών για Επιγραμμικές Χρήσεις Μουσικών Έργων Νόμος του 2017), έκρινε ότι οι εφεσίβλητοι νόμιμα και σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας λειτούργησαν ως ΑΟΔ και πως με την ιδιότητα τους αυτή σύναψαν με τους εφεσείοντες την επίδικη συμφωνία, παραχωρώντας στους τελευταίους άδεια χρήσης, μετάδοσης, και αναμετάδοσης μουσικών έργων, μέσω ραδιοφώνου, εισπράττοντας νόμιμα το ποσό των €1.050,00, περιλαμβανομένου Φ.Π.Α..  Κατ’ επέκταση, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή των εφεσειόντων.  Σημειωτέον, ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε αντεξέταση επί του περιεχομένου της γραπτής δήλωσης οποιουδήποτε των μαρτύρων, ως εκ τούτου, η ακροαματική διαδικασία διεξάχθηκε στη βάση των γραπτών δηλώσεων και των, επισυνημμένων σε αυτές, τεκμηρίων.

 

Με τρεις (3) λόγους έφεσης οι εφεσείοντες διεκδικούν την ανατροπή και παραμερισμό της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης.  Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο έφεσης, ισχυρίζονται ότι «Το Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα και/ή λανθασμένα ερμήνευσε και/ή προέβη σε λανθασμένη ερμηνεία και/ή προέβη σε εξαγωγή λανθασμένων συμπερασμάτων σχετικά με τη νομική υπόσταση της εναγόμενης εφεσίβλητης εταιρίας και την ικανότητά της να χορηγεί νόμιμες άδειες για την μετάδοση μουσικών έργων», με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ότι «Το Δικαστήριο εσφαλμένα παραγνώρισε, το γεγονός ότι μπορεί η εφεσίβλητη να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένη στη Κύπρο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και νόμιμα εγγεγραμμένη Ανεξάρτητη Οντότητα Διαχείρισης και αν ήθελε θεωρηθεί ότι είναι Ανεξάρτητη Οντότητα Διαχείρισης, δεν έχει την ικανότητα να εκδίδει νόμιμες άδειες για χρήση μετάδοση και αναμετάδοση μουσικών έργων, ούτε και να εισπράττει χρηματικό αντάλλαγμα για τον σκοπό αυτό.», και, με τον τρίτο λόγο έφεσης, ότι «Το Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή πεπλανημένα και/ή λανθασμένα και σε αντίθεση με τα πραγματικά γεγονότα που είχε ενώπιον του δεν έλαβε υπόψη πως η ψευδής παράσταση από την εφεσίβλητη ότι αποτελεί Ανεξάρτητη Οντότητα Διαχείρισης και ότι χορηγεί νόμιμες άδειες οδήγησε την εφεσείουσα στην σύναψη της επίδικης άκυρης σύμβασης.»

 

Φρονούμε ότι και οι τρεις λόγοι έφεσης είναι μεταξύ τους συνυφασμένοι με την τελική κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατ’ επέκταση, και με το αποτέλεσμα της έφεσης, ως εκ τούτου θα συνεξετασθούν.

 

Εισερχόμενοι στην εξέταση των λόγων έφεσης θεωρούμε χρήσιμο να αναφερθούμε, κατ’ αρχάς, στο ουσιαστικότερο μέρος της μαρτυρίας που προσκόμισαν οι εφεσείοντες, προερχόμενης από τον διευθυντή τους, Φ. Σοφοκλέους, μέρος της οποίας έχει ως ακολούθως:

 

«10.  Η ενάγουσα παραπλανήθηκε από την εναγομένη, η οποία ψευδώς παρέστησε ότι μπορεί να χορηγεί άδειες για μετάδοση και/ή αναμετάδοση μουσικών έργων και δολίως απέκρυψε από την ενάγουσα, ότι η σύσταση της ως Ανεξάρτητη Οντότητα Διαχείρισης Συγγενικών Δικαιωμάτων δεν ήταν νόμιμη, εφόσον δεν είχε εγγραφεί στα μητρώα της Αρχής Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών δικαιωμάτων, με σκοπό την απόσπαση παράνομου περιουσιακού οφέλους, εναντίον της ενάγουσας.  Επιπλέον, όταν ζητήθηκε από την εναγομένη να προσκομίσει τα νομιμοποιητικά έγγραφα της εταιρίας της, δεν παρουσίασε κανένα πιστοποιητικό άδειας από την Αρχή Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών δικαιωμάτων.  Αντί της άδειας μας απέστειλαν την από 01/09/2017 αίτηση εγγραφής τους ως Ανεξάρτητη Οντότητα Διαχείρισης Συγγενικών Δικαιωμάτων στα μητρώα της Αρχής Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών δικαιωμάτων, η οποία υποβολή της αίτησης δεν τους νομιμοποιεί ώστε να χορηγούν νόμιμες άδειες, ούτε να εισπράττουν αντίτιμο για τον σκοπό αυτό.»

 

(Η υπογράμμιση έγινε από το Εφετείο)

 

Περιπλέον, στη γραπτή μαρτυρία του Φ. Σοφοκλέους αναφέρεται πως υπήρξε αλληλογραφία των δικηγόρων των εφεσειόντων με άλλη εταιρεία διαχείρισης Πνευματικών και Συγγενικών Δικαιωμάτων από την οποία ζήτησαν να τους αποστείλει την εγγραφή της στο Μητρώο της Αρχής Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων, οπότε, προέκυψε πως η εν λόγω εταιρεία, μέσω των δικηγόρων της, αποδέχεται ότι δεν μπορούσε να αποστείλει Πιστοποιητικό Εγγραφής, λόγω του ότι αναμενόταν η σύσταση της Αρμόδιας Αρχής και/ή η ψήφιση Κανονισμών για τη λειτουργία της.  Αναφέρεται επιπλέον πως, κατόπιν επικοινωνίας των δικηγόρων των εφεσειόντων με το αρμόδιο Τμήμα Πνευματικών Δικαιωμάτων του Εφόρου Εταιρειών, διαφάνηκε ότι η διαδικασία σύστασης Αρμόδιας Αρχής – Αρχής Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων για την τήρηση των Μητρώων, ως προβλέπονται στη σχετική νομοθεσία (Άρθρο 11 του Ν. 65(Ι)/2017) βρισκόταν στο στάδιο του νομοτεχνικού ελέγχου των σχετικών Κανονισμών από τη Νομική Υπηρεσία.

 

Ταυτόχρονα, από πλευράς μαρτυρίας των εφεσίβλητων, παρά τη μακροσκελή γραπτή μαρτυρία – ένορκη δήλωση – της μίας εκ των δύο διευθυντών τους, αν και απορρίπτονται οι θέσεις και γενικότερα η εκδοχή των εφεσειόντων, προωθήθηκε η θέση ότι δια της υποβολής αίτησης των εφεσίβλητων προς την Αρμόδια Αρχή – τον Έφορο Εταιρειών - για εγγραφή στα Μητρώα, καμία αναφορά γίνεται για χορήγηση, από την Αρμόδια Αρχή, Πιστοποιητικού Εγγραφής ούτε και επισυνάπτεται ή προσκομίστηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τέτοιο Πιστοποιητικό.

 

Είναι χρήσιμο, θεωρούμε, λαμβανομένων υπόψη των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων αλλά και της προσφερθείσας, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρίας τους, να παραθέσουμε αυτούσιες τις πρόνοιες των Άρθρων 3 (μέρος από τους ορισμούς), 5, 6, 11, 12, 13 και 52 του Ν. 65(Ι)/2017.

 

Άρθρο 3

 

«3. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν προκύπτει διαφορετικά από το κείμενο-

 

«ανεξάρτητη οντότητα διαχείρισης» σημαίνει κάθε οργανισμό που εξουσιοδοτείται από τον παρόντα Νόμο ή μέσω εκχώρησης, άδειας ή οποιασδήποτε άλλης συμβατικής συμφωνίας, για τη διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικών δικαιωμάτων εξ ονόματος περισσοτέρων του ενός δικαιούχων, για το συλλογικό όφελος των εν λόγω δικαιούχων, ως αποκλειστικό ή κύριο σκοπό του, και ο οποίος-

 

(α) δεν ανήκει σε δικαιούχους ούτε ελέγχεται από αυτούς, άμεσα ή έμμεσα εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, και

 

(β) έχει οργανωθεί σε κερδοσκοπική βάση.

 

«Αρμόδια Αρχή» σημαίνει την Αρχή Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων, η οποία ιδρύεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5.

 

…………………………………………………………………………….……………..

 

«δικαιούχος» σημαίνει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οντότητα, εκτός από οργανισμό συλλογικής διαχείρισης που κατέχει δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικό δικαίωμα ή το οποίο, δυνάμει συμφωνίας για την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων ή εκ του νόμου, δικαιούται μερίδιο των εσόδων που προκύπτουν από τα δικαιώματα.

 

…………………………………………………………………………….……………..

 

«οργανισμός συλλογικής διαχείρισης» σημαίνει κάθε οργανισμό που εξουσιοδοτείται από τον παρόντα Νόμο ή μέσω εκχώρησης, άδειας ή οποιασδήποτε άλλης συμβατικής συμφωνίας, για τη διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικών δικαιωμάτων εξ ονόματος περισσοτέρων του ενός δικαιούχων για το συλλογικό όφελος αυτών των δικαιούχων ως αποκλειστικό ή κύριο σκοπό του, και ο οποίος πληροί ένα από ή αμφότερα τα ακόλουθα κριτήρια:

 

(i)ανήκει στα μέλη του ή ελέγχεται από αυτά,

 

(ii)έχει οργανωθεί σε μη κερδοσκοπική βάση.»

 

…………………………………………………………………………….……………..

 

Άρθρο 5

 

«5. Ιδρύεται ανεξάρτητη αρχή καλούμενη «Αρχή Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων», η οποία συγκροτείται, λειτουργεί και έχει αρμοδιότητες, εξουσίες και καθήκοντα που καθορίζονται από ή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.»

 

Άρθρο 6

 

«6.-(1) Η Αρμόδια Αρχή συγκροτείται από πέντε (5) μέλη που διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο και είναι τα ακόλουθα:

 

(α) Ο Έφορος Εταιρειών και Επίσημος Παραλήπτης ή εκπρόσωπός του, ως Πρόεδρος,

 

(β) ένας Ανώτερος Λειτουργός του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη υπεύθυνος του Κλάδου Πνευματικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας ή εκπρόσωπός του, ως Αντιπρόεδρο,

 

(γ) δύο νομικοί με ειδικευμένη γνώση και πείρα σε θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας,

 

(δ) ένα πρόσωπο με ειδικευμένη γνώση και πείρα στη λογιστική μέλος του ΣΕΛΚ.

 

(2) …………………………………………………………………………………….

 

(3) …………………………………………………………………………………….

 

(4) …………………………………………………………………………………….

 

(5) …………………………………………………………………………………….

 

(6) …………………………………………………………………………………….

 

…………………………………………………………………………….……………..

 

Άρθρο 11

 

«11.-(1) Η Αρμόδια Αρχή καταρτίζει και τηρεί τα ακόλουθα Μητρώα-

 

(α) Μητρώο των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης που είναι εγκατεστημένοι στη Δημοκρατία,

 

(β)Μητρώο ανεξάρτητων οντοτήτων διαχείρισης που είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία,

 

(γ)Μητρώο των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτη χώρα, και

 

(δ)Μητρώο ανεξάρτητων οντοτήτων διαχείρισης που είναι εγκατεστημένες ή σε τρίτη χώρα.

 

(2) Οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ή ανεξάρτητες οντότητες διαχείρισης οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, δύνανται να εγκατασταθούν στην Δημοκρατία και να παρέχουν υπηρεσίες στην επικράτεια της Δημοκρατίας εφόσον εγγραφούν στα Μητρώα που αναφέρονται στις διατάξεις του εδαφίου (1).

 

(3) Οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ή ανεξάρτητες οντότητες διαχείρισης οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, δύναται να παρέχουν υπηρεσίες στην επικράτεια της Δημοκρατίας, χωρίς την υποχρέωση εγγραφής στο Μητρώο, νοουμένου ότι μετακινούνται στην Δημοκρατία προκειμένου να ασκήσουν προσωρινά και περιστασιακά τις υπηρεσίες τους και είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και ασκούν νόμιμα το επάγγελμα στο κράτος αυτό, με δικαίωμα στο εν λόγω κράτος μέλος να παρέχουν υπηρεσίες ανάλογες με αυτές που προτίθενται να παρέχουν στη Δημοκρατία.

 

(4) Οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ή ανεξάρτητες οντότητες διαχείρισης οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος, οι οποίοι προτίθενται να παράσχουν υπηρεσίες στη Δημοκρατία σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3), πριν την έναρξη των εν λόγω υπηρεσιών οφείλουν να ενημερώσουν γραπτώς την Αρμόδια Αρχή.

 

(5) Η Αρμόδια Αρχή, κρίνει κατά περίπτωση, το προσωρινό και περιστασιακό χαρακτήρα της παροχής υπηρεσίας και ιδιαίτερα σε σχέση με τη διάρκεια, συχνότητα, περιοδικότητα και το συνεχή χαρακτήρα της και για σκοπούς ελέγχου, η αρμόδια αρχή τηρεί κατάλογο των προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3).

 

(6) Η πρόσβαση στα Μητρώα που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (1) είναι ελεύθερη σε κάθε πρόσωπο.»

 

Άρθρο 12

 

«12. Τα κριτήρια για εγγραφή στα Μητρώα που προβλέπονται στις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β) του άρθρου 11 είναι τα ακόλουθα:

 

(α) Για τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης-

 

(i)Να ανήκει στα μέλη του ή/και να μην έχει οργανωθεί σε κερδοσκοπική βάση. και

 

(ii)να διεξάγει εργασίες στη Δημοκρατία.

 

(β) Για τις ανεξάρτητες οντότητες διαχείρισης-

 

(i)Να μην ανήκει σε δικαιούχους ούτε να ελέγχεται από αυτούς άμεσα ή έμμεσα εξ’ ολοκλήρου ή εν μέρει και να έχει οργανωθεί σε κερδοσκοπική βάση· και,

 

(ii)να διεξάγει εργασίες στη Δημοκρατία.»

 

Άρθρο 13

 

«13.-(1)(α) Από την έναρξη των εργασιών οργανισμού συλλογικής διαχείρισης ή ανεξάρτητης οντότητας διαχείρισης, ο διευθυντής ή οι διευθυντές τους υποβάλλουν στην Αρμόδια Αρχή αίτηση για την εγγραφή τους στα Μητρώα σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) και (β), του εδαφίου (1) και εδαφίου (2) του άρθρου 11, ανάλογα με την περίπτωση, και ακολούθως χορηγείται σε αυτούς πιστοποιητικό εγγραφής στα Μητρώα, αφού πρώτα προσκομίσουν τα ακόλουθα:

 

(i) Αντίγραφο του Καταστατικού δεόντως πιστοποιημένο από Αρμόδια Αρχή.

 

(ii) τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις διατάξεις των παραγράφων (β) έως (ι) του εδαφίου (1) του άρθρου 31.

 

(β) Με την αίτηση καταβάλλεται τέλος εγγραφής, το οποίο καθορίζεται σε Κανονισμούς οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 51.

 

(2) Οι οντότητες που δεν είναι εγκατεστημένες στην Δημοκρατία και εγγράφονται στα Μητρώα δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων (γ) και (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 11, για την εγγραφή τους στο σχετικά Μητρώα αρκεί να προσκομίσουν στην Αρμόδια Αρχή το πιστοποιητικό εγγραφής και αδειοδότησης όπου αυτό εφαρμόζεται, στην τρίτη χώρα εγκατάστασής τους, τον κατάλογο διευθυντών τους καθώς και:

 

(i)Τα έργα ή άλλα αντικείμενα που εκπροσωπούν, τα δικαιώματα που διαχειρίζονται, απευθείας ή δυνάμει συμβάσεων αμοιβαιότητας και τις επικράτειες που καλύπτονται· ή

 

(ii)αν λόγω του πεδίου εφαρμογής της δραστηριότητας της οντότητας τα έργα αυτά ή άλλα αντικείμενα δεν μπορούν να προσδιοριστούν, τους τύπους των έργων ή άλλων αντικειμένων που εκπροσωπούν, τα δικαιώματα που διαχειρίζοναι και τις επικράτειες που καλύπτονται.

 

(3) Στις οντότητες που παραλείπουν ή αμελούν να εγγραφούν ή να ανανεώσουν την εγγραφή τους στα Μητρώα της Αρμόδιας Αρχής επιβάλλεται από την Αρμόδια Αρχή διοικητικό πρόστιμο το ύψος του οποίου δεν υπερβαίνει τα πεντακόσια ευρώ (€500) ημερησίως.

 

(4) ……………………………………………………………………………………….

 

(5) ……………………………………………………………………………………….

 

(6) ……………………………………………………………………………………….

 

(7) ……………………………………………………………………………………….

 

(8) ……………………………………………………………………………………….

 

(9) Οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης ή ανεξάρτητες οντότητες διαχείρισης οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και παρέχουν προσωρινά και περιστασιακά τις υπηρεσίες τους στην Δημοκρατία σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (3) έως (5) του άρθρου 11, οφείλουν όπως προσκομίσουν στην Αρμόδια Αρχή το πιστοποιητικό εγγραφής και αδειοδότησης, όπου αυτό εφαρμόζεται ή οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο της εγγραφής ή της αδειοδότησης τους στο κράτος μέλος εγκατάστασης τους, κατάλογο διευθυντών τους καθώς και-

 

(i)Τα έργα ή άλλα αντικείμενα που εκπροσωπούν, τα δικαιώματα που διαχειρίζονται, απευθείας ή δυνάμει συμβάσεων αμοιβαιότητας, και τις επικράτειες που καλύπτονται· ή

 

(ii)αν λόγω του πεδίου εφαρμογής της δραστηριότητας τους τα έργα αυτά ή άλλα αντικείμενα δεν μπορούν να προσδιοριστούν, τους τύπους των έργων ή άλλων αντικειμένων που εκπροσωπούν, τα δικαιώματα που διαχειρίζονται και τις επικράτειες που καλύπτονται.»

 

(Η υπογράμμιση έγινε από το παρόν Εφετείο)

 

…………………………………………………………………………….……………..

 

Άρθρο 52

 

«52. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 13 οι οργανισμοί συλλογικής διαχείρισης και οι ανεξάρτητες οντότητες διαχείρισης που δραστηριοποιούνται στη Δημοκρατία κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εγγράφονται στα Μητρώα που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 12, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 13, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά την έκδοση της απόφασης του, επί της ουσίας των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων, απεφάνθη ως ακολούθως:

 

«Απαραίτητο για εξέταση του ζητήματος είναι όπως το Δικαστήριο προχωρήσει σε ερμηνεία του Νόμου. Είναι καλά νομολογημένο ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Στις περιπτώσεις που οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς, τότε θα πρέπει να δίδεται στις λέξεις, η γραμματική τους έννοια. Κύριος στόχος του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Kniqht Holdinqs (2010) 1 Α.Α.Δ. 1903 και Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.ά. (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1358

 

Όπως ορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο του Νόμου (άρθρο 3) :

 

«ανεξάρτητη οντότητα διαχείρισης» σημαίνει κάθε οργανισμό που εξουσιοδοτείται από τον παρόντα Νόμο ή μέσω εκχώρησης, άδειας ή οποιασδήποτε άλλης συμβατικής συμφωνίας, για τη διαχείριση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικών δικαιωμάτων εξ ονόματος περισσοτέρων του ενός δικαιούχων, για το συλλογικό όφελος των εν λόγω δικαιούχων, ως αποκλειστικό ή κύριο σκοπό του, και ο οποίος-

 

(α) δεν ανήκει σε δικαιούχους ούτε ελέγχεται από αυτούς, άμεσα ή έμμεσα εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, και

 

(β) έχει οργανωθεί σε κερδοσκοπική βάση.

 

Χρήσιμη επίσης είναι η ερμηνεία που δίδεται στο ίδιο ερμηνευτικό άρθρο για τους όρους «δικαιούχος» και «σύμβαση αμοιβαιότητος» και είναι η ακόλουθη

 

«δικαιούχος» σημαίνει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οντότητα, εκτός από οργανισμό συλλογικής διαχείρισης που κατέχει δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικό δικαίωμα ή το οποίο, δυνάμει συμφωνίας για την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων ή εκ του νόμου, δικαιούται μερίδιο των εσόδων που προκύπτουν από τα δικαιώματα

 

«σύμβαση αμοιβαιότητας» σημαίνει κάθε συμφωνία μεταξύ οργανισμών συλλογικής διαχείρισης δυνάμει της οποίας ένας οργανισμός συλλογικής διαχείρισης αναθέτει σε άλλο οργανισμό συλλογικής διαχείρισης, τη διαχείριση των δικαιωμάτων των δικαιούχων που εκπροσωπεί, συμπεριλαμβανομένης συμφωνίας που έχει συναφθεί βάσει των διατάξεων των άρθρων 39 και 40

 

Για να θεωρηθεί δηλαδή κάποιος οργανισμός ως ΑΟΔ σύμφωνα με το Νόμο, θα πρέπει να πληροί όλα τα πιο πάνω, κάτι που συμβαίνει στην εξεταζόμενη περίπτωση. Όπως έχει προκύψει από τα γεγονότα και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, η ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρεία, νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο με σκοπό το κέρδος (Τεκμήριο 1). Μεταξύ με των σκοπών της εταιρείας, όπως προκύπτει από το Καταστατικό της (Τεκμήριο 4), είναι η διαχείριση και προστασία συγγενικών δικαιωμάτων και αδειοδότηση χρήσης τους κ.λ.π., εξ ονόματος περισσοτέρων του ενός δικαιούχων με τους οποίους έχει συνάψει συμφωνίες αμοιβαιότητας (Τεκμήρια 5 Α- 5 Στ.). Η εναγόμενη εταιρεία, δεν ανήκει σε δικαιούχους, αφού μοναδικός της μέτοχος είναι Κυπριακή ιδιωτική εταιρεία (Τεκμήριο 1). Συνεπώς πληροί όλα τα προαναφερόμενα.

 

Αποτελεί περαιτέρω εισήγηση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη για να είχε τη δυνατότητα να λειτουργεί νόμιμα θα έπρεπε να είχε εξασφαλίσει άδεια από την Αρμόδια Αρχή Πνευματικής Ιδιοκτησίας, κάτι που δεν έπραξε. Η εισήγηση αυτή, βρήκε αντίθετη την εναγόμενη. Πότε υπάρχει υποχρέωση εγγραφής στα Μητρώα, ορίζει το άρθρο 13 (1)(α) και έχει ως εξής

 

«Από την έναρξη των εργασιών οργανισμού συλλογικής διαχείρισης ή ανεξάρτητης οντότητας διαχείρισης, ο διευθυντής ή οι διευθυντές τους υποβάλλουν στην Αρμόδια Αρχή αίτηση για την εγγραφή τους στα Μητρώα σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) και (β), του εδαφίου (1) και εδαφίου (2) του άρθρου 11, ανάλογα με την περίπτωση, και ακολούθως χορηγείται σε αυτούς πιστοποιητικό εγγραφής στα Μητρώα, αφού πρώτα προσκομίσουν τα ακόλουθα:

 

……………………………………………………………………………………………

……………………………………………………………………………………………»

 

 

Όπως με σαφήνεια προκύπτει από το λεκτικό του Νόμου, αίτηση για εγγραφή στα Μητρώα, πρέπει να υποβληθεί «από την έναρξη των εργασιών». Όπως ορθά υπέδειξε η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης, η φράση αυτή είναι καθοριστικής σημασίας, αφού από την σχετική διατύπωση, προκύπτει ότι μία ΑΟΔ αφού ξεκινήσει τις εργασίες της, τότε ο διευθυντής ή οι διευθυντές της, υποχρεώνονται να υποβάλλουν αίτηση στην αρμόδια αρχή για εγγραφή στα Μητρώα.

 

Προκύπτει ακόμα ότι πιστοποιητικό εγγραφής στα Μητρώα, χορηγείται σε αυτήν στην συνέχεια, χωρίς μάλιστα να τίθεται καν χρονικός προσδιορισμός για την εξασφάλιση του πιστοποιητικού. Η λέξη «ακολούθως» που χρησιμοποιείται στο Νόμο, δεικνύει ότι αυτό γίνεται αργότερα, χωρίς καμία υποχρέωση να τίθεται στην ΑΟΔ προς εξασφάλιση του. Το μόνο που προσδιορίζεται στο άρθρο είναι τι πρέπει να προσκομιστεί με την αίτηση. Κάτι που στην εξεταζόμενη περίπτωση η εναγόμενη έχει πράξει με την αποστολή των Τεκμηρίων 2Α και 2Β από την 1/9/2017, η οποία και παρελήφθη στις 5/9/2017.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη, νόμιμα και σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας λειτουργεί ως ΑΟΔ. Με την ιδιότητα της αυτή, συνήψε με την ενάγουσα την συμφωνία ημερομηνίας 17/10/2017, με την οποία η πρώτη παραχώρησε στη δεύτερη, άδεια για χρήση, μετάδοση και αναμετάδοση μουσικών έργων μέσω ραδιοφώνου, έναντι του ποσού των Ε1.050=. Ως αποτέλεσμα δεν παρουσιάσθηκε στην ενάγουσα ως τέτοια, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. Για τους πιο πάνω λόγους και όπως είναι προφανές, η αγωγή θα έχει απορριπτική κατάληξη.»

 

(Η υπογράμμιση έγινε από το παρόν Εφετείο)

 

Ως διαφαίνεται από το κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης, κυρίως από τα υπογραμμισμένα αποσπάσματα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έστρεψε την προσοχή του στην απόδειξη ή μη των προϋποθέσεων – κριτηρίων - εγγραφής των εφεσίβλητων στα Μητρώα και αρκέστηκε στην πλήρωση των απαιτούμενων προσόντων, οπότε απέρριψε την αγωγή.  Ωστόσο, με δεδομένο τον σεβασμό μας στην πρωτόδικη κρίση, ό,τι προέβαλλε, πρώτιστα, ως αναγκαίο προς εξέταση ζήτημα ήταν, δεδομένης και της προσκομισθείσας μαρτυρίας από τους εφεσείοντες, κατά πόσον οι εφεσίβλητοι νομιμοποιούνταν ή όχι να συνάψουν νόμιμη συμφωνία με τους εφεσείοντες και, κατ’ επέκταση, να παραχωρήσουν άδεια σ’ αυτούς για αναμετάδοση μουσικών έργων, με είσπραξη τιμήματος. Με άλλα λόγια, το ερώτημα είναι αν νομιμοποιούνταν οι εφεσίβλητοι να παραχωρούν άδειες για μετάδοση ή αναμετάδοση μουσικών έργων χωρίς Πιστοποιητικό Εγγραφής στα προβλεπόμενα από το Άρθρο 11 Μητρώα ή, ακόμη, ήταν επιτρεπτό να ερμηνευθεί πως οι εφεσίβλητοι ήταν εγγεγραμμένοι νόμιμα ως ΑΟΔ;  Κατ’ αρχάς, το καίριο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι οι εφεσίβλητοι λειτούργησαν νόμιμα ως ΑΟΔ και σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας, δεν μας βρίσκει σύμφωνους, αφού η νομοθεσία προνοεί ότι οι ΑΟΔ, όπως και οι Οργανισμοί Συλλογικής Διαχείρισης (ΟΣΔ), οφείλουν να εγγράφονται στα προβλεπόμενα, από το Άρθρο 11, Μητρώα, ανάλογα ως προνοείται στο εν λόγω άρθρο.  Ως εκ τούτου, το εν λόγω συμπέρασμα παραμερίζεται, ως μη ορθό.

 

Έχοντας αξιολογήσει όλες τις περιστάσεις που βρίσκονται ενώπιον μας, ειδικότερα το γεγονός ότι το παραμερισθέν συμπέρασμα δεν αφορά σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας μάρτυρα, αλλά σε νομικό ζήτημα, ασκώντας τις εξουσίες που παρέχονται στο Εφετείο δυνάμει του Άρθρου 25(3) του Ν. 14/1960 και του Μέρους 41.12(1) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, προχωρούμε στην εξέταση των πιο κάτω επίδικων ζητημάτων της υπόθεσης.

 

Διερχόμενοι τις διατάξεις των άρθρων της σχετικής νομοθεσίας (Ν. 67(Ι)/2017), ως τα έχουμε παραθέσει πιο πάνω, κρίνουμε ότι η υποχρέωση εγγραφής στα Μητρώα που προβλέπονται στο Άρθρο 11 είναι επιτακτικού χαρακτήρα, εξού και προνοείται, στο Άρθρο 13, επιβολή υψηλού διοικητικού προστίμου σε περίπτωση μη εγγραφής.  Προβάλλει, ωστόσο, ως εύλογο το ερώτημα, ποια η σημασία της μη εγγραφής σε κάποιο από τα Μητρώα, ως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση.  Περαιτέρω, προβάλλει και το ερώτημα κατά πόσον πρόκειται για γεγονός που αποκρύφθηκε ή παρουσιάστηκε ψευδώς από τους εφεσίβλητους προς τους εφεσείοντες.  Το μόνο στοιχείο που δύναται να αποτελέσει πηγή εξαγωγής συμπεράσματος, ως απάντηση, στα πιο πάνω ερωτήματα, είναι το περιεχόμενο της συμφωνίας που επιτεύχθηκε μεταξύ των δύο μερών.  Στην εν λόγω συμφωνία, εν πρώτοις, δεν διαπιστώνουμε ότι  δηλώθηκε πως οι εφεσίβλητοι είναι κάτοχοι Πιστοποιητικού Εγγραφής σε οποιοδήποτε Μητρώο, προβλεπόμενου στο Άρθρο 11, επομένως, δεν νοείται συμπέρασμα για ψευδή παράσταση ως προς αυτό το θέμα, εκ μέρους των εφεσίβλητων, προς τους εφεσείοντες.

 

 Επιπλέον, προκύπτει το ερώτημα σε ποια πλάνη υποβλήθηκαν οι εφεσείοντες επειδή οι εφεσίβλητοι δεν κατέχουν Πιστοποιητικό Εγγραφής από την Αρμόδια Αρχή, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, ως αναδύεται μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, τουλάχιστον κατά τον χρόνο εκδίκασης της αγωγής, δεν είχε συσταθεί η Αρμόδια Αρχή, ήτοι, η Αρχή Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων, ώστε να χορηγηθεί προς τους εφεσίβλητους τέτοιο Πιστοποιητικό, παρ’ ότι αυτοί είχαν υποβάλει, προς τούτο, ως είναι αποδεκτό, σχετική αίτηση.  Δεν θεωρούμε ότι προσφέρθηκε, εκ μέρους των εφεσειόντων, μαρτυρία για στοιχειοθέτηση πλάνης η οποία να οδήγησε στην υπογραφή της συμφωνίας.

 

Προφανώς το πρωτόδικο Δικαστήριο, στηριζόμενο στην μη ορθή κατάληξη του ότι οι εφεσίβλητοι λειτουργούσαν νόμιμα ως ΑΟΔ, δεν ενδιέτριψε περαιτέρω επί όλων των δικογραφημένων ισχυρισμών των εφεσειόντων, ήτοι και κατά πόσο η επίδικη σύμβαση ήταν παράνομη ή προϊόν δόλου και/ή απάτης εκ μέρους των εφεσίβλητων, με παρατιθέμενες, επί της έκθεσης απαίτησης, σχετικές λεπτομέρειες.

 

Σύμφωνα με τα νομολογηθέντα (δέστε, μεταξύ άλλων, A. AND C ANTONIOU RESORT LTD v. ELEONORA HOTEL APARTMENTS LTD (2002) 1 Α.Α.Δ. 1321 «Παράνομη σύμβαση είναι αυτή που η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας δεν είναι νόμιμος γιατί είτε είναι απαγορευμένος από οποιοδήποτε νόμο, είτε συνιστά απάτη, είτε επιφέρει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου ή αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική (τάξη) (Βλέπε: άρθρο 23 του Κεφ. 149).».  Σχετική είναι και η πρόσφατη υπόθεση Η.Α. ΣΑΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ Α.Χ. v. Π.Χ. κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 263/2019, ημερομηνίας 30.04.2026,  στην οποία παραπέμπουμε.  Κρίνουμε ότι, στην παρούσα υπόθεση, καμία μαρτυρία αποδεικνύει ότι η αντιπαροχή ή ο σκοπός της επίδικης συμφωνίας ήταν παράνομος.  Ταυτόχρονα, διαπιστώνουμε ότι ουδεμία διάταξη του Ν.65(Ι)/2017 προνοεί ρητά ή ευθέως περί απαγόρευσης χορήγησης αδειών σε σχέση με τη χρήση, μετάδοση και/ή αναμετάδοση μουσικών έργων έναντι αντιτίμου, αν δεν έχει χορηγηθεί Πιστοποιητικό Εγγραφής στα σχετικά Μητρώα.  Παραμένει βέβαια ο προβληματισμός εάν τέτοια απαγόρευση προκύπτει ως εξυπακουόμενη.  Οι εφεσίβλητοι επικαλέστηκαν συμβάσεις με δικαιούχους των πνευματικών έργων και αυτό το στοιχείο δεν αμφισβητείται.  Ισχυρίζονται, επίσης, οι εφεσείοντες (παράγραφος 8Β) ότι οι εφεσίβλητοι ενήργησαν με δόλο και/ή απάτη και/ή εσκεμμένα και/ή με ψευδείς παραστάσεις έδωσαν διαβεβαιώσεις και/ή δημιούργησαν την πεποίθηση ότι θα λάμβαναν νόμιμη άδεια με την οποία θα τους επιτρεπόταν η μετάδοση των μουσικών έργων, ωστόσο, δεν ισχυρίζονται ότι με την άδεια που τους παραχώρησαν οι εφεσίβλητοι αυτοί εμποδίστηκαν στην μετάδοση μουσικών έργων για οποιοδήποτε λόγο.  Συνεπώς, η έλλειψη της χορήγησης Πιστοποιητικού Εγγραφής στα Μητρώα δεν εμπόδισε σε οτιδήποτε την εκτέλεση της συμφωνίας, της οποίας το περιεχόμενο δεν αντιστρατεύεται οποιοδήποτε νόμο ή δημόσια πολιτική.

 

Ισχυρίζονται, ακόμη, οι εφεσείοντες, ότι οι εφεσίβλητοι τους απέκρυψαν πως η σύσταση τους ως ΑΟΔ δεν ήταν νόμιμη και άρα δεν είχαν δικαίωμα να χορηγούν άδειες σε σχέση με τη χρήση μουσικών έργων που ενέχουν συγγενικά δικαιώματα.  Προφανώς, όμως, η σύσταση των εφεσίβλητων ως νόμιμη συνδέεται, από τους εφεσείοντες, με την ύπαρξη ή παραχώρηση Πιστοποιητικού Εγγραφής σε κάποιο από τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 11 Μητρώα.

 

Φρονούμε ότι όλα τα πιο πάνω ερωτήματα και παρατηρήσεις οφείλουν να μας απασχολήσουν μόνο υπό το πνεύμα των διατάξεων του Άρθρου 11 του Ν. 65(Ι)/2017 αλλά και της ερμηνείας που θα δοθεί σε αυτές από το Δικαστήριο.  Κρίνουμε, προς τούτο, ότι νομιμοποιούμαστε να αντλήσουμε καθοδήγηση από τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Αγαθοκλέους κ.α. v. Λάππα, (1998) 1 Α.Α.Δ. 2202, όπου απασχόλησε παρόμοιας φύσεως ζήτημα, οπότε δόθηκαν, από το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό την εφετειακή του τότε αρμοδιότητα, πολύ διαφωτιστικές και καθοδηγητικές γραμμές. Παρατίθενται σχετικά αποσπάσματα, τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

«(iii) Εξυπακουόμενη απαγόρευση

 

Οταν όμως ένα νομοθέτημα δεν περιέχει οποιαδήποτε απαγορευτική διάταξη για πρόσβαση στα Δικαστήρια για διεκδίκηση αποζημιώσεων και υποβάλλεται εισήγηση ότι η απαγόρευση είναι εξυπακουομένη, η απάντηση βασίζεται πάνω στην ερμηνεία του σχετικού νόμου. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να εφαρμοσθούν διαφορετικά κριτήρια. Αν ο μόνος σκοπός του νομοθετήματος είναι η αύξηση των εσωτερικών προσόδων, όπως π.χ. όταν ο Νόμος απαιτεί τη χορήγηση μιας άδειας σε ένα επιχειρηματία για τη διεξαγωγή συγκεκριμένων εργασιών, η σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράνομη.

 

Στην υπόθεση Smith v. Mawhood ([1845] 14 M & W 452), αποφασίστηκε ότι ένας καπνοπώλης μπορούσε να διεκδικήσει την αξία καπνού που είχε πωλήσει άνκαι είχε παραλείψει να πάρει τη σχετική άδεια και να αναρτήσει έξω από το κατάστημα του το όνομα του, κατά παράβαση νομοθετικής πρόνοιας που προνοούσε την επιβολή προστίμου μέχρι £200. Οπως έχει πει ο Parke B. ,

 

"I think the object of the legislation was not to prohibit a contract of sale by dealers who have not taken out a licence pursuant to the Act of Parliament. If it was, they certainly could not recover, although the prohibition was merely for the purpose of revenue. But looking to the Act of Parliament, I think its object was not to vitiate the contract itself, but only to impose a penalty upon the party offending for the purposes of the revenue."

 

Ομως τα περισσότερα νομοθετήματα σκοπεύουν στην προστασία του κοινού ή στην υλοποίηση ενός σκοπού γενικής πολιτικής. Στην περίπτωση που ο Νόμος στοχεύει στην προστασία του κοινού, όπως π.χ. με την απαγόρευση εξάσκησης ενός επαγγέλματος από πρόσωπα που δεν είναι προσοντούχα, τότε η σύμβαση που συνάπτει ένα τέτοιο μη προσοντούχο πρόσωπο είναι παράνομη και δεν μπορεί να εφαρμοστεί.

 

Στην υπόθεση Cope v. Rowlands ([1836] 2 M & W 149) ο Νόμος προνοούσε ότι ένα πρόσωπο, για να ενεργεί ως χρηματιστής έπρεπε να κατέχει σχετική άδεια, διαφορετικά για κάθε πράξη που θα ενεργούσε θα υπέκειτο σε επιβολή προστίμου £25. Ο ενάγων, που δεν ήταν αδειούχος, κατεχώρισε μια αγωγή εναντίον του εναγομένου απαιτώντας ένα χρηματικό ποσό για υπηρεσίες που προσέφερε στον εναγόμενο ως χρηματιστής αγοράζοντας και πουλώντας μετοχές προς όφελος του εναγομένου. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η σύμβαση ήταν παράνομη και ο ενάγων δεν μπορούσε να καταφύγει στα Δικαστήρια. Οπως είπε ο Δικαστής Parke B.,

 

"The legislature had in view, as one object, the benefit and security of the public in those important transactions which are negotiated by brokers. The clause, therefore, which imposes a penalty, must be taken .... to imply a prohibition of all unadmitted persons to act as brokers, and consequently to prohibit by necessary inference all contracts which such persons make for compensation to themselves for so acting."

 

Οταν όμως ο Νόμος δεν πλήττει μια σύμβαση μεταφοράς αγαθών, αλλά τη χρήση οχημάτων χωρίς άδεια στο δρόμο σε μια προσπάθεια να ρυθμιστεί η χρήση οχημάτων από διαφορετικά πρόσωπα σε διαφορετικές περιοχές, τότε η σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι παράνομη.

 

Στην υπόθεση Archbolds (Freightage), Ltd. v. S. Spanglett, Ltd. ([1961] 1 All E.R. 417 ο Νόμος The Road and Rail Traffic Act 1933 προνοούσε ότι κανένα πρόσωπο δεν μπορούσε να χρησιμοποιεί ένα όχημα για τη μεταφορά αγαθών εκτός αν ήταν κάτοχος άδειας Α ή Γ. Η άδεια Α του επέτρεπε να μεταφέρει αγαθά τρίτων προσώπων έναντι αμοιβής και η άδεια Γ να μεταφέρει μόνο δικά του αγαθά. Οι ενάγοντες αποτάθηκαν στους εναγομένους και οι τελευταίοι συμφώνησαν να μεταφέρουν 200 κιβώτια ουΐσκυ των εναγόντων από το Λονδίνο στο Λίτς. Οι ενάγοντες δεν γνώριζαν ότι οι εναγομένοι ήταν κάτοχοι μόνο άδειας Γ. Το ουΐσκυ κλάπηκε κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του και οι ενάγοντες κατεχώρησαν αγωγή για αποζημιώσεις για την απώλεια του. Ενα ερώτημα που ηγέρθηκε ήταν κατά πόσο ο σχετικός Νόμος απαγόρευε τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας, είτε ρητά είτε με εξυπακουόμενο τρόπο. Δεν υπήρχε ρητή νομοθετική πρόνοια που απαγόρευε τη μεταφορά αγαθών, αλλά τη χρήση οχημάτων χωρίς την απαραίτητη άδεια. Υποβλήθηκε διαζευκτικά ότι ο Νόμος απαγόρευε με εξυπακουόμενο τρόπο συμβάσεις για τη μεταφορά αγαθών με οχήματα που δεν έχουν απαραίτητες άδειες. Η απάντηση στην εισήγηση αυτή βασιζόταν στην ερμηνεία του Νόμου. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχε ένας τέτοιος εξυπακουόμενος τρόπος. Οπως έθεσε το θέμα ο Δικαστής Pearce L.J.,

 

"The object of the Road and Rail Traffic Act 1933, was not (in this connection) to interfere with the owner of goods or his facilities for transport, but to control those who provided the transport, with a view to promoting its efficiency. Transport of goods was not made illegal, but the various licence holders were prohibited from encroaching on one another's territory, the intention of the Act being to provide an orderly and comprehensive service."

 

Οταν ένα πρόσωπο κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης μιας σύμβασης ενεργεί με τρόπο που παραβιάζει μια νομοθετική πρόνοια, η συμπεριφορά του αυτή δεν μπορεί να του αποστερήσει ταυτόχρονα και το δικαίωμα να προσφύγει στα Δικαστήρια.

 

Στην υπόθεση St. John Shipping Corporation v. Joseph Rank, Ltd. ([1957] 1 Q.B. 267), οι ενάγοντες συμφώνησαν να μεταφέρουν σιτηρά από την Αλαμπάμα Αμερικής στην Αγγλία. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αγκυροβόλησαν και δέχθηκαν ένα επιπρόσθετο φορτίο σε ένα ενδιάμεσο λιμάνι, με αποτέλεσμα να υπερβούν το βάρος που επέτρεπε ο Νόμος The Merchant Shipping Act 1932. Ο πλοίαρχος βρέθηκε ένοχος και καταδικάστηκε στην Αγγλία σε πρόστιμο £1.200. Οι εναγομένοι, που είχαν καταστεί ιδιοκτήτες μιας ποσότητας σιτηρών, απέκοψαν ένα ποσό από τα ναύλα με τον ισχυρισμό ότι το συμβόλαιο μεταφοράς είχε εκτελεστεί παράνομα. Ο Δικαστής Devlin απέρριψε την εισήγηση, αφού θεωρήθηκε ότι η παράνομη φόρτωση ήταν μια λεπτομέρεια και όχι η ουσία της σύμβασης. Οπως έθεσε το θέμα,

 

"In the statutes to which the principle has been applied, what was prohibited was a contract which had at its centre - indeed often filling the whole space within its circumference - the prohibited act; contracts for the sale of prohibited goods, contracts for the sale of goods without accompanying documents where the statute specifically said there must be accompanying documents; contracts for work and labour done by persons who were prohibited from doing all the work and labour for which they demanded recompense."

 

Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε στην υπόθεση Shaw v. Groom ([1970] 1 All E.R. 702), όπου ένας ιδιοκτήτης μιας οικίας κατεχώρησε αγωγή εναντίον ενός ενοικιαστή για καθυστερημένα ενοίκια που ανέρχονταν σε £103. Ο ενοικιαστής ισχυρίστηκε ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί γιατί το σχετικό έγγραφο μίσθωσης που παρουσίασε ο ιδιοκτήτης δεν περιείχε όλα εκείνα τα στοιχεία που προνοούσε ο Νόμος The Landlord and Tenant Act 1962. Η παράλειψη αυτή ετιμωρείτο με επιβολή προστίμου μέχρι £50. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι η σύμβαση δεν έπρεπε να στιγματιστεί ως παράνομη. Η πρόθεση του νομοθέτη ήταν η τιμωρία του ιδιοκτήτη με πρόστιμο και όχι η αποστέρηση του δικαιώματος του να προσφύγει στα Δικαστήρια. Οπως έθεσε το θέμα ο Δικαστής Sachs L.J.,

 

"It seems to me appropriate, accordingly, to allow this appeal on the broad basis that, even if the provision of a rent book is an essential act as between landlords and weekly tenants, yet the legislature did not by ... the Act of 1962 intend to preclude the landlord from recovering any rent due or impose any forfeiture on him beyond the prescribed penalty."

 

Το παράλογο μιας αυστηρής ερμηνείας των νομοθετικών προνοιών που έχει σαν αποτέλεσμα την αποστέρηση καταφυγής στα Δικαστήρια, επισημαίνεται στο σύγγραμμα J. Beatson, "Anson's Law of Contract", 27η Εκδοση, σ. 336, όπου αναφέρεται ότι,

 

"For the law to prescribe that the commission of any unlawful act in the course of performing a contract should inevitably deprive the wrongdoer of all contractual remedies might well inflict on the wrongdoer a loss far in excess of the statutory penalty. This would be unreasonable. For example, a road haulier might be unable to claim freight simply on the ground that the driver of the vehicle had exceeded the speed limit or the permitted driving hours. It is therefore necessary, in all cases of statutory illegality to have regard to the statutory language and to its scope and purpose. Was the statute intended to interfere with the contract under consideration, to render it unenforceable at the suit of a party who performs it illegally, or merely to impose a penalty on the offender?"

 

Στην παρούσα περίπτωση η εφεσίβλητη ήταν προσοντούχος αρχιτέκτονας και είχε εγγραφεί στο σχετικό μητρώο των αρχιτεκτόνων του Συνδέσμου Πολιτικών Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων Κύπρου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο που είχε αναλάβει την εκπόνηση των σχεδίων των εφεσειόντων δεν ήταν κάτοχος της ενιαυσίας άδειας όπως προνοεί το άρθρο 12(Α) του περί Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Νόμου Αρ. 41/62, την οποία όμως απέκτησε εκ των υστέρων. Μια προσεκτική εξέταση των προνοιών του πιο πάνω άρθρου δείχνει ότι ο μη κάτοχος της ενιαυσίας άδειας δεν εμποδίζεται ούτε ρητά ούτε με εξυπακουόμενο τρόπο να διεκδικήσει την αμοιβή του. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται με την αντιπαράθεση του άρθρου 10 του ιδίου Νόμου, το οποίο τιμωρεί ρητά και απαγορεύει ρητά την είσπραξη αμοιβής από αρχιτέκτονες ή πολιτικούς μηχανικούς κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Αν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν η απαγόρευση της είσπραξης αμοιβής από αρχιτέκτονες ή πολιτικούς μηχανικούς που δεν είναι κάτοχοι ενιαυσίας άδειας, τότε αναμφίβολα θα συμπεριλάμβανε μια ανάλογη προς το άρθρο 10 του Νόμου πρόνοια. Χαρακτηριστικά είναι τα επακόλουθα της παραβίασης των πιο πάνω άρθρων. Καταστρατήγηση του άρθρου 10 επιφέρει επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι τρεις μήνες και/ή επιβολή προστίμου μέχρι £100, ενώ καταστρατήγηση του άρθρου 12(Α) μπορεί να επιφέρει μόνο ποινή προστίμου μέχρι £100. Η πιο πάνω διαφορά δεν μπορεί παρά να ενισχύσει την άποψη ότι οι πρόνοιες του άρθρου 12(Α) είναι διαδικαστικής φύσης και δεν μπορεί να προσδώσουν παράνομο χαρακτήρα σε μια σύμβαση που δεν θα επέτρεπε την προσφυγή στα Δικαστήρια. Δεν πιστεύουμε ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν η αποστέρηση του δικαιώματος ενός αρχιτέκτονα ή πολιτικού μηχανικού να απαιτήσει την αμοιβή του, επειδή αυτός παρέλειψε να ανανεώσει την εγγραφή του στο σχετικό μητρώο για να του εκδοθεί η ενιαυσία άδεια του. Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν παράλογη και θα επέφερε μια μεγάλη αδικία.

 

Αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν η αποστέρηση του δικαιώματος διεκδίκησης της αμοιβής θα το έκαμνε με ρητή νομοθετική πρόνοια, όπως και στην περίπτωση των περί Δικηγόρων Νόμων, όπου το άρθρο 11(4) (α) των πιο πάνω Νόμων προνοεί ότι το πρόσωπο που ασκεί την δικηγορίαν χωρίς να είναι κάτοχος ετήσιας άδειας, κωλύεται να εγείρει ή συνεχίσει αγωγή για είσπραξη δικαιώματος αμοιβής.»

 

Συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία που βρίσκονταν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κρίνουμε ότι η κατάληξη μας δέον όπως είναι η ίδια, και δη η απόρριψη της αγωγής των εφεσειόντων, με διαφορετικό, όμως, σκεπτικό, το οποίο διατυπώνουμε ως ακολούθως:

 

(1)  Στον Ν.65(Ι)/2017 δεν προνοείται ρητά ή εξυπακουόμενα η απαγόρευση σύναψης συμφωνιών μεταξύ ΑΟΔ και οποιουδήποτε προσώπου, νομικού ή φυσικού, για μετάδοση ή αναμετάδοση μουσικών έργων ή η είσπραξη αμοιβής από τέτοιες συμφωνίες, επειδή δεν έχει χορηγηθεί στις ΑΟΔ Πιστοποιητικό Εγγραφής στα Μητρώα, δυνάμει του Άρθρου 13(1)(α).

 

(2) Εάν πρόθεση του νομοθέτη ήταν η απαγόρευση σύναψης συμβάσεων, ως η επίδικη, αλλά και η μη δυνατότητα είσπραξης αμοιβής, τέτοια πρόθεση θα οριζόταν ρητά στον Ν.65(Ι)/2017.

 

(3) Οι εφεσείοντες είχαν αποταθεί, με αίτηση τους, το 2017 υποβάλλοντας σχετικά αποδεικτικά, ως προνοείται στον Ν.65(Ι)/2017, προς την Αρμόδια Αρχή – Αρχή Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων - για εγγραφή στα Μητρώα και χορήγηση Πιστοποιητικού Εγγραφής σ’ αυτούς, πλην όμως μέχρι τη δίκη, (το 2021), δεν τους είχε χορηγηθεί τέτοιο Πιστοποιητικό.  Προκύπτει δε, σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσέφεραν οι εφεσείοντες, πως, όταν οι δικηγόροι τους απέστειλαν το 2017 επιστολή προς άλλη εταιρεία Πνευματικών και Συγγενικών Δικαιωμάτων, αναμενόταν ακόμη η σύσταση της Αρμόδιας Αρχής αλλά και η ψήφιση Κανονισμών από το Υπουργικό Συμβούλιο για την εφαρμογή του Νόμου. 

 

(4)  Η ουσία της επίδικης συμφωνίας έγκειται στο ότι οι εφεσείοντες ως μεσάζοντες – εκπρόσωποι των συμφερόντων των δικαιούχων μουσικών έργων συμφώνησαν την παροχή άδειας προς τους εφεσείοντες για μετάδοση και/ή αναμετάδοση των μουσικών έργων των δικαιούχων, αντικείμενο που δεν αντιστρατεύεται νομοθετική διάταξη ή τη δημόσια πολιτική.

 

(5)  Σαφής πρόθεση του νομοθέτη, ως κρίνουμε, ήταν όπως η μη χορήγηση Πιστοποιητικού Εγγραφής στα Μητρώα που προνοείται στο Άρθρο 11 του Ν. 65(Ι)/2017, να τιμωρείται με διοικητικό, υψηλό, πρόστιμο και όχι πρόσδοση παρανομίας σε οποιαδήποτε συμφωνία ως η επίδικη.

 

(6)  Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης υποδηλώνουν ότι το αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας δεν σχετίζεται με περίπτωση όπου οι εφεσίβλητοι παρείχαν υπηρεσίες, δια της επίδικης συμφωνίας, για τις οποίες δεν ήταν προσοντούχοι, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις όπου κάτι τέτοιο εξάγεται από τη νομοθεσία, η δε νομολογία (δέστε Σκουτέλας v. Αγαπίου (2003) 1 Α.Α.Δ. 338), έχει τοποθετηθεί πως πρόκειται για παράνομες συμφωνίες.

 

Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, σωρευτικά συντρέχουσες, φρονούμε ότι δεν δικαιολογείται συμπέρασμα πως η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη.  Ούτε και προϊόν οποιασδήποτε πλάνης ή ψευδών παραστάσεων ή δόλου ή απάτης εκ μέρους των εφεσίβλητων.   

 

Συνακόλουθα όλων των προλεγόμενων, κρίνουμε και τους τρεις λόγους έφεσης αβάσιμους.

 

Κατ’ επέκταση, η έφεση απορρίπτεται και η πρωτόδικη, εκκαλούμενη, απόφαση επικυρώνεται, με το σκεπτικό που έχουμε διατυπώσει στην παρούσα απόφαση μας.

 

Επιδικάζονται έξοδα ύψους €1.100,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, προς όφελος των εφεσίβλητων και εναντίον των εφεσειόντων.

 

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο