Themis Portfolio (H3) Management Holdings Ltd v. Φανούλλα Ανδρέα Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση Αρ.: 273/2021, 30/9/2026
print
Τίτλος:
Themis Portfolio (H3) Management Holdings Ltd v. Φανούλλα Ανδρέα Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση Αρ.: 273/2021, 30/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 273/2021)

 

30 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

Themis Portfolio (H3) Management Holdings Ltd,

Εφεσείοντες/Αιτητές,

 

v.

 

Φανούλλα Ανδρέα Χριστοδούλου,

Εφεσίβλητη/Καθ’ ης η Αίτηση.

 

___________________

 

Αίτηση ημερομηνίας 16.06.2026 για προσαγωγή μαρτυρίας κατά την εκδίκαση της έφεσης

___________________

 

Ν. Καλλένος για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες/Αιτητές.

Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία, για τους Εφεσίβλητους/Καθ’ ων η Αίτηση.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:  Αντικείμενο της έφεσης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο είναι ο έλεγχος της ορθότητας απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την οποία αγωγή εναντίον της εφεσίβλητης, (ως εναγόμενης 4), απορρίφθηκε με έξοδα σε βάρος των εφεσείοντων (ως εναγόντων).  Μοναδική αξίωση εναντίον της εφεσίβλητης αφορούσε στην έκδοση διατάγματος εκποίησης υποθήκης, την οποία η τελευταία, κατ’ ισχυρισμόν, παραχώρησε ως εξασφάλιση σε δάνειο που οι εφεσείοντες είχαν παραχωρήσει σε άλλο πρόσωπο (εναγόμενου 1 στην ίδια αγωγή), για το οποίο, όπως και για δύο άλλα πρόσωπα, εγγυητές, (εναγόμενοι 2 και 3 στην ίδια αγωγή), εκδόθηκε απόφαση, εναντίον τους, για το απλήρωτο ποσό του δανείου, πλέον τόκους, λόγω παράλειψης εμφάνισης τους στο Δικαστήριο.  Οδηγήθηκε, ως εκ τούτου, για ακρόαση μόνο η αξίωση εναντίον της εφεσίβλητης, οπότε εκδόθηκε η προαναφερόμενη, εκκαλούμενη, πλέον, απόφαση.

 

Οι εφεσείοντες αμφισβητούν την ορθότητα της προειρημένης απόφασης με τρεις λόγους έφεσης, το περιεχόμενο των οποίων έχει ως ακολούθως:

 

«Πρώτος Λόγος Έφεσης:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή λανθασμένα και/ή αντικανονικά ενασχολήθηκε και/ή ανέδειξε με την απόφαση του ημερ. 5.8.2021 ως θεμελιώδες ζήτημα για την παρούσα διαδικασία, παρόλο που δεν αποτελούσε μέρος της δικογραφίας, το πωλητήριο έγγραφο υπ’ αρ. ΠΩΕ 1207/2009 (στο εξής «ΠΩΕ 1207/2009») όπου ήταν κατατεθειμένο επί του ακινήτου της Εναγόμενης 4 υπ’ αρ. εγγρ. 0/9235 (μεταγενέστερος αρ. εγγρ. 0/13383) Φ./Σχ. 2-260-371, Τμχ. 203 στο χωριό Βορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας (στο εξής «επίδικο ακίνητο»), το οποίο είχε υποθηκευθεί προς όφελος της Εφεσείουσας (στο εξής «Εφεσείουσα» ή «Τράπεζα») με βάση την Υποθήκη υπ’ αρ. Υ.6340/10 (στο εξής «Υποθήκη»).  Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατ’ ανεπίτρεπτο τρόπο και κατά παράβαση των αρχών του δικονομικού δικαίου που επιτάσσουν όπως τα επίδικα θέματα σε μια δικαστική διαδικασία περιορίζονται σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται αποκλειστικά από την δικογραφία, προχώρησε στην εξέταση μη δικογραφημένων ζητημάτων και/ή εισηγήσεων και/ή ισχυρισμών της Εναγόμενης 4 αναφορικά με το ΠΩΕ 1207/2009, με αποτέλεσμα να προχωρήσει, ένεκα της ύπαρξης του ΠΩΕ 1207/2009 και επειδή αυτό προηγείτο της Υποθήκης, στην απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής υπ’ αρ. 2241/2014 (στο εξής η «Αγωγή») εναντίον της Εφεσίβλητης / Εναγόμενης 4 (στο εξής «Εφεσίβλητη» ή «Εναγόμενη 4») και στη μη έκδοση, με βάση την προς όφελος της Τράπεζας εγγεγραμμένη Υποθήκη υπ’ αρ. Υ.6340/10, του επιζητούμενου διατάγματος πώλησης δια δημόσιου πλειστηριασμού του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου της Εναγόμενης 4 ώστε το προϊόν της πώλησης να διατεθεί έναντι της απαίτησης και εξόδων της Τράπεζας.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Δεύτερος Λόγος Έφεσης:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας κατ’ απομόνωση και/ή παρερμηνεύοντας και/ή εφαρμόζοντας λανθασμένα τις πρόνοιες των άρθρων 2, 5 και 7 του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου Κεφ. 232 (στο εξής «Κεφ. 232») και τις πρόνοιες του άρθρου 12(1) του ν. 9/1965 και αφού παραγνώρισε και/ή δεν έλαβε υπόψη και/ή δεν εξέτασε και/ή δεν εφάρμοσε καθόλου τις διατάξεις της επιφύλαξης (α) του άρθρου 7(1) του Κεφ. 232 και τις διατάξεις των άρθρων 14, 29(1), 31(1), 44(1) και 44Θ του ν.9/1965, απεφάνθη λανθασμένα και/ή εσφαλμένα ότι, το ΠΩΕ 1207/2009 ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους, και εξακολουθεί να είναι «εμπράγματο βάρος» το οποίο προηγείται χρονικά της επίδικης υποθήκης.  Ως εκ τούτου θεωρήθηκε λανθασμένα ότι, αφ’ης στιγμής το άρθρο 12(1) του ν.9/1965 απαγορεύει την αποδοχή δήλωσης υποθήκης στην περίπτωση που υφίσταται προγενέστερο εμπράγματο βάρος, άλλο από υποθήκη και αφ’ης στιγμής το ΠΩΕ 1207/2009 συνιστούσε εμπράγματο βάρος το οποίο υφίστατο και προηγείτο κατά τον χρόνο εγγραφής της επίδικης υποθήκης Υ.6340/10, στην υπό κρίση υπόθεση, η αποδοχή και εγγραφή, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, της δήλωσης της επίδικης Υποθήκης Υ.6340/10 της Τράπεζας από το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο έγινε κατά παράβαση του άρθρου 12(1) του ν.9/1965 με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να απορρίψει την παρούσα Αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 4 και μην εκδώσει το επιδιωκόμενο διάταγμα πώλησης του επίδικου ακινήτου.

 

……………………………………………………………………………………………

 

Τρίτος Λόγος Έφεσης:

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, παραγνωρίζοντας παντελώς και/ή χωρίς να εξετάσει και/ή να λάβει υπόψη του και/ή να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 44Θ και 44Ι(4) του ν.9/1965, εσφαλμένα και/ή λανθασμένα αποφάσισε στις σελ. 11 – 14 της υπό έφεση απόφασης του ότι ο κάτοχος του ΠΩΕ1207/09 συνιστούσε αναγκαίος διάδικος για την παρούσα Αγωγή βασιζόμενο στο σκεπτικό ότι με την έκδοση της αιτούμενης θεραπείας για πώληση δια δημόσιου πλειστηριασμού του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου της Εναγόμενης 4 ενδεχομένως να επηρεάζοντο τα δικαιώματα του κατόχου του ΠΩΕ1207/09 με αποτέλεσμα να αρνηθεί το Πρωτόδικο Δικαστήριο να εκδώσει το επιζητούμενο διάταγμα πώλησης αφού θεωρήθηκε ότι δεν είχε ενώπιον του όλα τα πρόσωπα των οποίων τα δικαιώματα ενδέχεται να επηρεαστούν από τυχόν έκδοση του επιζητούμενου διατάγματος εκποίησης της επίδικης Υποθήκης Υ.6340/10.  Άνευ βλάβης των ανωτέρω, ακόμη και εάν ήθελε αποφασιστεί ότι ορθά ο κάτοχος του ΠΩΕ 1207/2009 συνιστούσε αναγκαίος διάδικος για την παρούσα Αγωγή -κάτι που η Τράπεζα αρνείται- το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ της συνένωσης του εν λόγω προσώπου στην διαδικασία, με βάση την Δ.9 θ.10, και λανθασμένα δεν εξασκήθηκε η εν λόγω εξουσία υπέρ της συνένωσης του εν λόγω προσώπου λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος πως τέτοιο ζήτημα ουδέποτε ηγέρθη προηγουμένως από την Εναγόμενη 4 με τα δικόγραφα της με αποτέλεσμα η Τράπεζα να καταληφθεί εξαπίνης.»

 

 

Στις 17.02.2026, στο πλαίσιο της παρούσας έφεσης, δόθηκαν οδηγίες προδικασίας, στη βάση κοινού αιτήματος των συνηγόρων των διαδίκων. Οι τελευταίοι διατάχθηκαν όπως καταχωρήσουν περιγράμματα αγόρευσης εντός των προβλεπόμενων, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 (ΜΕΡΟΣ 41.16), προθεσμιών.  Στις 16.04.2026 καταχωρίστηκε περίγραμμα αγόρευσης των εφεσειόντων και στις 12.05.2026 καταχωρίστηκε το περίγραμμα αγόρευσης της εφεσίβλητης.

 

Προτού η έφεση ορισθεί για ακρόαση, οι εφεσείοντες – στο εξής οι Αιτητές - καταχώρισαν αίτηση – στο εξής η επίδικη Αίτηση – με την οποία ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:

 

«Α.  Άδεια και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να επιτρέπεται στην Εφεσείουσα η προσαγωγή μαρτυρίας κατ’ έφεσιν, προς υποστήριξη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Έφεσης, μέσω της καταχώρησης ένορκης δήλωσης στην οποία να επισυνάπτονται ως τεκμήρια τα Παραρτήματα «Α» και «Β» της παρούσας Αίτησης.

 

Β.      Διάταγμα και/ή οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να καθορίζεται ο χρόνος εντός του οποίου η Εφεσείουσα θα καταχωρήσει την πιο πάνω ένορκη δήλωση και τα επισυναπτόμενα σε αυτήν Παρατήματα «Α» και «Β».

 

Γ.       Οιανδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο.»

 

Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χ. Παπαλαμπριανού, εργαζόμενου από το 1999 έως το 2013 στο Τμήμα Παρακολούθησης Προβληματικών Λογαριασμών της Τράπεζας Κύπρου.  Τον Φεβρουάριο του 2015 εργοδοτήθηκε στην Alpha Bank Cyprus Ltd.  Από τις 02.01.2024 εργοδοτήθηκε στην εταιρεία Themis Portofolio Μanagement Limited η οποία είναι θυγατρική των Εφεσειόντων – Αιτητών.  Ως εξηγεί, δυνάμει σχετικής νομοθεσίας (Ν. 169(Ι)/2015) και στη βάση Σχεδίου Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και των Αιτητών, μεταβιβάστηκαν στους τελευταίους δικαιώματα που απέρρεαν από την υποθήκη Υ6340/2010, ημερομηνίας 28.09.2010, από τις σχετικές πιστωτικές διευκολύνσεις και εγγυήσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο της αγωγής 2241/2014 του Ε. Δ. Λάρνακας, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση.  Η ακρόαση της αγωγής διεξάχθηκε μόνο εναντίον της εφεσίβλητης (εναγόμενης 4 στην προειρημένη αγωγή) καθ’ ότι οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν εμφανίστηκαν και εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους, ερήμην.  Αναφέρεται πιο συγκεκριμένα πως η εφεσίβλητη είχε παραχωρήσει, ως εξασφάλιση, την υποθήκη Υ6340/2010 επί μεριδίου 140/527, του όλου ακινήτου που αυτή αφορά, εγγεγραμμένου στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Γίνεται, επίσης, αναφορά στο ιστορικό το οποίο οδήγησε στην καταχώριση της αγωγής.  Προβάλλεται δε η θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εκκαλούμενη απόφαση του, ασχολήθηκε με νομικά ζητήματα τα οποία δεν δικογραφούνταν, και πως οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της εφεσίβλητης δεν αποτέλεσαν τη βάση της κρίσης του.  Βασίστηκε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ειδικότερα, ως είναι ο ισχυρισμός, στο γεγονός ότι υπήρχε εγγραφή πωλητηρίου εγγράφου (ΠΩΕ 1207/2009), επί του επιβαρυμένου ακινήτου και, ως εκ τούτου, δεν διέταξε την εκποίηση της υποθήκης, απορρίπτοντας την αγωγή.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο, έκρινε, ακόμη, ότι ο αγοραστής του ΠΩΕ ήταν αναγκαίος διάδικος, η μη συμπερίληψη του οποίου στην αγωγή συνιστούσε ελάττωμα δικονομικό, το οποίο καθιστούσε αδύνατη τη δίκαιη και αποτελεσματική εκδίκαση της υπόθεσης.  Κατά τους Αιτητές, πρόκειται για εσφαλμένη προσέγγιση.  Μετά τη μελέτη του περιγράμματος αγόρευσης της εφεσίβλητης κατέστη αναγκαία η καταχώριση της επίδικης Αίτησης προκειμένου να τεθούν ενώπιον του Εφετείου ορισμένα πρόσθετα στοιχεία, τα οποία σχετίζονται με ζητήματα που αναδείχθηκαν  ως ουσιώδη για την έκβαση της έφεσης.  Πιο συγκεκριμένα, επιδιώκεται η προσαγωγή (1) Πιστοποιητικού Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας από το οποίο προκύπτει ότι ως αγοραστής του υποθηκευμένου ακινήτου εμφανίζεται η εταιρεία SOTIRIS A. CHRISTODOULOU ESTATES LIMITED και (2) Ηλεκτρονικής έρευνας από το Αρχείο του Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας, αναφορικά με τη διευθυντική και μετοχική δομή της φερόμενης ως αγοράστριας εταιρείας με βάση το ΠΩΕ αρ. 1207/2009, όπου φαίνεται πως ο εναγόμενος 3 στην αγωγή 2241/2014 κατέχει διευθυντική και/ή μετοχική θέση στην εν λόγω εταιρεία και άρα γνώριζε, ως διάδικος, για την πρωτόδικη διαδικασία.  Τα εν λόγω στοιχεία, κατά τον ενόρκως δηλούντα, είναι δυνατό να επηρεάσουν την αξιολόγηση των ζητημάτων που είναι αντικείμενο της έφεσης.  Συνεπακόλουθα, προωθείται πως η θέση της εφεσίβλητης ότι ο αγοραστής συνιστούσε ανεξάρτητο, καλόπιστο και τρίτο μη ενημερωμένο πρόσωπο, είναι λανθασμένη, αντίθετα, υπάρχουν ουσιώδεις συνδέσεις μεταξύ τους.  Τέλος, αναφέρεται, στην ένορκη δήλωση, πως πρωτοδίκως δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί η προσαγωγή της επιδιωκόμενης, μαρτυρίας, να τεθεί ενώπιον του Εφετείου, και με την οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν επιδιώκεται συμπλήρωση κενών της πρωτόδικης διαδικασίας, ούτε εισαγωγής νέας και ανεξάρτητης βάσης αγωγής.

 

Η εφεσίβλητη – στο εξής Καθ’ ης η Αίτηση – ήγειρε ένσταση στην επίδικη Αίτηση προβάλλοντας ως λόγους ένστασης, οι οποίοι, υπό τη συνοπτική διατύπωση στην οποία προβαίνει το Εφετείο, συνίστανται στο ότι (1) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της Αίτησης, (2) εάν οι Αιτητές επεδείκνυαν εύλογη επιμέλεια μπορούσαν να εισάξουν πρωτοδίκως τη μαρτυρία που επιδιώκουν να παρουσιάσουν στο Εφετείο, (3) ακόμη και αν προσαγόταν πρωτόδικα η επιδιωκόμενη, να προσαχθεί ενώπιον του Εφετείου, μαρτυρία, ουδεμία επίδραση θα είχε στο αποτέλεσμα της εκκαλούμενης απόφασης, (4) με την Αίτηση οι Αιτητές επιδιώκουν να καλύψουν πολύ σοβαρά λάθη και παραλείψεις, τα οποία παρουσίασε η υπόθεση τους πρωτόδικα, (5) οι Αιτητές μπορούσαν, κατά το στάδιο που μαρτύρησε η ΜΕ2, κτηματολογικός γραφέας, την οποία αυτοί κλήτευσαν, με εύλογη επιμέλεια να παρουσιάσουν την επιδιωκόμενη μαρτυρία στο πρωτόδικο Δικαστήριο, και όχι ενώπιον του Εφετείου, (6) το αίτημα των Αιτητών υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση, δεδομένου ότι και οι δύο διάδικοι έχουν καταχωρίσει τα περιγράμματα αγόρευσης τους, (7) τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προσέκρουε στο αξίωμα ότι κάθε διάδικος ενεργεί με επιμέλεια κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του έχοντας ίσα δικαιώματα, όπως και ο αντίδικος, (8) η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, και (9) μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, δεν αποκαλύπτεται κανένας λόγος για τον οποίο δεν προσκομίστηκε, η επιδιωκόμενη μαρτυρία, στο πρωτόδικο Δικαστήριο.

 

Εκ μέρους των Αιτητών καταχωρίστηκε, μετά την Ένσταση, συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Χ. Παπαλαμπριανού, με την οποία επιχειρείται, ως επί το πλείστον, η αντίκρουση των θέσεων της Καθ’ ης η Αίτηση, ωσάν να πρόκειται για αγόρευση, με παράθεση επιχειρημάτων, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, αφού αυτές θα πρέπει να περιορίζονται σε παράθεση μόνο των γεγονότων (κυρίως ουσιωδών) που διέπουν τη διαφορά, επί της Αίτησης. Συγκρατούμε, ωστόσο, την αναφορά του ενόρκως δηλούντα ότι το ζήτημα που διερευνήθηκε μετά την πρωτόδικη απόφαση δεν ήταν η ύπαρξη του ΠΩΕ αλλά η ταυτότητα της αγοράστριας εταιρείας, η σχέση της με τον εναγόμενο 3 και οι ισχυρισμοί περί μη αποκάλυψης της ταυτότητας, πλήρους άγνοιας, απόκρυψης και εξαπάτησης ως προς την πρωτόδικη διαδικασία.

 

Στη νομική βάση της Αίτησης περιλαμβάνεται το Άρθρο 25(3) του Ν. 14/1960 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα:

 

«(3) Παρά πάσαν διάταξιν του περί Πoιvικής Δικovoμίας Νόμου ή οιονδήποτε άλλου vόμoυ ή διαδικαστικού καvovισμoύ και επιπροσθέτως oιωvδήπoτε υπό τoύτωv χoρηγoυμέvωv εξουσιών, το Εφετείο ή το Ανώτατο Δικαστήριο, αναλόγως της περιπτώσεως κατά την ακρόασιν και διάγvωσιv oιασδήπoτε εφέσεως, είτε εν πολιτική είτε εν πoιvική υποθέσει δεν θα δεσμεύεται υπό oιασδήπoτε αποφάσεως περί πραγματικών γεγovότωv του εκδικάσαvτoς δικαστηρίου και θα έχη εξoυσίαv να αναθεωρή τας προσαχθείσας αποδείξεις, να συνάγη τα ίδια αυτού συμπεράσματα, να ακούη και δέχεται περαιτέρω αποδεικτικά μέσα και, όπου αι περιστάσεις της υποθέσεως απαιτoύσιv ούτω, να επαvακρoάται oιωvδήπoτε μαρτύρων ήδη ακoυσθέvτωv υπό του εκδικάσαvτoς δικαστηρίου, και δύναται να δώση οιανδήποτε απόφασιν ή να εκδώση οιονδήποτε διάταγμα το oπoίov αι περιστάσεις της υποθέσεως δικαιoλoγoύv, συμπεριλαμβαvoμέvoυ και διατάγματος περί επαvακρoάσεως της υποθέσεως υπό του εκδικάσαvτoς αυτήν ή άλλου αρμoδίoυ δικαστηρίου ως θα διέτασσε το Εφετείο ή το Ανώτατο Δικαστήριο, αναλόγως της περιπτώσεως.»

 

(Η υπογράμμιση έγινε από το παρόν Εφετείο)

 

Περιλαμβάνεται, επίσης, το ΜΕΡΟΣ 41.13(2) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023 το οποίο προβλέπει τα εξής:

 

«(2) Εκτός αν διατάξει διαφορετικά, το Εφετείο δεν δέχεται:

 

(α) προφορική μαρτυρία· ή

 

(β) μαρτυρία η οποία δεν τέθηκε ενώπιον του κατώτερου δικαστηρίου.»

 

Προφανώς οι δύο προαναφερόμενες διατάξεις αποτελούν το νομικό έρεισμα επί του οποίου εξετάζονται αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας ενώπιον του Εφετείου, λαμβανομένης βέβαια υπόψη και της σχετικής με αυτές νομολογία.

 

Η πιο πάνω διάταξη του ΜΕΡΟΥΣ 41.13(2) αντλεί την ύπαρξη της από την πανομοιότυπη διάταξη του PART 52.21 των αγγλικών Civil Procedure Rules του 1998 και η οποία ισχύει σήμερα στην Αγγλία, συνεπώς, η αγγλική νομολογία ενασχολούμενη με την εν λόγω διάταξη είναι σχετική και βοηθητική.  Παραπέμπουμε δε στις υποθέσεις (1) AFAN VALLEY LTD and other και (2) Lupton FAWCETT LLP [2026] EWCA, 05.01.2026 και (2) KIERAN CORRIGAN & CO LTD και BASHIR TIMOL ENCA Civ. 1233 και (3) KARAM SALAH AL DIN AWNI AL SADEQ και 1. DECHER LLP κ.α. [2024] EWCA Civ. 28, ωστόσο, στην προαναφερόμενη αγγλική νομολογία προστίθενται και ο συνυπολογισμός του κατά πόσον η έγκριση της προσαγωγής μαρτυρίας, ενώπιον του Εφετείου, υπαγορεύεται ή επιβάλλεται από τον πρωταρχικό σκοπό.  Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση AL SADEQ (ανωτέρω) το οποίο έχει ως εξής:

 

«This court has a discretion under CPR 52.21(2)(b) to receive evidence on appeal which was not before the lower court. The well-known test in Ladd v Marshall [1954] 1 WLR 1489 continues to provide important guidance as to the exercise of the discretion, although the discretion is not confined by it: evidence may be admitted where the test is not fulfilled, or not admitted where it is, if either is dictated by furtherance of the overriding objective (Hertfordshire Investments Ltd v Bubb [2000] EWCA Civ 3013 [2000] 1 WLR 2318, 2325E-H; Yukong Line Ltd v Rendsburg Investments Corporation [2000] EWCA Civ 358 [2001] 2 Lloyd's Rep 113 at 125; Hamilton v Al-Fayed (No 2) [2000] EWCA Civ 3012 [2001] EMLR 15 at [11]; Terluk v Berezowsky [2011] EWCA Civ 1534 at [32]).»

 

Συνεπώς, η ανάγκη πλήρωσης των προαναφερόμενων αρχών, ως τις έχει υιοθετήσει και η κυπριακή νομολογία, επί του θέματος δεν είναι απόλυτη, αφού η μέχρι σήμερα κυπριακή νομολογία δεν αποφασίστηκε στο πνεύμα των νέων Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023.  Υπό αυτό το πρίσμα θα ασκηθεί η εξουσία μας αναφορικά με την επίδικη Αίτηση.

 

Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd και Country Rose Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 91/2013, ημερομηνίας 19.11.2020, ECLI:CY:AD:2020:A395, (η οποία παρ’ ότι στηρίχθηκε και στην παλαιά Δ.35 Θ.8, θεωρούμε ότι τυγχάνει εφαρμογής) αίτημα για προσαγωγή μαρτυρίας στο Εφετείο απορρίφθηκε.  Η υπόθεση αφορούσε συνοριακή διαφορά και το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε υιοθετήσει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου.  Οι εκεί εφεσείοντες επιθυμούσαν να παρουσιάσουν στο Εφετείο έγγραφο ημερομηνίας 27.07.2010, του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, το οποίο ανέφερε ότι, σε σχέση με την αίτηση των εφεσειόντων για την οριοθέτηση του εγγεγραμμένου συνόρου της εξωτερικής περιμέτρου του τεμαχίου 135, έγινε έλεγχος από τη χωρομετρία και διαπιστώθηκε ότι όλα τα ορόσημα της εξωτερικής του περιμέτρου είχαν κατασκευαστεί σύμφωνα με τα πρότυπα του Τμήματος και οι εφεσείοντες μπορούσαν να προχωρήσουν στη διεξαγωγή του εσωτερικού διαχωρισμού του τεμαχίου τους.  Στην εν λόγω υπόθεση σκιαγραφήθηκαν εναργώς οι αρχές της νομολογίας επί του θέματος, προσαγωγής μαρτυρίας ενώπιον του Εφετείου, και λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

«Αυτό που προκύπτει αναμφίβολα από τη νομολογία είναι ότι η δυνατότητα προσαγωγής περαιτέρω μαρτυρίας κατά την έφεση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο.  Η εξουσία του Εφετείου ασκείται αυστηρά και με φειδώ και η άδεια για προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας χορηγείται μόνο στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι σωρευτικά πληρούνται τρεις βασικές προϋποθέσεις, ότι δηλαδή:

 

(α)  Η μαρτυρία δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί προς χρήση κατά την πρωτόδικη διαδικασία με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας.

(β) Η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε αν προσαγόταν θα ήταν πιθανό να είχε κάποια σημαντική επίδραση στο αποτέλεσμα της υπόθεσης, αν και δεν είναι ανάγκη να είναι αποφασιστικής σημασίας.

(γ)  Η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε να εμφανίζεται αξιόπιστη αν και δεν είναι ανάγκη να είναι αναντίλεκτη.

 

(Athinis v. The Republic (1989) 2 C.L.R. 214, Blachine v. Αριστείδου (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 195, Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2) (1999) 1 Α.Α.Δ. 956, 961, Supatan ν. Περιστιάνη (2006) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1417, Brtsieva ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 331).

 

Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση αναφέρθηκε στην Μάρτιν ν. Της Δημοκρατίας (Αρ.1) (1994) 2 Α.Α.Δ. 29, ότι η νομοθεσία δεν απέβλεπε σε απαλλαγή από την υποχρέωση προσαγωγής κάθε διαθέσιμης σχετικής μαρτυρίας κατά τη δίκη ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.  Επεξηγήθηκε ακόμα ότι εκείνο που έχει σημασία είναι το αντικειμενικά διαθέσιμο της μαρτυρίας και η δυνατότητα εντοπισμού της με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας.  Στην Καυκαρής ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1989) 2 C.L.R. 396, αναφέρθηκε πως για να ικανοποιηθεί η πρώτη προϋπόθεση πρέπει να ήταν ανέφικτη η προσαγωγή της μαρτυρίας στη δίκη και πως πρέπει να καταδειχθεί από τον αιτητή ότι η μαρτυρία δεν ήταν διαθέσιμη (available) κατά τη δίκη παρά τη λήψη κάθε δυνατού μέτρου για την εξασφάλισή της.  Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ήταν γνωστή στον αιτητή ή το δικηγόρο του αλλά αν ήταν αντικειμενικά διαθέσιμη και μπορούσε να εντοπιστεί και να κατατεθεί κατά το χρόνο διεξαγωγής της δίκης.   Η εξουσία του Εφετείου να δεχτεί μαρτυρία έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα και περιορίζεται κυρίως σε μαρτυρία η οποία έρχεται σε φως μετά την ολοκλήρωση της δίκης, η ύπαρξη της οποίας δεν μπορούσε να εντοπιστεί παρά τη λήψη κάθε λογικού μέτρου από το διάδικο ο οποίος επιδιώκει την παρουσίαση της στο Εφετείο.»

 

Έχοντας υπόψη μας τα πιο πάνω νομολογηθέντα, και αφού αξιολογήσαμε τη μαρτυρία που υποστηρίζει την Αίτηση και την Ένσταση, καθώς, και οτιδήποτε έθεσαν ενώπιον μας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω των λεπτομερών γραπτών αγορεύσεων τους, καταλήγουμε στα ακόλουθα συμπεράσματα:

 

(1) Οι Αιτητές δεν απέδειξαν επαρκώς ότι η μαρτυρία την οποία επιδιώκουν να προσάξουν, κατά την εκδίκαση της έφεσης, δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί προς χρήση κατά την πρωτόδικη διαδικασία, αφού το γεγονός της ύπαρξης του ΠΩΕ, καταχωρημένου ως εμπράγματου βάρους προς της επίδικης υποθήκης προέκυψε κατά τη μαρτυρία της ΜΕ2, ωστόσο, αυτοί συνέχισαν την παρουσίαση της υπόθεσης τους χωρίς να αναφέρουν οτιδήποτε περί αναγκαιότητας προσαγωγής μαρτυρίας σχετικής με το επίμαχο γεγονός.  Ολοκλήρωσαν δε την υπόθεση τους χωρίς την προώθηση οποιασδήποτε σχετικής εισήγησης.

 

(2)  Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι η προσαγωγή της επιδιωκόμενης μαρτυρίας θα είχε κάποια σημαντική επίδραση στο αποτέλεσμα της υπόθεσης.  Η βασική τους θέση είναι ότι υπάρχει διασύνδεση μεταξύ του εναγόμενου 3 και της αγοράστριας εταιρείας επί της οποίας έχουν πρόθεση, προφανώς, να αναπτύξουν και να προωθήσουν ότι υπήρξε κάποιου είδους εξαπάτηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ή ενδεχομένως συμπαιγνία εκ μέρους της εφεσίβλητης με την αγοράστρια εταιρεία.  Προκύπτουν, ωστόσο, δύο στοιχεία τα οποία δεν επιτρέπεται να αγνοηθούν από το παρόν Δικαστήριο.  Πρώτον, ότι ο εναγόμενος 3 ως φυσικό πρόσωπο είναι ανεξάρτητη οντότητα από την αγοράστρια εταιρεία, που είναι νομικό πρόσωπο, έστω και αν ο εναγόμενος κατείχε θέση διευθυντή ή μετόχου, ως ισχυρίζονται οι Αιτητές.  Δεύτερον, εάν η πρόθεση των Αιτητών είναι, πιθανότατα, μέσω των όσων υποστηρίζουν την Αίτηση τους, να προωθήσουν θέσεις ή ισχυρισμούς περί εξαπάτησης ή άλλης παράνομης συμπεριφοράς, εκ μέρους της εφεσίβλητης, είτε από μόνης της, είτε σε συνεργασία με την αγοράστρια εταιρεία, τότε ομιλούμε για διεύρυνση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό.  Υπενθυμίζεται πως, κατά την ακρόαση της έφεσης, δεν παρέχεται εξουσία για υποκατάσταση της πρωτόδικης διαδικασίας (δέστε υπόθεση Λαπέρτας v. Semio Production Ltd (Αρ. 2) (2003) 2 Α.Α.Δ. 249), πόσο μάλλον για διεύρυνση των επίδικων θεμάτων.

 

Τέλος, όσον αφορά στο κατά πόσον τυχόν έγκριση της Αίτησης θα επιβαλλόταν από τον πρωταρχικό σκοπό, θεωρούμε ότι η ορθή απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική.  Ο πρωταρχικός σκοπός δεν συνδέεται και δεν μπορεί να υπαγορεύεται όταν κινδυνεύουν να παραβιαστούν είτε ουσιαστικά δικαιώματα είτε δικονομικά, ως θα συνέβαινε στη συγκεκριμένη περίπτωση, της Καθ’ ης η Αίτηση, δεδομένου ότι θα διευρύνονταν τα επίδικα θέματα αλλά και θα προκαλούνταν επιπλοκή στην εκδίκαση της υπόθεσης η οποία είναι έτοιμη να ακουσθεί.

 

Συνακόλουθα όλων των προλεγόμενων, κρίνουμε βάσιμους τους λόγους ένστασης αρ. 1, 2, 5, 8 και 9.  Παρέλκει, ως εκ τούτου, η ενασχόληση μας με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης.  Η Αίτηση απορρίπτεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα Αίτησης, ύψους €1.700,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, προς όφελος της εφεσίβλητης και εναντίον των Αιτητών.

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο