ΛΕΟΝΤΙΟΣ ΠΑΠΑΜΗΝΑ v. SWISSPORT CYPRUS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 304/2020, 14/9/2026
print
Τίτλος:
ΛΕΟΝΤΙΟΣ ΠΑΠΑΜΗΝΑ v. SWISSPORT CYPRUS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 304/2020, 14/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 304/2020)

 

14 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

ΛΕΟΝΤΙΟΣ ΠΑΠΑΜΗΝΑ,

Εφεσείοντας,

v.

 

SWISSPORT CYPRUS LTD,

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

Κ. Ευσταθίου για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Π. Γκροζάκης για Γιώργος Παμπορίδης Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.:  Ο εφεσείοντας υπέστη ατύχημα ενώ κατέβαινε από σκάλα αεροπλάνου στο αεροδρόμιο Λάρνακας.  Ενήγαγε τους εφεσίβλητους ως πρόσωπα τα οποία είχαν την επιμέλεια και την ευθύνη αποβίβασης των επιβατών από το αεροσκάφος.  Είναι χρήσιμο να αναφέρουμε ότι, όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης του εφεσείοντα, αυτός απέδωσε ευθύνη στους εφεσίβλητους με βάση τους ακόλουθους ισχυρισμούς οι οποίοι παρατίθενται αυτούσιοι, ως διατυπώθηκαν στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης του, και έχουν ως ακολούθως:

 

«7.    Λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων των Εναγομένων και/ή των υπαλλήλων και/ή εργοδοτούμενων και/ή εργαζομένων τους αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα:

 

(α)  Παρέλειψαν να λάβουν τα δέοντα και/ή προβλεπόμενα μέτρα προστασίας και/ή ασφάλειας των επιβατών κατά την πτήση και/ή κατά την επιβίβαση και αποβίβαση των επιβατών, οι οποίοι επιβιβάστηκαν στο αεροσκάφος της Εναγόμενος Νο. 2 με αποτέλεσμα κατά ή περί τις 08/02/2009, ο Ενάγων να τραυματηστεί και/ή υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες, λόγω της πτώσης του από την σκάλα την οποία τοποθέτησε η Εναγόμενο Νο.1 και/ή υπαλλήλοι και/ή εργοδοτούμενοι και/ή εργαζόμενοι της.

 

(β)     Δεν προέβησαν στις δέουσες και/ή προβλεπόμενες ενέργειες για ν’ αποτρέψουν το ενδεχόμενο ατυχήματος και/ή τραυματισμού και/ή την πρόκληση σωματικών βλαβών σε επισκέπτες και/ή επιβάτες του αεροσκάφους.

 

(γ)     Παρέλειψαν να επιδείξουν την ενδεικνυόμενη υπό τις περιστάσεις και/ή οποιαδήποτε λογική φροντίδα και/ή επιμέλεια, με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του Ενάγοντα.

 

(δ)    Ενώ μπορούσαν και/ή όφειλαν ν’ αποφύγουν το ατύχημα και/ή τον τραυματισμό του Ενάγοντα, με το να λάβουν όλα τα υπό τις περιστάσεις ενδεικνυόμενα μέτρα, παρέλειψαν και/ή αμέλησαν και/ή αδιαφόρησαν να το πράξουν.

 

8.      Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι στην παρούσα περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα “RES IPSA LOQUITUR”, καθώς χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες και/ή εξοπλισμό και/ή εγκαταστάσεις των Εναγομένων και/ή καθώς ευβρισκόταν σε χώρο όπου αυτού ασκούσαν απόλυτο έλεγχο και/ή ενώ ακολουθούσε τις προβλεπόμενες οδηγίες και/ή διαδικασίες καθ’ υπόδειξη των Εναγομένων , ο Ενάγοντας τραυματίσθηκε.

 

9.      Συγκεκριμένα, ο τραυματισμός του Ενάγοντα προέκυψε από τις σκάλες που είχαν τοποθετηθεί, από την Εναγόμενη Νο.1 και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους εργοδοτούμενους και/ή εργαζόμενους της, στα σημεία εξόδου του αεροσκάφους της Εναγομένης Νο.2 με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας κατά την αποβίβαση του, λόγω καθόλου και/ή μη επαρκούς φωτισμού και λόγω ολισθηρότητας και/ή κακοκαιρίας να πέσει από τις σκάλες με αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του.

 

10.    Η αμέλεια των Εναγομένων ευρίσκεται στο γεγονός ότι στο αεροσκάφος, και/ή τις σκάλες αποβίβασης/επιβίβασης δεν είχε τοποθετηθεί αντίστοιχο αντιολισθητικό και/ή άλλο αντίστοιχο βοήθημα για τους επιβάτες λόγω των κακών καιρικών συνθηκών και η περιοχή και/ή μέρος των σκάλων του αεροσκάφους το οποίο καλούνταν να διασχίσουν οι επιβάτες για να αποβιβαστούν και/ή επιβιβαστούν ήταν βρεγμένο με νερό, ενώ περαιτέρω δεν υπήρχε επαρκής και/ή καθόλου φωτισμός παρά το γεγονός ότι ήταν βράδυ, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να χάσει την ισορροπία του, να πέσει και να υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες στην περιοχή του ποδιού και/ή των κάτω άκρων.»

 

 

 

Από τη μελέτη του πιο πάνω περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης προκύπτει ότι πέρα από τις γενικές λεπτομέρειες αμέλειας, οι ειδικές λεπτομέρειες οι οποίες αποδόθηκαν στους εφεσίβλητους, και τις οποίες ο εφεσείοντας όφειλε να αποδείξει με πειστική και αξιόπιστη μαρτυρία, συνίστανται στο ότι (α) υπήρχε έλλειψη φωτισμού, (β) υπήρχε ολισθηρότητα στη σκάλα και (γ) κακοκαιρία ως αιτία που αυτός έπεσε από τη σκάλα και να τραυματισθεί.  Ο εφεσείοντας επικαλέσθηκε, στο δικόγραφο του, την εφαρμογή του δόγματος Res Ipsa Loquitur.

 

Σημειωτέον ότι, πρωτοδίκως, αναφορικά με τους τραυματισμούς του εφεσείοντα, (γενικές και ειδικές ζημιές), υπήρξε συμφωνία, οπότε δηλώθηκε, επί πλήρους ευθύνης, το ποσό των €40.000,00, περιλαμβανομένων τόκων.  Παρέμεινε, ως εκ τούτου, για εκδίκαση το ζήτημα της αποδιδόμενης στους εφεσίβλητους ευθύνης για την πτώση του εφεσείοντα από τη σκάλα.

 

Το εκδικάσαν, την υπόθεση, Δικαστήριο – στο εξής πρωτόδικο Δικαστήριο - κατέληξε, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, ότι ο εφεσείοντας δεν απέδειξε πως οι εφεσίβλητοι έπραξαν ή παρέλειψαν να πράξουν οτιδήποτε το οποίο να παραβίασε το καθήκον επιμέλειας που είχαν έναντι του και, κατ’ επέκταση, απέρριψε την αγωγή του.

 

Ο εφεσείοντας διαφώνησε με το πιο πάνω αποτέλεσμα και, με την παρούσα ειδοποίηση έφεσης του, ζητά την ανατροπή του και την έκδοση απόφασης προς όφελος του, στη βάση του συμφωνηθέντος ποσού των €40.000,00.  Οι δύο λόγοι έφεσης που προβάλλει έχουν ως ακολούθως:

 

«ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ ΑΡ. 1

 

Η απόφαση του Πρωτοδίκου Δικαστηρίου με την οποία απέρριψε την αγωγή του εφεσείοντος επί τη βάση του ότι δεν είχε προκύψει μαρτυρία οτιδήποτε που να καταδείκνυε ότι η εφεσίβλητη διέπραξε ή παρέλειψε να πράξει κάτι που να παραβίαζε το καθήκον επιμέλειας που είχε έναντι του εφεσείοντος, ήταν κατά νόμο εσφαλμένη το δε Δικαστήριο κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα κατ’ εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης στον Κανόνα Δικαίου, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καθοδηγηθεί εσφαλμένως και να καταλήξει στην απόφαση του περί απόρριψη της αγωγής.

 

Το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την ολότητα της μαρτυρίας και το γεγονός ότι ουσιαστικώς η εκδοχή του εφεσείοντα παρέμεινε αναντίλεκτη, η δε μαρτυρία η οποία παρουσιάσθηκε από την εφεσίβλητη δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία του εφεσείοντος.

 

……………………………………………………………………………………………

 

ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ ΑΡ. 2

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε προς τον Νόμο (error in law) χωρίς να λάβει υπόψη του την ιδιαίτερη ευθύνη που είχε η εφεσίβλητη έναντι του εφεσείοντος ως μεταφορέας και/ή ως το πρόσωπο το οποίο είχεν αναλάβει την μεταφορά, επιβίβαση και αποβίβαση με ασφάλεια του εφεσείοντος και το ιδιαίτερο καθήκον επιμέλειας το οποίο είχε η εφεσίβλητη έναντι του εφεσείοντος.  Το Δικαστήριο ουδόλως ασχολήθηκε με τα ως άνω με αποτέλεσμα να καταλήξει σε εσφαλμένα ευρήματα επί των γεγονότων της υπόθεσης και την εφαρμογή του νόμου.

 

Το ιδιαίτερο καθήκον της εφεσίβλητης επήγαζε ή εξεπορεύετο από τον Νόμο ως ιδιοκτήτριας και/ή κατόχου αεροσκάφους και/ή προσαρτήματος αυτού και/ή άλλου μεταφορικού μέσου ή ως συναδικοπραγήσασας και/ή συνεργούντος μετ’ αυτών επί τη βάση του άρθρου 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και των άρθρων 55 και 57 αυτού και εν γένει επί τη βάση του γενικότερου καθήκοντος επιμέλειας το οποίο θα έπρεπε να είχε επιδείξει η εφεσίβλητη έναντι του εφεσείοντος ως πρόσωπο τα οποία είχε αναλάβει την ασφαλή επιβίβαση, ή αποβίβαση του εφεσείοντος επί και από το αεροσκάφος.»

 

 

Για σκοπούς εξέτασης των δύο λόγων έφεσης έχουμε διεξέλθει με κάθε δυνατή προσοχή το περιεχόμενο των δικογράφων της υπόθεσης, των πρακτικών της δίκης, των λόγων έφεσης και την αιτιολογία αυτών, καθώς και των περιγραμμάτων αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων.

 

Οφείλουμε σ’ αυτό το στάδιο να κάνουμε μνεία στο γεγονός ότι πρωτοδίκως εκ μέρους του εφεσείοντα μαρτύρησε ο ίδιος και εκ μέρους των εφεσίβλητων μαρτύρησε υπάλληλος τους – Λειτουργός Υγείας και Ασφάλειας στην υπηρεσία τους – στο εξής ΜΥ.  Ο εφεσείοντας δεν κρίθηκε αξιόπιστος, για τους λόγους που διατύπωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο στην εκκαλούμενη απόφαση του, ενώ αντίθετα, ο ΜΥ κρίθηκε αξιόπιστος.  Ως καθίσταται αντιληπτό, από το περιεχόμενο των λόγων έφεσης, η πρωτόδικη κρίση σ’ ότι αφορά στην αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εφεσιβλήθηκε.  Συνεπώς αυτό το γεγονός αναπόφευκτα θα συνοδεύει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του εφεσείοντα αναφορικά και με τους δύο λόγους έφεσης, παρ’ ότι ανεπίτρεπτα στο περίγραμμα αγόρευσης του εφεσείοντα αναπτύσσεται, έστω ακροθιγώς, ζήτημα το οποίο σχετίζεται με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του.

 

Εξετάζοντας τον πρώτο λόγο έφεσης, έχουμε κατά νου τις αιτιάσεις που τον υποστηρίζουν, ήτοι (α) πως ο μόνος μάρτυρας που κατέθεσε επί των γεγονότων ήταν ο εφεσείοντας, αφού η μαρτυρία του ΜΥ ήταν άσχετη ή αόριστη ή γενική και δεν είχε σχέση με τα γεγονότα, (β) παρά το γεγονός ότι ουδείς μαρτύρησε, εκ μέρους των εφεσίβλητων, για την κατάσταση της σκάλας, εντούτοις το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή την εκδοχή της υπεράσπισης, χωρίς ουσιαστικό πραγματικό υπόβαθρο, και απέρριψε την εκδοχή του εφεσείοντα για λόγους που δεν ευσταθούν και (γ) ως αποτέλεσμα των προλεχθέντων, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένα ευρήματα και συμπεράσματα.

 

Κατ’ αρχάς, οφείλουμε να επισημάνουμε πως με την αιτίαση (β) επιχειρείται ανεπίτρεπτα, αφού αυτή δεν καλύπτεται από τον πρώτο λόγο έφεσης, να εισαχθεί προς εξέταση ζήτημα σχετιζόμενο με την αξιολόγηση και αξιοπιστία της μαρτυρίας.  Κατά δεύτερο λόγο, και ανεξάρτητα, αυτή η αιτίαση, στον βαθμό που σχετίζεται με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσείοντα, παρέμεινε γενική και αόριστη, και ως τέτοια είναι απορριπτέα, αφού δεν αναπτύσσεται ούτε στην αιτιολογία, αλλά ούτε και στο περίγραμμα αγόρευσης οποιοδήποτε αποδιδόμενο σφάλμα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εφεσείοντα. Σ’ ότι αφορά στην αιτίαση (α) παρατηρούμε πως εφ’ όσον ο εφεσείοντας δεν κρίθηκε αξιόπιστος, ακόμη, και να γινόταν αποδεκτή η θέση ότι η μαρτυρία του ΜΥ ήταν άσχετη ή αόριστη ή γενική, (θέση με την οποία δεν συμφωνούμε ούτως ή άλλως), και πως δεν είχε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, το βάρος απόδειξης ότι οι εφεσίβλητοι ήταν αμελείς, ως θα εξηγήσουμε και πιο κάτω, το έφερε ο εφεσείοντας πλην, όμως, δεν ήταν εφικτό κάτι τέτοιο να αποδειχθεί, μετά που αυτός δεν κρίθηκε αξιόπιστος.  Κατ’ επέκταση, δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται λόγος για εσφαλμένα ευρήματα και συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αφού αυτά ήταν αποτέλεσμα της αποδεκτής, ενώπιον του, μαρτυρίας.  Επιπλέον, δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται λόγος περί αναντίλεκτης μαρτυρίας του εφεσείοντα όταν, μέσα από τα πρακτικά της δίκης, αναδύεται, πολύ ευδιάκριτα, η αμφισβήτηση της μαρτυρίας του, η οποία, μεταξύ άλλων στοιχείων που έλαβε υπόψη του το πρωτόδικο Δικαστήριο, οδήγησε στην αποδυνάμωση της εκδοχής του και στη μη αποδοχή της ως αξιόπιστης.  Ως προς την αιτίαση (γ) ό,τι προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση είναι πως τα ευρήματα και συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν συνυφασμένα και συνδεδεμένα με την αξιόπιστη ενώπιον του μαρτυρία.

 

Σ’ ότι αφορά στην κύρια θέση του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι εφεσίβλητοι δεν παραβίασαν το καθήκον επιμέλειας, έναντι του, την απορρίπτουμε ως αβάσιμη, καθ’ ότι, το εν λόγω συμπέρασμα ήταν το προϊόν εφαρμογής της σχετικής νομολογίας (δέστε (1) Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 453, (2) Μακρίδης και Υιοί Λτδ v. Λουκά (2003) 1(Α) Α.Α.Δ. 447, (3) Ξενοφώντος v. K.N. Zoo Bar Restaurant Ltd κ.α. (2016) 1 Α.Α.Δ. 2786) στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέπεμψε, εντάσσοντας, ορθά σ’ αυτήν, τα αποδεκτά γεγονότα που είχαν τεθεί ενώπιον του και αποτέλεσαν τα ευρήματα του.

 

Σε αρμονία με την πρωτόδικη κατάληξη συμφωνούμε πως δεν προέκυψε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία για μη λήψη λογικών μέτρων, ή αγνόηση οποιουδήποτε κινδύνου.  Η δε έλλειψη μαρτυρίας, εκ μέρους των εφεσίβλητων, για έλεγχο της συγκεκριμένης σκάλας, από υπάλληλο τους, πριν την τοποθέτηση της στην είσοδο – έξοδο του αεροπλάνου, θα είχε σημασία για περαιτέρω συζήτηση αν ο εφεσείοντας κρινόταν αξιόπιστος.

 

Συνακόλουθα των προαναφερόμενων, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Εξετάζοντας τον δεύτερο λόγο έφεσης, το παράπονο του εφεσείοντα, ως το αντιλαμβανόμαστε, εστιάζεται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε αφού δεν έλαβε υπόψη του την ιδιαίτερη ευθύνη των εφεσίβλητων, έναντι του, ως μεταφορέα και/ή ως πρόσωπο το οποίο είχε αναλάβει τη μεταφορά, επιβίβαση, και αποβίβαση του με ασφάλεια.  Το δε ιδιαίτερο καθήκον των εφεσίβλητων, έναντι του εφεσείοντα, πήγαζε, σύμφωνα με τον τελευταίο, από το Νόμο, ως ιδιοκτητών και/ή κατόχων του αεροσκάφους και/ή προσαρτήματος αυτού και/ή άλλων μεταφορικών μέσων με βάση τα Άρθρα 51, 55 και 57 του Κεφ. 148. 

 

Καθίσταται, εν πρώτοις, αντιληπτό ότι οι εφεσίβλητοι δεν ήταν ούτε ιδιοκτήτες ούτε κάτοχοι του αεροσκάφους, επομένως, αυτή η βάση είναι απορριπτέα.  Περαιτέρω, όμως, είναι χρήσιμο,  θεωρούμε, να παραθέσουμε αυτούσια αποσπάσματα από το αμφισβητούμενο συμπέρασμα, αλλά και τα σχετικά ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, προς καλύτερη αντίληψη των επίμαχων ζητημάτων, τα οποία έχουν ως ακολούθως:

 

«Είναι αδιαμφισβήτητο και καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας ήταν επιβάτης σε αεροσκάφος, το οποίο η Εναγομένη 1 ανέλαβε να εξυπηρετήσει. Δεν έχει περαιτέρω αμφισβητηθεί ότι η Εναγομένη 1 είχε αναλάβει να τοποθετήσει και όντως τοποθέτησε την σκάλα αποβίβασης στο εν λόγω αεροσκάφος. Τέλος, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο Ενάγοντας όντως έπεσε από την εν λόγω σκάλα με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Πέραν όμως των πιο πάνω, ο Ενάγοντας δεν κατόρθωσε μέσα από την μαρτυρία του να αποδείξει τι ήταν αυτό που οδήγησε στην πτώση του ιδίου από την σκάλα. Ούτε κατόρθωσε να αποδείξει την δικογραφημένη θέση ότι η Εναγομένη 1 παρέλειψε να τοποθετήσει αντιολισθητικό υλικό στην σκάλα. Όσον αφορά τον καιρό, ναι μεν έγινε αναφορά σε βροχή, πλην όμως παρέμεινε άγνωστη η ένταση της. Άγνωστο παρέμεινε επίσης το κατά πόσον στην σκάλα αποβίβασης είχε συσσωρευθεί νερό. Πολύ απλά, ο Ενάγοντας απλά δεν γνώριζε τον λόγο για τον οποίο έπεσε από την σκάλα. Από την άλλη, μπορεί με ασφάλεια να προκύψει εύρημα ότι η σκάλα που τοποθέτησε η Εναγομένη 1 πληροί τις προδιαγραφές που ακολουθούνται ανά το παγκόσμιο. Αυτή διαθέτει ενσωματωμένο φωτισμό, χειρολαβή σε όλο το μήκος της, αντιολισθητική επιφάνεια σε κάθε σκαλοπάτι και αντιολισθητική ταινία στην άκρη κάθε σκαλοπατιού.

 

…………………………………………………………………………………………...

 

Εν προκειμένω, όπως ήδη επισημάνθηκε πιο πάνω δεν αμφισβητείται ότι ο Ενάγοντας ήταν επιβάτης σε αεροσκάφος, το οποίο η Εναγομένη 1 ανέλαβε να εξυπηρετήσει. Ούτε έχει αμφισβητηθεί ότι η Εναγομένη 1 είχε αναλάβει να τοποθετήσει και όντως τοποθέτησε την σκάλα την οποία ο Ενάγοντας θα χρησιμοποιούσε για να κατέβει από το αεροσκάφος. Από τα πιο πάνω, προκύπτει θεωρώ ότι ο Ενάγοντας, όπως και όλοι οι επιβάτες του συγκεκριμένου αεροσκάφους, εμπίπτουν στα πρόσωπα που ευλόγως θα μπορούσαν να ζημιωθούν από αμελείς πράξεις ή παραλείψεις της Εναγομένης 1 (foreseeability) και υπάρχει σχέση γειτνίασης (proximity). Έχω την άποψη ότι υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, είναι δίκαιο, ορθό και εύλογο να εναποτεθεί στην Εναγομένη 1 καθήκον επιμέλειας (notional duty of care) να διασφαλίσει την ασφάλεια όσων θα χρησιμοποιούσαν την σκάλα.

 

Όμως, το ουσιαστικό ζητούμενο  εν προκειμένω, είναι ο καθορισμός της έκτασης αυτού του καθήκοντος και το κατά πόσο αυτό έχει, υπό τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, παραβιαστεί. Όπως ήδη λέχθηκε (βλ. Στρατμάρκο ανωτέρω), το επίπεδο επιμέλειας (standard of care) που πρέπει να επιδεικνύεται είναι αυτό που υποθετικά επιδεικνύει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες. Αν, υπό τις περιστάσεις, η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 475).

 

Όταν το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μια νέα κατηγορία σχέσης στη βάση της οποίας πιθανόν να υφίσταται καθήκον επιμέλειας, οφείλει να την αντιπαραβάλει με ήδη αναγνωρισμένες από το δίκαιο κατηγορίες (βλ. Reeman v. Department of Transport (1997) P.N.L.R 618). Έχοντας τούτο κατά νου, θεωρώ ότι εν προκειμένω μπορούν να εφαρμοστούν κατ' αναλογία οι αρχές που αφορούν το καθήκον επιμέλειας του κατόχου υποστατικού. Σε σχέση λοιπόν με αυτό το καθήκον, στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (Sweet & Maxwell, 22η έκδοση) παρ. 12-30 αναφέρονται τα πιο κάτω:

 

«In determining whether what was done or not done by the occupier was in fact reasonable, and whether in the particular circumstances of the case the visitor was reasonably safe, the court is free to consider all the circumstances, such as the foreseeability of injury, how obvious the danger is, the age or infirmity of the visitor, the purpose of his visit, the conduct to be expected of him, and the state of knowledge of the occupier».

 

Στρέφομαι στην παρούσα περίπτωση. Με βάση την αποδεκτή ενώπιον μου μαρτυρία, όλες οι σκάλες που χρησιμοποιεί η Εναγομένη 1 φέρουν αντιολισθητικές ραβδώσεις και αντιολισθητική ταινία. Είναι δε κατασκευασμένες με τρόπο που δεν επιτρέπουν την συσσώρευση νερού και έχουν ενσωματωμένο φωτισμό ανεξάρτητο από τον φωτισμό του αεροδρομίου. Διαθέτουν επίσης χειρολαβές δεξιά και αριστερά σε όλο το μήκος τους. Οι προδιαγραφές των εν λόγω σκαλών είναι ίδιες με αυτές που έχουν οι σκάλες που χρησιμοποιούνται σε όλα τα αεροδρόμια του κόσμου. Ο Ενάγοντας δεν ήταν σε θέση να αμφισβητήσει την πιο πάνω μαρτυρία. Δεν είπε τίποτε για συσσώρευση νερού οπουδήποτε στην σκάλα, ούτε αναφέρθηκε σε μη ύπαρξη αντιολισθητικής επιφάνειας και ταινίας σε κάθε σκαλοπάτι. Δεν ήταν καν σε θέση να αναφέρει ποιος ήταν ο λόγος που έπεσε από την σκάλα. Προκάλεσε μάλιστα σύγχυση λέγοντας ότι ενδεχομένως να είχε πέσει κάποιο αντικείμενο από επιβάτες που κατέβηκαν προηγουμένως και ότι ίσως αυτό να προκάλεσε την πτώση του. Αυτό όμως ουδεμία συνάφεια έχει με τις δικογραφημένες του θέσεις, μέσω τον οποίων καταλογίζει στην Εναγομένη 1 ότι, ενώ γνώριζε ότι μέρος των σκάλων ήταν βρεγμένο και ότι δεν υπήρχε επαρκής φωτισμός, παρέλειψε να λάβει μέτρα αποτροπής ατυχήματος.

 

Από την άλλη, ο ΜΥ είπε ότι δεν αναφέρθηκε οποιαδήποτε βλάβη σε σχέση με την σκάλα που εξυπηρέτησε την πτήση του Ενάγοντα. Είπε επίσης ότι κατά συνήθη πρακτική, ο χειριστής της σκάλας ελέγχει αν υπάρχει οιοδήποτε πρόβλημα με τα φώτα που βρίσκονται ενσωματωμένα σε αυτή και αν υπάρχουν ξένα αντικείμενα. Τότε και μόνο τότε τοποθετείται η σκάλα στο αεροπλάνο. Σύμφωνα τέλος με τον ΜΥ, η σκάλα αποβίβασης που τοποθετήθηκε ήταν σε καλή κατάσταση, κάτι που στην δική μου αντίληψη, καταδεικνύει ότι έφερε τις αντιολισθητικές επιφάνειες που προαναφέρθηκαν, διέθετε χειρολαβή και είχε ενσωματωμένο φωτισμό. Δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία για ύπαρξη ελλοχεύοντος κινδύνου που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει η Εναγομένη 1, ώστε να δημιουργείται υποχρέωση να προειδοποιήσει για αυτόν. Όπως εύστοχα ανέφερε ο ΜΥ αναμένεται ότι οι άνθρωποι γνωρίζουν τον τρόπο με τον οποίο θα κατέβουν μια σκάλα. Σε κάθε περίπτωση, η Εναγόμενη 1 ήταν σε θέση και ετοιμότητα μέσω των υπαλλήλων της, να παρέχει βοήθεια σε οιοδήποτε επιβάτη. Τέτοια βοήθεια δεν ζητήθηκε εν προκειμένω. Ούτε αναφέρθηκε οποιοδήποτε κινητικό πρόβλημα του Ενάγοντος. Απεναντίας, ο Ενάγοντας κατά την μαρτυρία του, είπε ότι πριν το ατύχημα ήταν απόλυτα υγιής.

 

Υπό το φως λοιπόν της ενώπιον μου μαρτυρίας, δεν προκύπτει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η Εναγομένη 1 έπραξε ή παρέλειψε να πράξει κάτι που να  παραβιάζει το καθήκον επιμέλειας που είχε έναντι του Ενάγοντος. Υπό τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μου, το να εναποτεθεί στην Εναγομένη 1 καθήκον επιμέλειας πέραν των όσων ήδη έπραξε, ήτοι να τοποθετήσει σκάλα που διαθέτει τόσο φωτισμό, όσο και αντιολισθητική επιφάνεια, αλλά και χειρολαβή, δεν θα ήταν δίκαιο ορθό και εύλογο.»

 

Με κάθε σεβασμό στους τραυματισμούς που υπέστη ο εφεσείοντας, αλλά και τις θέσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του, συμφωνούμε με την πρωτόδικη κρίση, η οποία, υπό τις περιστάσεις, ήταν ορθή και ενταγμένη στις παραμέτρους της σχετικής νομολογίας, στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε.  Δεν εντοπίζουμε να προσάχθηκε οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία για ύπαρξη κινδύνου, στη σκάλα που χρησιμοποίησε ο εφεσείοντας, συνδεδεμένος με την πτώση του.

 

Είναι δε εις γνώση μας η υπόθεση Labbadia v. Alitalia [2019] EWCH 2103 (QB)  η οποία όμως βασίστηκε σε διαφορετικά γεγονότα και, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να βοηθήσει, σε οτιδήποτε, την υπόθεση του εφεσείοντα.  Τα διαφορετικά γεγονότα συνίστανται στο ότι η πτώση από τη σκάλα αεροπλάνου επήλθε επειδή υπήρχε παγωμένο χιόνι πάνω σε αυτή χωρίς να είχε τοποθετηθεί προηγουμένως σκέπαστρο και, περαιτέρω, το αγγλικό Δικαστήριο ενδιέτριψε, μεταξύ άλλων, και επί της ερμηνείας διατάξεων της Συνθήκης του Μοντρεάλ της 28ης του 1999  (θεσμοθέτηση ευθύνης αερομεταφορέων όταν ο επιβάτης ήταν ήδη επιβιβασμένος στο αεροσκάφος ή κατά τη διάρκεια της επιβίβασης ή της αποβίβασης – Άρθρα 17 και 20),  αφού η αγωγή στρεφόταν εναντίον του αερομεταφορέα. Η εν λόγω συνθήκη κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον Ν. 3(III)/2002.  Υπενθυμίζεται, όμως, ότι στην παρούσα υπόθεση η αγωγή εναντίον του αερομεταφορέα είχε απορριφθεί, καθότι, πρωτοδίκως, κρίθηκε ότι η αξίωση του εφεσείοντα ηγέρθηκε μετά την πάροδο δύο ετών από την ημερομηνία του ατυχήματος, και ως εκ τούτου είχε παραγραφεί.

 

Τέλος, ως προς το ζήτημα της εφαρμογής του δόγματος Res Ipsa Loquitur κρίνουμε ότι, υπό τις περιστάσεις, το εν λόγω δόγμα δεν τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου.   Αυτό επειδή, ξεκάθαρα, ο εφεσείοντας μαρτύρησε δίδοντας λεπτομέρειες προς απόδειξη ευθύνης – αμέλειας εκ μέρους των εφεσίβλητων για την αιτία του ατυχήματος που είχε.   Σύμφωνα με τα νομολογηθέντα (δέστε, μεταξύ άλλων, υπόθεση Πέτρου και Άλλος v. Θεμιστοκλέους (2003) 1 Α.Α.Δ. 1426), βασική προϋπόθεση για εφαρμογή του προειρημένου δόγματος αποτελεί η απόδειξη ότι ο εναγόμενος είναι εκ πρώτης όψεως ένοχος αμέλειας, κάτι που δεν αποδείχθηκε, δεδομένης και της μη αποδοχής ως αξιόπιστης της μαρτυρίας του εφεσείοντα.  Επίσης απαιτείται όπως ο ενάγοντας να μην έχει γνώση για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δυνατόν να προκύπτει αμέλεια, αλλά αυτές οι συνθήκες να ανήκουν στη σφαίρα γνώσης του εναγόμενου, κάτι που, επίσης, δεν συνέτρεχε στην παρούσα υπόθεση, ως εξηγείται πιο πάνω.  Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να μετακινηθεί το βάρος απόδειξης στους εφεσίβλητους.

 

Καταλήγουμε πως ούτε ο δεύτερος λόγος έφεσης είναι βάσιμος.

 

Ενόψει του ότι ουδείς λόγος έφεσης κρίθηκε βάσιμος, η έφεση απορρίπτεται.  Η εκκαλούμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

Επιδικάζονται έξοδα €2.400,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, προς όφελος των εφεσίβλητων και εναντίον του εφεσείοντα.

 

  

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο