ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ. 305/2025)
30 Σεπτεμβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Γ. Λοΐζου, για Εφεσείοντα
Σ. Χατζηκωνσταντή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας επέβαλε στον εφεσείοντα, αφού τον έκρινε ένοχο κατόπιν παραδοχής του, τις πιο κάτω ποινές φυλάκισης για τα πιο κάτω αδικήματα κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154:
- Στην κατηγορία 2, (διάρρηξη κτιρίου και κλοπής), ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών.
- Στην κατηγορία 3, (κακόβουλη βλάβη σε περιουσία), ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
- Στην κατηγορία 4 (διάρρηξη κτιρίου και κλοπής), ποινή φυλάκισης 20 μηνών.
- Στην κατηγορία 5 (κλοπή), ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
- Στην κατηγορία 6 (διάρρηξη κτιρίου και κλοπής), ποινή φυλάκισης 2 ετών.
Με τέσσερεις λόγους έφεσης προσβάλλεται το ύψος των πιο πάνω ποινών, ενώ με τον πέμπτο λόγο έφεσης προσβάλλεται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο δεν ανέστειλε τις εν λόγω ποινές.
Όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί, η εξουσία επέμβασης του Εφετείου σε επιβληθείσα ποινή δεν επαφίεται στην υποκειμενική κρίση των μελών του. Στην ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2021, ημερομηνίας 29.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B131, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής. Ως λέχθηκε:
«Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani k.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014 ημερ. 25.11.2015.»
Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525)».»
Στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εφεσείοντα κατά την ενώπιόν μας ακρόαση συνοψίστηκε η κοινή συνισταμένη των λόγων έφεσης κατά του ύψους των ποινών φυλάκισης, ότι δηλαδή το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε λεκτική καταγραφή των μετριαστικών παραγόντων, χωρίς απόδοση σ’ αυτούς δέουσας βαρύτητας και ότι δεν προέβη ουσιαστικά σε εξατομίκευση της ποινής. Αυτό φανερώνεται, σύμφωνα με τον συνήγορο, από το ότι δεν υπήρξε ορατή έκπτωση στις ποινές με αποτέλεσμα αυτές να είναι έκδηλα υπερβολικές και/ή εσφαλμένες ως θέμα αρχής.
Η συνολική πιο πάνω θεώρηση από πλευράς εφεσείοντα, αποτελεί το αντικείμενο του πρώτου λόγου έφεσης. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προσέδωσε βαρύτητα σε παλαιά καταδίκη του εφεσείοντα με την οποία του επιβλήθηκε πενταετής ποινή φυλάκισης, χρονολογούμενη το έτος 1998 για ανόμοιας φύσεως αδικήματα, σχετιζόμενα με εισαγωγή και κατοχή ρητίνης κάνναβης. Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε εσφαλμένα και ανεπαρκώς τη σοβαρή κατάσταση της υγείας του εφεσείοντα. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στάθμισε ορθά την απεξάρτηση του εφεσείοντα από τα ναρκωτικά.
Πριν εξετάσουμε τις διαφορετικές αιτιάσεις των ως άνω λόγων έφεσης, θεωρούμε χρήσιμο να υπογραμμίσουμε ότι ο συνήγορος του εφεσείοντα παραβλέπει ότι σύμφωνα με τη νομολογία, οι μετριαστικοί παράγοντες που επικαλείται, έχουν μειωμένη βαρύτητα ενόψει του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ορθά εντόπισε ότι ο εφεσείων επέδειξε σοβαρής μορφής εγκληματική συμπεριφορά και ιδίως προέβη σε επαναληπτική διάπραξη σοβαρών αδικημάτων. Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. YAZAN HASAN κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ.: 227/2025, 228/2025, ημερομηνίας 24.6.2026 και στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΓΙΩΡΓΟΥ ΖΑΒΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ.: 232/2025, ημερομηνίας 26.5.2026, με αναφορά σε προηγούμενη νομολογία, κρίθηκε ότι η επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά του κατηγορούμενου, δικαιολογούσε την αύξηση των ποινών που είχαν επιβληθεί πρωτοδίκως σε αδικήματα όπως τα υπό κρίση, αναγνωρίζοντας την έτσι ως επιβαρυντικό παράγοντα.
Σημειώνουμε επίσης ότι στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. SHEH HOUSEIN, Ποινική Έφεση Αρ. 268/2024, ημερομηνίας 13.11.2025, λέχθηκε ότι αναδρομή στη νομολογία καταδεικνύει ότι σε υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών (όπως είναι η παρούσα) οι ποινές φυλάκισης που επιβάλλονται είναι μεταξύ δύο και τεσσάρων ετών, ενώ στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. YAZAN HASAN κ.α. (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι έχει επιβληθεί και πενταετής φυλάκιση σε υπόθεση που αφορούσε επαναλαμβανόμενα αδικήματα σε μακρά περίοδο.
Είναι υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας που θα πρέπει να κριθεί το ύψος των ποινών φυλάκισης και να διαπιστωθεί αν πράγματι προκύπτει, όπως εισηγείται ο εφεσείων, ότι το ύψος των ποινών είναι έκδηλα υπερβολικό, φανερώνοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε ως του καταλογίζεται.
Είναι χρήσιμο να σχολιάσουμε επίσης στο σημείο αυτό ότι στο πλαίσιο του πρώτου λόγου έφεσης, ο εφεσείων εσφαλμένα επικαλείται τη διαπιστωθείσα από το πρωτόδικο Δικαστήριο απουσία προσχεδιασμού ως «ουσιώδη μετριαστικό παράγοντα». Με κάθε σεβασμό, σημειώνουμε ότι ο προσχεδιασμός αποτελεί ένα εκ των επιβαρυντικών παραγόντων και όχι μετριαστικό παράγοντα. Από την εδώ απουσία του, δεν εξυπακούεται όπως υποστηρίζει ο εφεσείων, ότι η εγκληματική συμπεριφορά του εφεσείοντα δεν ήταν σοβαρή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αιτιολόγησε την κατάληξή του για τη σοβαρότητα αυτής, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς και δράσης του εφεσείοντα, και πιο συγκεκριμένα, τον σκοπό του να εξασφαλίσει από αυτήν οικονομικό όφελος, την προαναφερθείσα επαναλαμβανόμενη εγκληματική συμπεριφορά του, τη συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας και τη ζημία σε δύο λυόμενες αποθήκες τις οποίες παραβίασε, ύψους €4.000.
Υπό το φως όλων των ανωτέρω, θεωρούμε ότι δεν ευσταθούν τα παράπονα του εφεσείοντα περί μη προσμέτρησης των ελαφρυντικών παραγόντων που επικαλείται, λόγω του ύψους των ποινών που επιβλήθηκαν. Κρίνουμε ότι αντικειμενικά κρινόμενες αυτές δεν είναι έκδηλα υπερβολικές και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξαχθεί εκ του ύψους τους ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέδωσε δέουσα βαρύτητα στο σύνολο των μετριαστικών παραγόντων. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Στρεφόμενοι στον δεύτερο λόγο έφεσης, διαφωνούμε, με κάθε σεβασμό, με τη θέση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι από το γεγονός και μόνο ότι η προηγούμενη καταδίκη του εφεσείοντα ήταν παλαιά θα έπρεπε να της δοθεί ελάχιστη ή μηδαμινή βαρύτητα. Επισημαίνουμε δε ότι στην ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 58/15, ημερομηνίας 31.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:B49, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ορθά το Κακουργιοδικείο είχε λάβει υπόψη το ποινικό μητρώο του εφεσείοντα το οποίο περιελάβανε παλαιές καταδίκες. Κρίθηκε ότι ορθά λήφθηκε υπόψη το ποινικό μητρώο εν τη εννοία ότι η ύπαρξη του τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό «.μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, τον χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται την επιείκεια που δύναται να επιδειχθεί.», με παραπομπή στις ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. ΑΕΡΟΠΟΡΟΥ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 17 και ΑΝΤΑΡΤΗΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 138.
Στην ΑΕΡΟΠΟΡΟΥ (ανωτέρω), επιπλέον των ως άνω λεχθέντων, αναφέρθηκαν και τα εξής αναφορικά με τη σημασία των προηγούμενων καταδικών:
«Και τούτο κυρίως διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου προς την τήρηση των νόμων: βλ. για μια πρόσφατη υπόμνηση την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 (στις σελ. 8-9).»
Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση συνάδει με την πιο πάνω νομολογία. Ούτε και θεωρούμε ότι το γεγονός ότι η καταδίκη του εφεσείοντα δεν αφορά ομοειδή αδικήματα ενέχει εν προκειμένω σημασία εφόσον πρόκειται για σοβαρά αδικήματα σε σχέση με τα οποία όπως προαναφέραμε του επιβλήθηκε πενταετής ποινή φυλάκισης.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης εγείρεται και ένα διαφορετικό ζήτημα, ήτοι ότι με το να δώσει βαρύτητα στην προηγούμενη καταδίκη του εφεσείοντα η οποία ήταν παλαιότερη από τις δύο πιο πρόσφατες του κατηγορούμενου 2 και να επιβάλει σε αμφότερους την ίδια ποινή φυλάκισης των δυόμιση ετών για τα αδικήματα διάρρηξης που και οι δύο αντιμετώπιζαν, το πρωτόδικο Δικαστήριο παραβίασε την αρχή της ισότητας, εφόσον προέβη σε ισότιμη μεταχείριση ουσιωδώς άνισων προσώπων, σε χειρισμό δηλαδή ο οποίος αποτελεί σφάλμα αρχής.
Όπως προκύπτει από το πιο κάτω απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση, το επιχείρημα του εφεσείοντα δεν βρίσκει έρεισμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προβληματίστηκε αναφορικά με το ζήτημα της ισότιμης μεταχείρισης και αιτιολόγησε επαρκώς και ορθά την κατάληξή του, κατά τρόπο που δεν επιτρέπει την επέμβασή μας. Όπως εξάλλου έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην ΚΩΣΤΑ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 205/20, ημερομηνίας 22.12.2021, η στάθμιση των δεδομένων του κάθε κατηγορούμενου εμπίπτει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου και το ζητούμενο για το Εφετείο είναι να κρίνει αν την άσκησε στο θεμιτό πλαίσιο.
Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την εκκαλούμενη απόφαση το οποίο κατά την άποψή μας, ομιλεί αφ’ εαυτού.
«Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι δεν προκύπτει από τα γεγονότα οποιαδήποτε διαφοροποίηση ως προς τον ρόλο που διαδραμάτισε ο κάθε κατηγορούμενος στα αδικήματα που αντιμετωπίζουν από κοινού και ότι ενώ ο κατηγορούμενος 2 βαρύνεται με τρεις προηγούμενες καταδίκες σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο 1 που βαρύνεται με μια εντούτοις στο σύνολο της η εγκληματική δράση του κατηγορουμένου 1 στην παρούσα είναι πιο σοβαρή από αυτή του κατηγορούμενου 2 (καθότι ο κατηγορούμενος 1 πέραν από τις κατηγορίες 1-3 αντιμετωπίζει άλλες 3 κατηγορίες για ομοειδή αδικήματα ενώ ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει άλλη μια κατηγορία για ομοειδές αδίκημα), κρίνω ότι δεν πρέπει να υπάρξει οποιαδήποτε διαφοροποίηση στις ποινές που θα επιβληθούν στους κατηγορούμενους στις κοινές κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και δη στις κατηγορίες 1 έως 3.»
Εν όψει όλων των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Κατά την ενώπιόν μας αγόρευσή του ο συνήγορος του εφεσείοντα έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον τρίτο λόγο έφεσης υποστηρίζοντας ότι ενώ, όπως υποστηρίχθηκε πρωτοδίκως, ο εφεσείων έπρεπε να υποβληθεί σε εγχείρηση τον Νοέμβριο του 2025 την οποία θα έπρεπε να ακολουθήσουν φυσιοθεραπείες, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αξιολόγησε επαρκώς το στοιχείο αυτό.
Ο εφεσείων υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε υποχρέωση να εξετάσει την υπόθεση με τα συγκεκριμένα δεδομένα της. Εξετάσαμε τα δεδομένα τα οποία ο ίδιος ο εφεσείων έθεσε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και συγκεκριμένα τα Έγγραφα Δ.1 και Δ.3, στα οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα μας παρέπεμψε. Άνευ ερείσματος κρίνουμε τις αιτιάσεις του εφεσείοντα εφόσον κανένα από τα εν λόγω έγγραφα δεν υποστηρίζει τις θέσεις τις οποίες πρόβαλε. Πρόκειται για ειδοποίηση προς τον εφεσείοντα για παροχή σύνταξης ανικανότητας χωρίς καμία αναφορά στον λόγο έγκρισής της και για έκθεση από ακτινολόγο κατόπιν εξέτασης μαγνητικού τομογράφου που έλαβε χώραν στις 8.8.2024, στην οποία ουδεμία αναφορά γίνεται για την αναγκαιότητα εγχείρησης.
Ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε ότι το τι προέκυψε από τα ενώπιόν του στοιχεία ήταν ο ελαφρυντικός παράγοντας των προβλημάτων υγείας του εφεσείοντα, ο οποίος ορθά, όπως προαναφέραμε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου έφεσης, σταθμίστηκε στο πλαίσιο της επιμέτρησης της ποινής.
Επίσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά εντόπισε πως ό,τι προβλήθηκε ενώπιόν του αφορούσε σε «δυσκολία» που θα προκύψει, κατά τον εφεσείοντα, σε σχέση με μετάβασή του στο Γενικό Νοσοκομείο για φυσιοθεραπείες στο μετεγχειρητικό στάδιο.
Ορθά επίσης παρέπεμψε ως προς τις αρχές της νομολογίας σε σχέση με το εγειρόμενο ζήτημα, ήτοι στις MILIOTIS v. THE REPUBLIC, (1978) 2 C.L.R. 42, CELIK κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1993) 2 Α.Α.Δ. 391, CHOCAMI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1998) 2 Α.Α.Δ. 189, ΧΑΡΑΛΑΑΜΠΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 67/2024, ημερομηνίας 26.4.2024, ATTORNEY GENERAL v. MAVROKEFALOS, (1966) 2 CLR 93, CRISTINEL v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2012) 2 Α.Α.Δ. 742, ΜΑΛΛΗΚΙΔΗΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2016) 2 Α.Α.Δ. 1186, ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 223/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ALEXANDROU v. THE POLICE, (1969) 2 C.L.R. 165, VOUDASKAS v. THE REPUBLIC, (1967) 2 C.L.R. 109, TSIOLIS v. THE POLICE, (1981) 2 C.L.R. 231 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΠΕΡΑΤΙΚΟΥ, (1997) 2 Α.Α.Δ. 373.
Σύνοψη θεωρούμε της νομολογίας επί του σημείου αυτού αναφορικά με τη διαχείριση ζητημάτων υγείας των κατηγορουμένων στις φυλακές αποτελούν τα πιο κάτω λεχθέντα στην ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ v. ΠΑΤΟΥΡΗ, Ποινική Έφεση Αρ. 51/2020, ημερομηνίας 3.12.2020:
«Όσον αφορά τον ίδιο τον εφεσίβλητο, δεν έχει, και πάλι, καταδειχθεί πραγματική αδυναμία εξασφάλισης βοήθειας, σχετικά, από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του κράτους, εν όσω αυτός θα βρίσκεται έγκλειστος, εκτίνοντας την τιμωρία του.»
Δεν διαπιστώνουμε λόγο επέμβασής μας στην πρωτόδικη κρίση.
Ενώπιον του Εφετείου, ο συνήγορος του εφεσείοντα έθεσε προφορικώς κατά την αγόρευσή του τη θέση ότι ενώ, ως ήταν και η θέση του εφεσείοντα πρωτοδίκως, έχριζε εγχείρησης (απροσδιόριστης φύσεως σημειώνουμε), μέχρι σήμερα «δεν έχει πάει σε προγραμματισμένες επεμβάσεις» για «απροσδιόριστους λόγους». Χωρίς το ζήτημα να εγείρεται από οποιοδήποτε λόγο έφεσης, αναφέρθηκε από τον συνήγορο ότι «δεν σημαίνει ότι μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι δεν παραβιάζονται οποιαδήποτε δικαιώματα του εφεσείοντα».
Παρά την αοριστία με την οποία τέθηκε το ζήτημα, το εξετάσαμε κατ’ ανάλογο τρόπο όπως και στην ΚΩΣΤΑ (ανωτέρω), δηλαδή εξετάσαμε κατά πόσο η ποινή φυλάκισης αποτελεί μεταχείριση που προσκρούει, υπό τις περιστάσεις, στο Άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και στο Άρθρο 8 του Συντάγματος ως απάνθρωπη και ταπεινωτική τιμωρία. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο, αν και σημείωσε ότι η κυπριακή νομολογία δεν έχει αναγνωρίσει γενική υποχρέωση απελευθέρωσης κρατουμένου για λόγους υγείας δυνάμει των πιο πάνω διατάξεων, εξέτασε τα ενώπιόν του γεγονότα και κατέληξε ως εξής:
«Έχοντας υπόψη τα γεγονότα και τις αρχές που διέπουν το ζήτημα δεν θεωρούμε ότι συντρέχουν οι εξαιρετικές προϋποθέσεις ώστε η κατάσταση της υγείας του εφεσείοντα να δημιουργεί υποχρέωση στο κράτος και συνεπώς στο παρόν δικαστήριο για άμεση απελευθέρωση του».
Στην SHIMON MISTRIEL AYKOUT v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 47/2025, ημερομηνίας 24.3.2025, εξετάστηκαν αιτιάσεις υποδίκου ότι δεν λήφθηκαν αμέσως από τις φυλακές τα ενδεδειγμένα μέτρα για την προστασία της υγείας του. Το ζήτημα εξετάστηκε όπως και στην ΚΩΣΤΑ (ανωτέρω), αλλά και σε συνάρτηση με το Άρθρο 2 της ΕΣΔΑ και το αντίστοιχο Άρθρο 7 του Συντάγματος.
Επισημαίνουμε ότι όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία, το βάρος απόδειξης περί παραβίασης των δικαιωμάτων του, το φέρει ο εφεσείων ο οποίος, στην παρούσα, ουδέν στοιχείο παρουσίασε ενώπιόν μας πέραν γενικών, ασαφών και αόριστων αναφορών του συνηγόρου του περί καθυστερήσεων στη διαχείριση του αόριστου ιατρικού θέματος υγείας που αντιμετωπίζει.
Δεν μας διαφεύγει ότι στην ΚΩΣΤΑ (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο, παρά την πιο πάνω κατάληξή του, διαπίστωσε λόγους σχετικούς με την επιδείνωση της υγείας του εκεί εφεσείοντα στις φυλακές και προέβη σε μείωση της ποινής φυλάκισής του.
Στην ενώπιόν μας υπόθεση, κρίνουμε, όμως, ότι δεν παρέχεται κανένα πραγματικό υπόβαθρο για περαιτέρω συζήτηση κανενός εκ των εξετασθέντων ζητημάτων στην ΚΩΣΤΑ (ανωτέρω).
(βλ. επίσης ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2001) 2 Α.Α.Δ. 144).
Εν όψει των πιο πάνω, ο τρίτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στάθμισε ουσιαστικά την προβαλλόμενη απεξάρτηση του εφεσείοντα από τα ναρκωτικά. Δεν διαπιστώνουμε το πρωτόδικο Δικαστήριο να παρέβλεψε τον παράγοντα αυτό. Η τελική αποτίμησή του στο ύψος των ποινών φυλάκισης θα πρέπει όπως προαναφέραμε να ιδωθεί υπό το φως της πρόσφατης νομολογίας για τα υπό κρίση αδικήματα. Συνεπώς ο τέταρτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Ο πέμπτος λόγος έφεσης προσβάλλει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου, σε σχέση με τη μη έκδοση διατάγματος αναστολής.
Στην ΑΛΕΞΙΟΣ ΑΡΤΖΑΝΙΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 3/2026, ημερομηνίας 22.6.2026, λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με το πεδίο επέμβασης του Εφετείου στην πρωτόδικη επί του ζητήματος κρίση:
«Σύμφωνα με το Άρθρο 3 (2) του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιστάσεις Νόμου του 1972, Ν.95/1972, αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διατάσσεται αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΤΖΙΑΟΥΧΑΡΗ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 161).
Σύμφωνα με την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 168/2016, ημερομηνίας 19.4.2018:
«Η απόφαση για αναστολή της ποινής ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στην απουσία δε οποιουδήποτε λάθους αρχής δεν δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου».
Ως εξηγείται στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537:
«Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938‑939:
"Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας."
Το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι μετριαστικοί όμως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής και του ύψους της δεν μπορούν να είναι ταυτόσημοι και να αποτελούν ταυτόχρονα και αιτιολογία για την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Το σύνολο των περιστάσεων μαζί με τα προσωπικά περιστατικά του παραβάτη θα πρέπει να αναδύουν μία εικόνα που να δικαιολογεί την απόφαση για αναστολή. Όπως για παράδειγμα η απόφαση στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου Πολ. Έφεση Αρ. 137/2015, ημερομηνίας 23.6.2018, όπου μετά την ανατροπή της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης, προσμέτρησαν ως ιδιαίτεροι παράγοντες για αναστολή της επιβληθείσας από το Εφετείο ποινής η μεγάλη πάροδος του χρόνου και η ύπαρξη νέων δεδομένων όπως ο αρραβώνας και ο προγραμματισμός γάμου και η απόκτηση παιδιού στο μεταξύ.»
(βλ. επίσης, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΚΑΛΛΙΚΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 268/2022, ημερομηνίας 30.9.2025).
Μόλις στις 4.6.2026, στην ΣΠΥΡΟΥ V. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 300/2025, ημερομηνίας 4.6.2026, είχαμε την ευκαιρία να πραγματευτούμε το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης επιβληθείσας ποινής φυλάκισης σε όμοιας φύσης υπόθεση, παραπέμποντας στην ΑΡΓΥΡΙΔΗΣ κ.ά. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 449.
Καθίσταται προφανές ότι το τι έχει σημασία σε τέτοιες περιπτώσεις είναι οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και του κατηγορούμενου ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον δικαιολογείται η κρίση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στη βάση των πιο πάνω αρχών.»
Στην παρούσα υπόθεση ο εφεσείων παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προσέδωσε βαρύτητα στο ποινικό μητρώο του εφεσείοντα αν και πρόκειται για παλαιά καταδίκη και ότι δεν προσέδωσε την αρμόζουσα βαρύτητα στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του εφεσείοντα. Προβάλλεται επίσης ότι εσφαλμένα παραγνώρισε αυτές, δίδοντας υπέρμετρη έμφαση στη γενική αποτροπή και τη σοβαρότητα των αδικημάτων.
Μελέτη της εκκαλούμενης απόφασης δεικνύει ότι οι αιτιάσεις του εφεσείοντα δεν ευσταθούν. Το πρωτόδικο έλαβε υπόψη όλες τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, θεώρησε όμως καταλυτικής σημασίας την επαναληπτική διάπραξη σοβαρών αδικημάτων όπως αυτή προκύπτει από την υπό κρίση υπόθεση. Έκρινε δε ότι η ως άνω συμπεριφορά του εφεσείοντα δεν δικαιολογούσε την έκδοση διαταγής αναστολής, όχι μόνο για σκοπούς γενικής αποτροπής, αλλά και για αποτροπή του ιδίου του εφεσείοντα. Επομένως, δεν ευσταθεί η αιτίαση του εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε εξατομικευμένη αξιολόγηση των περιστάσεών του, το κάθε άλλο θα λέγαμε. Ούτε και εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα αρχής στην πρωτόδικη κρίση.
Ο πέμπτος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
Εν όψει όλων των ανωτέρω, η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο