IRINA ANTROPOVA CHARALAMPOUS v. BAKEVIEW PROPERTIES LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 393/2019, 14/9/2026
print
Τίτλος:
IRINA ANTROPOVA CHARALAMPOUS v. BAKEVIEW PROPERTIES LTD, Πολιτική Έφεση Αρ.: 393/2019, 14/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 393/2019)

 

14 Σεπτεμβρίου 2026

 

[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

IRINA ANTROPOVA CHARALAMPOUS,

Εφεσείουσα,

v.

 

BAKEVIEW PROPERTIES LTD,

Εφεσίβλητοι.

___________________

 

Δ. Μιχαηλίδης για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα.

Γ. Κωνσταντινίδης και Π. Κωνσταντινίδης για Γιάννης Κωνσταντινίδης & Συνεργάτες Δ.ΕΠ.Ε., για τους Εφεσίβλητους.

 

ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον δικαστή Πική.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΠΙΚΗΣ, Δ.: Με την παρούσα έφεση προσβάλλεται η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία επιδικάστηκαν σε βάρος της Εφεσείουσας (Εναγόμενης πρωτοδίκως) και υπέρ των Εφεσίβλητων (Εναγόντων πρωτοδίκως) αποζημιώσεις ύψους €174.570,00, λόγω παράβασης των όρων της μεταξύ τους γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 1.6.2009 (εφεξής η «Συμφωνία»). Συγκεκριμένα, οι Εφεσίβλητοι, οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στην ανέγερση πολυτελών κατοικιών, ανέθεσαν στην Εφεσείουσα τον σχεδιασμό, την επίβλεψη και τον έλεγχο του συνόλου των διακοσμητικών εργασιών για την ανακαίνιση του κτηριακού συγκροτήματος «Santa Barbara Residence» (εφεξής «το Έργο») στη Λεμεσό.

 

Με την αγωγή τους, οι Εφεσίβλητοι αξίωναν από την Εφεσείουσα το προαναφερθέν ποσό ως αποζημίωση για τη ζημία που κατ’ ισχυρισμόν υπέστησαν λόγω επαγγελματικής αμέλειας, ανεπάρκειας, καθώς και παραβίασης των συμβατικών της υποχρεώσεων.  Ειδικότερα, της καταλόγιζαν σχεδιαστικά σφάλματα και παραλείψεις, αλλά και πλημμελή επίβλεψη των εργασιών διακόσμησης του Έργου, ένεκα των οποίων επιβαρύνθηκαν με πρόσθετο κόστος αποκατάστασης.

 

Πρωτοδίκως, για την πλευρά των Εφεσιβλήτων κατέθεσε ο Διευθυντής τους, κ. Ανδρέας Μακεδόνας (ΜΕ1), ο οποίος αναφέρθηκε στους συμβατικούς όρους και στην ανάθεση της αποκλειστικής επίβλεψης και υλοποίησης των σχεδίων εσωτερικής διακόσμησης στην Εφεσείουσα. Ο μάρτυς εξήγησε ότι κατά τα τελικά στάδια του έργου, με την απομάκρυνση των προστατευτικών καλυμμάτων, αποκαλύφθηκαν σοβαρές κακοτεχνίες και ατέλειες οφειλόμενες στην πλημμελή επίβλεψη της Εφεσείουσας, γεγονός που οδήγησε στον τερματισμό της σύμβασης και στην ανάθεση των διορθωτικών εργασιών σε τρίτους.

 

Προς ενίσχυση των θέσεών τους, οι Εφεσίβλητοι παρουσίασαν τη μαρτυρία του κ. Μιχάλη Αταλιώτη (ΜΕ2), υπεύθυνου συντονισμού των εργασιών αποκατάστασης, ο οποίος υπέδειξε και φωτογραφικά τα στάδια διόρθωσης των ζημιών. Κατέθεσαν επίσης δύο εμπειρογνώμονες, ήτοι ο επιμετρητής ποσοτήτων κ. Ανδρέας Πολυκάρπου (ΜΕ3), ο οποίος συνέταξε έκθεση υπολογίζοντας το πραγματικό κόστος αποκατάστασης των κακοτεχνιών/ ζημιών βάσει τιμολογίων και αποδείξεων με την απολογιστική μέθοδο, και ο αρχιτέκτονας/πολιτικός μηχανικός κ. Χριστόφορος Στυλιανίδης (ΜΕ4), ο οποίος συνέταξε κατάλογο κακοτεχνιών (Snagging List), επιβεβαιώνοντας ότι οι διαπιστωθείσες κακοτεχνίες ενέπιπταν στο πεδίο ευθύνης της επιβλέπουσας διακοσμήτριας.

 

Στον αντίποδα, η Εφεσείουσα (ΜΥ1), καίτοι παραδέχτηκε ότι υπήρχαν κακοτεχνίες, προέβαλε τη θέση ότι ενημέρωνε τακτικά τους Εφεσίβλητους ή τους επιστάτες τους, αρνούμενη ότι υπείχε υποχρέωση καθημερινής ή κατασκευαστικής επίβλεψης, μεταθέτοντας την ευθύνη για τις κακοτεχνίες στην ανικανότητα των εργολάβων, υπεργολάβων και εργατών που απασχολούνταν στο έργο και στην εν γένει κακή ποιότητα των υλικών. Για την πλευρά της Εφεσείουσας κατέθεσαν δύο υπεργολάβοι (ΜΥ2 και ΜΥ3) σχετικά με μεμονωμένα διακοσμητικά στοιχεία και τις αντικαταστάσεις που πραγματοποιήθηκαν.

 

Αξιολογώντας το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η Εφεσείουσα υπείχε προσωπική συμβατική ευθύνη έναντι των Εφεσιβλήτων, στη βάση του κειμένου της Συμφωνίας και των δικογραφημένων παραδοχών, απορρίπτοντας τη θέση της περί εμπλοκής μόνο της εταιρείας της ως εκ των υστέρων σκέψη. Περαιτέρω, ερμηνεύοντας τους όρους 1, 3 και 8 της Συμφωνίας, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Εφεσείουσα είχε ρητή συμβατική υποχρέωση συστηματικής επίβλεψης και ελέγχου των εργασιών για την ορθή υλοποίηση των σχεδίων της.

 

Διαπιστώνοντας την ύπαρξη εμφανών κακοτεχνιών και σχεδιαστικών παραλείψεων κατά την παράδοση του έργου, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε αυτές στην πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εφεσείουσας, μη αποδεχόμενο τη θέση ότι αυτή προέβαινε σε τακτική ενημέρωση των Εφεσιβλήτων για την ύπαρξη κακοτεχνιών. Παράλληλα, αποδέχθηκε ως πλήρως τεκμηριωμένες τις εκθέσεις και μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων των Εφεσίβλητων (ΜΕ3 και ΜΕ4), οι οποίες παρέμειναν ουσιαστικά αναντίλεκτες στην απουσία αντίθετης επιστημονικής μαρτυρίας. Συνακόλουθα, το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε αποζημιώσεις εναντίον της Εφεσείουσας στηριζόμενο στο πραγματικό κόστος αποκατάστασης της ζημίας.

 

Στην ειδοποίηση έφεσης καταγράφονται έξι λόγοι κατά της εκκαλούμενης απόφασης, εκ των οποίων αποσύρθηκαν οι Λόγοι Έφεσης 2 και 3. Έχουμε μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις όπως αυτές αναπτύσσονται στα περιγράμματα αγόρευσης, τις οποίες δεν θεωρούμε σκόπιμο να επαναλάβουμε παρά μόνο στον βαθμό που κρίνεται αναγκαίο για την εξέταση των εναπομεινάντων λόγων. Έχουμε επίσης διεξέλθει τα κατατεθέντα τεκμήρια και τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης.

 

Οι Λόγοι Έφεσης 1 και 4 είναι συναφείς και θα συνεξεταστούν καθόσον άπτονται της ερμηνείας των συμβατικών όρων που αφορούν την ευθύνη της Εφεσείουσας για την προκληθείσα ζημία. Με τον πρώτο λόγο έφεσης προσβάλλεται ως εσφαλμένη η απόρριψη της θέσης της Εφεσείουσας ότι δεν είχε ευθύνη για τυχόν κακής ποιότητας εργασίες που έγιναν από εργολάβους και εργάτες αλλά ούτε και για την κακή ποιότητα των υλικών.

 

Προς υποστήριξη των θέσεών της, η Εφεσείουσα επικαλείται το λεκτικό του όρου 3 της Συμφωνίας, ισχυριζόμενη ότι η επίβλεψη του Έργου ως προς την κατασκευή και υλοποίηση αποτελούσε ευθύνη του εργολάβου και του αρχιτέκτονα, σε αντίθεση με την επίβλεψη του διακοσμητικού σχεδιασμού, η οποία αφορούσε την ίδια. Διατείνεται, επίσης, ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στη Συμφωνία πως η διακοσμήτρια του Έργου έφερε υποχρέωση επίβλεψης της ποιότητας των εργασιών και υλικών ή άσκησης ελέγχου επί του εργοταξίου. Ανάλογη θέση προβάλλεται και με τον τέταρτο λόγο έφεσης, τουτέστιν ότι η συμβατική υποχρέωση της Εφεσείουσας περιοριζόταν στην επίβλεψη των σχεδίων εσωτερικής διακόσμησης και δεν εκτεινόταν στην επίβλεψη των κατασκευαστικών εργασιών για την ορθή υλοποίησή τους.

 

Εκ διαμέτρου αντίθετη υπήρξε η θέση της Εφεσίβλητης, η οποία υπεραμύνθηκε της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης, υπογραμμίζοντας ότι ισχυρισμοί της Εφεσείουσας αντίκεινται στους όρους της μεταξύ τους Συμφωνίας.

 

Αναφορικά με την ερμηνεία των συμβατικών όρων και τον εντοπισμό της πρόθεσης των συμβαλλομένων μερών, το πρωτόδικο Δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από τις υποθέσεις Amethyst Distributors Ltd v. Ιεράς Μονής Κύκκου (2011) 1 Α.Α.Δ. 199 και Σιαπίτη ν. Κυμίση, Πολ. Έφ. 281/2012, ημερ. 16.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:A445.

Στο ακόλουθο απόσπασμα από την Amethyst Distributors Ltd (ανωτέρω), συνοψίζονται οι νομολογιακές αρχές:

 

«Είναι φανερό ότι η έφεση αφορά στην ερμηνεία των όρων της επίδικης σύμβασης. Πρόκειται για νομικό θέμα για το οποίο το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια. Σκοπός είναι η εξεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των συμβαλλομένων. Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία μιας σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. Οι ερμηνευτικοί κανόνες χρησιμοποιούνται μόνο όταν το νόημα ενός όρου, είναι ασαφές (Pell Frischmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 1 Α.Α.Δ. 33,  44). Όπου επιχειρείται ερμηνεία όρων της σύμβασης, το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της σύμβασης στον μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 1156, Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 407, 413 και Saab and Another  v. Holy Monastery  Ayios Neophytos, (1982) 1 C.L.R. 499)».

 

Στο σημείο αυτό θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε αυτούσιους τους σχετικούς όρους της Συμφωνίας (συνταγμένη στην Αγγλική) με μετάφραση της στην Ελληνική, ως παρατίθενται στην πρωτόδικη απόφαση:

 

«1. Pursuant to the provisions of the present Agreement the Interior Designer undertakes within the agreed periods of time as set out in clause 10 herein below, to execute the set of design and decoration activities (hereinafter referred to as 'The Set of Activities') as set out in clause 2 herein below as well as the supervision and control of execution of the works and all other activities assigned to the Interior Designer under the provisions of this  present agreement .».

 

Σε μετάφραση:

 

«1. Δυνάμει των προνοιών της παρούσας Συμφωνίας, η Σχεδιάστρια Εσωτερικών Χώρων αναλαμβάνει εντός της συμφωνημένης χρονικής περιόδου, όπως καθορίζεται στην παράγραφο 10 πιο κάτω του παρόντος, να διεκπεραιώσει το σύνολο των σχεδιαστικών και διακοσμητικών δραστηριοτήτων (εφεξής θα αναφέρονται ως «Το Σύνολο των Δραστηριοτήτων») όπως καθορίζονται στην παράγραφο 2 πιο κάτω του παρόντος καθώς και την επίβλεψη και τον έλεγχο της εκτέλεσης των εργασιών και όλων των άλλων δραστηριοτήτων που ανατέθηκαν στη Σχεδιάστρια Εσωτερικών Χώρων δυνάμει των προνοιών της παρούσας συμφωνίας.».

 

«3. The Interior Designer undertakes to supervise and control the execution of the relevant constructions, reconstructions, repairs and other activities and their conformity with design. Any alterations from the approved by The Client designs that The Interior Designer may consider during execution must be notified to The Client prior to their execution. The Interior Designer shall be visiting The Object when the construction, reconstruction, repair and other activities are being performed, unti completion to the satisfaction of The Client, subject to clause 8 herein below». 

 

 

Σε μετάφραση:

 

«3. Η Σχεδιάστρια Εσωτερικών Χώρων αναλαμβάνει την επίβλεψη και τον έλεγχο της εκτέλεσης των σχετικών κατασκευών, ανακατασκευών, επιδιορθώσεων και άλλων δραστηριοτήτων και τη συμμόρφωση τους με το Σχεδιασμό. Οποιεσδήποτε μετατροπές επί των εγκεκριμένων από τον Πελάτη σχεδίων που η Σχεδιάστρια Εσωτερικών Χώρων μπορεί να κάνει κατά την εκτέλεση θα πρέπει να κοινοποιηθούν στον Πελάτη πριν την εκτέλεση τους. Η Σχεδιάστρια Εσωτερικών Χώρων θα επισκέπτεται το Έργο όταν η κατασκευή, ανακατασκευή, επιδιόρθωση και άλλες εργασίες  εκτελούνται, μέχρι την ολοκλήρωση προς ικανοποίηση του Πελάτη, τηρουμένης της παραγράφου 8 του παρόντος πιο κάτω».

.   

«8. The interior designer will visit  the site twice a week for a half-day visit to supervise the project.».

 

Σε μετάφραση:

 

«8. Η Σχεδιάστρια Εσωτερικών Χώρων θα πρέπει να επισκέπτεται για μισή ημέρα δύο φορές την εβδομάδα το Έργο για επιθεώρηση των εργασιών.»

 

Οι ως άνω όροι είναι σαφείς και δεν αφήνουν οποιαδήποτε ερμηνευτική ασάφεια  ή κενό.

 

Προκύπτει από αυτούς ότι η εναγόμενη είχε τη συμβατική υποχρέωση επίβλεψης και ελέγχου της εκτέλεσης των εργασιών (constructions, reconstructions, repairs and other activities) που γίνονταν στο έργο με σκοπό την υλοποίηση των όσων η ίδια είχε σχεδιάσει και τα οποία - σχέδια  - ενέκρινε η ενάγουσα.  Προς το σκοπό τούτο μάλιστα, είχε την υποχρέωση να επισκέπτεται το έργο δύο φορές την εβδομάδα, για μισή μέρα. Αν δεν υπήρχε η υποχρέωση της επίβλεψης προκαλείται εύλογα το ερώτημα προς τι τότε η πρόβλεψη στη Συμφωνία περί της υποχρέωσης της να επισκέπτεται το Έργο δύο φορές τη βδομάδα; Επομένως, δεν με βρίσκει σύμφωνο ο επαναλαμβανόμενος ισχυρισμός της εναγόμενης, τον οποίο θεωρώ αβάσιμο, ότι αυτή δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση για επίβλεψη των εργασιών επί της εσωτερικής διακόσμησης και των όσων η ίδια σχεδίασε.  Ούτε βέβαια μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της ότι δεν είχε ευθύνη για τυχόν κακής ποιότητας εργασίες που έγιναν από τους εργολάβους και/ή εργάτες αλλά ούτε και τα περί κακής ποιότητας υλικών τα οποία επίσης όφειλε να είχε απορρίψει.  Και αυτό γιατί η αξίωση των εναγόντων είναι σαφής: «η πλημμελής και/ή αμελής και/ή κακή επίβλεψη και/ή αποτυχία επίβλεψης των εργασιών κατά την υλοποίηση των δικών της σχεδίων, είχε ως αποτέλεσμα την κακή ποιότητα των εγκαταστάσεων, η οποία μάλιστα δεν ανταποκρινόταν στα σχέδια που η ίδια η εναγόμενη είχε σχεδιάσει».

 

Άλλωστε, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι από την όλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, όπως έχει περιληπτικά αναφερθεί ανωτέρω, προκύπτει ότι η εναγόμενη κατά την ακροαματική διαδικασία αναγνώρισε εν τέλει, σε αντίθεση με τη θέση της με την οποία απεκδυόταν κάτι τέτοιο, τη συμβατική της υποχρέωση για επίβλεψη της υλοποίησης των σχεδίων εσωτερικής διακόσμησης του Έργου. Η μαρτυρία και η παραδοχή της εναγόμενης με οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα και καθίσταται εύρημα μου ότι η εναγόμενη είχε την ως άνω συμβατική ευθύνη η οποία και της καταλογίζεται»

 

[Υπογράμμιση του Δικαστηρίου]

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς διαπίστωσε ότι οι πιο πάνω όροι είναι σαφείς και δεν αφήνουν οποιαδήποτε ερμηνευτική ασάφεια ή κενό. Εξ αυτών προκύπτει ότι η Εφεσείουσα είχε τη συμβατική υποχρέωση επίβλεψης και ελέγχου της εκτέλεσης των εργασιών (constructions, reconstructions, repairs and other activities) που της ανατέθηκαν και συμμόρφωση τους με τον σχεδιασμό. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην εκκαλούμενη απόφαση «Αν δεν υπήρχε η υποχρέωση της επίβλεψης προκαλείται εύλογα το ερώτημα προς τι τότε η πρόβλεψη στη Συμφωνία περί της υποχρέωσης της να επισκέπτεται το Έργο δυο φορές τη βδομάδα;» Προς άρση κάθε αμφιβολίας το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρεται και στην αναγνώριση, εν τέλει, από την ίδια την Εφεσείουσα, κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι υπείχε συμβατική υποχρέωση για επίβλεψη των σχεδίων εσωτερικής διακόσμησης του Έργου. Με όλο τον σεβασμό, οι αιτιάσεις που προβάλλονται από την Εφεσείουσα αντίκεινται προς τα συμφωνηθέντα και στερούνται ερείσματος.

 

Υπό το φως των ανωτέρω οι Λόγοι Έφεσης 1 και 4 κρίνονται αβάσιμοι.

 

Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε πλημμελώς τις αρχές επιδίκασης αποζημιώσεων, καθότι αφενός αυτές δεν υπολογίστηκαν κατά τον χρόνο διάρρηξης της συμφωνίας (07.06.2012) και αφετέρου οι Εφεσίβλητοι παρέλειψαν να λάβουν έγκαιρα μέτρα μετριασμού της ζημίας τους.

 

Υποστηρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο βασίστηκε στην έκθεση του επιμετρητή ποσοτήτων κ. Ανδρέα Πολυκάρπου (ΜΕ3), η οποία ετοιμάστηκε ένα έτος μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας (2.7.2013), όταν πλέον οι Εφεσίβλητοι είχαν διορίσει νέο διακοσμητή. Πρόσθετα, προβάλλεται ότι οι Εφεσίβλητοι παρέλειψαν να επιλέξουν ικανούς εργολάβους προς αποφυγή κατασκευαστικών προβλημάτων· και παρά τις συνεχείς ενημερώσεις από την Εφεσείουσα για την ύπαρξη κακοτεχνιών, αντί να λάβουν διορθωτικά μέτρα, επέλεξαν να τερματίσουν τη μεταξύ τους Συμφωνία. Διατείνονται, επίσης, ότι η μεταγενέστερη πώληση του έργου έναντι του ποσού των €22.000.000,00 επιβεβαιώνει την πλήρη επιτυχία της εργασίας που η Εφεσείουσα είχε επιτελέσει μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας, καταδεικνύοντας ότι οι Εφεσίβλητοι ουδεμία ζημία υπέστησαν από πράξεις ή παραλείψεις της.

 

Αρχίζοντας από το τελευταίο, ως ορθά υποδεικνύεται από τους Εφεσίβλητους, τέτοιο θέμα δεν κατέστη επίδικο πρωτοδίκως. Δεν δικογραφήθηκε, ούτε προσφέρθηκε σχετική μαρτυρία. Η μοναδική νύξη για τη τιμή πώλησης του έργου, έγινε στο πλαίσιο αντεξέτασης του κ. Ανδρέα Μακεδόνα (ΜΕ1), απολήγοντας σε απόσυρση της ερώτησης.

 

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κ. Αντρέα Πολυκάρπου, περί τα μέσα Απριλίου 2012 επικοινώνησε μαζί του ο κ. Αντρέας Μακεδόνας (ΜΕ1), ιδιοκτήτης της Εφεσίβλητης εταιρείας, ζητώντας του να επισκεφθεί το Έργο όπου οι οικοδομικές εργασίες βρίσκονταν ήδη σε πολύ προχωρημένο στάδιο - προκειμένου να επιθεωρήσει τις εκτελεσθείσες διακοσμητικές εργασίες και να ετοιμάσει σχετική έκθεση. Ακολούθως, ο μάρτυρας επισκέφθηκε και επιθεώρησε το έργο στις 28.04.2012, διαπιστώνοντας κακοτεχνίες και αστοχίες κατόπιν υποδείξεώς τους από τον κ. Χριστόφορο Στυλιανίδη (ΜΕ4), ο οποίος δύο ημέρες αργότερα (30.04.2012) ετοίμασε σχετική λίστα εκκρεμοτήτων και ελαττωμάτων (Snagging list).

 

Στη μαρτυρία του ανέφερε ότι ο διαχωρισμός καθηκόντων μεταξύ μηχανικού και διακοσμητή είναι συνήθης σε έργα πολυτελείας και και απέδωσε τις διαπιστωθείσες κακοτεχνίες σε σχεδιαστικά λάθη και στην πλημμελή επίβλεψη της Εφεσείουσας, που ήταν αδύνατο να γίνουν ανεκτές σε ένα τέτοιου είδους έργο πολυτελείας υψηλών προδιαγραφών. Συμβούλευσε όπως γίνουν κατάλληλες επιδιορθώσεις και κρατηθεί κοστολόγιο για κάθε εργασία ξεχωριστά καθόσον οι επιδιορθώσεις αφορούσαν εξιδεικευμένα υλικά και τεχνουργία.  Κατά τη διάρκεια των επιδιορθώσεων διενεργούσε περιοδικές επισκέψεις, προκειμένου να διαμορφώσει ιδία αντίληψη και εκτίμηση των εργασιών.  

 

Ως βάση εκτίμησης των κακοτεχνιών συνέστησε και ακολούθησε την απολογιστική μέθοδο, με την κράτηση τιμολογίων και εργασιών για τον προσδιορισμό του πραγματικού κόστους των επιδιορθώσεων. Η ορθότητα της εν λόγω μεθόδου δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Στην έκθεσή του περιλαμβάνεται σύντομη περιγραφή των κακοτεχνιών, ανάλυση του κόστους των επιμέρους εργασιών, καθώς και έλεγχος της κοστολόγησης σύμφωνα με τα τιμολόγια των διαφόρων υπεργολάβων και προμηθευτών. Το γεγονός ότι η έκθεση ετοιμάστηκε 14 μήνες μετά την πρώτη του επίσκεψη στο Έργο οφειλόταν στο ότι για την ακριβή κοστολόγηση των εργασιών αποκατάστασης των κακοτεχνιών, θα έπρεπε οι εργασίες αυτές να ολοκληρωθούν.

 

Από το σύνολο της μαρτυρίας δεν προκύπτει ολιγωρία των Εφεσίβλητων στη λήψη μέτρων αποκατάστασης. Αντιθέτως, καταδεικνύεται η άμεση κινητοποίησή τους προς αυτή την κατεύθυνση.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε ορθά ως προς τις αρχές επιδίκασης αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης, ανατρέχοντας στη σχετική νομολογία, και ειδικότερα στις υποθέσεις: Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.ά.(1998) 1 Α.Α.Δ. 867, Πανζαρή ν. Aquarian Ltd κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 748, καθώς και Saab and Another v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos (1982) 1 CLR 499. Ιδιαίτερα κατατοπιστικό επί του προκειμένου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Saab (ανωτέρω):

 

«Section 73 aims to reproduce the common law rules on damages for breach of contract, as they crystallized and were fashioned in the case of Hadley v. Baxendale [1843—60] All E.R. Rep. 461. (See Marcou v. Michael, 19 C.L.R. 282). A similar view was taken of the corresponding provisions of the Indian Contract Law, that is that they reproduced the rules of the common law on damages. (See Pollock and Mulla, 9th ed., p. 529 et seq.). The question of damages, its juridical and practical implications, were the subject of discussion in numerous English cases during the last decade. Reinstatement lies at the core of the rules regulating the assessment of compensation for breach of contract. Damages aim to restore the party to the position he would be but for the breach. This is normally accomplished by awarding damages reasonably foreseeable at the time of execution of the agreement, as likely to arise upon breach. (See Heron II [1967] 3 All E.R 686 (H.L.); Soleada S.A. v. Hamoor Tanker Corporation Inc. [1981] 1 All E.R. 856 (C.A.); Soleada S.A. v. Hamoor Tanker Corporation Inc. [1981] 1 All E.R. 856 (C.A.)). Foreseeability in turn, depends on actual knowledge and reasonable forecast of what is likely to happen in a given eventuality. So, the plaintiff is normally entitled to recover damage that is objectively foreseeable, and in the face of special knowledge he may, in addition, recover what is thereby subjectively foreseeable.

 

Reason and good sense lie behind rules regulating compensation in both contract and tort. As May, J. pronounced in C. R. Taylor (Wholesale) Limited v. Hepworths[1977] 2 All E.R. 784, the rule as to reinstatement must always be matched with the other equally fundamental rule of the English common law, that damage must, in all circumstances, be reasonable as between plaintiff and defendant».

 

[ιδία υπογράμμιση]

 

Όπως τονίστηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Johnston v. Agnew (1979) 1 All ER 883 [η οποία ακολουθήθηκε στην υπόθεση Saab (ανωτέρω) και στην Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.ά. ν. Τρυφωνίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 679]:

 

«The general principle for the assessment of damages is compensatory, i.e. that the innocent party is to be placed, so far as money can do so, in the same position as if the contract had been performed»

 

Σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία, ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της ζημίας είναι, κατά κανόνα, ο χρόνος παράβασης της σύμβασης, εκτός εάν άλλως επιβάλλει η ανάγκη για απονομή δικαιοσύνης.

Στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 20ή έκδοση (2018), παρ. 31-012, αναφέρεται ότι το σύνηθες μέτρο αποζημίωσης για ελαττωματικό κτίριο/κατασκευή (defective building) συνίσταται στο κόστος αποκατάστασης (cost of reinstatement). Ειδικότερα, όπως έγινε δεκτό από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση East Ham Corp v. Bernard Sunley [1966] A.C. 406 —η οποία θεωρείται ως η κύρια αυθεντία επί του θέματος [βλ. απόφαση Λόρδου Jauncey στην υπόθεση Ruxley Electronics (κατωτέρω)]—, εφόσον ο ενάγων ενήργησε εύλογα προβαίνοντας στις απαραίτητες επισκευές, ως μέτρο αποζημίωσης εφαρμόζεται το κόστος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, υπολογιζόμενο κατά τον χρόνο ανακάλυψης των ελαττωμάτων.

Από την άλλη, στο ίδιο σύγγραμμα (παρ. 31-014) επισημαίνεται ότι εάν το κόστος αποκατάστασης είναι δυσανάλογο προς το επιδιωκόμενο όφελος, η αποζημίωση υπολογίζεται βάσει της διαφοράς αξίας (difference in value), ήτοι της αξίας που θα είχε το κτίριο εάν είχε κατασκευαστεί σύμφωνα με τη σύμβαση, αφαιρούμενης της υφιστάμενης αξίας του [βλ. Ruxley Electronics and Construction Ltd v. Forsyth [1996] A.C. 344, HL, Chitty on Contracts, 33η έκδοση (2018), παρ. 29-043, 29-044]. Τούτο όμως δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση.

Εν προκειμένω, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς εφάρμοσε ως μέτρο αποζημίωσης το κόστος αποκατάστασης (cost of reinstatement). Στηριζόμενο στο πραγματικό κόστος επιδιόρθωσης των κακοτεχνιών, προέβη σε λεπτομερή και εμπεριστατωμένη ανάλυση των ζημιών που προκλήθηκαν ως άμεση συνέπεια της πλημμελούς επίβλεψης της Εφεσείουσας, επιδικάζοντας το ποσό με το οποίο οι Εφεσίβλητοι επιβαρύνθηκαν ανυπαιτίως για την αποκατάστασή τους.

 

Πέραν του μέτρου αποζημίωσης και του αποκλεισμού της απομακρυσμένης ζημίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη το καθήκον του ανυπαίτιου μέρους να λάβει εύλογα μέτρα προς περιορισμό της ζημίας του. Η εν λόγω αρχή διατυπώνεται με σαφήνεια στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 199:

 

«Η βασική αρχή της αποζημίωσης του αθώου μέρους από μια παράβαση συμφωνίας περιορίζεται από μια δεύτερη αρχή η οποία προκύπτει από την παράγραφο 3 του άρθρου 73 του Κεφ. 149.  Με τη δεύτερη αυτή αρχή επιβάλλεται στον ενάγοντα το καθήκον λήψης λογικών μέτρων για περιορισμό της ζημιάς του. Ο ενάγων δεν μπορεί να απαιτήσει ζημιά την οποία ήταν δυνατό να περιορίσει εάν ελάμβανε προς τούτο λογικά μέτρα.

(Βλέπε: British Westinghouse Electric and Manufacturing Co. v. Underground Electric Rys. Co. of London [1919] 2 K.B. 581 και Pilkington v. Wood [1953] 2 All E.R. 810, Αγησιλάου v. Χρίστου (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 713 και Πουρίκκος v. Βασιλείου, Πολιτική Έφεση Αρ. 8012, ημερομηνίας 30.4.1993).

 

Το ερώτημα, εάν ο ενάγων επέδειξε αμέλεια να λάβει λογικά μέτρα για περιορισμό της ζημιάς του, είναι θέμα πραγματικό και το βάρος της απόδειξης του γεγονότος αυτού εναποτίθεται στους ώμους της άλλης πλευράς. (Βλέπε: Payzau Ltd v. Sanndors [1919] 2 K.B. 581 και Shearman v. Folland [1950] 1 All E.R. 976)».

 

Η Εφεσείουσα προβάλλει ότι οι κακοτεχνίες οφείλονται στην παράλειψη των Εφεσίβλητων να επιλέξουν ικανούς εργολάβους, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι, παρά τις δικές της σχετικές ειδοποιήσεις, εκείνοι επέλεξαν να τερματίσουν τη συμφωνία αντί να λάβουν διορθωτικά μέτρα.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο  δικαιολογημένα απέρριψε ως ασύμβατη με το σύνολο της μαρτυρίας, την εν λόγω θέση της Εφεσείουσας. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ4 ανέφερε ότι οι εργολάβοι και τα συνεργεία δύνανται να ανταπεξέλθουν προσηκόντως στα καθήκοντά τους εφόσον λαμβάνουν την ορθή καθοδήγηση από τον επιβλέποντα, ο οποίος οφείλει να ελέγχει την πιστή εκτέλεση των εργασιών και, σε περίπτωση αδυναμίας συνεργασίας, να αξιώνει την απομάκρυνσή τους. Η Εφεσείουσα, ωστόσο, παρέλειψε να ενημερώσει έγκαιρα τους Εφεσίβλητους ότι, κατ’ ισχυρισμό, οι εργολάβοι αδυνατούσαν να εκτελέσουν τις εργασίες ή να ακολουθήσουν τις οδηγίες της.  Γεγονός το οποίο διεφάνη από την παραδοχή της ότι δεν ενημέρωσε τους Εφεσίβλητους για τυχόν κακοτεχνίες παρά μόνο μετά τον Μάϊο του 2012, όταν οι κακοτεχνίες είχαν ήδη εντοπιστεί μέσω του κ Μακεδόνα (ΜΕ1).

Επιπλέον, στην εκκαλούμενη απόφαση υποδεικνύεται ότι η εν λόγω θέση της Εφεσείουσας δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής (βλ. Κυριάκου v. Γρίβα (2002) 1 Α.Α.Δ. 825). Ειδικότερα, κρίθηκε αντικειμενικά παράλογο να αποκαλύπτονται τόσες κακοτεχνίες μόλις προς το τέλος του Έργου - και ενώ οι επιμέρους κατασκευές παρέμεναν καλυμμένες με δική της ευθύνη - όταν η ίδια υπείχε συμβατική υποχρέωση επίβλεψης τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα. Ήταν δε εξίσου αδικαιολόγητο να αναμένει την τελική παράδοση για να ισχυριστεί ότι τα σφάλματα βάρυναν τους εργάτες ή εργολάβους των Εφεσιβλήτων. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η Εφεσείουσα όφειλε, ευθύς εξαρχής και μόλις εντόπιζε κακοτεχνίες, να λάβει αμέσως τα δέοντα μέτρα (όπως κατέθεσε και ο ΜΕ4), ενημερώνοντας τους Εφεσίβλητους ώστε να λάβουν έγκαιρα τις αναγκαίες αποφάσεις, αντί να αδρανεί μέχρι την αποπεράτωση.

Πρόσθετα, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέδειξε την έκδηλη αντίφαση στους ισχυρισμούς της Εφεσείουσας καθότι, ενώ απέδιδε τις κακοτεχνίες στο χαμηλό επίπεδο κατάρτισης σχεδόν όλων των υπεργολάβων του Έργου, η διαπίστωση αυτή όφειλε, υπό την ιδιότητά της ως συμβατικά υπεύθυνης για την επίβλεψή τους, να την οδηγήσει στην άμεση ενημέρωση των Εφεσιβλήτων. Άλλωστε, η ίδια η Εφεσείουσα παραδέχθηκε στη μαρτυρία της ότι είχε αναλάβει την ευθύνη επίβλεψης του Έργου σύμφωνα με τα σχέδιά της, καταρρίπτοντας τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της.

Ως εκ τούτου, ορθά και δικαιολογημένα εκρίθη πρωτοδίκως ότι οι ενέργειες και/ ή παραλείψεις της Εφεσείουσας είχαν ως αποτέλεσμα την παραβίαση των όρων της Συμφωνίας, δίδοντας το δικαίωμα στους Εφεσίβλητους, ως ανυπαίτιο μέρος, να προβούν σε νόμιμο τερματισμό και αξίωση αποζημιώσεων.

Υπό το φως των ανωτέρω ο πέμπτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Με τον έκτο Λόγο Έφεσης προβάλλεται ότι οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις αφορούν κατασκευαστικά ζητήματα εκτός του πεδίου της συμβατικής υποχρέωσης επίβλεψης που είχε αναλάβει η Εφεσείουσα. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής γίνεται επίκληση της επιφύλαξης στο τέλος της παραγράφου 2.4 της Συμφωνίας, η οποία αναφέρει τα εξής:

 

 

«It is understood and agreed that all drawings and other materials to be delivered by The Interior Designer to the Client prior to the signing by The Client of the appropriate delivery-acceptance document must be discussed between the Interior Designer and The Client and/ or his consultants and/ or the persons that will execute the works in order to confirm that they are in such details us (sic) to enable its immediate execution without the need for the Interior Designer’s intervention or clarifications».

 

Με κάθε σεβασμό, η προβληθείσα θέση είναι εσφαλμένη, καθότι εστιάζει μεμονωμένα στο λεκτικό της ως άνω παραγράφου, το οποίο θα πρέπει να αναγνωστεί σε συνδυασμό με την προμνησθείσα παράγραφο 3 της Συμφωνίας, η προνοεί τα εξής:

 

«3. The Interior Designer undertakes to supervise and control the execution of the relevant constructions, reconstructions, repairs and other activities and their conformity with design. Any alterations from the approved by The Client designs that The Interior Designer may consider during execution must be notified to The Client prior to their execution. The Interior Designer shall be visiting The Object when the construction, reconstruction, repair and other activities are being performed, unti completion to the satisfaction of The Client, subject to clause 8 herein below».  

 

[Ιδία υπογράμμιση]

 

Η ερμηνεία της πιο πάνω παραγράφου αποτέλεσε αντικείμενο των λόγων έφεσης 1 και 4, κατά την εξέταση των οποίων επικυρώθηκε η ορθότητα της ερμηνευτικής προσέγγισης του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Από τη μελέτη της εκκαλούμενης απόφασης προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις άπτονται της πλημμελούς επίβλεψης των εργασιών κατά την εκτέλεση των σχεδίων εσωτερικής διακόσμησης, η οποία συνιστά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της Εφεσείουσας.

 

Υπό το φως των ανωτέρω ο έκτος Λόγος Έφεσης κρίνεται αβάσιμος.

 

Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα €4.000,00 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, εναντίον της Εφεσείουσας και υπέρ των Εφεσίβλητων.

 

 

                                                                             Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.

 

 

 

                                                                             Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο