Β. Χ. v. D. V. - G., ως διαχειριστή της περιουσίας του Π. Γ., Πολιτική Έφεση Αρ.: 58/24, 30/9/2026
print
Τίτλος:
Β. Χ. v. D. V. - G., ως διαχειριστή της περιουσίας του Π. Γ., Πολιτική Έφεση Αρ.: 58/24, 30/9/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 58/24)

 

30 Σεπτεμβρίου 2026

                                                                                       

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

Β. Χ.

Εφεσείουσα

v.

 

Π. Γ.

Εφεσίβλητου

 

Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 14.4.2025

 

Β. Χ.

Εφεσείουσα

v.

 

D. V. - G.,

ως διαχειριστή της περιουσίας του Π. Γ.

 

Εφεσίβλητου

--------------------


 

Δ. Παπαχρυσοστόμου για Δημήτρη Παπαχρυσοστόμου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα

Χ. Αργυρού (κα), για Αργυρού & Κωνσταντίνου Δ.Ε.Π.Ε., για τoν Εφεσίβλητο

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Με την υπό κρίση έφεση, προσβάλλεται η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση αρ. 674/22, ημερ. 31.1.24, με την οποία λύθηκε ο θρησκευτικός γάμος που τέλεσαν οι διάδικοι στις 14.4.07, λόγω ισχυρού κλονισμού, εξ υπαιτιότητος και των δύο συζύγων. Οι διάδικοι υπήρξαν προηγουμένως ξανά παντρεμένοι και απέκτησαν από τέσσερα παιδιά έκαστος. Από τον μεταξύ τους γάμο, δεν απέκτησαν παιδιά. Η διάσταση στη σχέση τους επήλθε στις 19.5.22, με την αποχώρηση της Εφεσείουσας από τη συζυγική οικία.

 

Κατά την πρωτόδικη διαδικασία, η ακρόαση διεξήχθη με την ανταλλαγή εγγράφως της μαρτυρίας μεταξύ των διαδίκων, οι οποίοι και αντεξετάστηκαν. Μαρτυρία για την Εφεσείουσα έδωσε και η θυγατέρα της, ως επίσης και ο αστυφύλακας 1296 Α. Σ.

 

Σύμφωνα με τον Εφεσίβλητο, η κυριότερη αιτία που οδήγησε στη διάσταση ήταν η πρόθεση της Εφεσείουσας να οικειοποιηθεί την κινητή και ακίνητη περιουσία, την οποία ο ίδιος είχε αποκτήσει με την αποβιώσασα πρώτη του σύζυγο. Ειδικότερα, προέβαλε ότι η Εφεσείουσα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κρατά τα παιδιά του σε απόσταση, αποκαλώντας τα «προικοθήρες». Του έλεγε, επίσης, ότι τα παιδιά του δεν ενδιαφέρονταν για τον ίδιο. Τον αποκαλούσε άχρηστο και ανίκανο και φρόντιζε με κάθε τρόπο να τον χειραγωγεί, τόσο με ψυχοφάρμακα που του χορηγούσε, όσο και κάνοντας του πλύση εγκεφάλου. Ένα μήνα μετά την αποχώρηση της από τη συζυγική οικία, η Εφεσείουσα απέσυρε εν αγνοία του από λογαριασμό που διατηρούσε ο ίδιος στην Αγγλία το ποσό των St£200.000, μεταφέροντας το σε προσωπικό της λογαριασμό. Τον εν λόγω δικό του λογαριασμό τον είχε ανοίξει πριν να γνωρίσει την Εφεσείουσα και εκεί ο ίδιος κατέθετε όλα τα εισοδήματα του από την πώληση περιουσίας την οποία απέκτησε με την αποβιώσασα πρώτη σύζυγο του. Πρόσθεσε, ακόμα, ότι για τον ίδιο ο γάμος ήταν νεκρός.

 

Αντιθέτως, η Εφεσείουσα υποστήριξε ότι δεν θεωρούσε τον γάμο της νεκρό, αλλά μόνο τραυματισμένο εξαιτίας της συμπεριφοράς του Εφεσίβλητου. Σύμφωνα με την ίδια, η παθολογική ζήλια του οδήγησε τη σχέση τους σε ρήξη, η οποία ήταν, όμως, αναστρέψιμη. Η θυγατέρα της Εφεσείουσας υποστήριξε τη θέση της μητέρας της αναφορικά με την παθολογική ζήλια του Εφεσίβλητου, ο δε αστυφύλακας 1296 Α. Σ. κατέθεσε αντίγραφο παραπόνου, το οποίο υπέβαλε η Εφεσείουσα στις 19.5.22 στην Αστυνομία, εναντίον του Εφεσίβλητου.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε την ενώπιον του μαρτυρία, για τους λόγους που επεξήγησε στην απόφαση, αποδέχθηκε ως ορθή και αληθή τη μαρτυρία του Εφεσίβλητου και απέρριψε αυτή της Εφεσείουσας, κρίνοντας την αναξιόπιστη. Έκρινε, επίσης, ότι η μαρτυρία της θυγατέρας της Εφεσείουσας και του αστυφύλακα 1296 δεν βοηθούσε τη γραμμή της Υπεράσπισης. Το Δικαστήριο προχώρησε στη λύση του γάμου των διαδίκων, λόγω ισχυρού κλονισμού για λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο και των δύο διαδίκων.

 

Μετά την έκδοση, στις 31.1.24, της πρωτόδικης απόφασης και συγκεκριμένα στις 16.2.24, εκκρεμούσης της προθεσμίας για έφεση, ο Εφεσίβλητος απεβίωσε.

 

Η Εφεσείουσα, στις 4.3.24, μετά δηλαδή τον θάνατο του Εφεσίβλητου, καταχώρισε την υπό κρίση έφεση με την οποία προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με 17 λόγους έφεσης, οι οποίοι κυρίως αφορούν στην κατ’ ισχυρισμόν εσφαλμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στις 14.4.25, πριν την επίδοση της έφεσης και κατόπιν σχετικής μονομερούς αίτησης υπό της Εφεσείουσας, εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της έφεσης, διά της αντικατάστασης του ονόματος του Εφεσίβλητου με το όνομα του διαχειριστή της περιουσίας του.

 

Το Εφετείο, κατά την ακρόαση της έφεσης, έθεσε στους δικηγόρους το ερώτημα που αφορούσε τις συνέπειες που επέφερε ο θάνατος του Εφεσίβλητου σε σχέση με την Έφεση. Ο δικηγόρος της Εφεσείουσας προέταξε ότι δεν επέφερε καμμιά συνέπεια, εφόσον η Εφεσείουσα άσκησε το δικαίωμα της έφεσης εμπρόθεσμα, λόγω της πρωτόδικης απόφασης. Η δικηγόρος του Εφεσίβλητου δεν τοποθετήθηκε επί του θέματος.

 

Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο, Αχιλλέα Κ. Αιμιλιανίδη, 3η Έκδοση, σελ. 47: «Οι οικογενειακές σχέσεις του αποβιώσαντα τερματίζονται κατά κανόνα με το θάνατο. Κατά συνέπεια με το θάνατο λύεται ο γάμος των διαδίκων, ενώ σε αγωγή διαζυγίου ο θάνατος του ενάγοντα ή του εναγομένου επιφέρει και διακοπή της αγωγής».

 

Στο σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο», Απόστολου Σ. Γεωργιάδη, 3η έκδοση, σελ. 316, αναφέρονται τα εξής:

 

«Το δικαίωμα διάζευξης δεν κληρονομείται, δηλαδή οι κληρονόμοι δεν μπορούν να επικαλεστούν προϋπάρχοντα λόγο διαζυγίου και να ζητήσουν τη λύση του γάμου του κληρονομουμένου. Άλλωστε, ο θάνατος του τελευταίου λύνει αυτοδικαίως τον γάμο. Αν ο σύζυγος είχε ασκήσει ήδη αγωγή διαζυγίου πριν από τον θάνατό του, η δίκη καταργείται (ΚΠολΔ 596 εδ. α΄), δηλαδή οι κληρονόμοι του δεν μπορούν να συνεχίσουν τη δίκη κατά την ΚΠολΔ 287 § 1 εδ. β΄ και να επιτύχουν την απαγγελία διαζυγίου».

 

Στο σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο», Τόμος Ι, Έφης Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, 8η έκδοση, σελ. 371, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Το δικαίωμα για διάζευξη είναι αυστηρά προσωποπαγές και τούτο σημαίνει ότι δεν μπορεί να ασκηθεί ούτε μέσω (εκούσιου) αντιπροσώπου ούτε (φυσικά) πλαγιαστικά, αλλά ούτε και από τους κληρονόμους ή κατά των κληρονόμων του συζύγου που πέθανε. Ο θάνατος αποσβήνει, λοιπόν, το δικαίωμα διάζευξης, που στηρίχτηκε είτε στο άρθρο 1439 § 1 είτε στο άρθρο 1439 § 3 είτε στο άρθρο 1440, και είναι άλλο βέβαια το ζήτημα ότι η απόσβεση αυτή δεν έχει μεγάλη σημασία, αφού το αποτέλεσμα της λύσης του γάμου επέρχεται με το θάνατο έτσι κι αλλιώς».

 

Χρήσιμη, επίσης αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση του Αρείου Πάγου Αρ. 1561/2009 (Α2, Πολιτικές):

 

«Κατά τη διάταξη του άρθρου 1438 ΑΚ ο γάμος μπορεί να λυθεί με διαζύγιο. Το διαζύγιο απαγγέλλεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα επόμενα άρθρα (1439 - 1441 ΑΚ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 604 ΚΠολΔ, στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 παρ. 1, αν πεθάνει ο ένας από τους διαδίκους πριν γίνει η απόφαση αμετάκλητη, η δίκη καταργείται ως προς το κύριο αντικείμενό της. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι η λύση του γάμου με διαζύγιο επέρχεται μόνον αφότου γίνει αμετάκλητη η περί τούτου δικαστική απόφαση και ότι, αν πριν από το αμετάκλητο της απόφασης αυτής, επέλθει ο θάνατος ενός των διαδίκων συζύγων καταργείται η περί διαζυγίου δίκη και μάλιστα η έννομη σχέση της δίκης, η δημιουργηθείσα με την αγωγή περί διαζυγίου. Σε μια τέτοια περίπτωση το δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί καταργημένη τη δίκη, γιατί ήδη από και δια του θανάτου και λόγω τούτου έχει επέλθει η λύση του γάμου και δεν νοείται μετά από αυτήν δια διαζυγίου λύση του (ΟλΑΠ 653/1984)».

 

Να διευκρινίσουμε ότι στην Ελληνική έννομη τάξη μια απόφαση καθίσταται «αμετάκλητη» είτε επειδή ασκήθηκαν και απερρίφθησαν εναντίον της όλα τα ένδικα μέσα τόσο σε δεύτερο βαθμό (έφεση ή ανακοπή) όσο και σε τρίτο βαθμό (αναψηλάφηση ή αναίρεση) είτε επειδή παρήλθαν άπρακτες οι προθεσμίες άσκησης τους. Περαιτέρω, «τελεσίδικη» καθίσταται η απόφαση εναντίον της οποίας είτε ασκήθηκαν και απερρίφθησαν τα ένδικα μέσα σε δεύτερο βαθμό (έφεση ή ανακοπή) είτε παρήλθαν άπρακτες οι προθεσμίες άσκησης τους.

 

Η ουσιώδης βέβαια νομική αρχή η οποία προκύπτει, από τα πιο πάνω συγγράμματα και νομολογία, είναι πως εάν πριν την εξάντληση των ένδικων μέσων ή πριν την εκπνοή των προθεσμιών για την άσκηση τους, επέλθει ο θάνατος ενός των συζύγων, τότε η ένδικη διαφορά τερματίζεται, δεδομένου ότι νομικά κρίνεται πλέον ότι η λύση του γάμου επήλθε στο ενδιάμεσο διάστημα αυτοδικαίως δια του θανάτου, χωρίς να μπορεί κάποιος να τη συνεχίσει (π.χ. κληρονόμος ή διαχειριστής ή αντιπρόσωπος κλπ).

 

Η πιο πάνω νομική αρχή, ως απόρροια του αυστηρώς προσωποπαγούς χαρακτήρα του δικαιώματος διάζευξης δεν διαφοροποιείται από το γεγονός ότι η ημεδαπή νομοθεσία περιέχει ειδική πρόνοια μόνο για την περίπτωση τελεσιδικίας λόγω παρόδου άπρακτης της προθεσμίας άσκησης έφεσης, αφού εννοείται από το σύνολο του σχετικού Άρθρου 7Α του περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Ν.22/90, και δη από την πρώτη επιφύλαξη του, ότι τελεσιδικία επέρχεται και με την έκδοση της απόφασης στην έφεση.  Το εν λόγω Άρθρο 7Α προνοεί τα εξής:

 

«Η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου για λύση του γάμου καθίσταται τελεσίδικη μετά την εκπνοή της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση καταχώρησης έφεσης, η εκτέλεση της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου αναστέλλεται μέχρι την έκδοση απόφασης από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο:

 

Νοείται περαιτέρω ότι οποιοδήποτε δικαίωμα καταχώρησης έφεσης αποσβήνεται οριστικά, αν μετά την εκπνοή της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης οποιοσδήποτε από τους διαδίκους συνάψει vέo γάμο». 

 

Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, στην ημεδαπή έννομη τάξη, λύση του γάμου με διαζύγιο επέρχεται μόνο αφότου καταστεί τελεσίδικη η δικαστική απόφαση. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο θάνατος του Εφεσίβλητου επήλθε μετά την έκδοση της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου, αλλά πριν την εκπνοή της προθεσμίας καταχώρισης έφεσης, επομένως η πρωτόδικη απόφαση δεν είχε καταστεί τελεσίδικη. Συνεπώς η λύση του γάμου επήλθε αυτοδικαίως με τον θάνατο του Εφεσίβλητου στις 16.2.24. Η υπό κρίση έφεση, όταν καταχωρίστηκε, στερείτο αντικειμένου.

 

Το Μέρος 41.9 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και συγκεκριμένα στο εδάφιο (3) του Κανονισμού 41.9, δίδει εξουσία στο Εφετείο να απορρίψει εφέσεις ως προδήλως αβάσιμες και προνοεί τα ακόλουθα:

 

«(3)     Υπάρχει επιτακτικός λόγος για απόρριψη της ειδοποίησης έφεσης όταν αυτή κρίνεται απαράδεκτη, προπετής, προδήλως αβάσιμη ή ως ασκηθείσα προς το σκοπό παρέλκυσης της απονομής της δικαιοσύνης».

 

Στην Επί τοις Αφορώσι την αίτηση της Εταιρείας Unibrand Secretarial Services Limited από τη Λευκωσία για Εκκαθάριση της Εταιρείας Tricor Limited v. Eurobank (Cyprus) Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 53/2016, ημερ. 18.4.24, τονίστηκαν τα εξής:

 

«Έφεση, θεωρείται ότι είναι προδήλως αβάσιμη όταν διαπιστώνεται, εξ αρχής, ότι αυτή στερείται αντικειμένου ή όταν στην πορεία και πριν από την περάτωση της, με τελική απόφαση, καταλήγει να έχει απωλέσει το αντικείμενο της.  Το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση της παρούσας δικαιοδοσίας του, ήτοι ως Εφετείο,  επιλαμβάνεται εφέσεων κατά αποφάσεων πρωτόδικων Δικαστηρίων.  Στο πλαίσιο αυτό, εφόσον διαπιστώνει την ύπαρξη εφέσεων οι οποίες, εξ αντικειμένου, είναι   προδήλως αβάσιμες, προβαίνει άμεσα στην απόρριψη τους.  Έχει υποχρέωση ως προς τούτο, με βάση το Άρθρο 163.2(β) του Συντάγματος. Η υποχρέωση αυτή εμπίπτουσα στο δικονομικό πεδίο της εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προβλέπεται και στον Κ.10(i) του περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1996 (4/1996)».

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω, η έφεση απορρίπτεται δυνάμει του  Κανονισμού 41.9(3), ως προδήλως αβάσιμη.

 

Επιδικάζονται έξοδα €2.400 υπέρ του διαχειριστή της περιουσίας του Εφεσίβλητου και εναντίον της Εφεσείουσας, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει.

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο