ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Αίτηση Αρ.: 9/2026)
30 Σεπτεμβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΡΟΔΟΥΛΑ ΑΒΡΑΑΜ,
Αιτήτρια,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Καθ’ ης η Αίτηση.
_______________________
Αίτηση για παράταση του χρόνου για καταχώρηση
έφεσης ημερομηνίας 12.8.2026
Σ. Παρπούνας για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε., για την Αιτήτρια
Σ. Παπουή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Καθ’ ης η Αίτηση
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Η αιτήτρια είναι η κατηγορούμενη 1 στην ποινική υπόθεση υπ’ αριθμό 11416/2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στις 10.7.2026, μετά από αίτημα του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής το οποίο προσέκρουσε στην ένσταση των συνηγόρων και των τριών κατηγορουμένων στην εν λόγω υπόθεση, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ενέκρινε το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής όπως η κατηγορούμενη 1 παραμείνει υπό κράτηση μέχρι τη δίκη της στη βάση της ύπαρξης κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων. Η ίδια απόφαση λήφθηκε και αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2, ενώ για τον τρίτο κατηγορούμενο διαπιστώθηκε ότι ελλοχεύει κίνδυνος φυγοδικίας του αν αφεθεί ελεύθερος και διατάχθηκε και αυτού η κράτηση επί του λόγου της ύπαρξης κινδύνου φυγοδικίας, μέχρι τις 21.9.2026 που ήταν ορισμένη η υπόθεση.
Στις 12.8.2026, καταχωρήθηκε από την αιτήτρια η υπό κρίση αίτηση με την οποία αιτείται την παράταση χρόνου για καταχώρηση έφεσης εναντίον της καταδίκης (πρόκειται προφανώς περί λάθους, αφού η επίδικη απόφαση αφορά τη διαταγή για κράτησή της μέχρι τη δίκη) για περίοδο 5 ημερών από της έκδοσης του σχετικού διατάγματος και διάταγμα που να επιτρέπει την εκπρόθεσμη καταχώρηση της έφεσης εναντίον της απόφασης ως προς την καταδίκη (επαναλαμβάνουμε το λανθασμένο του λεκτικού) ως εμπρόθεσμη.
Νομική βάση της αίτησης είναι ουσιαστικά το Άρθρο 134 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Η αίτηση βασίζεται και επί άλλων νομοθετικών και διαδικαστικών προνοιών.
Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Ιωάννας Χανδριώτη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια και δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από την αιτήτρια να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Προβάλλει ως λόγο για την καταχώρηση της αίτησης για εκπρόθεσμη καταχώρηση έφεσης το γεγονός ότι το κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου δεν ήταν στην κατοχή της αιτήτριας αφού το Δικαστήριο δεν εφοδίασε την αιτήτρια με αντίγραφο της απόφασής του.
Όπως αναφέρει, το δικηγορικό γραφείο στο οποίο εργάζεται ανέλαβε την εκπροσώπηση της αιτήτριας μετά τη λήξη της προθεσμίας καταχώρησης της έφεσης στις 6.8.2026 και έλαβε πρόσβαση στο κείμενο της απόφασης μόλις στις 11.8.2026 από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο 3 παρά το ότι αιτήθηκαν από το Πρωτοκολλητείο αντίγραφο της εν λόγω απόφασης από τις 6.8.2026. Προβάλλει τη θέση ότι υφίσταται πολύ σοβαρός λόγος έφεσης και ακύρωσης της απόφασης για την κράτηση της αιτήτριας μέχρι τη δίκη της, τον οποίο επισυνάπτει στην ένορκη δήλωσή της. Αναφέρει επίσης, ότι εντωμεταξύ το Εφετείο έχει αποφασίσει επί εφέσεως συγκατηγορούμενου της αιτήτριας και έχει ακυρώσει το διάταγμα κράτησης που είχε εκδοθεί για συγκατηγορούμενο της (πρόκειται για τον κατηγορούμενο 3), γεγονός που δυνατόν να αποτελεί, όπως πιστεύει, σοβαρό λόγο παραμερισμού της απόφασης του Δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τον προτεινόμενο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο παρερμήνευσε τις προϋποθέσεις και τις αρχές κράτησης προσώπου μέχρι τη δίκη του και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της αιτήτριας στον κανόνα και τις αρχές δικαίου κατά τρόπο εσφαλμένο και πεπλανημένο. Στην αιτιολογία του προτεινόμενου λόγου έφεσης, σε τέσσερις παραγράφους αναπτύσσονται επιχειρήματα που τείνουν να δείξουν την ανυπαρξία του κινδύνου φυγοδικίας ενώ στην πέμπτη παράγραφο τίθεται αιτιολογία για εσφαλμένη απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τον κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων την οποία χαρακτηρίζει ως ακροσφαλή και ότι στρέφεται κατά του τεκμηρίου αθωότητας της αιτήτριας.
Η καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση στην ίδια νομική βάση ως η αίτηση. Σε αυτήν προβάλλονται οι θέσεις ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή αδικαιολόγητη και/ή λανθασμένη και ότι καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση αφού από την ημέρα εκπνοής της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης που ήταν η 24.7.2026 μέχρι την 12.8.2026 που καταχωρήθηκε η αίτηση παρήλθαν 19 συνολικά μέρες και ουδεμία λογική εξήγηση δίδεται για την καθυστέρηση.
Προβάλλεται επίσης ότι δεν αποκαλύπτεται ούτε καλός λόγος ούτε εξαιρετικές περιστάσεις για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης και ότι δεν συντρέχει καμιά από τις προϋποθέσεις της νομολογίας αναφορικά με παρατάσεις χρόνου.
Την ένσταση συνοδεύει ένορκος δήλωση Γραμματειακού Λειτουργού στη Νομική Υπηρεσία η οποία δηλώνει υπεύθυνη για την τήρηση του αρχείου ποινικών εφέσεων και αιτήσεων στη Νομική Υπηρεσία, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα όσα αναφέρει και δηλώνει εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση.
Όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η κράτηση και των τριών κατηγορουμένων, μεταξύ των οποίων και η αιτήτρια στην υπόθεση 11416/2026, δόθηκε στις 10.7.2026. Στις 17.7.2026 τόσο ο δεύτερος κατηγορούμενος, όσο και ο τρίτος κατηγορούμενος καταχώρησαν ξεχωριστές εφέσεις εναντίον της απόφασης. Η έφεση του δεύτερου κατηγορούμενου αποσύρθηκε. Η έφεση του τρίτου κατηγορούμενου εξετάστηκε από το Εφετείο, το οποίο αποφάσισε όπως αυτός αφεθεί ελεύθερος με όρους. Η καθυστέρηση που προκύπτει στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης είναι κατά την άποψη της ενόρκως δηλούσας αδικαιολόγητη και προκλήθηκε από υπαιτιότητα της αιτήτριας. Ειδικότερα, αναφέρει ότι παρήλθαν 19 ημέρες από την ημέρα εκπνοής της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης για τις οποίες δεν προβάλλεται καμία δικαιολογία. Οι εφέσεις που καταχωρήθηκαν από τους άλλους δύο συγκατηγορούμενους της αιτήτριας εμπρόθεσμα, είχαν επισυνημμένη την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 10.7.2026, γεγονός που καταδεικνύει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν έτοιμη πριν τη λήξη της προθεσμίας έφεσης. Η αιτήτρια δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να καταδεικνύει προσπάθεια να εξασφαλίσει το κείμενο της απόφασης ή έστω προσπάθεια να καταχωρήσει ειδοποίηση έφεσης, χωρίς το κείμενο της απόφασης.
Επίσης, το γεγονός ότι το Εφετείο αποφάσισε επί εφέσεως συγκατηγορουμένου της αιτήτριας ακυρώνοντας το διάταγμα κράτησής του, ουδόλως αποτελεί σοβαρό λόγο παραμερισμού της απόφασης του Δικαστηρίου αναφορικά με την αιτήτρια.
Με δεδομένο ότι η παράταση χρόνου είναι ένα εξαιρετικό μέτρο και η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι υπήρχε αδυναμία εκ μέρους της ή του δικηγόρου της, να καταχωρήσει την έφεση της έγκαιρα, η αίτηση δεν δύναται να τελεσφορήσει. Αντίθετα, η απόρριψή της επιβάλλεται για να διασφαλιστεί η αρχή της τελεσιδικίας.
Οι συνήγοροι και των δύο πλευρών καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα τις οποίες και υιοθέτησαν ενώπιόν μας.
Σε ό,τι αφορά την έφεση του κατηγορούμενου 3, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης και της επιβολής όρων για εξασφάλιση της παρουσίας του στο Δικαστήριο από το Εφετείο, αναφέρουμε ότι αυτό έγινε στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας ενώ ο λόγος κράτησης της αιτήτριας αφορά τη διαπίστωση από το πρωτόδικο Δικαστήριο κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων.
Στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Ποινική Αίτηση Αρ. 7/25, ημερομηνίας 17.7.2025, συνοψίστηκαν οι νομολογιακές αρχές που αφορούν το υπό κρίση θέμα. Λέχθηκε, συναφώς:
«Οι αρχές με βάση τις οποίες κρίνονται αιτήματα για παράταση του χρόνου καταχώρισης ειδοποίησης έφεσης καταγράφονται στο πιο κάτω απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Αίτ. 8/24, ημερ. 29.10.2024:
«Αρχής γενομένης από την υπόθεση Αγαπίου κ.ά. v. Σαλάτα, Ποιν. Αίτ. 11/2022, ημερ. 20.12.23, είχαμε την ευκαιρία σε σειρά παρόμοιων αιτήσεων να αναφερθούμε στις εφαρμοζόμενες σχετικές αρχές, οι οποίες θεωρούμε ότι συνοψίζονται επαρκέστατα στην υπόθεση Rolandos Enterprises Public Ltd κ.ά. v. Frou Frou Investments Ltd, Ποιν. Αίτ. 5/20, ημερ. 3.2.21 ως εξής:
"Διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο καταχώρισης έφεσης δυνάμει του άρθρου 134 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ασκείται κατόπιν απόδειξης «βάσιμου λόγου» στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και συναρτάται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Θεωρούμε χρήσιμο να υπομνήσουμε τη βασική νομολογιακή αρχή ότι παράταση δίδεται όταν συντρέχει ουσιαστική αδυναμία του εφεσείοντα να ενεργήσει έγκαιρα και ορθά για την καταχώριση έφεσης (βλ. Komurgu & Άλλος ν Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 83), τα χρονικά δε πλαίσια που θέτει ο νομοθέτης για τη λήψη δικονομικών μέτρων είναι σημαντικά και σχετίζονται με το δημόσιο συμφέρον που συνυπάρχει στην τελεσιδικία και στο τελέσφορο της διαδικασίας".
Οι σχετικές αρχές επαναλήφθηκαν πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση LGS HANDLING LTD, Ποιν. Αιτ. 22/2018, ημερ. 22 Φεβρουαρίου 2019, ECLI:CY:AD:2019:B125, στην οποία λέχθηκε ότι:
«... η προεξάρχουσα αρχή που λαμβάνεται υπόψη είναι η ανάγκη για τελεσιδικία χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τη χορήγηση παράτασης χρόνου ασκείται με φειδώ και λαμβάνει υπόψη τους λόγους αδυναμίας έγκαιρης καταχώρησης της έφεσης, τόσο κατά το χρόνο εντός του οποίου έπρεπε αυτή να είχε καταχωρηθεί, όσο και κατά τη διάρκεια της περιόδου από την εκπνοή της προθεσμίας, μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για παράταση, (Delincyp Company Ltd v. Wogang κ.ά. Ποινική Αίτηση υπ' αρ. 10/2018, ημερ. 15.10.2018). Η αδυναμία καταχώρησης πρέπει να είναι ουσιαστική και πρέπει να εμπίπτει εντός του εξαιρετικού εκείνου μέτρου το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντισταθμίζον την ανάγκη για τελεσιδικία, (Δημοκρατία ν. Γεωργίου Ποινική Αίτηση αρ. 9/2015, ημερ. 26.1.2016 και Λουκαΐδης ν. Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας, Ποινική Αίτηση αρ. 15/2017, ημερ. 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B107)".
Αν οι συνθήκες της υπόθεσης το δικαιολογούν, το δικαστήριο μπορεί, χαλαρώνοντας τον κανόνα, να δεχθεί το αίτημα για παράταση (Ηλιάδη ν. Δήμου Λάρνακας (1996) 2 Α.Α.Δ. 236).
Τονίζουμε περαιτέρω ότι, ως έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Χρυσικού v. Δήμου Λάρνακας, Ποιν. Αίτ. 14/17, ημερ. 15.1.18, η έννοια του «καλού λόγου» έχει τη σημασία της παροχής επαρκούς και πειστικής αιτιολογίας για αδυναμία ενέργειας και όχι απλής δυσκολίας».
Για δε την αδυναμία η οποία αφορά τη μη καταχώριση έφεσης θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι επέδρασε ουσιωδώς καθόλη τη διάρκεια του κρίσιμου χρόνου ως παράγων ανασταλτικός στην άσκηση έφεσης (Naydenov v. Δημοκρατίας (2015) 2(Β) Α.Α.Δ. 607).»
Η θέση που προβάλλεται στην ένσταση ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, είναι ορθή. Όπως συνάγεται από τα γεγονότα της υπόθεσης που φαίνονται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί, είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης με την οποία διατάχθηκε η κράτηση της αιτήτριας μέχρι τη δίκη της λήφθηκε στις 10.7.2026. Στις 17.7.2026 το αντίγραφο της απόφασης του Δικαστηρίου ήταν διαθέσιμο εφόσον οι συγκατηγορούμενοι της 2 και 3 καταχώρησαν ξεχωριστές εφέσεις εναντίον της ίδιας απόφασης με την οποία διατάχθηκε και η δική τους κράτηση και στις σχετικές ειδοποιήσεις επισύναψαν το κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης. Ο χρόνος που μεσολάβησε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης που είναι στις 12.8.2026 δεν δικαιολογείται νομολογιακά από την αιτήτρια. Αναφέρει ότι δεν είχε το κείμενο της απόφασης αλλά όπως επισημαίνουμε πιο πάνω η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν έτοιμη και είχε δοθεί στους κατηγορούμενους πριν τη λήξη της προθεσμίας έφεσης. Δεν αναφέρει οτιδήποτε η αιτήτρια για τυχόν προσπάθειά της να προμηθευτεί το κείμενο της απόφασης πέραν της γενικής αναφοράς στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ότι:
«4. Ο λόγος για το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της έφεσης είναι το γεγονός ότι το κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου δεν ήταν στην κατοχή της Αιτήτριας, την οποία το Δικαστήριο δεν εφοδίασε με αντίγραφο αυτής.»
Ούτε και αναφέρεται σε οποιαδήποτε προσπάθειά της για καταχώρηση έφεσης έστω χωρίς το κείμενο της απόφασης για να καταδείξει την επιθυμία της για καταχώρηση της έφεσης εμπρόθεσμα.
Όπως επίσης αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, το γραφείο που ανέλαβε την εκπροσώπηση της αιτήτριας μετά τη λήξη της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης απέκτησε πρόσβαση στο κείμενο της απόφασης στις 11.8.2026 από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε ένα εκ των συγκατηγορουμένων της, παρά το ότι στις 6.8.2026 που ανέλαβαν την εκπροσώπηση της αιτήτριας ζήτησαν αντίγραφο της απόφασης μέσω Πρωτοκολλητείου. Και πάλι, παρατηρείται καθυστέρηση σε αυτές τις ενέργειες αφού όπως προκύπτει από τα όσα έχουν αναφερθεί μπορούσαν τουλάχιστον από την ίδια μέρα διορισμού τους οι δικηγόροι της αιτήτριας να λάβουν και άλλα μέτρα πέραν του να αποταθούν στο Πρωτοκολλητείο για να λάβουν αντίγραφο της απόφασης.
Έχουμε την άποψη ότι τα όσα τέθηκαν από μέρους της αιτήτριας δεν φανερώνουν ουσιαστική αδυναμία ως η νομολογία την έχει ερμηνεύσει, ως προς την έγκαιρη καταχώρηση έφεσης. Το διάστημα των 19 ημερών υπό τις περιστάσεις κρίνεται αδικαιολόγητο.
Επίσης, η αναφορά ότι επειδή το Εφετείο ακύρωσε τη διαταγή κράτησης για άλλο συγκατηγορούμενο της αιτήτριας πρόσωπο, δημιουργεί προσδοκία παραμερισμού της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου και αναφορικά με την αιτήτρια, φαίνεται να στερείται ερείσματος. Ο κατηγορούμενος 3 για τον οποίο το Εφετείο ακύρωσε τη σχετική διαταγή της κράτησης που είχε εκδοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο, είχε κρατηθεί στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Η κράτηση της αιτήτριας έχει διαταχθεί στη βάση του κινδύνου επαναδιάπραξης αδικημάτων. Επομένως, καμία ομοιότητα, ούτε και οποιοδήποτε συμπέρασμα περί επιτυχίας της τυχόν έφεσης που θα καταχωρείτο από την αιτήτρια μπορεί να εξαχθεί από την ακύρωση της διαταγής κράτησης για συγκατηγορούμενό της από το Εφετείο.
Σε ό,τι αφορά τον προτιθέμενο λόγο έφεσης που προβάλλει η αιτήτρια, στην όψη του και μόνο, δεν φαίνεται να έχει πιθανότητα επιτυχίας. Οι πρώτες τέσσερεις παράγραφοι της αιτιολογίας του αφορούν ζήτημα φυγοδικίας που δεν είναι σε αυτήν τη βάση που το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την κράτηση της αιτήτριας. Επίσης, ως έχει νομολογηθεί, σε περίπτωση που διαφαίνεται κίνδυνος επαναδιάπραξης αδικημάτων, το Δικαστήριο δεν εξετάζει τυχόν όρους για εξασφάλιση παρουσίας κατηγορουμένου. Παραπέμπουμε σχετικά στην απόφασή μας MAHER ALJUMAA v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 267/2025, ημερομηνίας 13.10.2025, στην οποία έχει γίνει σύνοψη της νομολογίας σχετικά.
Τέλος, η προτιθέμενη αιτιολογία της παραγράφου 5 του προτεινόμενου λόγου έφεσης, επίσης δεν καταδεικνύει εκ προοιμίου πιθανότητα επιτυχίας για να μπορούσε να της παρασχεθεί το δικαίωμα καταχώρησης έφεσης. Αντίθετα, τα όσα αναφέρονται στην αίτηση φαίνεται να εξασθενούν κατά πολύ την προσδοκία για επιτυχία της έφεσης.
Συνεπώς, καταλήγουμε ότι τα όσα έχουν τεθεί από πλευράς αιτήτριας δεν μπορούν να δικαιολογήσουν το αίτημα, ώστε να αντισταθμίζεται η ανάγκη για τελεσιδικία και οριστικότητα των πρωτόδικων αποφάσεων, ως αναλύεται στην πάγια σχετική νομολογία.
Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Δεδομένου ότι η αιτήτρια τελεί υπό κράτηση, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο