ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ
10 Σεπτεμβρίου, 2026
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 90/2022)
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗΣ
Εφεσείων,
v.
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Εφεσίβλητης.
(Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 91/2022)
[ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ Π., ΣΕΡΑΦΕΙΜ, ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Εφεσείουσα,
v.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗ
Εφεσίβλητου.
--------------------
Π. Μαυρής, για ΕΛΕΝΗ ΒΡΑΧΙΜΗ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε., για τoν Εφεσείοντα στην 90/2022 και για τον Εφεσίβλητο στην 91/2022.
Μ. Κοτσώνη (κα) & Α. Στυλιανού (κα)(ασκούμενη) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη στην 90/2022 και για την Εφεσείουσα στην 91/2022.
--------------------
ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από την υποφαινόμενη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΕYΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.: Αντικείμενο των υπό εξέταση υποθέσεων είναι η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/4/2022 στην Προσφυγή Αρ. 473/2016. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απασχόλησε η νομιμότητα της απόφασης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (εφεξής «ΕΔΥ»), η οποία κοινοποιήθηκε στον Εφεσείοντα στην Έφεση Αρ. 90/2022 στις 27/1/2016 και η οποία περιελάμβανε τρία σκέλη:
(α) την επιβολή στον Εφεσείοντα της πειθαρχικής ποινής της αυστηρής επίπληξης, (β) την επιβολή σε αυτόν χρηματικής ποινής ύψους 2000 ευρώ και (γ) την μη επιστροφή στον Εφεσείοντα του μέρους των απολαβών που κατακρατήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας του (29/7/2008-28/12/2008).
Τα πραγματικά γεγονότα της περίπτωσης έχουν ως ακολούθως:
Στις 28/12/2012 επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα, ο οποίος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο δημόσιος υπάλληλος, ποινή φυλάκισης έξι μηνών με τριετή αναστολή. Εναντίον της καταδίκης και της ποινής, ο Εφεσείων κατεχώρησε έφεση, η οποία απερρίφθη στις 3/7/2015. Στις 16/10/2015, σε συνεδρία της η ΕΔΥ αποφάσισε να καλέσει τον Εφεσείοντα να υποβάλει παραστάσεις, οι οποίες υποβλήθηκαν στη συνεδρία της ΕΔΥ ημερομηνίας 9/12/2015. Στις 15/1/2016 λήφθηκε η απόφαση της ΕΔΥ, η οποία περιελάμβανε τα τρία πιο πάνω σκέλη.
Σημειώνεται ότι με μεταγενέστερη απόφαση της ημερομηνίας 20/10/2016, η ΕΔΥ, αφού έκρινε ένοχο τον Εφεσείοντα για διάπραξη άλλων πειθαρχικών αδικημάτων, του επέβαλε στις 9/11/2016 την πειθαρχική ποινή της αναγκαστικής αφυπηρέτησης, απόφαση η οποία επικυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο (Προσφυγή Αρ. 23/2017, ημερομηνίας 26/1/2018) και από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 35/2018, ημερομηνίας 26/6/2024).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε καταρχάς με τις προδικαστικές ενστάσεις που η πλευρά της Εφεσίβλητης στην Έφεση Αρ. 90/2022 προέβαλε και αφού απέρριψε τη προδικαστική ένσταση περί μη δικογράφησης του μοναδικού λόγου ακύρωσης που ήγειρε ο Εφεσείων στην Έφεση Αρ. 90/2022 έκρινε ως ακολούθως:
(α) ο Εφεσείων στην Έφεση Αρ. 90/2022 έστω και αν έχει απωλέσει εν τω μεταξύ τη δημοσιοϋπαλληλική του ιδιότητα λόγω της επακόλουθης επιβολής της πειθαρχικής ποινής της αναγκαστικής αφυπηρέτησης, διατηρεί το έννομο συμφέρον αμφισβήτησης της απόφασης επιβολής σε αυτόν της χρηματικής ποινής
(β) δεν ισχύει όμως το ίδιο για την επιβολή σε αυτόν της αυστηρής επίπληξης, για την οποία δεν ήγειρε ο Εφεσείων στην Έφεση Αρ. 90/2022 οποιοδήποτε επιχείρημα πώς επηρεάζεται δυσμενώς, δοθέντος ότι αφυπηρέτησε από τη δημόσια υπηρεσία
(γ) διατηρεί ο Εφεσείων στην Έφεση Αρ. 90/2022 καταρχάς έννομο συμφέρον να αμφισβητεί τη μη επιστροφή των κατακρατηθέντων ποσών κατά την περίοδο της διαθεσιμότητας του, πλην όμως εφόσον δεν προώθησε λόγο ακύρωσης που αφορά το ζήτημα, το σκέλος αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης απορρίπτεται
(δ) ούτε η παραδοχή της διάπραξης των σχετικών ποινικών αδικημάτων επηρεάζει το έννομο συμφέρον του Εφεσείοντα στην Έφεση Αρ. 90/2022 στην καταχώρηση και προώθηση της Προσφυγής του.
Ακολούθως, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε την ουσία του ζητήματος στη βάση της προβαλλόμενης από τον Εφεσείοντα στην Έφεση Αρ. 90/2022 θέσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τις πρόνοιες του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου του 1981, Ν. 70/1981 (εφεξής «Ν. 70/1981») και αφού διαπίστωσε ότι η επιβολή της χρηματικής ποινής επήλθε στις 15/1/2016 με την ανακοίνωση της πειθαρχικής ποινής, δηλαδή μετά την αποκατάσταση του Εφεσείοντα στην Έφεση Αρ. 90/2022 στις 28/12/2015, απέρριψε τη θέση της Εφεσίβλητης στην Έφεση Αρ. 90/2022 ότι ο περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμος του 1990, Ν. 1/1990 (εφεξής «Ν.1/1990») υπερισχύει ως ειδικότερος του Ν.70/1981, κρίνοντας ότι εν προκειμένω τυγχάνει εφαρμογής ο Ν.70/1981, κάνοντας αποδεκτή την Προσφυγή ως προς το μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά την επιβολή της χρηματικής ποινής. Ως προς το μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά την επιβολή της ποινής της αυστηρής επίπληξης και την απόφαση για μη επιστροφή του μέρους των κατακρατηθέντων λόγω διαθεσιμότητας απολαβών, η Προσφυγή απορρίφθηκε.
Ο Εφεσείων στην Έφεση Αρ. 90/2022 προβάλλει δύο Λόγους Έφεσης:
Ότι εσφαλμένα αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν είχε έννομο συμφέρον να προσβάλει την ποινή της αυστηρής επίπληξης (Λόγος Έφεσης Αρ. 1) και εσφαλμένα αποφάσισε ότι ουδείς λόγος ηγέρθη σε σχέση με την απόφαση της ΕΔΥ για μη επιστροφή των κατακρατηθέντων λόγω διαθεσιμότητας ποσών (Λόγος Έφεσης Αρ. 2).
Η Εφεσείουσα Κυπριακή Δημοκρατία στην Έφεση Αρ. 91/2022 εγείρει τρεις Λόγους Έφεσης:
Ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι έχουν παραβιαστεί οι πρόνοιες του Ν.70/1981, κρίνοντας ότι η επιβολή της χρηματικής ποινής επήλθε μετά την αποκατάσταση του Εφεσίβλητου στην Έφεση Αρ. 91/2022 (Λόγος Έφεσης Αρ. 1) και ότι το Άρθρο 7(2)(ε) του Ν.70/1981 δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα περιστατικά της περίπτωσης (Λόγος Έφεσης Αρ. 2). Εσφαλμένα επίσης κατά την Εφεσείουσα στην Έφεση Αρ. 91/2022 το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Ν.1/1990 δεν υπερισχύει ως ειδικότερος του Ν.70/1981 σε περιπτώσεις πειθαρχικής διαδικασίας δημόσιου υπαλλήλου (Λόγος Έφεσης Αρ.3).
Κατά λογική προτεραιότητα θα εξεταστούν πρώτα οι συναφείς μεταξύ τους Λόγοι Έφεσης που αφορούν την Έφεση Αρ. 91/2022 της Κυπριακής Δημοκρατίας, εφόσον η μερική επιτυχία της Προσφυγής εδράζεται στην αποδοχή από το πρωτόδικο Δικαστήριο της θέσης του εκεί Εφεσίβλητου, ότι εν προκειμένω εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες του Ν.70/1981, οι οποίες κρίθηκαν ότι έχουν παραβιαστεί, εύρημα το οποίο αμφισβητείται με την πιο πάνω Έφεση.
Έχει ήδη αναφερθεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο επιβολής της χρηματικής ποινής από την ΕΔΥ, ο Εφεσίβλητος ήταν δημόσιος υπάλληλος. Δεν αμφισβητείται ότι η ΕΔΥ ενήργησε με βάση τις πρόνοιες του Ν.1/1990 (Άρθρα 73-86), που αφορούν την πειθαρχική δίωξη δημόσιου υπαλλήλου. Όπως είναι αποδεκτό, η ΕΔΥ λαμβάνοντας προηγουμένως καταφατική γνωμάτευση από τον Γενικό Εισαγγελέα, για το κατά πόσο τα αδικήματα στα οποία ο Εφεσίβλητος καταδικάστηκε ενέχουν έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα (Άρθρο 73), προχώρησε στην πειθαρχική δίωξη του Εφεσίβλητου στις 16/10/2015, μετά την απόρριψη στις 3/7/2015 της έφεσης που ο Εφεσίβλητος κατεχώρησε ενώπιον της καταδίκης και της ποινής που του επιβλήθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 28/12/2012.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 77 του Ν.1/1990:
«Αν ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον δημόσιου υπαλλήλου, καμία πειθαρχική δίωξη δεν επιτρέπεται να ασκηθεί ή να συνεχιστεί εναντίον του για λόγους που σχετίζονται με την ποινική δίωξη, μέχρις ότου αυτή πάρει οριστικό τέλος».
Εν προκειμένω, αυτό έπραξε η ΕΔΥ εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του Ν.1/1990 που ρυθμίζουν επακριβώς τη διαδικασία που ακολουθείται στις περιπτώσεις δίωξης δημόσιου υπαλλήλου για παράπτωμα, για το οποίο προηγήθηκε ποινική δίωξη. Μόλις οριστικοποιήθηκε το τέλος της ποινικής διαδικασίας με την έκδοση της απόφασης επί της έφεσης που ο Εφεσίβλητος κατεχώρησε εναντίον της καταδίκης και της ποινής του, άρχισε η πειθαρχική διαδικασία. Δεν θα μπορούσε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Άρθρο 77 του Ν.1/1990, να προχωρήσει παράλληλα με την ποινική δίωξη και η πειθαρχική, η οποία ουσιαστικά αναστέλλεται μέχρι την αμετάκλητη ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας.
Επομένως, με το δεδομένο της θεσμοθέτησης του ειδικού νόμου, Ν. 1/1990, ο οποίος ρυθμίζει την πειθαρχική δίωξη δημόσιου υπαλλήλου και ειδικότερα, πότε αυτή αρχίζει στην περίπτωση κατά την οποία έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του δημόσιου υπαλλήλου, οι πρόνοιες του Ν.70/1981 δεν τυγχάνουν εφαρμογής υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της περίπτωσης.
Πρόκειται για περίπτωση κατά την οποία ο νομοθέτης έχει εναποθέσει την άσκηση της σχετικής αρμοδιότητας στην ΕΔΥ, έτσι ώστε ο ειδικός Ν.1/1990 να εφαρμόζεται στην περίπτωση. Δεν θα μπορούσε να διευρυνθεί ερμηνευτικά ο Ν. 70/1981 ώστε να προβλέψει για περίπτωση για την οποία σαφώς υπάρχει ειδικότερη πρόνοια στον ειδικό νόμο (Ν.1/1990). Δεν πρόκειται δε για περίπτωση στην οποία η ΕΔΥ συνυπολόγισε κατά την έκδοση απόφασης σε άλλη διαδικασία την εξαλειφθείσα, στη βάση των προνοιών του Ν.70/1981, καταδίκη του αποκαταστηθέντος, αλλά για περίπτωση έναρξης πειθαρχικής διαδικασίας επί παραπτώματος στο οποίο υπέπεσε δημόσιος υπάλληλος, η οποία λόγω άσκησης ποινικής δίωξης για το ίδιο παράπτωμα δεν θα μπορούσε να ασκηθεί πριν από το οριστικό τέλος της ποινικής δίωξης, κατ’ εφαρμογή του Άρθρου 77 του Ν.1/1990.
Επομένως, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Ν.70/1981 τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής απορρίπτοντας τη θέση της Εφεσείουσας στην Έφεση Αρ. 91/2022 ότι ο Ν.1/1990 υπερισχύει, ως ειδικότερος, του Ν.70/1981.
Συνεπώς γίνεται αποδεκτός ο Λόγος Έφεσης Αρ. 3, χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξέτασης των υπόλοιπων λόγων, οι οποίοι άπτονται επιμέρους ζητημάτων που αφορούν τις πρόνοιες του Ν.70/1981.
Σε σχέση με την Έφεση Αρ. 90/2022 σημειώνουμε τα εξής:
Διατείνεται ο Εφεσείων με τον Λόγο Έφεσης Αρ. 1, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι δεν είχε έννομο συμφέρον να προσβάλει την ποινή της αυστηρής επίπληξης. Όπως εισηγείται, η ποινή της αυστηρής επίπληξης θίγει τα προσωπικά του συμφέροντα, εφόσον παρά τη μεταγενέστερη αναγκαστική απόλυση του, εξακολουθεί να έχει άμεσο αντίκτυπο στον ίδιο.
Επ’ αυτού το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:
«Δεν μπορεί, όμως, να λεχθεί υπό τις περιστάσεις το ίδιο και για την επιβολή της ποινής της αυστηρής επίπληξης, ποινή η οποία θα είχε για τον αιτητή δυσμενές αποτέλεσμα εφόσον αυτός διατηρούσε την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου. Δοθέντος ότι ο αιτητής δεν ήγειρε οποιοδήποτε επιχείρημα ως προς το σκέλος της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά στην ποινή της αυστηρής επίπληξης και πώς συγκεκριμένα αυτή τον επηρεάζει δυσμενώς και μετά την αφυπηρέτησή του από τη δημόσια υπηρεσία, αποδέχομαι ότι ως προς το εν λόγω σκέλος της προσβαλλόμενης απόφασης δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον να προωθεί την παρούσα προσφυγή».
Κρίνουμε ορθή την προσέγγιση και κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ο Εφεσείων, ο οποίος δεν είναι πλέον δημόσιος υπάλληλος, δεν έχει πιθανολογήσει, πόσω μάλλον τεκμηριώσει τον δυσμενή επηρεασμό του από την επιβολή σε αυτόν της αυστηρής επίπληξης, ως υποχρεούτο να πράξει. Ούτε δε η γενική αναφορά του ότι η ποινή της αυστηρής επίπληξης θίγει τα προσωπικά του συμφέροντα και έχει άμεσο αντίκτυπο στον ίδιο είναι ικανή να πιθανολογήσει ή να τεκμηριώσει δυσμενή επηρεασμό του, δεδομένης της αφυπηρέτησης του από τη δημόσια υπηρεσία.
Επομένως ο Λόγος Έφεσης Αρ. 1 κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.
Επιχειρηματολογώντας ο Εφεσείων υπέρ της βασιμότητας του Λόγου Έφεσης Αρ. 2 ισχυρίζεται ότι, αφού το Δικαστήριο ακύρωσε την επιβολή σε αυτόν της χρηματικής ποινής στη βάση της παράβασης των προνοιών του Ν.70/1981, θα έπρεπε να πράξει το ίδιο και για την επιστροφή των κατακρατηθέντων λόγω διαθεσιμότητας ποσών, αφού είναι πράξεις αλληλένδετες και προϊόν της ίδιας πράξης.
Έχουμε ήδη αποφασίσει στα πλαίσια της Έφεσης Αρ. 91/2022, ότι εν προκειμένω εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες του ειδικού νόμου, Ν.1/1990 και όχι του Ν.70/1981 και ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απεφάνθη το αντίθετο.
Επομένως ο Λόγος Έφεσης Αρ. 2 απορρίπτεται.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Έφεση Αρ. 91/2022 γίνεται αποδεκτή με 3000 ευρώ έξοδα υπέρ της Εφεσείουσας Κυπριακής Δημοκρατίας και εναντίον του Εφεσίβλητου. Η πρωτόδικη Απόφαση ως προς το ακυρωτικό της μέρος, συμπεριλαμβανομένων των πρωτοδίκως επιδικασθέντων εξόδων πρωτοδίκως, παραμερίζεται.
Η Έφεση Αρ. 90/2022 απορρίπτεται με έξοδα ύψους 1.000 ευρώ εναντίον του Εφεσείοντα και υπέρ της Εφεσίβλητης.
Α. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ-ΝΙΚΟΛΕΤΟΠΟΥΛΟΥ, Π.
Γ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Δ.
Δ. ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο