ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. 122/2020)
30 Οκτωβρίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ]
[ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΣΑΠΗΣ
Εφεσείοντας/Αιτητής
και
1. ΑΚΙΝΗΤΑ Λ.Α.Κ. ΛΤΔ
2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΣΑΠΗΣ
Εφεσίβλητοι/Καθ΄ ων η αίτηση
------------------------------------------------
Γιολάντα Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Άντρια Θ. Μαστίχη για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους
[Η ακρόαση διεκπεραιώθηκε χωρίς τη φυσική παρουσία των μερών κατόπιν αιτήματος που υποβλήθηκε δυνάμει του περί Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Επικοινωνία) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2021]
------------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΟΝΗΣ, Δ.: Αντικείμενο της παρούσας έφεσης είναι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 24.2.2020 με την οποία απέρριψε αίτηση βασιζόμενη στον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο, Κεφ. 62 («η Αίτηση»).
Η εκδοχή του εφεσείοντος/αιτητή όπως προέκυπτε από την ένορκη δήλωση του συνόδευε την Αίτηση ήταν η ακόλουθη:
Ο εφεσείων καταχώρισε την 10.11.2011 αγωγή εναντίον του εφεσίβλητου 2/εναγόμενου 1/καθ’ ου η αίτηση 2, του Λ. Κασάπη (εναγόμενου 2), της εφεσίβλητης 1/εναγόμενης 3/καθ’ ης η αίτηση 1 εταιρείας και της Χρ. Κασάπη (εναγόμενης 4). Οι εφεσίβλητοι καταχώρισαν εμφάνιση στις 16.11.2011. Στις 9.3.2016 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του εφεσείοντος και εναντίον της εφεσίβλητης 1 διά ποσό €1.134.690 πλέον τόκους και έξοδα. Η εφεσίβλητη 1 η οποία κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ενός καταστήματος στον Ψεματισμένο, ενός χωραφιού στην Καλαβασό, ενός χωραφιού στο Ζύγι και ενός οικοπέδου στην Αγλαντζιά, γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης του εφεσείοντος και το βάσιμο αυτής από την επίδοση της αγωγής στις 11.11.2011. Παρά τα πιο πάνω, η εφεσίβλητη 1 στις 17.4.2015, δηλαδή λίγο πριν την έκδοση της απόφασης, μεταβίβασε τα εν λόγω ακίνητα στον εφεσίβλητο 2 δυνάμει κατ’ ισχυρισμό πώλησης και με σκοπό να καθυστερήσουν και να παρεμποδίσουν τον εφεσείοντα από του να ανακτήσει το χρέος. Αποτέλεσε ισχυρισμό του εφεσείοντος ότι ενώ ο εφεσίβλητος 2 δήλωσε ότι απέκτησε τα ακίνητα με αγορά, κανένα ποσό δεν κατέβαλε στην εφεσίβλητη 1 και η όλη πράξη έγινε δόλια με σκοπό την καταδολίευση του, αφού αυτός και ο εφεσίβλητος 2 με κοινό κεφάλαιο παραχώρησαν στην εφεσίβλητη 1 το ποσό των €1.134.690 έκαστος, το οποίο βασικά και στην ουσία χρησιμοποιήθηκε ως κεφάλαιο για αγορά των εν λόγω ακινήτων και ακόμα δύο ακινήτων τα οποία κατά τον χρόνο καταχώρισης της Αίτησης ήταν ακόμα εγγεγραμμένα επ’ ονόματι της εφεσίβλητης 1. Την αποκλειστική διαχείριση και διοίκηση της εφεσίβλητης 1 είχε πάντοτε κατά διαστήματα και εναλλάξ ο εφεσίβλητος 2, τα παιδιά του και η σύζυγος του. Όλες οι πιο πάνω ενέργειες ήταν δόλιες, κακόπιστες και μοναδικό στόχο είχαν την καταδολίευση του εφεσείοντος, έχοντας υπόψη και τη θέση που πρόβαλαν στην αγωγή ότι τα χρήματα που δόθηκαν από τον εφεσίβλητο 2 δεν θα επιστρέφονταν γιατί ήταν δωρεά και ότι θα διευθετούνταν «εντός της οικογένειας των εναγομένων που ήταν οικογένεια».
Οι εφεσίβλητοι καταχώρισαν ένσταση όπου πρόβαλαν ότι δεν τηρούνταν οι νομοθετικές απαιτήσεις για επιτυχία της Αίτησης ενώ, κατά την διαδικασία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, υποστήριξαν ότι δεν είχε αποδειχθεί δόλος εκ μέρους τους ούτε οποιαδήποτε δόλια μεταβίβαση και ότι η μεταβίβαση έγινε καλή τη πίστει και χωρίς πρόθεση να εμποδίσουν τον εφεσείοντα από την είσπραξη του χρέους του ως επίσης ότι με την μεταβίβαση των ακινήτων πληρώθηκε υφιστάμενο χρέος της εφεσίβλητης 1 προς τον εφεσίβλητο 2.
Κατά την ακροαματική διαδικασία η πλευρά του εφεσείοντος παρουσίασε τέσσερεις μάρτυρες, τον Μ.Ε.1, κτηματολογικό υπάλληλο, τον ίδιο τον εφεσείοντα (Μ.Ε.2), τον Μ.Ε.3, εγκεκριμένο λογιστή/ελεγκτή (Certified Accountant) και τον Μ.Ε.4, εγγεγραμμένο εκτιμητή ακινήτων. Η πλευρά των εφεσίβλητων παρουσίασε τρεις μάρτυρες, τον εναγόμενο 2 στην αγωγή, διευθυντή της εφεσίβλητης 1 και γιο του εφεσίβλητου 2 (Μ.Υ.1), τον εφεσίβλητο 2 (Μ.Υ.2), αδελφό του εφεσείοντος και τον Μ.Υ.3, εγγεγραμμένο εκτιμητή (ΕΤΕΚ). Οι Μ.Ε.3, Μ.Ε.4 και Μ.Υ.3 έδωσαν μαρτυρία ως εμπειρογνώμονες.
Οι Μ.Ε.1, Μ.Υ.1, ο εφεσίβλητος 2 και ο Μ.Υ.3 άφησαν καλή εντύπωση στο πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο αποδέχθηκε τη μαρτυρία τους για τους λόγους που εξηγεί στην απόφαση του. Αντίθετα δεν του άφησαν καλή εντύπωση ο εφεσείων, ο Μ.Ε.3 και ο Μ.Ε.4 και απέρριψε τη μαρτυρία τους για λόγους που επίσης εξηγεί.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία που διέπει το όλο θέμα, προχώρησε στην παράθεση των ευρημάτων του.
Ανάμεσα στα ευρήματα του ήταν ότι ο εφεσίβλητος 2 είναι πατέρας του Μ.Υ.1 (εναγόμενου 2) ο οποίος ήταν ο διευθυντής της εφεσίβλητης 1. Ταυτόχρονα με την καταχώριση της αγωγής εκ μέρους του εφεσείοντος εναντίον του εφεσίβλητου 2, του Μ.Υ.1 (εναγόμενου 2), της εφεσίβλητης 1 και της Χρ. Κασάπη (εναγόμενης 4), ο εφεσείων καταχώρισε αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος που να απαγόρευε την αποξένωση της κινητής και ακίνητης περιουσίας των εναγομένων μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Στην ένορκο δήλωση που συνόδευε την Αίτηση, ο εφεσείων ισχυρίστηκε, πως οι εναγόμενοι σε συμπαιγνία μεταξύ τους προσπάθησαν να τον καταδολιεύσουν δια της μεταβίβασης μετοχών της εφεσίβλητης 1 και έτσι να τον αποξενώσουν μετοχικώς από την εν λόγω εταιρεία. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η εφεσίβλητη 1 ανήκε ουσιαστικά στον ίδιο και στον εφεσίβλητο 2 και πως αμφότεροι επένδυαν μερίσματα σ΄ αυτήν. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση δια της οποίας απέρριπταν τους ισχυρισμούς του εφεσείοντος ότι η εφεσίβλητη 1 ανήκε σε αυτόν και τον εφεσίβλητο 2. Ισχυρίστηκαν επίσης ότι το δάνειο είχε δοθεί από τον εφεσίβλητο 2 και τον εφεσείοντα προς την εφεσίβλητη 1 εταιρεία, της οποίας μοναδικός μέτοχος και διευθυντής ήταν ο Μ.Υ.1, ούτως ώστε να βοηθηθεί στην επιχειρηματική του δραστηριότητα και ότι το δάνειο δεν δόθηκε χαριστικώς και εξακολουθούσε να οφείλεται. Έπειτα από ακροαματική διαδικασία, η Αίτηση απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στις 19.10.2015 ο εφεσείων καταχώρισε αίτηση τροποποίησης και λίγους μήνες αργότερα (9.3.2016) εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση υπέρ του εφεσείοντος και σε βάρος της εφεσίβλητης 1 για το ποσό των €1.134.690 πλέον τόκους και έξοδα και η αγωγή όσον αφορά τους υπόλοιπους εναγόμενους απορρίφθηκε.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε επίσης ότι η μεταβίβαση των ακινήτων έγινε δυνάμει νόμιμης και πραγματικής πώλησης στις 17.4.2015, ένα περίπου έτος πριν από την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης και πριν από την υποβολή της αίτησης τροποποίησης ημερ. 19.10.2015 σε σχέση με Έκθεση Απαίτησης. Η μεταβίβαση έγινε έναντι του χρέους της εφεσίβλητης 1 προς τον εφεσίβλητο 2 (έγινε η ίδια προσφορά προς τον εφεσείοντα). Το ποσό που οφειλόταν προς τον εφεσίβλητο 2 ήταν καταχωρημένο στους λογαριασμούς της εφεσίβλητης 1 και δηλωμένο ότι χρησιμοποιήθηκε για την αγορά και ανάπτυξη ακινήτων. Το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης των ακινήτων προς τον εφεσίβλητο 2 αφαιρέθηκε από το χρέος της εφεσίβλητης 1.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι κατά τη μεταβίβαση, ο εφεσείων δεν ήταν, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 62, πιστωτής της εφεσίβλητης 1 και δεν ήταν ακόμη δυνατόν να βρίσκεται στη σκέψη της κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Υπέδειξε ότι το Κεφ. 62 δεν παρέχει θεραπεία σε μεταγενέστερους πιστωτές. Έκρινε ότι δεν αναδεικνυόταν από τη μαρτυρία ότι η μεταβίβαση θα μπορούσε σε οποιοδήποτε βαθμό να θεωρηθεί δόλια εκ μέρους των εφεσίβλητων. Έκρινε περαιτέρω ότι η μεταβίβαση έγινε καλόπιστα και χωρίς πρόθεση πρόκλησης εμποδίων ή προσκομμάτων στον εφεσείοντα «στη διεκδίκηση των όποιων δικαιωμάτων τούτος νόμιζε πως είχε» έναντι της εφεσίβλητης 1 και η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε για πληρωμή υφιστάμενου οφειλόμενου χρέους της εφεσίβλητης 1 προς τον εφεσίβλητο 2. Έτσι προχώρησε στην απόρριψη της Αίτησης με έξοδα υπέρ των εφεσίβλητων και εναντίον του εφεσείοντος.
Η πλευρά του εφεσείοντος, η οποία προφανώς δεν έμεινε ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα της πρωτόδικης απόφασης, την προσβάλλει με πέντε λόγους έφεσης.
Όλοι οι λόγοι έφεσης είναι συναφείς μεταξύ τους, αφορούν την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο και τα ευρήματα του. Επομένως οι λόγοι έφεσης θα εξεταστούν μαζί λόγω συνάφειας.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα, παραγνωρίζοντας τη νομοθεσία, τις αρχές της νομολογίας και αξιολογώντας αλλά και ερμηνεύοντας κατά τρόπο λανθασμένο την ενώπιον του προσαχθείσα μαρτυρία απέρριψε την Αίτηση. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε λανθασμένη αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας και έλαβε υπόψη άσχετους και/ή λανθασμένους παράγοντες με αποτέλεσμα να καταλήξει σε λανθασμένα και παράλογα συμπεράσματα. Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη άσχετους παράγοντες και/ή δεν έλαβε υπόψη σημαντικά στοιχεία, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε λανθασμένο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε δόλια μεταβίβαση. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε ότι ο εφεσείων δεν ήταν στο μυαλό των εφεσίβλητων καθ΄ ον χρόνο έγινε η μεταβίβαση. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα παρερμήνευσε την ενώπιον του μαρτυρία και προέβη σε λανθασμένα ευρήματα, παραγνωρίζοντας το βάρος απόδειξης, τα γεγονότα και αγνοώντας ουσιαστικά σημεία της μαρτυρίας που δόθηκαν ενώπιον του.
Προς υποστήριξη των λόγων έφεσης η πλευρά του εφεσείοντος υποβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την Αίτηση αφού αποφάσισε ότι ο εφεσείων δεν ήταν πιστωτής που ήταν στο μυαλό των εφεσίβλητων κατά το χρόνο της μεταβίβασης καθότι η απαίτηση αρχικά ήταν για επιστροφή μετοχών και όχι για αποζημιώσεις, παραγνωρίζοντας όμως ότι η Υπεράσπιση και θέση της εφεσίβλητης 1 δια του διευθυντή της Μ.Υ.1 (εναγόμενου 2 στην Αγωγή) ήταν ότι κατά το χρόνο των επίδικων μεταβιβάσεων είχε οφειλή προς τον εφεσείοντα για την οποία, κατόπιν τροποποίησης, όντως σε μεταγενέστερο στάδιο εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της εφεσίβλητης 1 και υπέρ του εφεσείοντος. Υποστηρίζεται περαιτέρω ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε ως προς το βάρος απόδειξης το οποίο έφερε η πλευρά των εφεσίβλητων, αφού δεν έλαβε υπόψη ότι η εφεσίβλητη 1 ανήκε στο γιο του εφεσίβλητου 2 (κατά 1%) και στη σύζυγο του εφεσίβλητου 2 (κατά 99%), με την οποία τα είχαν όλα κοινά και έσπευσαν λίγους μήνες πριν την έκδοση της απόφασης εναντίον της εφεσίβλητης 1 να μεταβιβάσουν περιουσία της για να εξοφλήσουν το κατ΄ ισχυρισμό χρέος. Υποστηρίζεται ακόμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την παράλειψη της εφεσίβλητης 1 να παρουσιάσει, παρότι το θέμα τέθηκε στην αντεξέταση, τους λογαριασμούς της εφεσίβλητης 1 για τα έτη 2010 και 2011 στους οποίους θα φαινόταν το κατ΄ ισχυρισμό χρέος που εξοφλήθηκε με τη μεταβίβαση, ενώ παρουσίασε μόνο τους λογαριασμούς των επόμενων ετών οι οποίοι ετοιμάστηκαν κατά το έτος 2019. Σύμφωνα ακόμα με την πλευρά του εφεσείοντος το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αναφορές του Μ.Υ.1 και του εφεσίβλητου 2 σε προηγούμενες ένορκες δηλώσεις ότι το δάνειο είχε δοθεί από τον εφεσίβλητο 2 προς τον Μ.Υ.1 και όχι προς την εφεσίβλητη 1 (ενώ στο πλαίσιο της Αίτησης προέβαλαν το ίδιο χρέος ως χρέος της εφεσίβλητης 1 προς τον εφεσίβλητο 2). Επίσης δεν έδωσε τη δέουσα σημασία για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας σε σημαντικές αντιφάσεις και αναλήθειες στη μαρτυρία των μαρτύρων των εφεσίβλητων όπως π.χ. ότι η εφεσίβλητη 1 έσπευσε κατ΄ ισχυρισμό να ξοφλήσει το χρέος της προς τον εφεσίβλητο 2 καθ΄ ον χρόνο αυτή ανήκε στο γιο του εφεσίβλητου 2 και στη σύζυγο του εφεσίβλητου 2. Παραπονείται ακόμη ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε με τρόπο λανθασμένο τη μαρτυρία των μαρτύρων που παρουσιάστηκαν από πλευράς εφεσείοντος ως επίσης ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε ορθά τις περιβάλλουσες συνθήκες της συναλλαγής.
Θα πρέπει καταρχάς να υπομνήσουμε τα όσα έχουν λεχθεί στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γελάση ν. Σταυρίδης, Πολ. Έφ. Αρ. 265/2016, ημερ. 8.10.2026:
«Σύμφωνα με πάγια νομολογία, το Εφετείο επιδεικνύει διαχρονικά φειδώ στην παρέμβαση επί των διαπιστώσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Η αρχή αυτή εδράζεται στο γεγονός ότι ο πρωτόδικος δικαστής έχει το μοναδικό πλεονέκτημα της ζωντανής παρουσίας των μαρτύρων, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και τον τρόπο κατάθεσης τους. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και το Εφετείο δεν υποκαθιστά την κρίση του, εκτός εάν τα συμπεράσματα είναι εμφανώς ανυπόστατα, στερούνται λογικού ερείσματος ή έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την αδιαμφισβήτητη έγγραφη μαρτυρία ή τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης. Εάν ήταν εύλογα επιτρεπτό στο πρωτόδικο δικαστήριο να κάμει τα ευρήματα τα οποία έκαμε σε σχέση με την αξιοπιστία το Εφετείο δεν επεμβαίνει (Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1(A) AAΔ 300).
Το Εφετείο έχει την ευχέρεια να διαμορφώνει τα δικά του συμπεράσματα, όταν η πρωτόδικη κρίση δεν εδράζεται επαρκώς στη μαρτυρία και τα γεγονότα ή όταν η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων πάσχει από λογικές αντιφάσεις ή πλημμελή αξιολόγηση των δεδομένων που παρουσιάστηκαν κατά τη δίκη (Baloise Insur. Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1(Β) ΑΑΔ 1275, 1290-1).
Επισημαίνεται ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει στα ευρήματα πρωτόδικου δικαστηρίου, εκτός εάν αποδειχθεί, ότι αυτό είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ούτε επεμβαίνει εύκολα στα συμπεράσματα τα οποία εξάγει ένας δικαστής με βάση τις διαπιστώσεις που έκαμε επί των πραγματικών γεγονότων, καίτοι στη δεύτερη αυτή περίπτωση το δικαστήριο, κατ' έφεση, μπορεί να επέμβει, κρίνοντας ότι και το ίδιο είναι σε θέση να εξάξει άλλα συμπεράσματα, εάν τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο πρωτόδικος δικαστής ήταν τέτοια που δεν μπορούσε ένας λογικός άνθρωπος να καταλήξει (Μόδεστος Κατσιάρης & Άλλος ν. Αστυνομία (1992) 2 ΑΑΔ 349)».
Όσον αφορά τους εμπειρογνώμονες μάρτυρες και την αξιολόγηση τους, ισχύουν οι ίδιες αρχές.
Στην επίσης πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ανδρέου ν. Δήμου Λευκωσίας, Πολ. Έφ. Αρ. 411/2017, ημερ. 25.9.2026 αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 298, το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του (βλ. Joyce v. Yeomans (1981) 2 All E.R. 21)».
Στην Αποστόλου ν. Μετζίτη, Πολ. Έφ. Αρ. 350/2016, ημερ. 6.10.2026 (η οποία εξεδόθη μερικές μέρες αργότερα) λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι:
«Η μαρτυρία τους δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, ούτε υποκαθιστά το έργο του, παρά μόνο το βοηθά - με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων - να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. Αλέξη Αλεξάνδρου ν. Γεώργιος Αλεξάνδρου (Καλαμούδιας) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 301/2015, ημερ. 1/12/2025 και Novichkova v. Βλάμη (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1111)».
Θα πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπως αναφέρει και το ίδιο στην απόφαση του, εξέτασε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του στο σύνολο της την οποία αντιπαρέβαλε και διερεύνησε με βάση τις έγγραφες προτάσεις και την έγγραφη μαρτυρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου κ.ά. (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 552, Παπακόκκινου κ.ά. ν. Σμυρλή κ.ά. (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1653, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 576, Φώτσιου ν. Ηροδότου (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1172, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 563, Φαίδωνος ν. Ιερός Ναός Παναγίας Τριχερούσας, Πολ. Έφ. Αρ. 290/2019, ημερ. 22.10.2026, Σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης (Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές) των Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, έκδοση 2014, σελ. 128 - 129 και 135). Σε σχέση με τους εμπειρογνώμονες μάρτυρες τους αξιολόγησε λαμβάνοντας καθοδήγηση από τη σχετική νομολογία (Genzyme Corporation v. Kayat Trading Limited, Πολ. Έφ. Αρ. 199/2014, ημερ. 25.5.2018, ECLI:CY:AD:2018:A250, Αθηνής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 41, 62-65).
Ειδικότερα όσον αφορά τον εφεσείοντα ανέφερε ότι αυτός κατά τη μαρτυρία του ήταν αντιφατικός και αόριστος ως επίσης πολύ εύκολος στο να παρουσιάζει, κατά τρόπο που δεν ήταν θεμιτός, μια εικόνα που έδειχνε πως στόχευση του ήταν να ξεδιπλώσει τη δική του εκδοχή, βασιζόμενος σε εικασίες και υποθέσεις. Το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε, μεταξύ άλλων, ότι ο εφεσείων επέμεινε ότι το δάνειο οφειλόταν προσωπικά από τον Μ.Υ.1 προς τον ίδιο και τον εφεσίβλητο 2 και όχι από την εφεσίβλητη 1. Παρόλα αυτά, ήταν ο ίδιος ο εφεσείων που είχε ζητήσει την έκδοση απόφασης εναντίον της εφεσίβλητης 1 στην αγωγή την οποία απέσυρε μεταγενέστερα εναντίον του Μ.Υ.1, ενώ οι απαντήσεις του κατά την αντεξέταση σε σχέση με το ζήτημα αυτό δεν χαρακτηρίζονταν από ειλικρίνεια και αμεσότητα. Υπέδειξε περαιτέρω ότι ο εφεσείων παραδέχθηκε πως η δικογράφηση της αξίωσης για επιστροφή του δανείου τέθηκε για πρώτη φορά στην αγωγή με την τροποποίηση της Έκθεση Απαίτησης στις 20.10.2015 και πως μέχρι εκείνη τη στιγμή αυτός διεκδικούσε δια της αγωγής ποσοστό επί των μετοχών της εφεσίβλητης 1 ενώ δεν αρνήθηκε ότι η μεταβίβαση των ακινήτων προς τον εφεσίβλητο 2 συντελέστηκε στις 17.4.2015, ήτοι ένα περίπου έτος πριν από την εκ συμφώνου έκδοση της δικαστικής απόφασης στην αγωγή στις 9.3.2016, όταν δηλαδή ο εφεσείων διεκδικούσε ποσοστό επί του μετοχικού κεφαλαίου της εφεσίβλητης 1 και όχι κάποια θεραπεία ρητά σχετιζόμενη με το δάνειο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε ακόμα σε άλλες αστάθειες στις εκδοχές του εφεσείοντος αλλά και σε ουσιώδεις ανακολουθίες που αφορούσαν τον πυρήνα της εκδοχής του, στοιχεία που του δημιούργησαν την ισχυρή εντύπωση ότι ο μάρτυρας «επεδίωκε απομάκρυνση από την όλη αλήθεια και αντικατάσταση αυτής με τη δική του πραγματικότητα, μα προσαρμοσμένη βολετώς στα όσα προέτασσε εξυπηρετικώς».
Όσον αφορά τον Μ.Ε.3 το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι παρόλο που ο μάρτυρας αυτός δεν παρουσιάστηκε για να παραπλανήσει, έδωσε μαρτυρία επί ζητημάτων για τα οποία δεν είχε προσωπική ή και ακριβή γνώση με αποτέλεσμα τα όσα κατέθεσε να μην αποτελούν ασφαλή βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε να βασιστεί το Δικαστήριο για τα δικά του αντικειμενικά ευρήματα. Τέλος, όσον αφορά τον Μ.Ε.4, το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι ο μάρτυρας αυτός δεν κατάφερε να αποσαφηνίσει τι ακριβώς εννοούσε με τη δήλωση του περί αισιόδοξων σεναρίων σε σχέση με τις εκτιμήσεις που διενήργησε για υπολογισμό της αγοραίας αξίας των ακινήτων. Υπήρχε διάχυτη ασάφεια σε τοποθετήσεις του, και παρουσίασε μια διακριτή αδυναμία στο να βοηθήσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί τι ακριβώς εννοούσε με τα λεγόμενα του ενώ ήταν και αμφίσημος ως προς τη μέθοδο εντοπισμού και αξιολόγησης συγκριτικών στοιχείων που χρησιμοποίησε στις εκτιμήσεις του.
Η συλλογιστική του Δικαστηρίου σε σχέση με τους πιο πάνω μάρτυρες, δεν προσβάλλεται ρητώς με αυτοτελή λόγο έφεσης. Όλοι οι λόγοι έφεσης διέπονται από γενικότητα και ασάφεια και μόνο στην 6η παράγραφο της αιτιολογίας του τρίτου λόγου έφεσης αναφέρεται, και πάλι όμως με γενικό και αόριστο τρόπο, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε κατά τρόπο λανθασμένο τη μαρτυρία των μαρτύρων του εφεσείοντος λαμβάνοντας υπόψη άσχετους παράγοντες και καταλήγοντας σε λανθασμένα και αδικαιολόγητα συμπεράσματα.
Σε σχέση με τον Μ.Υ.1, το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέμνησε ότι αυτός ήταν ειλικρινής, άμεσος και λεπτομερής σε όλες σχεδόν τις απαντήσεις του. Τόνισε ότι επιχειρήθηκε να πληγεί η αξιοπιστία του με τη θέση ότι το ποσό του δανείου θα έπρεπε να είναι καταχωρισμένο στους εξελεγμένους λογαριασμούς της εφεσίβλητης 1 για το 2012 ή και προγενέστερα και ότι οι λογαριασμοί αυτοί θα έπρεπε να ετοιμάζονταν και κατατίθεντο εγκαίρως και στο χρόνο που αφορούσαν και όχι πολύ αργότερα, ήτοι το έτος 2019. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρόλο που δέχθηκε ότι η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου δικηγόρου του εφεσείοντος κατά την πρωτόδικη διαδικασία σε σχέση με το ζήτημα που αφορούσε την αξιοπιστία του μάρτυρα «δεν ήταν άτοπη» από μια πρώτη ανάγνωση, ανέφερε ότι ο Μ.Υ.1 έδωσε «καθαρές εξηγήσεις για τη διαχείριση αυτή δίχως διαθλάσεις και χωρίς να προκύπτει κάτι που να αναδύει αναλήθεια» και ότι του προξένησε καλή εντύπωση ενώ δέχθηκε ότι ο μάρτυρας δεν μπορούσε να προβλέψει και να προσκομίσει «λογαριασμούς αφορώντες σε τέτοιο βάθος χρόνου, στη βάση των επίδικων θεμάτων». Επομένως το ζήτημα αυτό απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο εξέτασε τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 στο σύνολο της και δέχθηκε τις εξηγήσεις του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στα ευρήματα του επισήμανε ότι όπου ο Μ.Υ.1 έτυχε να αναφέρει ότι το δάνειο δόθηκε προς τον ίδιο από τον εφεσείοντα και τον εφεσίβλητο 2 εννοούσε στην πραγματικότητα, αληθώς, πως δανειολήπτης ήταν η εφεσίβλητη 1. Επεσήμανε περαιτέρω ότι οι αναφορές αυτές σχετίζονταν με το γεγονός ότι ο Μ.Υ.1 ήταν ο μέτοχος και διευθυντής της εφεσίβλητης 1. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι οι αναφορές αυτές του Μ.Υ.1 απασχόλησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο και η όλη συλλογιστική του ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Οι πιο πάνω αναφορές του Μ.Υ.1 δεν έρχονται σε αντίθεση με την Υπεράσπιση των εναγομένων στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης όπου αναφερόταν (βλ. παρ. 11) ότι η εφεσίβλητη 1 ενεγράφη στο όνομα του Μ.Υ.1, ότι ο τελευταίος ζήτησε οικονομική βοήθεια από τον εφεσείοντα και τον εφεσίβλητο 2 «για να τον βοηθήσουν στα αρχικά στάδια μέχρις ότου προχωρήσει στην αγορά των πρώτων ακινήτων και την αξιοποίηση των ακινήτων αυτών» και ότι «Τα χρήματα αυτά βέβαια δεν τα χάριζαν» ούτε ο εφεσείων ούτε ο εφεσίβλητος 2 αλλά «παρέμεναν ως χρέος». Αναφέρεται βέβαια ότι ο Μ.Υ.1 ήλπιζε ή και ανέμενε ότι τα ποσά που ο πατέρας του (εφεσίβλητος 2) έδωσε προς αυτόν ως δάνειο αναφορικά με την αγορά ακινήτων «στο όνομα» της εφεσίβλητης 1 σε τελικό στάδιο θα χαρίζοντο ή θα αποτελούσαν «μέρος ευρύτερου οικογενειακού προγραμματισμού μεταξύ των εναγομένων 1, 2, 3 και 4» και του άλλου υιού του εφεσίβλητου 2 (Κ. Κασάπη). Αναφέρεται ακόμα σε σχέση με τον εφεσείοντα ότι τα χρήματα που αυτός δάνεισε «προς τον εναγόμενο 2» (Μ.Υ.1) «ή και αναφορικά με την εναγόμενη 3» (εφεσίβλητη 1) αποτελούσαν δάνειο «οφειλόμενο τόσο από τον εναγόμενο 2 όσο και από την εναγόμενη 3 προς τον ενάγοντα» (εφεσείοντα). Επομένως οι περί του αντιθέτου εισηγήσεις της πλευράς του εφεσείοντος δεν γίνονται δεκτές.
Με τον ίδιο τρόπο το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε τη μαρτυρία του εφεσίβλητου 2. Ανέφερε ότι κατά τη μαρτυρία του ήταν ευθύς ενώ οι θέσεις του παρέμειναν ακλόνητες. Σχολιάζει ότι επιχειρήθηκε να πληγεί η αξιοπιστία του με ερωτήσεις για την ανάμειξη της συζύγου του ως μετόχου στην εφεσίβλητη 1 στην αποδοχή της μεταβίβασης στο όνομα της, εγχείρημα το οποίο παρέμεινε «έωλο θεμελίωσης» τονίζοντας πως ο ίδιος ο εφεσίβλητος 2 παραδέχθηκε απερίφραστα τη μετοχική συμμετοχή της συζύγου του στην εφεσίβλητη 1 «και στα όσα εμφανίζονται να περιστοίχισαν από οικονομικής θεώρησης την εμπλοκή της (αλλά και του μάρτυρα) στα καθέκαστα». Επιπλέον, υπέδειξε ότι «ο μάρτυς ήταν εναργής σε ό,τι σχετιζόταν με τις δικές του πράξεις εν σχέσει (και) προς την σύζυγο του αλλά και με το ότι η συζυγική τους σχέση εξισωνόταν (στη δική του αντίληψη) και με το ενιαίο των όποιων οικονομικών συμφερόντων προέκυπταν μεταξύ τους στις κοινές επιχειρηματικές τους δραστηριότητες». Επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε τη δέουσα σημασία στο γεγονός ότι η σύζυγος, αλλά και ο γιος του Μ.Υ.1, ήταν μέτοχοι της εφεσίβλητης 1 στην όλη συλλογιστική του σχετικά με την αξιοπιστία του εφεσίβλητου 2. Το γεγονός ότι αποδέχθηκε τη μαρτυρία του εφεσίβλητου 2 δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε λογική αντίφαση ή πλημμελή αξιολόγηση των δεδομένων εκ μέρους του [Baloise Insur. Co Ltd (ανωτέρω) και Γελάση (ανωτέρω)]. Η περί αντιθέτου εισήγηση της πλευράς του εφεσείοντος αλλά και άλλες εισηγήσεις σε σχέση με την αξιολόγηση του εφεσίβλητου 2 (αλλά και του εφεσίβλητου 1) δεν γίνονται αποδεκτές.
Σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4 του Κεφ. 62:
«Ακύρωση δόλιων μεταβιβάσεων
3.-(1) Κάθε δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση oπoιασδήπoτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε από αυτούς να αvακτήσoυv από αυτόν, τα χρέη αυτού ή αυτών, θα θεωρείται ότι είναι δόλια, και θα είναι άκυρη εvαvτίov του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών, και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε τέτοια δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση, η περιουσία που φέρεται ότι μεταβιβάστηκε ή έτυχε μεταχείρισης κατά άλλο τρόπο δύναται να κατασχεθεί και να πωληθεί προς ικαvoπoίηση οποιουδήποτε χρέους από δικαστική απόφαση που οφείλεται από το πρόσωπο που πρoβαίvει στη δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση.
(2) Σε οποιαδήποτε αίτηση, βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού για ακύρωση μεταβίβασης ή εκχώρησης oπoιασδήπoτε περιουσίας που έγινε σε οποιοδήποτε γovιό, σύζυγο, παιδί, αδελφό ή αδελφή του δικαιoπάρoχoυ ή εκχωρητή, όχι με χρηματικό αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα άλλη περιουσία ισoδύvαμης αξίας ή με καλή αvτιπαρoχή, το βάρος απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση ή εκχώρηση έγινε καλή τη πίστει και δεν έγινε με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του θα έχει o δικαιoπάρoχoς ή εκχωρητής και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η εν λόγω μεταβίβαση ή εκχώρηση.
(3) Καμιά πώληση, υποθήκη, μεταβίβαση ή εκχώρηση που γίνεται με αντάλλαγμα χρημάτων ή άλλης περιουσίας ισoδύvαμης αξίας δεν θα είναι ακυρώσιμη βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός αν o αγοραστής, o εvυπόθηκoς δανειστής, o δικαιoδόχoς ή εκδοχέας φανεί ότι έχει αποδεχτεί αυτή εν γνώσει του ότι η πώληση αυτή, υποθήκη, μεταβίβαση ή εκχώρηση έγινε από τον πωλητή, εvυπόθηκo οφειλέτη, δικαιoπάρoχo ή εκχωρητή με πρόθεση να καθυστερήσει ή καταδολιεύσει τους πιστωτές του.
Διαδικασία ακύρωσης μεταβίβασης
4. Οποιαδήποτε δωρεά, πώληση, εvέχυρo, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση oπoιασδήπoτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως δόλια βάσει των διατάξεων του άρθρου 3 του Νόμου αυτού η όποια έγινε πριν από ή μετά την έναρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στην όποια το δικαίωμα για ανάκτηση του χρέους έχει αποδειχτεί, δύναται να ακυρωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου που εξασφαλίζεται με αίτηση οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή που γίνεται στην εν λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία, και στο Δικαστήριο ενώπιον του oπoίoυ η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακουστεί ή εκκρεμεί».
Στην υπόθεση Ζίττη κ.ά. ν. Φθαρτεμπορική Α/φοί Α. Κατσάρης Π. Λτδ, Πολ. Έφ. Ε92/2014, ημερ. 16.7.2019 (μεγάλο μέρος της οποίας παραθέτει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του) γίνεται ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα. Με παραπομπή στην The Pissouri Farms Ltd v. Αχιλλέας Α. Βουγιουκλάκης Λτδ, Πολ. Έφ. 433/2012, ημερ. 27.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:A198 λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:
«Στη βάση του εδαφίου (2) του άρθρου 3 του Κεφ. 62, όταν η μεταβίβαση γίνει σε παιδί, χωρίς χρηματικό αντάλλαγμα, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο ότι η μεταβίβαση ήταν δόλια και το βάρος απόδειξης, ότι αυτή έγινε καλή τη πίστει, είναι στους ώμους του δικαιοπάροχου. Το εν λόγω μαχητό τεκμήριο μπορεί να ανατραπεί στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων με την προσκόμιση αξιόπιστης μαρτυρίας.
Η πρόθεση που ο μεταβιβάζων είχε, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, αποτελεί το ουσιώδες, ώστε να διαπιστωθεί αν η πράξη έγινε για να καθυστερήσει τους πιστωτές του.
…………………………………………………………………………………………..
Το ποιος μπορεί να θεωρηθεί πιστωτής είναι θέμα πραγματικό και το δικαστήριο θα πρέπει να το αποφασίσει με κριτήριο το χρόνο μεταβίβασης. Θα πρέπει να αποδειχθεί ότι πρόκειται για πιστωτή, τον οποίο ο οφειλέτης, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει στην ανάκτηση του οφειλόμενου προς αυτόν χρέους.
Από παλαιότερα η νομολογία καθόρισε το ζητούμενο. Σύμφωνα με την υπόθεση Lymperopoulou v. Christodoulou and others (1957) Vol. 22 CLR 184, δόλια μεταβίβαση μπορεί να ακυρωθεί μόνο εάν ο πιστωτής που υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο οφειλέτης κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει στην ανάκτηση του οφειλόμενου προς αυτόν χρέους του.
…………………………………………………………………………………………..
Το ίδιο το άρθρο 4 του Κεφ. 62, προκαθορίζει ότι, «... θεωρείται δόλια . που .. έγινε πριν από ή μετά την έναρξη αγωγής .». Θα πρέπει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για ακύρωση να υπάρχει απόφαση υπέρ του αιτητή.
Στην Πολ. Εφ. 214/2012, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ Λτδ (σε εκκαθάριση) ν. Lakis Georgiou Constructions, 28 Σεπτεμβρίου 2018, σημειώθηκε ότι:
"Η δωρεά, όπως είναι εν προκειμένω η περίπτωση, προς όφελος τρίτου του περιουσιακού στοιχείου της εφεσείουσας εταιρείας τεκμαίρεται να αποτελεί πράξη καταδολίευσης των εφεσιβλήτων και αυτό ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο που έγινε η μεταβίβαση δηλαδή πριν ή μετά την καταχώρηση αγωγής, ή, στα δεδομένα της παρούσας διαφοράς, της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και της μεταγενέστερης εγγραφής της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου."
…………………………………………………………………………………………..
Στη βάση της νομοθετικής πρόνοιας (άρθρο 4 του Κεφ. 62) και της νομολογίας, όπως έχουμε αναφέρει, το βάρος απόδειξης ότι η μεταβίβαση δεν ήταν δόλια, αλλά έγινε καλόπιστα, μετατίθεται στους ώμους του δικαιοπαρόχου.
……………………………………………………………………………………… ….
Το κρίσιμο ερώτημα που αναφύεται είναι αν ο δικαιούχος γραμματίου, όταν η ημερομηνία πληρωμής δεν έχει φθάσει, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως πιστωτής του εγγυητή; Η απάντηση είναι θετική, εξαρτώμενη βεβαίως από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, έστω και αν το δικαίωμα του «πιστωτή» δεν είναι ακόμη εκτελεστό, αφού δεν μπορούσε να κινήσει αγωγή για να το ανακτήσει. Εν προκειμένω, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως περιγράφονται πιο πάνω και δη η τεκμηριωμένη αδυναμία ανταπόκρισης των πρωτοφειλετών στις υποχρεώσεις τους, σε συνάρτηση με τις ηθελημένες ενέργειες της εφεσείουσας και τη γνώση, οδηγούν στην επιβεβαίωση της ορθότητας του πρωτόδικου συμπεράσματος ως προς το χαρακτηρισμό της εφεσίβλητης ως πιστωτή.
Περαιτέρω, το ουσιώδες στοιχείο για να χαρακτηριστεί ως «δόλια» μια μεταβίβαση, είναι η πρόθεση του μεταβιβάζοντος κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Vassiliades v. Vassiliades and another (1941) XVII (Part 1) CLR 10:
"The Law of Cyprus as stated in sections 2 and 3 of the Fraudulent Transfers Avoidance Laws, 1886 and 1927 makes the intent of the transferor the crucial test for deciding whether the transfer or disposal is to be deemed to be "fraudulent". The fraud contemplated is note what has been called 'moral' fraud; But consist in the intention of the transferor to 'hinder' or 'delay' (that is something less than 'revent') his creditors. Whether or not that intention exists, must be decided as an inference of fact considering all the circumstances of the case".
Στην υπόθεση Τζίεπρα ν. Σάββα (2013) 1 Α.Α.Δ. 2410 αποφασίστηκε ότι:
"Το Κεφ. 62, και ειδικά το Άρθρο 4, παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να ακυρώσει, μεταξύ άλλων, οποιαδήποτε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως «δόλια» βάσει των διατάξεων του Άρθρου 3 του Νόμου. Το Άρθρο 3(1) του Κεφ. 62 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι κάθε μεταβίβαση ή διάθεση ακίνητης περιουσίας, που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο, με πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε απ' αυτούς να ανακτήσουν απ' αυτόν τα χρέη τους, θα θεωρείται ότι είναι δόλια και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών.
Στην παλιά, αλλά καθοδηγητική απόφαση, Lymperopoulou v. Christodoulou a.ο. (1957) Vol. 22 C.L.R., 184 αποφασίστηκε ότι μια δόλια μεταβίβαση είναι άκυρη εναντίον πιστωτή ή πιστωτών τους οποίους, ο μεταβιβάζων και ο δεχόμενος τη μεταβίβαση είχαν πρόθεση να παρεμποδίσουν ή να καθυστερήσουν να ανακτήσουν τα χρέη τους. Δόλια μεταβίβαση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 3(1) του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62 μπορεί ν' ακυρωθεί μόνον εάν ο πιστωτής, που υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο μεταβιβάζων (χρεώστης), κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει, στην ανάκτηση του οφειλόμενου, προς αυτόν, χρέους″».
(βλ. επίσης ΚΑΗ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ΑΚΙΝΗΤΑ ΛΤΔ, Πολ. Έφ. Αρ. 174/2018, ημερ. 31.5.2024).
Έχοντας υπόψη ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά το χρόνο της μεταβίβασης η αξίωση του εφεσείοντος εναντίον της εφεσίβλητης στην αγωγή συνίστατο σε ποσοστό επί του μετοχικού κεφαλαίου της και όχι σε κάποια θεραπεία ρητά σχετιζόμενη με το δάνειο, κρίνουμε εύλογο το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι κατά τη μεταβίβαση ο εφεσείων δεν ήταν, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Κεφ. 62, πιστωτής της εφεσίβλητης 1 και δεν ήταν δυνατόν να βρίσκεται στη σκέψη των εφεσίβλητων κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την εκδοχή του εφεσείοντος περί δόλου και άλλων παρόμοιων προθέσεων εκ μέρους των εφεσίβλητων. Αντίθετα αποδέχθηκε ότι η μεταβίβαση έγινε καλόπιστα και χωρίς πρόθεση πρόκλησης εμποδίων ή προσκομμάτων στον εφεσείοντα στη διεκδίκηση των όποιων δικαιωμάτων αυτός θεωρούσε πως είχε έναντι των εφεσειόντων και ότι η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε για πληρωμή υφιστάμενου οφειλόμενου χρέους της εφεσίβλητης 1 προς τον εφεσίβλητο 2. Το ποσό του χρέους ήταν καταχωρημένο και στους λογαριασμούς της εφεσίβλητης 1 ενώ το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης των ακινήτων προς τον εφεσίβλητο 2 αφαιρέθηκε από το χρέος της εφεσίβλητης 1. Με βάση τα πιο πάνω οι εφεσίβλητοι απέσεισαν το βάρος απόδειξης το οποίο είχαν στους ώμους τους και απέδειξαν ότι η μεταβίβαση έγινε καλή τη πίστη. Επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έσφαλλε ως προς το βάρος απόδειξης ως επίσης αξιολόγησε ορθά τις περιβάλλουσες συνθήκες της συναλλαγής.
Η πλευρά της εφεσείουσας δεν έχει καταφέρει να καταδείξει ότι τα πιο πάνω συμπεράσματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένα (βλ. μεταξύ άλλων Πολάτογλου v. Μασούρα (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 150, T.J.S. Enterpr. Ltd ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπ. (Χρηματ.) Λτδ (2005) 1(Α) Α.Α.Δ. 108 και Χ"Μάρκου v. Widehorizon (Cap. Market) Ltd (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 108).
Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι έφεσης κρίνονται ως αβάσιμοι και η έφεση απορρίπτεται με €7.400 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ των εφεσίβλητων και σε βάρος του εφεσείοντος.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο