ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: 129/2020)
30 Οκτωβρίου 2026
[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΑΠΑΚΚΟΥΔΗΣ
Εφεσείων/Ενάγων
v.
ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
Εφεσιβλήτου/Εναγομένου
--------------------
Γ. Γεωργιάδης με Ε. Νικήτα (κα) για Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για Εφεσείοντα
Δ. Παπαμιλτιάδου, για Γενικόν Εισαγγελέα, για τον Εφεσίβλητο
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Ο Εφεσείων, με τρεις λόγους έφεσης, προσβάλλει την τελική απόφαση ημερ. 24.2.20, με την οποία το Ε.Δ. Λευκωσίας αφενός απέρριψε την αξίωση του για αποζημιώσεις λόγω κακόβουλης δίωξης και αφετέρου δεχόμενο ότι υπήρξε παράνομη δεκαήμερη στέρηση της ελευθερίας του, τού επεδίκασε αποζημίωση ύψους €2.000, για την παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της προσωπικής ελευθερίας.
Εξ αντιθέτου, ο Εφεσίβλητος, με πέντε λόγους αντέφεσης προσβάλλει αφενός την παλαιότερη ενδιάμεση απόφαση ημερ. 31.5.17, με την οποία απερρίφθησαν οι προδικαστικές ενστάσεις του και αφετέρου την προαναφερθείσα τελική απόφαση ημερ. 24.2.20 επί τω ότι εσφαλμένα επιδικάστηκε αποζημίωση για βάση αγωγής η οποία δεν ήταν δεόντως δικογραφημένη, ήτοι για την παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος.
Το βασικό υπόβαθρο της υπόθεσης είναι ότι κατόπιν καταγγελίας, την οποία υπέβαλε στις 12.9.03 ο Γιώργος Φιλιππίδης, η Αστυνομία Κύπρου εξασφάλισε στις 24.3.04 Εθνικό Ένταλμα Σύλληψης και αργότερα, στις 6.4.06, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης («ΕΕΣ») εναντίον του Εφεσείοντος, για τα αδικήματα πλαστογραφίας τραπεζικών εντύπων, κυκλοφορίας τους και απόσπασης μέσω αυτών του ποσού των Λ.Κ.127.000. Ο Εφεσείων αναζητήθηκε χωρίς επιτυχία αρχικά στην Κύπρο και αργότερα, με την έκδοση του ΕΕΣ, αναζητήθηκε στην Αγγλία, όπου φερόταν να είχε διαφύγει οικογενειακώς. Εν τέλει συνελήφθη στη Γερμανία στις 25.7.06, από όπου μέλη της Αστυνομίας Κύπρου τον μετέφεραν στην Κύπρο στις 10.10.06, όπου τέθηκε υπό κράτηση στη βάση δύο διαδοχικών διαταγμάτων προσωποκράτησης, στις 11.10.06 και στις 19.10.06, εκ των οποίων ο ίδιος είχε ενστεί μόνο στο δεύτερο, χωρίς επιτυχία (βλ. Ταπακούδης ν. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 472). Στις 27.10.06 καταχωρίστηκε εναντίον του η ποινική υπόθεση 17711/06 (και όχι 17771/06 που εκ παραδρομής μάλλον αναφέρεται στην Ε/Α), στο πλαίσιο της οποίας στις 2.11.06 αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους, που ίσχυσαν μέχρι τις 16.3.07, οπότε κατόπιν σχετικής εισήγησης του συνηγόρου του, το ποινικό Δικαστήριο τον απάλλαξε, πριν την έναρξη της ακρόασης, καθότι η παράδοση και παραλαβή του στη Γερμανία είχε γίνει καθ’ υπέρβαση της δεκαήμερης προθεσμίας, την οποία τάσσει η Απόφαση – Πλαίσιο του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002, καθώς και το Άρθρο 29 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ε.Ε. Ν.133(Ι)/2004.
Κατά την ακρόαση της αγωγής κάλεσε μάρτυρες μόνον ο Εφεσείων. Ειδικότερα, κατέθεσαν εκ μέρους του ο συνήγορος του, Γιάννος Γεωργιάδης (Μ.Ε.1), ο κουνιάδος του, Κύπρος Σιακόλα (Μ.Ε.2) και ο φίλος και συνεργάτης του, Walter Balmford (Μ.Ε.3). Παράλληλα προέκυπταν και παραδεκτά γεγονότα τόσο μέσω των δικογράφων όσον και από δηλώσεις των συνηγόρων. Ο ευπαίδευτος πρόεδρος, αξιολογώντας τη μαρτυρία, απεδέχθη μέρος αυτής του Μ.Ε.1, η οποία αφορούσε περιγραφή διαβημάτων και ενεργειών εκ μέρους του Εφεσείοντος, ενώ απέρριψε τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, καθώς και αυτήν του Μ.Ε.3.
Διατυπώνοντας τα ευρήματα του ο πρωτόδικος Δικαστής κατέληξε ότι ο Εφεσείων «ως εκζητούμενος, έπρεπε να παραδοθεί προς τις Κυπριακές Αρχές σε χρόνο που δεν θα υπερέβαινε τις δέκα μέρες μετά που αποφασίστηκε τελεσιδίκως η έκδοση του με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης την 19.9.06 (και δη μέχρι την 29.9.06)». Όσον αφορά την προαναφερθείσα ποινική υπόθεση ο πρωτόδικος Δικαστής διεπίστωσε πως οι αποφάσεις για την έκδοση του ΕΕΣ, για την ανάκριση και για τη δίωξη είχαν ληφθεί σύννομα, υπό περιστάσεις πόρρω απέχουσες από παραβιάσεις συνταγματικών ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με απαρχή την καταγγελία του Φιλιππίδη. Για το ΕΕΣ είπε πως δεν εφεσιβλήθηκε και ούτε μπορούσε να καταταχθεί ως παρανόμως εκδοθέν ή ως επιδιωχθέν καταχθονίως από τον Εφεσίβλητο. Παρομοίως, δεν είχε καταδειχθεί ότι η κράτηση του από τις Γερμανικές Αρχές για χρόνο πέραν του προβλεπόμενου, πήγασε από εσκεμμένη ή και κακόβουλη πράξη του Εφεσίβλητου. Κατέληξε δε με τα εξής:
«Καμιά αξιόπιστη μαρτυρία δηλοί πως ο εναγόμενος προχώρησε με την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης γνωρίζοντας πως δεν θα μπορούσαν να στηριχθούν οι κατηγορίες εναντίον του ενάγοντα, μήτε και ότι μαρτυρία (πραγματική και άλλη) θα μπορούσε εκ προοιμίου και συνετώς να χαρακτηρισθεί και κριθεί αναξιόπιστη ή και στερημένη των απαραίτητων χαρακτηριστικών για ό,τι είναι που θα επιδιωκόταν. Οι εικασίες του ενάγοντα ως προς τις επιδιώξεις των αστυνομικών αρχών και του εναγομένου, παρέμειναν ακριβώς ως τέτοιες. Πιθανολογίες. Η Πολιτεία προχώρησε στην ποινική δίωξη του ενάγοντα καλοπίστως, για εύλογη και πιθανή αιτία, με έντιμη πεποίθηση, βασισμένη σε εύλογη βάση, ότι ο ενάγων ήταν, πιθανόν, ένοχος των ποινικών αδικημάτων για τα οποία διώχθηκε (και για τα οποία εκδόθηκε εναντίον του και το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ως αναγκαίου μέτρου). Η απόφαση του εναγομένου - ο οποίος ενήργησε με καλή πίστη σε όλα τα στάδια - για δίωξη του ενάγοντα δεν εμπερικλείει ή υπονοεί έλλειψη σεβασμού στην αυτονομία και αξιοπρέπεια του ενάγοντα ως υπόπτου και κατηγορουμένου, παρά μόνον έθεσε αρμοδίως το ζήτημα για απόφανση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο, με τη σειρά του, είχε την ευθύνη κρίσης επί κάθε αφορώντος θέματος (βλ. κατ' αναλογίαν, SXH v Crown Prosecution Service (2017) 1 WLR 1401, 1409-1414).
Δεν υπήρξε - και δεν αποδείχθηκε - κακόβουλη δίωξη του εναγομένου κατά του ενάγοντα κατά το άρθρο 32 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, εφόσον ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει συνεργιστικώς και στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων τα στοιχεία που συνιστούν το περί ου ο λόγος αστικό αδίκημα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντωνίου ν Ευθυμίου, ΠΕ 72/13, ημ. 5.6.19, ECLI:CY:AD:2019:A218, Λαζάρου ν Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας ΠΕ 121/13, ημ. 2.4.19, ECLI:CY:AD:2019:A120)».
Στη συνέχεια, με αναφορά σε νομολογία ο πρωτόδικος Δικαστής διαπίστωσε ότι ο Εφεσείων απέδειξε παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος και προχώρησε στον υπολογισμό των αποζημιώσεων. Απέδωσε ποσό €2.000 ως δίκαιη αποζημίωση για την παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος της προσωπικής ελευθερίας.
Λόγοι Έφεσης και Αντέφεσης
Ο πρώτος λόγος έφεσης είναι δισκελής. Με το πρώτο σκέλος προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την κακόβουλη δίωξη «ευρισκόμενο σε πλάνη σε σχέση με την υπαγωγή των γεγονότων» στον Νόμο. Με το δεύτερο σκέλος προσβάλλεται ως «χαμηλό ποσό» η επιδικασθείσα αποζημίωση των €2.000. Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται πως υπήρξε εσφαλμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας, με αποτέλεσμα την εσφαλμένη κατάληξη στο ότι δεν στοιχειοθετήθηκε κακόβουλη δίωξη, ενώ με τον τρίτο λόγο προσβάλλεται ως εσφαλμένη η αιτιολογία της απόφασης, διότι ενώ το Δικαστήριο απεδέχθη τις διενέξεις του Εφεσείοντος με τον εισαγγελέα Σάββα Μάτσα εντούτοις δεν αιτιολόγησε για ποιο λόγο αυτό δεν ήταν ενδεικτικό κακοβουλίας.
Εν σχέσει με την αντέφεση, με τους πρώτους τέσσερεις λόγους αυτής ο Εφεσίβλητος παραπονείται ειδικά για την απόρριψη των δύο προδικαστικών ενστάσεων του, υπό άλλου πρωτόδικου Δικαστή, με την παλαιότερη ενδιάμεση απόφαση ημερ. 31.5.17. Με τον πέμπτο λόγο αντέφεσης προβάλλεται ότι η αποζημίωση των €2.000 επιδικάστηκε για βάση αγωγής, η οποία δεν ήταν δεόντως δικογραφημένη.
Έχοντας υπ’ όψιν τα πιο πάνω, υπό κανονικές περιστάσεις θα προχωρούσαμε πρώτα στην εξέταση των λόγων αντέφεσης 1 έως 4, καθότι τυχόν επιτυχία κάποιου από αυτούς θα επηρέαζε ουσιωδώς την τύχη της έφεσης, δεδομένου ότι στο επίκεντρο και των δύο προδικαστικών ενστάσεων ευρίσκεται η βασική θέση του Εφεσίβλητου πως η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα.
Αντί όμως της πιο πάνω πορείας, είμαστε υποχρεωμένοι να εξετάσουμε ένα άλλο προδικαστικό ζήτημα, όσον αφορά την ίδια την έφεση. Το θέτει και πάλι ο Εφεσίβλητος και ενδέχεται εξίσου να επιφέρει παρόμοιες καταλυτικές συνέπειες στο μέρος της έφεσης, το οποίο αφορά την κακόβουλη δίωξη. Είναι ειδικότερα η θέση του Εφεσίβλητου ότι η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί βάσει πρόσφατης νομολογίας, με την οποία αφενός επιβεβαιώθηκε το ανέλεγκτο της εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέως και αφετέρου αποφασίστηκε ότι δεν μπορεί να ευσταθήσει αγωγή εναντίον του, η οποία έχει ως βάση την κακόβουλη δίωξη του Άρθρου 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148.
Πρόκειται για δύο πρόσφατες υποθέσεις, οι οποίες αφορούσαν αγωγές για αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη και στις οποίες πράγματι το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέως, στη βάση της οποίας αποφασίστηκε η ποινική δίωξη, δεν ελέγχεται δικαστικώς και επομένως οι αγωγές έχρηζαν απόρριψης. Η πρώτη είναι η υπόθεση Ιωάννου κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολ. Έφ. 240/2016, ημερ. 13.1.25. Όπως και στην εκδικαζόμενη εδώ έφεση έτσι και στην εν λόγω έφεση, «τελικός κριτής για την ποινική δίωξη … ήταν ο Γενικός Εισαγγελέας». Το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε στο Άρθρο 113.2 του Συντάγματος και εν συνεχεία σε νομολογία, σχετική με τη βασική αρχή ότι οι αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέως εντός της σφαίρας των αρμοδιοτήτων του, όπως αυτές καθορίζονται στο Κεφάλαιο Ι του Μέρους VI του Συντάγματος δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 105, Πολ. Έφ. 131/2017, ημερ. 17.5.18, Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφ. 89/2018, ημερ. 1.11.18). Μεταξύ άλλων, παρέθεσε από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Meryem Kaya (2010) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1887 το εξής απόσπασμα:
«Δεν μπορεί η εξουσία και η κρίση του Γενικού Εισαγγελέα, δυνάμει του Άρθρου 113.2, να είναι αφενός ανέλεγκτη δικαστικά και αφετέρου τα δικαστήρια να την υποβάλλουν στην κρίση τους και να καταλήγουν σε συμπέρασμα ότι, με την απόφασή του, ο Γενικός Εισαγγελέας παραβίασε άρθρα του Συντάγματος ή του Νόμου.»
Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στην Ιωάννου κ.ά. (ανωτέρω) ως ακολούθως:
«Καταλήγουμε ότι η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα δυνάμει του Άρθρου 113.2 του Συντάγματος, στη βάση της οποίας αποφασίστηκε η ποινική δίωξη των Εφεσείοντων, δεν ελέγχεται δικαστικά και επομένως η αγωγή τους έχρηζε απόρριψης, όπως αποφάνθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο».
Η δεύτερη πρόσφατη απόφαση είναι η Νικολάου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 308/2017, ημερ. 10.12.25 στην οποία, υιοθετώντας την προηγηθείσα απόφαση του, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε παρομοίως στο ίδιο αποτέλεσμα λέγοντας ότι η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα δυνάμει του Άρθρου 113.2 του Συντάγματος «παραμένει ανέλεγκτη δικαστικώς και επομένως η αγωγή υπόκειται, δίχως άλλο σε απόρριψη».
Οι πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενεργούντος στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του, είναι δεσμευτικές, για το παρόν Εφετείο. Παρέχεται βέβαια ευχέρεια για απόκλιση από προηγηθείσα δεσμευτική νομολογία αλλά υπό όρους και προϋποθέσεις. Οι σχετικές αρχές αναλύθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφ. 317/2020, ημερ. 17.2.21, ECLI:CY:AD:2021:A77, με αναφορά σε παλαιότερες υποθέσεις (Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3) (1996) 1 Α.Α.Δ. 315, Χριστοδούλου ν. Κυπριακών Αερογραμμών (1999) 1 Α.Α.Δ. 1295, Γουότς κ.ά. ν. Λαούρη κ.ά. (2014) 1(Β) Α.Α.Δ. 1401). Δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. Στην παρούσα δεν μας έχει ζητηθεί να αποστούμε από την πιο πάνω δεσμευτική Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο λόγος των πιο πάνω δύο πρόσφατων δικαστικών αποφάσεων (ratio decidendi), δηλαδή η αρχή δικαίου στην οποία θεμελιώνεται το αποτέλεσμα των εν λόγω αποφάσεων, παραμένει ισχυρός και δεσμευτικός. Στη βάση αυτή καταλήγουμε στο ίδιο αποτέλεσμα: Η αγωγή εις ό,τι αφορά το αγώγιμο δικαίωμα της κακόβουλης δίωξης υπόκειτο σε απόρριψη για τον ίδιο λόγο.
Κατά συνέπειαν παρέλκει η εξέταση του πρώτου σκέλους του λόγου έφεσης 1, καθώς και των λόγων έφεσης 2 και 3, οι οποίοι υπόκεινται σε απόρριψη.
Λόγος Αντέφεσης 5 – Μη Δικογράφηση
Με τον πέμπτο λόγο αντέφεσης ο Εφεσίβλητος υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τη θέση ότι ο Εφεσείων δεν δικαιούτο αποζημίωσης για παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος και δη για τη στέρηση της ελευθερίας του. Η ουσιαστική θέση του Εφεσίβλητου είναι πως «η συγκεκριμένη βάση αγωγής δεν ήταν δεόντως δικογραφημένη».
Η πραγματικότητα είναι ότι στις Λεπτομέρειες τις οποίες παρέθεσε ο Εφεσείων στο δικόγραφο του (§4γ), είχε προβάλει και τη θέση του ότι οι αρμόδιες Αρχές της Δημοκρατίας παρέλαβαν και μετέφεραν τον ίδιο στη Δημοκρατία στις 10.10.06 «ήτοι εκτός της προθεσμίας που τάσσουν τα ως άνω νομοθετήματα» (εννοώντας την Απόφαση – Πλαίσιο και τον Νόμο). Ο εν λόγω ισχυρισμός σχετίζετο και με παρεπόμενη δικογράφηση ότι οι αρμόδιες Αρχές συνέχισαν τη διαδικασία «στηρίζοντας την στην παράνομη μεταφορά του στη Δημοκρατία» (§4ζ).
Παράλληλα όμως, είναι γεγονός πως όντως δεν υπήρχε ρητή δικογραφημένη αξίωση εν σχέσει με την παράνομη 10ήμερη κράτηση. Δεν διέφυγε την προσοχή του πρωτόδικου Δικαστηρίου το στοιχείο αυτό, ήτοι η μη συμπερίληψη ειδικής αξίωσης για το θέμα. Αντιθέτως. Διαπιστώνουμε ότι το επεσήμανε και επέλεξε να προχωρήσει στη βάση νομολογιακών αρχών στις οποίες παρέπεμψε, λέγοντας τα εξής:
«Από όσα διαλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης - και ασχέτως αν δεν υπάρχει, είναι γεγονός, εναργής προς τούτο δικογράφηση (και δεν ήσαν άτοπα, ως ένα σημείο, τα παράπονα του εναγομένου για τη πτωχότητα της Έκθεσης Απαίτησης) - στοιχειοθετούνται εν προκειμένω από την αξιόπιστη μαρτυρία, όσα θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην απόδοση θεραπείας για την αποστέρηση της προσωπικής ελευθερίας του ενάγοντα για την περίοδο των δέκα ημερών (βλ. κατ' αναλογίαν, Οικονόμου και Άλλων ν Κουτσοκούμνη, ΠΕ 37/13, ημ. 2.7.19, ECLI:CY:AD:2019:A272, Kennedy Hotels Ltd v Indjirdjian (1992) 1 ΑΑΔ 400, 407-408).
Ο ενάγων απέδειξε παραβίαση του συνταγματικού και ανθρώπινου δικαιώματος του στην προσωπική ελευθερία.
Έπεται ο υπολογισμός των αποζημιώσεων».
Η νομολογία στην οποία βασίστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο δίδει ακριβώς την ευχέρεια την οποία επέλεξε να ασκήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως τονίστηκε στην Kennedy (ανωτέρω), οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας: «… ούτε αποκλείουν την παροχή θεραπείας άλλης από εκείνη η οποία επιζητείται. Εφ' όσο στοιχειοθετούνται τα γεγονότα στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως για την παροχή θεραπείας, αυτή μπορεί να αποδοθεί χωρίς να έχει επιζητηθεί». Αντιλαμβανόμαστε ότι στην παρούσα, ειδικά για ένα ζήτημα παραβίασης συνταγματικού δικαιώματος, ο πρωτόδικος Δικαστής έκρινε ότι δεν θα ήταν ορθό ή δίκαιο να παραμείνει αδρανής, έστω και αν διέγνωσε την ελλιπή δικογράφηση. Ο χειρισμός ήταν ορθός και δεν εντοπίζουμε οποιονδήποτε λόγο παρέμβασης μας.
Ο πέμπτος λόγος αντέφεσης υπόκειται σε απόρριψη.
Λόγος Έφεσης 1 - Αποζημίωση
Όπως αναφέραμε ήδη, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης ο Εφεσείων παραπονείται για το ύψος της αποζημίωσης. Ισχυρίζεται ότι το ποσόν των €2.000 ήταν χαμηλό ποσό για τη δεκαήμερη υπέρβαση της προθεσμίας παράδοσης και παραλαβής του. Όπως εξήγησε ο πρωτόδικος Δικαστής, από την αξιόπιστη μαρτυρία δεν είχαν προκύψει οι «λόγοι ή περιστάσεις που θα μπορούσαν να υποβοηθούν στην αντικειμενική κατανόηση του χειρισμού αυτού των Γερμανικών και Κυπριακών Αρχών». Η διαπίστωση αυτή δεν προσβάλλεται με την έφεση, οπότε ούτε και εμείς θα δώσουμε οποιαδήποτε συνέχεια.
Πριν τον υπολογισμό της αποζημίωσης το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε σχετική νομολογία καταδεικνύουσα αφενός ότι ο υπολογισμός συνιστά λειτουργία του Δικαστηρίου το οποίο εκδικάζει πρωτοδίκως την αγωγή (Ζένιου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 356/12, ημερ. 7.11.18, ECLI:CY:AD:2018:A482) και αφετέρου ότι το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπ’ όψιν όλα τα δεδομένα και γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων και υποθέσεων παρόμοιας φύσης, ούτως ώστε να καθορίσει την αποζημίωση την οποία θεωρεί εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις (Δημοκρατία ν. Ονουφρίου, Πολ. Έφ. 463/12, ημερ. 23.11.18, ECLI:CY:AD:2018:A517). Όσον αφορά το ύψος, έλαβε υπ’ όψιν τα ακόλουθα:
«Στην Blume and Others v Spain (2000) 32 EHRR 632 - και στην οποία παραπέμφθηκα ευστόχως από την κ. Βαρωσιώτου - το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («ΕΔΑΔ»), επιδίκασε στον αιτητή (για παράνομη κράτηση δέκα ημερών), αποζημίωση ύψους 250.000,00 ισπανικών πεσετών (αντιστοιχούσα με περίπου €1.500,00), για παραβίαση του Άρθρου 5.1 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια).
Στην Bostridge v Oxleas Foundation NHS Trust (2015) EWCA Civ 79, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι, αν η παραβίαση του δικαιώματος προσωπικής ελευθερίας είναι διαδικαστικής μορφής και όχι ουσιαστικής, ο παραπονούμενος δεν μπορεί να απαιτεί τίποτε περισσότερο από ονομαστικές αποζημιώσεις, εκτός αν αποδείξει ότι ως εκ της παραβίασης υπέστηκε ζημιά (βλ. επίσης, A County Council v MB, JB and a Residential Home (2010) EWHC 2508)».
Ήταν η πρωτόδικη διαπίστωση ότι ο Εφεσείων δεν απέδειξε μεν τις ειδικές ζημιές ή περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν γενικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, ωστόσο μπορούσαν να γίνουν κάποιες εξακριβώσεις, βασισμένες στην κοινή ανθρώπινη εμπειρία για τις συναισθηματικές και άλλες επιβαρύνσεις τις οποίες υπέστη.
Στη βάση των πιο πάνω το πρωτόδικο Δικαστήριο απέδωσε στον Εφεσείοντα ποσό €2.000 ως δίκαιη αποζημίωση.
Με κάθε σεβασμό, θα πρέπει να πούμε πως δεν εντοπίζουμε κάποιο σφάλμα στον πρωτόδικο συλλογισμό. Ούτε όμως και ο Εφεσείων παραθέτει οτιδήποτε το οποίο, δυνητικά έστω, θα μπορούσε να εξεταστεί και αναγνωριστεί ως τέτοιο σφάλμα. Στην αιτιολογία εντοπίζουμε μόνο τη θέση ότι το ποσό ήταν ιδιαίτερα χαμηλό σε σχέση με τις ημέρες της στέρησης της ελευθερίας εν αντιθέσει «με τα ποσά που καθορίζουν οι αυθεντίες και ιδιαίτερα για περίοδο 101 ημερών».
Είναι προφανές πως εσφαλμένα εκλαμβάνεται ότι η αποζημίωση επιδικάστηκε για όλες τις (101) ημέρες κράτησης. Εξ ου και το ότι η νομολογία η οποία παρατίθεται στο περίγραμμα αφορά περιπτώσεις στις οποίες είχε επιτύχει η αξίωση για κακόβουλη δίωξη (Lock v. Ashton (1848) 12 QB 871). Πλην όμως δεν ήταν αυτή η περίπτωση εδώ. Η δοθείσα αποζημίωση αφορούσε τη δεκαήμερη υπέρβαση της προθεσμίας παράδοσης από τις Γερμανικές στις Κυπριακές Αρχές.
Δεν έχουμε πειστεί ότι υφίσταται λόγος επέμβασης του Εφετείου στο ποσό που έχει καθοριστεί πρωτοδίκως.
Κατάληξη
Στη βάση όλων των ανωτέρω η έφεση και η αντέφεση απορρίπτονται.
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν το αποτέλεσμα κρίνουμε δικαιότερο όπως μη εκδώσουμε οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
Κάθε διάδικος να επωμιστεί τα δικά του έξοδα.
Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.
Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.
Θ. ΘΩΜΑ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο