ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΠΡΩΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ), Πολιτική Έφεση Αρ.: 169/21, 16/10/2026
print
Τίτλος:
ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΠΡΩΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ), Πολιτική Έφεση Αρ.: 169/21, 16/10/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 169/21)

 

16 Οκτωβρίου 2026

                                                                                       

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ

Εφεσείουσα

v.

 

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (ΠΡΩΗΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ)

 

Εφεσίβλητης

--------------------

 

Αίτηση ημερ. 10.6.2026 για Προσθήκη Λόγων Έφεσης

 

Ι. Κολιανδρής για Ρίκκος Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα - Αιτήτρια

Σ. Τρύφωνος (κα) για Άντρη Νεοφύτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη - Καθ’ ης η Αίτηση

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: Το Ε. Δ. Πάφου, με απόφαση ημερ. 31.3.21, απέρριψε την αγωγή της Εφεσείουσας, με την οποία διεκδίκησε αποζημιώσεις λόγω υπαίτιου τερματισμού της σύμβασης εργοδότησης της, €15.144, ως απώλεια εισοδήματος συνεπεία του τερματισμού μέχρι την καταχώριση της αγωγής, καθώς και μελλοντικές ζημιές και ή διαφυγόντα κέρδη ως το ελάχιστο ποσό που θα ελάμβανε μέχρι την αφυπηρέτηση της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η σύμβαση εργοδότησης της Εφεσείουσας ήταν αορίστου χρόνου, ότι η απόφαση για απόλυση της ήταν αναμενόμενη και δικαιολογημένη, ότι τέτοια απόλυση ανήκε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν καθόλα λογική, νόμιμη και επαρκής και ότι δεν παραβιάσθηκε ούτε η αρχή της αμεροληψίας, ούτε και το δικαίωμα ακροάσεως, ούτε άλλο δικαίωμα της.

 

Η Εφεσείουσα, διαφωνώντας με την πιο πάνω απόφαση, καταχώρισε στις 10.5.21 την παρούσα έφεση προβάλλοντας παραθέτοντας ένα λόγο έφεσης με τον οποίο προβάλλει ότι: «Όλες οι σχετικές συνεντεύξεις, στοιχεία και μαρτυρίες που συλλέγησαν από τρίτα πρόσωπα και την Ενάγουσα, με πρωτοβουλία του Εφεσίβλητου, ήταν προϊόντα παρανομίας και ως τέτοια, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, όφειλε να μην τα θεωρήσει με δική του πρωτοβουλία, σαν αποδεκτή μαρτυρία». Στην αιτιολογία αυτού προβάλλεται ότι το μαρτυρικό υλικό, που προσκόμισε κατά την ακρόαση η Εφεσίβλητη εναντίον της Εφεσείουσας, κατατέθηκε κατά παράβαση των Άρθρων 3 και 6 της ΕΣΔΑ και των Άρθρων 47-48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

Η Εφεσείουσα, στις 10.6.26, καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητά την προσθήκη των ακόλουθων λόγων έφεσης:

 

«(1ος Πρόσθετος Λόγος Έφεσης)

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και αντινομικά δεν σχολιάζει κι ούτε επιλαμβάνεται της νομιμότητας αυτόδηλου κρίσιμου γεγονότος, δηλαδή της κήρυξης της Εφεσείουσας από τις 26.02.2013 μέχρι τις 20.04.2013 σε διαθεσιμότητα.

 

[ ]

 

(2ος Πρόσθετος Λόγος Έφεσης)

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, λανθασμένα και αντινομικά δεν διέκρινε την ύπαρξη και αναγκαία εφαρμογή του άρθρου 53 των Θεσμών στην παρούσα υπόθεση, όπως λανθασμένα και αντινομικά θεώρησε ότι η διαδικασία για την παύση της Εφεσείουσας ήταν «υπόθεση ιδιωτικού δικαίου» με ό,τι αυτό συνεπάγεται κατά την ερμηνεία του Δικαστηρίου.

 

[ ]

 

(3ος Πρόσθετος Λόγος Έφεσης)

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα και αντινομικά ενώ διαπιστώνει ότι δεν τηρούνται οι ελάχιστες συνταγματικές και/ή νομικές προϋποθέσεις που εκτίθενται αναλυτικά πιο κάτω κατά την εκδίκαση του παραπόνου εναντίον της Εφεσείουσας από την Εφεσίβλητη, δικαιολογεί το γεγονός επίσης παράνομα και αντινομικά, βαφτίζοντας την διαδικασία παύσης της Εφεσείουσας «ιδιωτικού δικαίου» και καταλήγοντας ότι τούτη ήταν καθ’ όλα έγκυρη».

 

Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου εργαζόμενου στο γραφείο επίδοσης των δικηγόρων της Εφεσείουσας. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η τροποποίηση κρίθηκε αναγκαία μόλις οι δικηγόροι της Εφεσείουσας έλαβαν και μελέτησαν όλα τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας και τούτο αμέσως μόλις έλαβαν την ειδοποίηση ορισμού της έφεσης για προδικασία, αφού δεν ήταν οι δικηγόροι της Εφεσείουσας κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Οι τρεις προτεινόμενοι λόγοι έφεσης και η αιτιολογία αυτών έχει σκοπό την καλύτερη παρουσίαση των επίδικων θεμάτων και ή τη διεύρυνση της αιτιολογίας του υφιστάμενου λόγου έφεσης. Πρόκειται για συμπλήρωση και διευκρίνιση της συνολικής διαφοράς που οδήγησε στην έφεση. Σύμφωνα με το επιχείρημα, δεν υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους της Εφεσείουσας, εφόσον δεν επιχειρείται να προστεθούν ανεξάρτητοι και μη άμεσα σχετικοί λόγοι έφεσης. Σε περίπτωση που θα επιτραπεί η επιδιωκόμενη προσθήκη, η Εφεσίβλητη δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, εφόσον θα αποζημιωθεί με τα έξοδα της διαδικασίας. Αντιθέτως, η μη έγκριση της αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα να μην παρουσιαστεί η υπόθεση της Εφεσείουσας στο Δικαστήριο με τον δέοντα τρόπο.

 

Η Εφεσίβλητη καταχώρισε ένσταση, οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:

 

1.    Η Αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και συγκεκριμένα είναι παράτυπη λόγω του ότι στηρίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ενώ θα έπρεπε να εδράζεται στους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον η έφεση καταχωρίστηκε το 2021.

 

2.    Η Αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώριση της.

 

3.    Η αιτούμενη τροποποίηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική εφόσον επιδιώκεται η εισαγωγή νέων λόγων έφεσης.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου εργαζόμενου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εφεσίβλητη, ο οποίος βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης και τονίζει ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η καταχώριση ουσιαστικά μιας νέας έφεσης, μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης προθεσμίας καταχώρισης έφεσης.

 

Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης, που αφορά την ισχυριζόμενη λανθασμένη νομική βάση της αίτησης, υπενθυμίζουμε ότι οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 έχουν τεθεί σε εφαρμογή σε σχέση με το Εφετείο από τις 3 Ιουλίου 2023 [Μέρος 60(1)]. Επομένως, παρότι η παρούσα έφεση καταχωρίστηκε το 2021, εφαρμογή στην κρινόμενη αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε στις 10.6.26 έχουν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (βλ. Φιλίππου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 59/18, ημερ. 29.5.24). Ως εκ τούτου, ο λόγος ένστασης με βάση τον οποίο εφαρμογή έχουν οι παλαιοί Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, απορρίπτεται.

 

Το Μέρος 41.8 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 προνοεί ότι «Ειδοποίηση Έφεσης δεν μπορεί να τροποποιηθεί χωρίς την άδεια του Εφετείου». Η πρόνοια αυτή προσομοιάζει με τη Δ.35 θ.4 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία: «Any notice of appeal may be amended at any time as the Court of Appeal may think fit». Επομένως, προηγούμενη επί του θέματος νομολογία είναι εφαρμόσιμη. Παραθέτουμε απόσπασμα από την Muskita Aluminium Industries Ltd κ.ά. ν. Alsako Aluminium Ltd κ.ά. (Αρ. 1) (2009) 1 Α.Α.Δ. 59, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Η τροποποίηση των λόγων έφεσης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Εφετείου, η οποία πάντοτε ασκείται με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης (Βλ. απόφαση Πλήρους Ολομέλειας στην Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd. v. Δημοκρατίας κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 323). Μια αίτηση για τροποποίηση των λόγων έφεσης μπορεί να γίνει δεχτή εφόσον υποβάλλεται έγκαιρα και δεν επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα των αντιδίκων. (Βλ. Φακοντή v. Βρυώνη, ανωτέρω). Από πρακτικής άποψης, η τροποποίηση των λόγων έφεσης είναι πιο εύκολο να εγκριθεί, αν επιζητεί την διεύρυνση της αιτιολογίας και την καλύτερη παρουσίαση των επίδικων θεμάτων. Από την άλλη, καθίσταται πιο δύσκολη η έγκριση της όταν επιδιώκεται η ανάπλαση των λόγων έφεσης χωρίς να υπάρχει αποχρών λόγος. Στις περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν καινούργιοι λόγοι, εντελώς ανεξάρτητοι από τους υφιστάμενους, το εγχείρημα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο να γίνει αποδεχτό (Βλ. Κυριακίδης κ.ά. v. Εφορείας Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Στροβόλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 9)».

 

Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην Yegiazaryan v. Smagin, Πολ. Έφ. Αρ. 114/20, ημερ. 28.6.21, όπου τονίστηκαν τα εξής:

 

«Σημαντική είναι η διαπίστωση κάθε φορά κατά πόσον πρόκειται για διεύρυνση της αιτιολογίας δια της παροχής εξηγήσεων που άπτονται του πυρήνα του συγκεκριμένου λόγου έφεσης, ο οποίος παραμένει βασικά αναλλοίωτος, ή κατά πόσον ο νέος λόγος συνεπάγεται την ανάπλαση της έφεσης και τη διεύρυνση σε μεγάλο βαθμό της υπάρχουσας βάσης της.  Εάν επιχειρείται να προστεθούν θέματα τα οποία δεν είχαν τεθεί με τους υφιστάμενους λόγους έφεσης, τότε η τροποποίηση, κατά κανόνα, δεν είναι επιτρεπτή στην απουσία εξήγησης για τη μη συμπερίληψη εξαρχής και δικαιολόγησης της καθυστέρησης (Φακοντή ν. Βρυώνη (2003) 1 ΑΑΔ 1714).

 

Εν προκειμένω δεν πρόκειται για διεύρυνση της αιτιολογίας ή επαναδιατύπωση των λόγων έφεσης με πλέον άρτιο τρόπο (Frederickou Schools Ltd ν. Acuac Inc. (1998) 1 AAΔ 155) ή για πλήρωση του κενού της αιτιολογίας υφιστάμενων λόγων έφεσης (Ακίνητα Ανδρέας και Λένια Στροβολίδου Λίμιτεδ (ανωτέρω)) αλλά για προσθήκη ενός νέου αυτοτελούς λόγου έφεσης η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την αναδόμηση της έφεσης πάνω σε αυτοτελώς νέα, διευρυμένη, βάση.  Ικανοποιητική εξήγηση δεν δόθηκε.  Η σχετική αναφορά υπήρξε γενικόλογη και αόριστη.  Όπως έχουμε αναφέρει το επίδικο θέμα της κατάχρησης ήταν σαφέστατο και δεν μπορεί η απουσία του από την έφεση να μην είχε γίνει αντιληπτή με οποιαδήποτε εύλογη επιμέλεια.  Ό,τι προκύπτει είναι πως επιχειρείται αναδόμηση της έφεσης σε χρόνο πολύ καθυστερημένο από την προβλεπόμενη προθεσμία, κάτι που αντίκειται και καταστρατηγεί την σχετική πρόνοια, ανεξάρτητα από τους παράγοντες στους οποίους αναφέρθηκε η πλευρά του εφεσείοντα.  Ούτε και το πνεύμα που διέπει την Δ.25 μπορεί να έχει εν προκειμένω σημασία».

 

Στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του M. P., Πολ. Έφ. Αρ. 4/24, ημερ. 9.7.24, επισημάνθηκαν τα εξής:

 

«Η τροποποίηση έφεσης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και με βάση τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Αυτή η αρχή έχει μεταξύ άλλων τονιστεί στις υποθέσεις Waterworld Holdings Ltd v. Δημοκρατίας (2016) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2129 και Φακοντής v. Βρυωνή (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1714. Στην τελευταία υπόθεση λέχθηκε επίσης ότι τροποποιήσεις οι οποίες βασικά επεξηγούν με πληρέστερο τρόπο τους υφιστάμενους λόγους έφεσης εγκρίνονται, ενώ τροποποιήσεις οι οποίες συνεπάγονται την ανάπλαση της έφεσης δεν είναι κατά κανόνα επιτρεπτές».

 

Είναι εμφανές ότι με τον μοναδικό λόγο έφεσης προσβάλλεται η αποδεκτότητα του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε κατά την πρωτόδικη ακροαματική διαδικασία.  Οι προτεινόμενοι λόγοι έφεσης προσβάλλουν τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η απόλυση της Εφεσείουσας ανήκε στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου. Προβάλλουν, επίσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει το γεγονός ότι η Εφεσείουσα τέθηκε σε διαθεσιμότητα κατά παράβαση του Άρθρου 53 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 μέχρι 2012, το οποίο αφορά προσωρινή παύση υπαλλήλων της Εφεσίβλητης, ότι η διαθεσιμότητα ισούται με παύση και ότι η Εφεσίβλητη τερμάτισε την απασχόληση της, χωρίς επικύρωση του Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών, κατά παράβαση του Άρθρου 52(2) των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών. Οι προτεινόμενοι λόγοι έφεσης δεν διασαφηνίζουν τον υφιστάμενο λόγο, ούτε τον συμπληρώνουν, αλλά συνιστούν νέους λόγους έφεσης, ανεξάρτητους από τον υφιστάμενο.

 

Ούτε και έχει δοθεί οποιαδήποτε πειστική εξήγηση για τους λόγους που δεν επιδιώχθηκε νωρίτερα η προσθήκη των λόγων έφεσης, παρά πέντε περίπου χρόνια από την καταχώριση της έφεσης. Η καθυστέρηση, κρίνουμε ότι είναι καταλυτική, εφόσον επιχειρείται ανάπλαση της έφεσης, μετά την παρέλευση μακρού χρόνου από την εκπνοή της προβλεπόμενης προθεσμίας για καταχώριση έφεσης. Ούτε και η θέση ότι οι δικηγόροι κατά την πρωτόδικη διαδικασία ήταν άλλοι και ότι οι νυν δικηγόροι έλαβαν τα πρακτικά της υπόθεσης και τα μελέτησαν μόλις έλαβαν την ειδοποίηση ορισμού της έφεσης για προδικασία μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Ιδιαίτερα εν όψει του ότι τα ζητήματα τα οποία αφορούν οι προτεινόμενοι λόγοι ανέκυπταν από το ίδιο το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, εναντίον της οποίας οι νυν συνήγοροι συνέταξαν την έφεση.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι δεν έχει καταδειχθεί ικανοποιητικός λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση της Αίτησης.

 

Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €2.400, πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, προς όφελος της Εφεσίβλητης - Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της Εφεσείουσας - Αιτήτριας.

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο