ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 18/2024)
30 Οκτωβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ,
Εφεσίβλητου.
______________________________
Ε. Κωνσταντίνου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα
Π. Κυπριανού, για τον Εφεσίβλητο
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Κατόπιν δικής του παραδοχής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της θανάτωσης ζώου, κατά παράβαση του Άρθρου 5(2)(α) και 27 του περί Προστασίας και Ευημερίας των Ζώων Νόμου, Ν.46(I)/1994, ως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα, αποδιδόταν στον εφεσίβλητο ότι, την 5.8.2021, θανάτωσε ένα γάτο.
Ως το πρωτόδικο Δικαστήριο καταγράφει στην απόφασή του για την επιβολή ποινής, σύμφωνα με τα γεγονότα που είχαν κατατεθεί εγγράφως και συμφωνήθηκαν μεταξύ των δύο πλευρών, ο εφεσίβλητος θανάτωσε τον γάτο γείτονά του χτυπώντας τον επανειλημμένα στο κεφάλι με αμβλύ όργανο.
Στη βάση των όσων αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο ποινή φυλάκισης δύο μηνών, την οποία ποινή ανέστειλε για περίοδο τριών ετών.
Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας προσβάλλει την επιβληθείσα ποινή με δύο λόγους έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι η επιβληθείσα ποινή των δύο μηνών φυλάκισης είναι έκδηλα ανεπαρκής λαμβανομένων υπ' όψιν, σωρευτικά, της σοβαρότητας του αδικήματος, της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής και της νομολογίας, των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, της έξαρσης στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων, της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθώς επίσης και της ανάγκης για γενική και ειδική πρόληψη και αποτροπή. Αιτιολογικά, πέραν των ως άνω, ειδική επίκληση γίνεται της θέσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε επαρκώς υπ' όψιν τη φύση τέτοιων αδικημάτων και την ανάγκη για προστασία των ανυπεράσπιστων ζώων από τέτοια απάνθρωπη κακομεταχείριση και βαναυσότητα, αλλά και της θέσης ότι η επιβληθείσα ποινή δεν αντανακλά τη σοβαρότητα των γεγονότων της υπόθεσης και του τρόπου ενέργειας του εφεσίβλητου στη συγκεκριμένη περίπτωση και συγκεκριμένα τον τρόπο θανάτωσης του ζώου και τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου εκ των υστέρων.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προσβάλλεται, ως αδικαιολόγητη και λανθασμένη, η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Επίκληση γίνεται της θέσης ότι οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου αλλά και οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν δικαιολογούσαν τέτοια απόφαση. Προβάλλεται ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης, ο τρόπος ενέργειας και θανάτωσης του ζώου από τον εφεσίβλητο και η συμπεριφορά του μετά τη θανάτωση αυτού ουδόλως λήφθηκαν υπ' όψιν από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ως εμφαίνεται από το μέρος της απόφασης που αφορά την αναστολή επιβληθείσας ποινής.
Έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό με την παρούσα έφεση, συμπεριλαμβανομένων των θέσεων της κάθε πλευράς και των όσων αφορούν στην υπό κρίση υπόθεση, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας.
Όπως επανειλημμένα έχει αναφερθεί, η εξουσία επέμβασης του Εφετείου σε επιβληθείσα ποινή δεν επαφίεται στην υποκειμενική κρίση των μελών του. Στην ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2021, ημερομηνίας 29.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B131, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής. Ως λέχθηκε:
«Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani k.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014 ημερ. 25.11.2015.»
Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525)».»
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο έφεσης, διαπιστώνεται, από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, πέραν της αναφοράς του, ως γεγονότα, του τι αναφέρεται ανωτέρω, κατέγραψε τις προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου, ως προκύπτουν από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ότι δηλαδή ήταν ηλικίας 55 ετών, διευθυντής εταιρείας βιολογικών καθαρισμών, με εισόδημα €1000 μηνιαίως και πατέρας τεσσάρων παιδιών, δύο εκ των οποίων είναι ανήλικα. Τα δύο πρώτα του παιδιά αποκτήθηκαν από προηγούμενο του γάμο, ενώ τα δύο νεαρότερα αποκτήθηκαν με πρώην συμβία του, με την οποία δεν ήταν πλέον μαζί. Η οικονομική του κατάσταση, δεν μπορούσε να περιγραφεί ως καλή, εφόσον είχε διάφορα χρέη, χαμηλό εισόδημα και εξαρτώμενα παιδιά.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε, επίσης, στην προβλεπόμενη για το αδίκημα ποινή, η οποία κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες ή χρηματική ποινή ή και οι δύο αυτές ποινές, ως ένδειξη της σοβαρότητας του αδικήματος, ενώ παρέθεσε και σχετικό απόσπασμα από την ΜΥΛΩΝΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2006) 2 Α.Α.Δ. 384 για να καταδείξει τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιου αδικήματος. Στο πλαίσιο αυτό παρέπεμψε και στις επιβληθείσες ποινές σε προηγούμενες περιπτώσεις. Απασχόλησε, παράλληλα, το πρωτόδικο Δικαστήριο και η εξατομίκευση της ποινής, καταγράφοντας προς τούτο ότι λαμβάνεται υπ' όψιν ως μετριαστικός παράγοντας η παραδοχή του εφεσίβλητου, η οποία δείχνει την έμπρακτη του μεταμέλεια για το αδίκημα αλλά και εξυπηρετεί την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου, το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσίβλητου, τις προσωπικές του περιστάσεις, ως αυτές προβλήθηκαν μέσω της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας αλλά και από τον συνήγορο του εφεσίβλητου, και τέλος το αίσθημα ντροπής και τη ζημιά στην επιχειρηματική του δραστηριότητα που προκάλεσε ενασχόληση με το γεγονός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Συνυπολογίζοντας καθετί που είχε τεθεί υπ' όψιν του, ως αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας κρίνει ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορούσε να αποφευχθεί, επέβαλε στον εφεσίβλητο την αναφερόμενη ποινή φυλάκισης δύο μηνών.
Από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, διαπιστώνεται ότι τα γεγονότα που αφορούσαν την υπό κρίση υπόθεση δεν περιορίζονταν σε αναφορά ότι ο εφεσίβλητος, με αμβλύ όργανο, θανάτωσε τον γάτο γείτονά του χτυπώντας τον επανειλημμένα στο κεφάλι. Διαπιστώνεται ότι επί του προκειμένου κατατέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κοινώς αποδεκτά γεγονότα τα οποία περιέγραφαν την πληροφόρηση που ο ιδιοκτήτης του γάτου δέχτηκε από γείτονα του ότι ο εφεσίβλητος κρατά τον γάτο του και τον κτυπά επανειλημμένα με αμβλύ όργανο και, ενώ αυτός ήταν καθοδόν προς το σπίτι του, ότι ο εφεσίβλητος σκότωσε τον γάτο και τον έβαλε σε κάλαθο. Ο ίδιος, όταν έφτασε στον χώρο, είδε τον γάτο του να σπαρταρά για κάποια δευτερόλεπτα στον κάλαθο και ακολούθως απεβίωσε. Δεν θα μας απασχολήσουν περαιτέρω αναφορές στα γεγονότα, αφού μπορεί να διαπιστωθεί ότι παραθέτουν περιγραφή ισχυρισμών, αφενός των προσώπων που παρακολούθησαν τα γεγονότα και αφετέρου του εφεσίβλητου και της συμβίας του, κατά τρόπο συγκρουόμενο, χωρίς να απασχολήσει το γεγονός αυτό. Το τι με βεβαιότητα προβάλλει ως γεγονός κοινώς αποδεκτό από τις δύο πλευρές είναι, εν τέλει, ότι ο εφεσίβλητος επέφερε τον θάνατο του εν λόγω γάτου χτυπώντας τον επανειλημμένα στο κεφάλι με σκουπόξυλο. Επί τούτου να σημειώσουμε ότι ο συνήγορος του εφεσίβλητου, ενώπιόν μας, αναφέρθηκε σε τρία κτυπήματα, δεχόμενος ότι πρωτοδίκως αναγνωρίστηκαν επανειλημμένα κτυπήματα.
Τα ως άνω καταγράφονται για να καταδείξουν την προβληματική κατάσταση που δημιουργεί ο τρόπος που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέλεξε να καταγράψει τα ενώπιόν του στοιχεία χωρίς αναφορά σε αυτά. Για καλύτερη αντίληψη του τι εννοείται, ενώ γίνεται αναφορά στην κατάθεση κοινώς αποδεκτών γεγονότων, το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνει σε περιορισμένη αναφορά σε κτυπήματα, χωρίς περιγραφή του τι έγινε στο όλο περιστατικό με αναφορά και στο τι αναφέρεται στα γεγονότα ως ευρύτερη συμπεριφορά και ενέργειες του εφεσίβλητου. Περαιτέρω, ενώ αναγνωρίζονται ως ελαφρυντικά το τι ο συνήγορος του εφεσίβλητου ανέφερε ως προσωπικές του περιστάσεις, αυτό δεν παρατίθεται με εξειδικευμένη ανάλυση του τι είναι που το πρωτόδικο Δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν.
Υπό τις περιστάσεις, δυσχερής αποβαίνει ο δικαστικός έλεγχος της πρωτόδικης συλλογιστικής. Ασφαλώς, ο τρόπος συγγραφής μίας απόφασης παραμένει επιλογή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όμως θα πρέπει να υπάρχει στο σκεπτικό τέτοια λεπτομέρεια στην παράθεση των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων και του τρόπου ανάλυσης αυτών από το Δικαστήριο, ώστε η πρωτόδικη κρίση να μπορεί να ελεγχθεί.
Επί του προκειμένου, στην πρωτόδικη απόφαση δεν φαίνεται να καταγράφηκαν τα όσα αναφέρθηκαν προς μετριασμό της ποινής και πώς επέδρασσαν στην ετυμηγορία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Πέραν των όσων καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση, αναφέρθηκε, σχετικά, απολογία του εφεσίβλητου μέσω του συνηγόρου του και η σύνδεσή του διαχρονικά με ζώα χωρίς να επιδείξει ξανά τέτοια συμπεριφορά, ενώ, αντιθέτως, πάντα τα φρόντιζε, τα σεβόταν και τα αγαπούσε. Αναφέρθηκε, επίσης, η ενόχληση που ο συγκεκριμένος γάτος προκαλούσε στην οικογένεια του εφεσίβλητου, αλλά και η άσχημη ψυχολογική κατάσταση του εφεσίβλητου κατά την εν λόγω χρονική περίοδο λόγω προβλημάτων του, καθώς επίσης η αγχωτική διαταραχή που η υπόθεση του προκάλεσε.
Στην πρωτόδικη απόφαση, δεν φαίνεται, παράλληλα, να καταγράφηκαν στο σύνολό τους τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το περιστατικό και τις ενέργειες του εφεσίβλητου, ως καταγράφονται ανωτέρω. Παραμένει αβέβαιο εάν λήφθηκε υπ' όψιν και πώς η βαρβαρότητα των ενεργειών του εφεσίβλητου κατά τα κτυπήματα, είτε αυτά ήταν τρία ή περισσότερα, ώστε να επιφέρουν τον τραυματισμό που επέφεραν στον ανυπεράσπιστο γάτο, ήτοι το αμβλύ τραύμα στο κεφάλι, το οποίο προκάλεσε τον θάνατό του. Ούτε μπορεί να διαπιστωθεί πώς επέδρασσε στην πρωτόδικη σκέψη το ότι ο εφεσίβλητος, κατ' ουσίαν, πέταξε το τραυματισμένο ζώο στον κάλαθο, όπου και απεβίωσε. Ενέργειες που μόνο απαξία μπορούν να προκαλέσουν στον μέσο φιλήσυχο άνθρωπο.
Ως αποτέλεσμα, καθίσταται αντιληπτή η δυσχέρεια στο να ελεγχθεί η επάρκεια της πρωτόδικης κρίσης. Υπό αυτά τα δεδομένα, το τι παραμένει είναι η κρίση κατά πόσο η ετυμηγορία επιβολής ποινής φυλάκισης δύο μηνών είναι έκδηλα ανεπαρκής και παραβλέπει τα όσα προβάλλει ο εφεσείων με τον πρώτο λόγο έφεσης.
Στο τι προηγείτο στην παρούσα, έχουν καταγραφεί τόσο οι περιστάσεις του αδικήματος, όσο και οι περιστάσεις του εφεσίβλητου και ελαφρυντικά που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν υπέρ του. Δεδομένη θεωρείται η σοβαρότητα αυτής της φύσης αδικημάτων, κάτι που διαπιστώνεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναγνώρισε, αλλά και η αναγκαιότητα αυστηρής αντιμετώπισής τους προς αποτροπή τόσο του ίδιου του παραβάτη όσο και τρίτων προσώπων από τέλεσή του. Δεδομένη, επίσης, είναι η ανάγκη προστασίας ανυπεράσπιστων ζώων από ανθρώπινη βιαιότητα, ανάγκη που πρέπει να αντικατοπτρίζεται στην ποινή.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως αρμόζουσα ποινή αυτήν της φυλάκισης δύο μηνών. Υπό τα δεδομένα της παρούσας περίπτωσης, αν και η επιβληθείσα ποινή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί επιεικής, δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι εκφεύγει του επιτρεπτού πλαισίου που η υπό κρίση υπόθεση και η νομολογία θέτουν. Τηρουμένων των ως άνω παρατηρήσεων μας, δεν θεωρούμε ότι καθίσταται αναγκαία παρέμβασή μας ως προς την επιβληθείσα ποινή, αφού ποινή φυλάκισης δύο μηνών δεν μπορεί να κριθεί έκδηλα ανεπαρκής.
Ως αποτέλεσμα, ο πρώτος λόγος έφεσης αποτυγχάνει.
Αντικείμενο του δεύτερου λόγου έφεσης αποτελεί η πρωτόδικη κρίση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης των δύο μηνών για περίοδο τριών ετών. Είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 3(2) του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιστάσεις Νόμου του 1972, Ν.95/1972, αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διατάσσεται αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΤΖΙΑΟΥΧΑΡΗ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 161).
Σύμφωνα με την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 168/2016, ημερομηνίας 19.4.2018:
«Η απόφαση για αναστολή της ποινής ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στην απουσία δε οποιουδήποτε λάθους αρχής δεν δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου».
Ως εξηγείται στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537:
«Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938‑939:
“Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μία δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.”
Το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι μετριαστικοί όμως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής και του ύψους της δεν μπορούν να είναι ταυτόσημοι και να αποτελούν ταυτόχρονα και αιτιολογία για την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Το σύνολο των περιστάσεων μαζί με τα προσωπικά περιστατικά του παραβάτη θα πρέπει να αναδύουν μία εικόνα που να δικαιολογεί την απόφαση για αναστολή. Όπως για παράδειγμα η απόφαση στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου Πολ. Έφεση Αρ. 137/2015, ημερομηνίας 23.6.2018, όπου μετά την ανατροπή της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης, προσμέτρησαν ως ιδιαίτεροι παράγοντες για αναστολή της επιβληθείσας από το Εφετείο ποινής η μεγάλη πάροδος του χρόνου και η ύπαρξη νέων δεδομένων όπως ο αρραβώνας και ο προγραμματισμός γάμου και η απόκτηση παιδιού στο μεταξύ.»
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, έχοντας παραθέσει τις νομολογιακές αρχές επί του θέματος, περιορίστηκε σε αναφορά ότι «εφαρμόζοντας τις αρχές που αναφέρονται στη νομολογία και λαμβάνοντας υπόψη μου, το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, την άμεση παραδοχή του, το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του, κρίνω ότι δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί για περίοδο τριών ετών».
Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΑΔΑΜΟΥ, Ποινική Έφεση 20/2024, ημερομηνίας 15.10.2026, σε ανάλογη περίπτωση, είχαμε υποδείξει ότι η κατά γενικό τρόπο αναφορά στοιχείων που λαμβάνονται υπ' όψιν χωρίς ιδιαίτερη εξειδίκευση και ανάλυση αυτών, ενδεχομένως να καταστήσει τον εφετειακό έλεγχο δυσχερή. Και προς αποφυγή τέτοιου ενδεχόμενου, ορθό είναι να υπάρχει τέτοια εξειδίκευση και ανάλυση του τρόπου που τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία επενεργούν υπέρ της απόφασης αναστολής εκτέλεσης επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Στην περίπτωση εκείνη, από το υπόλοιπο κείμενο της απόφασης, μπορούσε να διαπιστωθούν στοιχεία που καθιστούσαν εφικτή την αντίληψη της πρωτόδικης κρίσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το μόνο που θα μπορούσε να διαπιστωθεί είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, χωρίς λεπτομέρεια στην ανάλυσή του για το πώς κατέληξε στην υπό κρίση απόφαση, κατ' ουσίαν παρέπεμψε στα ίδια στοιχεία τα οποία έλαβε υπ' όψιν για να καταλήξει στην αρμόζουσα ποινή. Αυτό καταδεικνύει το σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αφού, ως ανωτέρω αναλύεται, οι μετριαστικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν για τον καθορισμό της ποινής και του ύψους της δεν μπορούν να είναι ταυτόσημοι και να αποτελούν ταυτόχρονα και αιτιολογία για την αναστολή της ποινής φυλάκισης.
Δεν υπήρχαν, στην προκειμένη περίπτωση, ιδιόμορφες προσωπικές περιστάσεις που να οδηγούσαν απαρέγκλιτα σε ανάδειξη μίας εικόνας που να δικαιολογούσε αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Ούτε οι περιστάσεις της υπόθεσης συνηγορούσαν προς τέτοια θεώρηση. Αντιθέτως, οι περιστάσεις της υπόθεσης ήταν τέτοιες που περισσότερο αναδείκνυαν την εικόνα ότι αναστολή της ποινής δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.
Ο συνήγορος του εφεσίβλητου ανέδειξε, ενώπιόν μας, τον παράγοντα του χρόνου που παρήλθε από την τέλεση του αδικήματος. Ανατρέξαμε στο οδοιπορικό της υπόθεσης, ως προκύπτει από τον πρωτόδικο φάκελο και διαπιστώνουμε ότι ο χρόνος μέχρι την ολοκλήρωση της πρωτόδικης διαδικασίας παρήλθε, είτε λόγω μη επίδοσης του κατηγορητηρίου, είτε λόγω της μη παραδοχής του εφεσίβλητου και αναβολών για ακρόαση για λόγους που αφορούσαν την υπεράσπιση, είτε, κατόπιν της παραδοχής του στις 13.6.2023, λόγω μη ετοιμασίας έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας λόγω μη ανταπόκρισης, ως τέθηκε, του εφεσίβλητου. Επομένως, δεν βρίσκουμε έρεισμα στην εισήγηση ότι ο παράγοντας χρόνος μπορεί να επενεργήσει ευεργετικά για τον εφεσίβλητο. Άλλωστε, ούτε διαπιστώνεται ύπαρξη νέων δεδομένων στον χρόνο που παρήλθε που να συνηγορούν προς τέτοια αντιμετώπιση.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω και υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ως αναλύονται ανωτέρω, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε στην απόφασή του για αναστολή της ποινής φυλάκισης που είχε επιβάλει στον εφεσίβλητο. Τέτοια απόφαση, υπό τις περιστάσεις, δεν δικαιολογείτο, καθιστώντας αναγκαία την παρέμβασή μας.
Εν όψει όλων των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης δύο μηνών επικυρώνεται. Ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση για αναστολή της ποινής φυλάκισης παραμερίζεται. Διατάσσεται η άμεση εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δύο μηνών από σήμερα.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο