DOMINIK BAREK v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 183/2026, 15/10/2026
print
Τίτλος:
DOMINIK BAREK v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 183/2026, 15/10/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Ποινική Έφεση Αρ.: 183/2026)

 

15 Οκτωβρίου 2026

 

[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

DOMINIK BAREK,

Εφεσείων,

v.

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,

Εφεσίβλητης.

_______________________

 

Μ. Αρμεύτης, για τον Εφεσείοντα.

Π. Ευθυβούλου (κα) με Α. Μανώλη, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη.

 

ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: O εφεσείοντας παραδέχτηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου τις 6 από τις 10 κατηγορίες που αντιμετώπιζε αρχικά με το κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στις 29.10.2024. Ενόψει της παραδοχής του στις κατηγορίες 1 μέχρι 6 η ποινική του δίωξη στις κατηγορίες 7 μέχρι 10 διακόπηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα με αποτέλεσμα να απαλλαγεί των εν λόγω κατηγοριών. Οι κατηγορίες 1 έως 6 που παραδέχθηκε αφορούσαν τα αδικήματα διάρρηξης κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας και κλοπή, κατοχή διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός, παράνομη κατοχή περιουσίας, διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, διάρρηξη κτιρίου και κλοπή και κακόβουλη ζημιά, όλα αδικήματα κατά παράβαση Άρθρων του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε.

 

Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πέραν της έκθεσης των γεγονότων που αφορά η παρούσα υπόθεση τέθηκε επιστολή της Συμβουλευτικής Επιτροπής που προβλέπεται στον Νόμο 41(Ι)/2016, περί Θεραπείας Κατηγορουμένων Χρηστών ή Ουσιοεξαρτώμενων, («Ο Νόμος») στην οποία αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος έχει ολοκληρώσει με επιτυχία το θεραπευτικό πρόγραμμα της Αγίας Σκέπης αλλά και επιστολή από την ίδια θεραπευτική κοινότητα στην οποία αναφέρεται ότι αυτός ήταν συνεπής με τις υποχρεώσεις του και έχει ολοκληρώσει όλες τις φάσεις του προγράμματος με επιτυχία και παραμένει ένα υγιές και λειτουργικό συμπεριφορικά άτομο που παλεύει για τη φροντίδα του εαυτού του και των υπόλοιπων μελών του προγράμματος.

 

Τέθηκαν επίσης ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το ποινικό μητρώο του εφεσείοντα σύμφωνα με το οποίο αυτός βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες. Η μία αφορά την υπόθεση 14973/2017 του Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην οποία παραδέχτηκε τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής, κατοχής διαρρηκτικών οργάνων, πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς, παράνομης κατοχής περιουσίας, κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, καθώς και την κατοχή σκευών προς χρήση για ναρκωτικές ουσίες. Λήφθηκε επίσης υπόψη η υπόθεση 6490/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία αφορούσε αδικήματα κατά της περιουσίας και της αντίστασης στη νόμιμη σύλληψη. Του είχαν επιβληθεί συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 3 ½ ετών. Η άλλη καταδίκη αφορά την υπόθεση 6123/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για τα αδικήματα της ληστείας, εκβίασης, διάρρηξης σε δύο περιπτώσεις, της μεταφοράς μάχαιρας εκτός της κατοικίας και της κακόβουλης ζημιάς. Του είχαν επιβληθεί συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 2 ½ ετών οι οποίες αναστάληκαν για περίοδο 3 ετών.

 

Ο συνήγορος του πρωτόδικα απέδωσε την παραβατική συμπεριφορά του εφεσείοντα στον εθισμό του σε σκληρά ναρκωτικά τάξεως Α και την ικανοποίηση αυτού του εθισμού μέσω των κλοπιμαίων. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ένταξή του στην κλειστή θεραπευτική κοινότητα Αγίας Σκέπης και την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος που απαιτεί ιδιαίτερη πειθαρχεία και ενέχει αυξημένο βαθμό δυσκολίας. Τόνισε ότι ο εφεσείοντας έχει απεξαρτηθεί και ότι βρισκόταν υπόδικος στα πλαίσια της υπό κρίση υπόθεσης από τις 20.10.2024 μέχρι 12.6.2025, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε το Διάταγμα Θεραπείας του. Ήταν δε βασική του εισήγηση ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια και να την αναστείλει.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά τόνισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο εφεσείοντας είχε παραδεχθεί αναφέροντας ότι αυτή αντανακλάται καταρχήν από το ύψος της προβλεπόμενης ποινής. Ανέφερε επίσης ότι τα αδικήματα που παραδέχθηκε ο εφεσείοντας παρουσιάζουν ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση και τόνισε, με αναφορά στη νομολογία, την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών τέτοιων αδικημάτων. Παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις PILIEV v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 587, SYDENHAM v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 210, ΒΕΖΑΝIDIS v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (2013) 2 Α.Α.Δ. 785, ΒΑLAMPANIDIS v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 210/2018, ημερομηνίας 10.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B178 και ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΒΑΚΑΝΑ, Ποινική Έφεση 173/2020, ημερομηνίας 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200.

 

Αναφέρθηκε επίσης στους μετριαστικούς παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής και παρέπεμψε στις πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου ΞΕΝΟΦΩΤΟΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 9/2024, ημερομηνίας 19.7.2024, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΖΑΒΟΥ, Ποινική Έφεση 232/2025, ημερομηνίας 26.5.2026.

 

Έλαβε σχετικά υπόψη του ότι ο εφεσείοντας δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι, συνολικά ιδωμένη η παραβατική του συμπεριφορά, χαρακτηρίζεται ως σοβαρή και εμπνέουσα ιδιαίτερης ανησυχίας. Έλαβε επίσης υπόψη του τους μετριαστικούς παράγοντες που τέθηκαν ενώπιόν του και ειδικά την άμεση παραδοχή του, τις προσωπικές του περιστάσεις στις οποίες, όπως σημείωσε ιδιαίτερη σημασία είχε η ολοκλήρωση του προγράμματος απεξάρτησης στην κλειστή κοινότητα της Αγίας Σκέπης και έχει απαλλαγεί οριστικά από τη μάστιγα των ναρκωτικών. Υπολόγισε επίσης τις επιπτώσεις για ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης στη ζωή ενός κατηγορουμένου, τη συνεργασία του με την Αστυνομία στα μέλη της οποίας παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων και προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών, το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των κλοπιμαίων έχει ανευρεθεί ή έχει επιστραφεί στους δικαιούχους του, τον χρόνο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 3, 4 και 5 που είναι 4 και 5 χρόνια προηγουμένως, αλλά και το γεγονός ότι ο εφεσείοντας ήταν υπόδικος στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης από τις 20.10.2024 ως και τις 12.6.2025 και μετά από τις 15.6.2026 μέχρι την ημερομηνία που το Δικαστήριο του επέβαλε ποινή ήτοι 19.6.2026. Στο μεσοδιάστημα, δηλαδή από 12.6.2025-15.6.2026 βρισκόταν στο κλειστό πρόγραμμα θεραπείας της Αγίας Σκέπης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή ήταν αυτή της φυλάκισης και του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη εκείνη των τριών ετών. Προχώρησε τέλος, να εξετάσει τη δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που επέβαλε στη βάση και της εισήγησης του συνηγόρου του εφεσείοντα, και κατέληξε ότι δεν δικαιολογείτο η αναστολή τους αλλά ότι αντίθετα αυτές πρέπει να είναι άμεσα εκτελεστές.

 

Με την υπό κρίση έφεση, ο εφεσείοντας ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, υπέπεσε σε σφάλμα αρχής και παραγνώρισε τις νομολογιακές αρχές επί του θέματος της απεξάρτησης του εφεσείοντα από τις ναρκωτικές ουσίες. Θεωρεί ακόμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε το πνεύμα του Νόμου αναφέροντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκανε καμία αναφορά στο διάταγμα θεραπείας που εκδόθηκε από το Δικαστήριο, ούτε στην εκπλήρωση των όρων του θεραπευτικού προγράμματος από τον εφεσείοντα, ούτε στην έκθεση προόδου που ετοιμάστηκε από τη Συμβουλευτική Επιτροπή που καθιδρύθηκε με βάση τον Νόμο. Παραπονείται ο εφεσείοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν άσκησε ορθά τη διακριτική του ευχέρεια για αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν και δεν εκτίμησε ορθά τις επιπτώσεις του εκ νέου εγκλεισμού του στις Κεντρικές Φυλακές. Τέλος, ισχυρίζεται ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προσμέτρησε, σε σχέση με το ύψος της ποινής που του επέβαλε, τον χρόνο που ο εφεσείοντας βρισκόταν για σκοπούς θεραπείας στην κλειστή θεραπευτική κοινότητα της Αγίας Σκέπης. Αντίθετα, φαίνεται να προσμέτρησε μόνο τους μήνες που βρισκόταν υπόδικος ενώ για 12 μήνες βρισκόταν στην κλειστή θεραπευτική κοινότητα της Αγίας Σκέπης.

 

Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα συμφώνησε ότι ο εφεσείοντας έχει έμπρακτα αποδείξει ότι μπορεί να αλλάξει τον τρόπο ζωής του μέσα από τη συναίνεσή του να δεχθεί θεραπεία και επιβεβαίωσε ότι εκδόθηκε σχετικό διάταγμα θεραπείας το οποίο έχει καταφέρει να αποπερατώσει με επιτυχία μετά από πολλή προσπάθεια. Σύμφωνα με τα όσα έχει αναφέρει επίσης η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα δεν αντανακλάται στην επιμέτρηση της ποινής που έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο η έμπρακτη προσπάθεια και αλλαγή ζωής του εφεσείοντα και τόνισε το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος νόμος στοχεύει στην αποθεραπεία ατόμων όπως τον εφεσείοντα, δηλαδή ανθρώπων που έχουν διαπράξει διάφορα αδικήματα λόγω της έξης τους στις ναρκωτικές ουσίες. Ήταν η θέση της ότι η επιβράβευση του εφεσείοντα θα έπρεπε να αντανακλάται στην ποινή και δήλωσε τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να μην υποστηρίξει την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης.

 

Το Εφετείο ανέφερε στους συνηγόρους επαναλαμβάνοντας την πάγια αρχή της νομολογίας ότι μπορεί να επέμβει σε ποινές πρωτόδικων Δικαστηρίων μόνο εφόσον διαπιστώνεται σφάλμα, γι’ αυτό και άκουσε σχετικά την αγόρευση του συνηγόρου του εφεσείοντα και έλαβε υπόψη του τα όσα έχουν αναφερθεί από την εκπρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

 

Πρόσφατα, στην απόφασή μας M.A. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινικές Εφέσεις 216/2022 και 221/2022, ημερομηνίας 25.2.2026, είχαμε την ευκαιρία να συνοψίσουμε τη νομολογία σε σχέση με τις αρχές που εφαρμόζει το Εφετείο, αναφορικά με εφέσεις που αφορούν το ύψος της ποινής που επιβάλλεται από πρωτόδικο Δικαστήριο. Σημειώσαμε σχετικά τα ακόλουθα:

 

«Η πάγια αρχή της νομολογίας είναι ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής αλλά εξετάζει κατά πόσο αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο που καθορίζεται από τη νομολογία και που αρμόζει στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Ζ.Α.Η. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 137/2022 κ.ά., ημερομηνίας 8.11.2024).

Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ποινική Έφεση 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής ως τέθηκαν σε σχετικό απόσπασμα στην ΚΥΠΡΙΖΟΓΛΟΥ κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 53/2017 κ.ά., ημερομηνίας 15.12.2017:

«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, SELMANI Κ.Α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις 235/2013 και 236/2013, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:

«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 Α.Α.Δ. 686, Χρίστου Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014, και Αναστάσιος Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015).»

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έλαβε υπόψη του τους επιβαρυντικούς παράγοντες που πλαισιώνουν την υπόθεση και τη δράση του εφεσείοντα. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η σοβαρότητα των αδικημάτων που παραδέχθηκε ο εφεσείοντας, η ιδιαίτερα ανησυχητική έξαρση που παρουσιάζουν, το γεγονός ότι τα αδικήματα αυτά καταπατούν τα συνταγματικά δικαιώματα κατοχής και απόλαυσης περιουσίας και το γεγονός ότι η διάπραξή τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας και προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση, ορθά υπογραμμίστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Το ποινικό μητρώο του εφεσείοντα επίσης ορθά συνυπολογίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και τονίστηκε ότι η προηγούμενη παραβατική του συμπεριφορά είναι σοβαρή και εμπνέει ιδιαίτερη ανησυχία. Έδωσε επίσης έμφαση στο γεγονός ότι σε διάστημα μόλις 10 ημερών ο εφεσείοντας επιδόθηκε σε τρεις διαρρήξεις, δύο εκ των οποίων αφορούσαν κατοικία, ενώ μία εξ αυτών έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας και μάλιστα ενώ είχε μεταβεί οργανωμένα στον χώρο έχοντας μαζί του διαρρηκτικά εργαλεία.

 

Σωστό ήταν το πρωτόδικο Δικαστήριο όταν αρίθμησε τους παράγοντες που έλαβε υπόψη του ως ελαφρυντικά για τον εφεσείοντα και δη την άμεση παραδοχή του, τη συνεργασία του με την αστυνομία αφού προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών και συγκατατέθηκε σε έρευνα στην οικία του όπου και εντοπίστηκε μεγάλο μέρος των κλοπιμαίων. Συνυπολόγισε επίσης τον χρόνο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία που κλήθηκε να επιβάλει ποινή. Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα σε ό,τι αφορά ούτε το είδος, ούτε το ύψος της ποινής που του επέβαλε. Οι σχετικοί λόγοι έφεσης, απορρίπτονται.

 

Εκεί που φαίνεται να έχει υποπέσει σε σφάλμα το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι στον τρόπο που έχει προσεγγίσει την εξάρτηση του εφεσείοντα από σκληρά ναρκωτικά και κυρίως τις προσπάθειες απεξάρτησής του. Στην απόφασή του φαίνεται να λαμβάνει «ιδιαίτερα υπόψιν του το γεγονός ότι έχει ολοκληρώσει με επιτυχία το πρόγραμμα απεξάρτησης στην κλειστή κοινότητα της Αγίας Σκέπης και έχει απαλλαγεί οριστικά από τη μάστιγα των ναρκωτικών». Αυτή είναι η μόνη αναφορά που κάνει το πρωτόδικο Δικαστήριο στο θέμα αυτό. Και μάλιστα ουσιαστικά αποδυναμώνοντας το, αφού αναφέρεται σε νομολογία και τονίζει το γεγονός ότι οι προσωπικές περιστάσεις ενός παραβάτη λαμβάνονται μεν υπόψιν αλλά ότι είναι ήσσονος σημασίας σε σοβαρά αδικήματα για τα οποία η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής.  

 

Ενώ, όπως έχει ήδη αναφερθεί, υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου επιστολή από τη θεραπευτική κοινότητα Αγίας Σκέπης στην οποία αναφέρεται ότι ήταν συνεπής με τις υποχρεώσεις του, έχει ολοκληρώσει όλες τις φάσεις του προγράμματος με επιτυχία και παραμένει ένα υγιές και λειτουργικό συμπεριφορικά άτομο που παλεύει για τη φροντίδα του εαυτού του και των υπόλοιπων μελών του προγράμματος. Επίσης, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο εφεσείοντας αυτοβούλως είχε εκφράσει την επιθυμία όπως ενταχθεί στο κλειστό θεραπευτικό πρόγραμμα Αγία Σκέπη στη βάση του Νόμου 21(Ι)/2016 και το έχει ολοκληρώσει με επιτυχία παραμένοντας στο κλειστό πρόγραμμα από τις 12.6.2025 μέχρι τις 15.6.2026 και επίσης ο συνήγορός του στο στάδιο αγόρευσής του προ της επιβολής ποινής αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις δυσκολίες του προγράμματος, το μικρό ποσοστό επιτυχίας του λόγω του ότι θέλει ιδιαίτερο σθένος και θέληση για να επιτύχει κάποιος ουσιοεξαρτώμενος να τελειώσει το πρόγραμμα αλλά ο εφεσείοντας το πέτυχε, όπως και πέτυχε και το μεταγενέστερο στάδιο της επανένταξης και σήμερα έχει αποκοπεί εντελώς από οποιαδήποτε χρήση ουσιών. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν φαίνεται να έλαβε καθόλου υπόψη του τα πιο πάνω, ιδιαίτερα στο στάδιο που άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια και αποφάσισε να μην αναστείλει την, ορθή κατά τα άλλα, απόφασή του να επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης με αποτέλεσμα να διατάξει όπως αυτή, η ποινή φυλάκισης, είναι άμεσα εκτελεστή.

 

Ο σκοπός του Ν.41(Ι)/2016 όπως στο Άρθρο 3 αυτού καθορίζεται, «είναι η ρύθμιση της διαδικασίας που ακολουθείται για σκοπούς έκδοσης διατάγματος θεραπείας σε κατηγορούμενους χρήστες ή ουσιοεξαρτημένους σε Κέντρα Θεραπείας και ο καθορισμός του τρόπου λειτουργίας των κέντρων αυτών».

 

Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα Άρθρα 6 και 7 του Νόμου που ρυθμίζουν την έκδοση διατάγματος θεραπείας και τη διαδικασία που ακολουθείται για την έκδοσή του όπως επίσης και για το γεγονός ότι το πρόσωπο για το οποίο εκδόθηκε διάταγμα θεραπείας, μετά την ολοκλήρωσή του, παραπέμπεται εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο καλείται να του επιβάλει ποινή αφού λάβει υπόψη του και την έκθεση της αρμόδιας Συμβουλευτικής Επιτροπής που καθιδρύεται με βάση το Άρθρο του Νόμου.  Παραθέτουμε αυτούσια τα Άρθρα 6 και 7 του Νόμου:

 

«6.-(1) Κατηγορούμενος ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι χρήστης ή ουσιοεξαρτημένος και ο οποίος κατηγορείται ενώπιον Δικαστηρίου σε συνοπτική δίκη για οποιοδήποτε αδίκημα, εξαιρουμένων των αδικημάτων της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου, της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου και της εμπορίας ελεγχόμενου φαρμάκου, όπως τα αδικήματα αυτά καθορίζονται στον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο, και οποιουδήποτε αδικήματος για το οποίο η προβλεπόμενη ανώτατη ποινή φυλάκισης υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη, δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της δικαστικής διαδικασίας, πριν την επιβολή ποινής, να αιτηθεί στο Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος θεραπείας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα θεραπείας με το οποίο να εξουσιοδοτεί την παραπομπή του προσώπου αυτού σε Κέντρο Θεραπείας.

(2) Το Δικαστήριο, κατά την έκδοση του διατάγματος θεραπείας, δύναται να θέσει τέτοιους όρους και να δώσει τέτοιες οδηγίες που κατά την κρίση του είναι αναγκαίες για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του και για την επίτευξη των σκοπών για τους οποίους εκδίδεται.

(3) Για την εφαρμογή διατάγματος θεραπείας ο κατηγορούμενος χρήστης ή ο ουσιοεξαρτημένος οφείλει να-

(α) Παρουσιαστεί στο Κέντρο Θεραπείας το οποίο καθόρισε το Δικαστήριο εντός σαρανταοκτώ ωρών (48) ωρών από την έκδοση του διατάγματος θεραπείας,

(β) να έχει αποδεχθεί ότι θα τηρεί πιστά το περιεχόμενο του θεραπευτικού συμβολαίου,

(γ) συμμορφώνεται με τις συστάσεις του Κέντρου Θεραπείας που αφορούν τη θεραπεία του.

(4) Η θεραπεία διαρκεί κατ’ ελάχιστον τρεις (3) μήνες και δυνατό να παρατείνεται από το Δικαστήριο ανά τρίμηνο, με βάση την τριμηνιαία έκθεση, αλλά δεν υπερβαίνει συνολικά τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες.

7.-(1) Για την έκδοση διατάγματος θεραπείας, απαιτείται η υποβολή αιτήματος από τον κατηγορούμενο χρήστη ή τον εξουσιοεξαρτημένο ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο κατηγορείται:

Νοείται ότι, σε περίπτωση ανηλίκου η αίτηση υποβάλλεται από τον ίδιο ή εκπρόσωπό του και σε περίπτωση μη υποβολής αίτησης το Δικαστήριο δύναται, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, τον βαθμό ωριμότητας και ανάπτυξης του ανηλίκου, τις προσωπικές του περιστάσεις και τη διασφάλιση του συμφέροντος και των δικαιωμάτων του, να εκδίδει αυτεπάγγελτα διάταγμα θεραπείας για ανήλικο, αφού πρώτα ζητήσει τη γνωμάτευση της Συμβουλευτικής Επιτροπής.

(2) Μέχρι την έκδοση του διατάγματος θεραπείας το Δικαστήριο δύναται να παραπέμπει κατηγορούμενο χρήστη ή ουσιοεξαρτώμενο- (ι)Στην περίπτωση ενήλικα σε ασφαλή τόπο κράτησης·(ιι)στην περίπτωση ανήλικου σε χώρο ασφαλούς νοσηλείας που ορίζεται με διάταγμα του Υπουργού.

(3) Το Δικαστήριο παραπέμπει την αίτηση του κατηγορούμενου χρήστη ή ουσιοεξαρτημένου στη Συμβουλευτική  Επιτροπή, η οποία γνωματεύει για την κάθε περίπτωση σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 5 και υποβάλλει την γνωμάτευσή της στο Δικαστήριο εντός της ταχθείσας από αυτό προθεσμίας.

(4) Το δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση διατάγματος θεραπείας αφού λάβει υπόψη το περιεχόμενο της γνωμάτευσης της  Συμβουλευτικής Επιτροπής και όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της φύσης του αδικήματος, του χαρακτήρα και του ιστορικού του κατηγορούμενου χρήστη ή ουσιοεξαρτημένου.

(5) Σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος θεραπείας σε χρήστη ή ουσιοεξαρτημένο που κατηγορείται ενώπιον Δικαστηρίου, αναβάλλεται η εκδίκαση της υπόθεσής του μέχρι την ολοκλήρωση της θεραπείας στο Κέντρο Θεραπείας και σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος-

(α) Τηρήσει το θεραπευτικό συμβόλαιο, παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου, για να επιληφθεί της υπόθεσης·

(β) παραβιάσει οποιοδήποτε όρο του θεραπευτικού συμβολαίου, παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για την έναρξη ή τη συνέχιση της εκδίκασης της εναντίον του ποινικής υπόθεσης.»

 

Θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να μην αναστείλει την ποινή φυλάκισης που επέβαλε στον εφεσείοντα κατά τρόπο που δικαιολογείται η επέμβασή μας. Έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του Νόμου, την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος από τον εφεσείοντα, αλλά και το γεγονός ότι υπήρχε ενώπιον του Δικαστηρίου η έκθεση από την αρμόδια συμβουλευτική επιτροπή που εξηγούσε τις προσπάθειες που κατέβαλε ο εφεσείοντας για να ολοκληρώσει αυτό το δύσκολο και επίπονο πρόγραμμα. Η επιλογή που έκανε για επιβολή ποινής φυλάκισης και το ύψος της ποινής, λαμβάνοντας υπόψη και το προηγούμενο μητρώο του εφεσείοντα, δεν δικαιολογούν την παρέμβασή μας. Η απόφασή του όμως να μην αναστείλει τις ποινές φυλάκισης που έχει επιβάλει, ελέγχεται.

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, θεωρούμε ότι η χρήση του μέτρου της αναστολής θα επενεργούσε προς την κατεύθυνση της αναμόρφωσης του εφεσείοντα με αποτέλεσμα να κρίνεται ως επωφελέστερη λύση για το κοινωνικό σύνολο και για τον ίδιο τον εφεσείοντα να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία, ενόψει και των γνήσιων και επιτυχών προσπαθειών του για απεξάρτηση.

 

Καταλήγοντας και ενεργούντες λοιπόν πρωτογενώς ως προς το θέμα, θεωρούμε ότι αυτή είναι πρέπουσα περίπτωση της αναστολής της ποινής φυλάκισης για τον εφεσείοντα, με βάση τις γενικές αρχές τις οποίες έχουμε αναφέρει. Ο σχετικός λόγος έφεσης λοιπόν επιτυγχάνει ως προς τούτο και το υπόλοιπο όλων των ποινών φυλάκισης αναστέλλεται για τρία έτη από την ημέρα έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης.

 

 

 

Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.

 

 

ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.

 

 

Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο