ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 19/2024)
12 Οκτωβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείων,
v.
ΗΛΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΗ,
Εφεσίβλητου.
______________________________
Σ. Μιχαήλ (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα
Α. Τσαγγαρίδης, για τον Εφεσίβλητο
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Κατόπιν δικής του παραδοχής, ο εφεσίβλητος βρέθηκε ένοχος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, σε κατηγορία η οποία αφορούσε εμπρησμό μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση του Άρθρου 315(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, αδίκημα για το οποίο προβλέπεται μέγιστη ποινή φυλάκισης 14 ετών. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους και διατάχθηκε η αναστολή της εκτέλεσής της.
Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με δύο λόγους έφεσης, προβάλλοντας ότι η επιβληθείσα ποινή είναι έκδηλα ανεπαρκής και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια αναστέλλοντάς την.
Στην ΙΩΣΗΦ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 130/2021, ημερομηνίας 29.3.2022, ECLI:CY:AD:2022:B131, επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας του Εφετείου προς επανακαθορισμό επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής. Ως λέχθηκε:
«Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερομηνίας 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110:
«Οι βασικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εξουσίας επέμβασης του Εφετείου επί επιβληθείσας πρωτοδίκως ποινής, επαναλαμβάνονται στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Selmani k.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 235/13 και 236/13, ημερομηνίας 5.10.2016, όπου λέχθηκαν τα εξής:
«Είναι πάγια νομολογημένο ότι το Εφετείο δεν κρίνει πρωτογενώς το ύψος της ποινής, καθότι ο καθορισμός της ποινής αποτελεί ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό, εξετάζεται αν η ποινή εντάσσεται στα πλαίσια τα οποία καθορίζονται από τη νομολογία και τα οποία αρμόζουν προς τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η έφεση δεν αποσκοπεί στον επανακαθορισμό της ποινής, αλλά στον έλεγχο της ορθότητάς της. Η επάρκεια δε της τιμωρίας καταδικασθέντος κρίνεται υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής. Το Εφετείο έχει εξουσία επέμβασης μόνο όπου η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι είτε έκδηλα ανεπαρκής, είτε έκδηλα υπερβολική. Στις περιπτώσεις αυτές εναπόκειται στο Εφετείο ο καθορισμός της αρμόζουσας ποινής. Επέμβαση του Εφετείου χωρεί επίσης όπου διαπιστώνεται σφάλμα αρχής. (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδου (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 130/2013, ημερ. 16.5.2014 και Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014 ημερ. 25.11.2015.»
Η επιτυχία ισχυρισμού περί έκδηλα ανεπαρκούς ή υπερβολικής ποινής, προϋποθέτει τεκμηρίωση πασιφανούς αναντιστοιχίας μεταξύ σοβαρότητας του εγκλήματος και επιβληθείσας ποινής ή/και ουσιώδη απόκλιση της ποινής από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις (Γεωργίου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 525)».»
Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε ρητώς υπόψη του ως μετριαστικούς παράγοντες προς όφελος του εφεσίβλητου, το λευκό του ποινικό μητρώο, την άμεση παραδοχή του και τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές κατά τη διερεύνηση του αδικήματος. Ανέφερε επίσης ότι το γεγονός ότι το αδίκημα διαπράχθηκε χωρίς προσχεδιασμό και ο εφεσίβλητος διέπραξε αυτό εν βρασμώ, καθοδηγούμενος από αίσθημα ζήλιας και θυμού, έδειχνε ότι η παρούσα μπορούσε να διαχωριστεί από υποθέσεις του συγκεκριμένου είδους «υπό την έννοια ότι δεν εντάσσεται στα πλαίσια προσχεδιασμένης ενέργειας με σκοπό εκφοβισμό ή επίτευξης προς όφελος του Κατηγορουμένου ή άλλων προσώπων αλλότριων σκοπών».
Με κάθε σεβασμό, θεωρούμε ότι η πιο πάνω θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη τόσο ως προς τα γεγονότα όσο ως προς τις αρχές που τυγχάνουν εφαρμογής. Σύμφωνα με τα γεγονότα τα οποία παρέθεσε η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο του μετριασμού, ο εφεσίβλητος είχε δει τον Αύγουστο του 2023 τη φίλη του να φιλιέται με το πρόσωπο που κατείχε το επίδικο όχημα. Την ημέρα του εμπρησμού, ήτοι την 7.11.2023, ενώ ο εφεσίβλητος περπατούσε το βράδυ έξω από το εστιατόριο όπου εργαζόταν το εν λόγω πρόσωπο, «δεν άντεξε και ξέσπασε». Πήρε ένα παγούρι βενζίνη που είχε στο υπόγειο της πολυκατοικίας όπου διέμενε και πήγε πεζός στον χώρο στάθμευσης, όπου ήξερε ότι στάθμευε το εν λόγω πρόσωπο και έθεσε φωτιά στο επίδικο όχημα. Ακολούθως, πέταξε το παγούρι και τα ρούχα κάπου στη γειτονιά του.
Επισημαίνουμε ότι ο χρόνος ο οποίος παρήλθε από την αφορμή του θυμού του εφεσίβλητου και των γεγονότων της ημέρας του αδικήματος, καθώς και ο χρόνος που χρειάστηκε για να οργανώσει ο εφεσίβλητος και να διαπράξει το αδίκημα, δεν δικαιολογούν την πιο πάνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το ότι το αδίκημα διαπράχθηκε «εν βρασμώ».
Ούτε και το συμπέρασμα του ότι δεν οδηγήθηκε από κάποιο επιλήψιμο κίνητρο δικαιολογείται, έστω και αν αυτό δεν ήταν, κατά την εκτίμηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο εκφοβισμός του εν λόγω προσώπου. Εξάλλου, το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται να θεώρησε την απουσία των όσων ανέφερε ανωτέρω, ως μετριαστικό παράγοντα ενώ στην ουσία είναι η παρουσία τους η οποία είναι επιβαρυντικός παράγοντας. Αν και η διάκριση είναι λεπτή ωστόσο, πρόκειται για σφάλμα αρχής.
Στην ΚΙΤΣΙΟΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση 164/2024, ημερομηνίας 30.6.2026 το Εφετείο επεξήγησε ότι το υπό κρίση αδίκημα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας, μεταξύ άλλων και για τον προφανή κίνδυνο στο κοινό και σε προσκείμενη περιουσία. Παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα:
«Έχει κατ' επανάληψη αναφερθεί ότι το αδίκημα του εμπρησμού είναι από τη φύση του σοβαρό λόγω των εγγενών κινδύνων και των ολέθριων συνεπειών που δυνατόν να προκύψουν, τόσο σε περιουσία, όσο και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, για τη ζωή ακόμα και ανυποψίαστων πολιτών. Πρόκειται για αδίκημα το οποίο όχι μόνο επηρεάζει το συνταγματικά καταχωρημένο δικαίωμα του ατόμου για απόλαυση της περιουσίας του, αλλά παράλληλα ενέχει μεγάλο κίνδυνο από τη διάπραξή του. Όπως έχει υποδειχθεί στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 125, το κοινό πρέπει να προστατευτεί από τέτοια εγκλήματα που προκαλούν ζημιά όχι μόνο στα θύματά τους, αλλά δημιουργούν και στους πολίτες αισθήματα ανασφάλειας και φόβο για επικράτηση της παρανομίας. Η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων έγκειται, επιπλέον, στην έξαρση που η διάπραξη τους παρουσιάζει. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Η αποτροπή έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (βλ. ΠΙΣΚΟΠΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, (1999) 2 Α.Α.Δ. 342). Ανάλογες αρχές ισχύουν και για τα υπόλοιπα υπό κρίση αδικήματα τα οποία στρέφονται κατά της περιουσίας, ενώ τέλεσή τους αυξάνει το αίσθημα ανασφάλειας στην κοινωνία.»
Υπό το φως των πιο πάνω λεχθέντων θεωρούμε σημαντική την παράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να προσμετρήσει τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος, το οποίο έλαβε χώραν στις 1.30 π.μ. στο κέντρο της Λευκωσίας, σε χώρο στάθμευσης, με προφανή τον κίνδυνο στο κοινό και σε προσκείμενη περιουσία. Είναι προφανές ότι οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος αποτελούν επιβαρυντικό παράγοντα, τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να αναφέρει και να προσμετρήσει.
Ούτε και θεωρούμε ότι αποτελεί μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι ο εφεσείων διέπραξε το αδίκημα λόγω της ζήλιας που έτρεφε έναντι του εν λόγω προσώπου.
Εν όψει όλων των ανωτέρω καταλήγουμε ότι αντικειμενικά κρινόμενη, και όχι ως αποτέλεσμα της υποκειμενικής άποψης των μελών του Εφετείου, η επιβληθείσα ποινή του ενός έτους φυλάκισης, υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που άπτονται της ποινής, επιβλήθηκε κατόπιν σφάλματος αρχής, ενώ παράλληλα δεν είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος, και της αναγκαιότητας για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, τόσο σε σχέση με τον αδικοπραγούντα, όσο και σε σχέση με τρίτους.
Κρίνουμε ότι, στη βάση των όσων αφορούν στην υπό κρίση περίπτωση, η αρμόζουσα ποινή είναι αυτή των δύο ετών φυλάκισης. Όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο λάβαμε υπόψη στο πλαίσιο του έργου της εξατομίκευσης της ποινής, τη διευθέτηση στην οποία ο εφεσίβλητος προέβη για πλήρη και άμεση αποζημίωση σε σχέση με τη ζημιά που προκλήθηκε, και ιδίως τις προσωπικές περιστάσεις του. Ήταν κατά το χρόνο επιβολής ποινής, ως προαναφέραμε, λευκού ποινικού μητρώου, ηλικίας 26 ετών, και, έχοντας φοιτήσει σε σχολή και λάβει επαγγελματική εκπαίδευση, εργαζόταν για σειρά ετών χωρίς να απασχολήσει τις Αρχές.
Υπό το φως των ως άνω, βάσιμος κρίνεται ο πρώτος λόγος έφεσης, ο οποίος επιτυγχάνει.
Στρεφόμενοι στον δεύτερο λόγο έφεσης σημειώνουμε ότι σύμφωνα με το Άρθρο 3 (2) του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιστάσεις Νόμου του 1972, Ν.95/1972, αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης διατάσσεται αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΤΖΙΑΟΥΧΑΡΗ, (2005) 2 Α.Α.Δ. 161).
Σύμφωνα με την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 168/2016, ημερομηνίας 19.4.2018:
«Η απόφαση για αναστολή της ποινής ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου, στην απουσία δε οποιουδήποτε λάθους αρχής δεν δικαιολογείται η επέμβαση του Εφετείου».
Στην παρούσα υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο αν και αναφέρθηκε σε παράγοντες που αναγνωρίστηκαν στη νομολογία ως σχετικοί με το επιθυμητό της αναστολής της ποινής, εντούτοις προέβη σε μία εξαιρετικά συνοπτική αντιστοιχία αυτών με τα ενώπιόν του στοιχεία.
Μελετώντας ωστόσο τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα κρίνουμε ότι η έμπρακτη μεταμέλεια του εφεσίβλητου, η οποία εκφράστηκε ποικιλοτρόπως όπως περιγράφουμε ανωτέρω, ο πρότερος βίος του όπως διαφαίνεται από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, από την οποία προκύπτει ότι από νεαρή ηλικία προσπαθούσε να εργάζεται στον κλάδο, για τον οποίο απέκτησε, φοιτώντας σε Τεχνική Σχολή, τις αντίστοιχες δεξιότητες και η διαγωγή του μετά την τέλεση του αδικήματος, εφόσον εντάχθηκε πλέον στο πλαίσιο μίας σταθερής και αρμονικής συμβίωσης, δικαιολογούσαν σωρευτικά ιδωμένα, την τελική του κρίση να δώσει στον εφεσίβλητο μία δεύτερη ευκαιρία. Συνακόλουθα κρίνουμε αβάσιμο το παράπονο του εφεσείοντα, ως προβάλλεται στον δεύτερο λόγο έφεσης, ο οποίος απορρίπτεται.
Η έφεση επιτυγχάνει μερικώς. Η ποινή φυλάκισης των ενός έτους ακυρώνεται και αντικαθίσταται με ποινή φυλάκισης δύο ετών. Κατά τα λοιπά, η πρωτόδικη απόφαση παραμένει ως έχει.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο