ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 2/2024)
12 Οκτωβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
SADAM BAYRAMLAR,
Εφεσείων,
v.
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Α. Καρεκλάς, για τον Εφεσείοντα
Μ. Κουτσόφτας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας, ο εφεσείων αντιμετώπιζε τρεις κατηγορίες οι οποίες αφορούν ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β. Συγκεκριμένα, οι κατηγορίες 1 και 3 αφορούν το αδίκημα της παράνομης κατοχής τέτοιου ελεγχόμενου φαρμάκου, ενώ η κατηγορία 2 την παράνομη κατοχή αυτού με σκοπό την προμήθειά του σε άλλα πρόσωπα. Ως το Κακουργιοδικείο υποδεικνύει στην απόφασή του, το τι αποδίδετο στον εφεσείοντα είναι ότι, μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 5.7.2016, είχε παράνομα στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή 1 κιλό και 117,1 γραμμάρια φυτικής ύλης στην οποία είχαν προστεθεί οι συνθετικές ναρκωτικές ουσίες 5F‑AMB και FUB‑AMB, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία 1) και ότι την εν λόγω ποσότητα την είχε στην κατοχή του με σκοπό την προμήθειά της σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία 2). Περαιτέρω δε, ότι είχε παράνομα στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή 5,7 γραμμάρια φυτικής ύλης στην οποία είχαν προστεθεί οι συνθετικές ναρκωτικές ουσίες AB‑FUBINACA και FUB‑AMB (κατηγορία 3).
Κατά την ακροαματική διαδικασία, κατέθεσαν συνολικά επτά μάρτυρες για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, ενώ, για την πλευρά του εφεσείοντα, κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως και κάλεσε ακόμη δύο μάρτυρες προς υπεράσπισή του.
Το Κακουργιοδικείο, στην απόφασή του, αφού συνόψισε την ενώπιόν του μαρτυρία και αξιολόγησε αυτήν, κατέληξε στα συμπεράσματά του επί των γεγονότων. Αποδέχτηκε, συναφώς, ότι:
«Ο κατηγορούμενος στη βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 3/9/2014 ενοικίασε από τον ΜΚ2 το διαμέρισμα [ ] στην οδό [ ], [ ] Block [ ] στην [ ], έναντι μηνιαίου ενοικίου ύψους €300. Το προβλεπόμενο ενοίκιο καταβαλλόταν στον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος μέχρι και τον Απρίλιο του 2016. Λόγω μη καταβολής των ενοικίων για τους επόμενους μήνες ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος ΜΚ2 στις 5/7/2016 μετέβηκε στο διαμέρισμα για να αλλάξει την κλειδαριά της πόρτας. Όταν εισήλθε εντός του διαμερίσματος είδε στο καθιστικό αλουμινένιους δίσκους που μέσα είχαν ξηρή φυτική ύλη ως επίσης και μία ηλεκτρονική ζυγαριά στον πάγκο της κουζίνας. Υποψιαζόμενος ότι επρόκειτο για ναρκωτικά κάλεσε την αστυνομία. Στο χώρο μετέβηκε ο ΜΚ1 με άλλα μέλη της ΥΚΑΝ όπου συνάντησαν τον ΜΚ2 και τους υπέδειξε το διαμέρισμα. Αφού ο ΜΚ1 έλαβε γραπτή συγκατάθεση από τον ΜΚ2, προέβηκαν σε έρευνα του διαμερίσματος. Κατά την έρευνα εντόπισαν και παρέλαβαν τα αντικείμενα που περιγράφονται στον κατάλογο τεκμηρίων τεκμήριο 4, 1‑14. Περαιτέρω έλαβε και παρειακά επιχρίσματα από τον ΜΚ2. Στις 7/7/2016 τα τεκμήρια 2‑10, 12 και 13 ως αυτά αναγράφονται επί του τεκμηρίου 4 μεταφέρθηκαν στο Ινστιτούτο Γενετικής και Νευρολογίας για επιστημονικές εξετάσεις. Για επιστημονικές εξετάσεις από το Γενικό Χημείο του κράτους δόθηκαν και τα τεκμήρια 1, 2, 4‑13 ως καταγράφονται στο τεκμήριο 4. Εναντίον του YY εκδόθηκε στις 7/2/2017 ένταλμα σύλληψης. Στις 4/6/2021 ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο οδόφραγμα Δερύνειας με σκοπό να μεταβεί στις κατεχόμενες περιοχές. Κατά τον έλεγχο που διενεργήθηκε από τον Αστυφύλακα ΜΚ3 διαπίστωσε ότι εναντίον του εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης σε σχέση με αδίκημα συνωμοσίας και αδικήματα κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου. Αφού τον πληροφόρησε για το ένταλμα σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε «I didn't know». Στη συνέχεια τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο κατηγορούμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση.»
Μετά από αναφορά σε περαιτέρω γεγονότα που αφορούν ενέργειες προς διερεύνηση της υπόθεσης, το Κακουργιοδικείο συνεχίζει, αναφέροντας ότι:
«Από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν στο Ινστιτούτο Γενετικής από τον ΜΚ7 διαπιστώθηκε αρχικά ότι δεν προέκυψαν οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τον ΜΚ2 με το γενετικό υλικό που απομονώθηκε από τα τεκμήρια. Στη συνέχεια και αφού του παραδόθηκαν τα παρειακά επιχρίσματα που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο τεκμήριο 20 και προέβηκε σε επιστημονικές εξετάσεις το συμπέρασμα του ΜΚ7 ήταν ότι κύριος δότης του μεικτού γενετικού υλικού που απομονώθηκε από την μία μάσκα εσωτερικά, με διακριτικό F16‑3315‑3.8, είναι ο κατηγορούμενος. Επίσης το γενετικό υλικό που απομονώθηκε από το δεξί γάντι στην περιοχή του καρπού εσωτερικά με διακριτικό F16‑3315‑4.1 ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του κατηγορούμενου. Ταύτιση με το γενετικό προφίλ του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του ΜΚ7, υπάρχει και με το μονό γενετικό υλικό που απομονώθηκε από το δεξί γάντι εσωτερικά με το διακριτικό F16‑3315‑4.3. Το δε γενετικό υλικό που απομονώθηκε από το αριστερό γάντι εσωτερικά με διακριτικό F16‑3315‑4.6 ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του γενετικού υλικού που απομονώθηκε από το παρειακό επίχρισμα του κατηγορούμενου. Σύμφωνα τέλος με την έκθεση του Γενικού Χημείου του κράτους, τεκμήριο 50, στο τεκμήριο 5 και που του είχε δοθεί ο διακριτικός αριθμός του Γ.Χ.Κ 2360/F/16 περιέχεται φυτική ύλη στην οποία έχουν προστεθεί οι συνθετικές ναρκωτικές ουσίες 5F‑AMB και FUB ‑ ΑΜΒ βάρους 1117,1 γραμμάρια. Στο μεταλλικό δοχείο με διακριτικό αριθμό του Γ.Κ.Χ 2366/F/16 εντοπίστηκε φυτική ύλη βάρους 5,7 γραμμαρίων στην οποίαν είχαν προστεθεί οι συνθετικές ναρκωτικές ουσίες AB‑FUBINACA και FUB ‑AMB.»
Στην απόφασή του, το Κακουργιοδικείο προχώρησε με ανάλυση της νομικής πτυχής των υπό κρίση αδικημάτων και σχετιζόμενων με αυτά θεμάτων απόδειξής τους, σε συσχέτιση με τα συμπεράσματά του επί των γεγονότων, και κατέληξε στην κρίση του περί απόδειξης ενοχής του εφεσείοντα και στις τρεις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε. Με βάση δε το σκεπτικό του, ως εμφαίνεται στην απόφασή του για την ποινή, το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 6 ετών στην κατηγορία 2 και 6 μηνών στην κατηγορία 3. Δεν επέβαλε ποινή στην κατηγορία 1, εφόσον τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονταν σε αυτά της κατηγορίας 2. Διέταξε δε, όπως οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συντρέχουν, καθορίζοντας όπως ο χρόνος κατά τον οποίο ο εφεσείων τέλεσε υπό προφυλάκιση συνυπολογιστεί.
Ο εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση με δύο λόγους έφεσης οι οποίοι στρέφονται εναντίον της καταδίκης του και περαιτέρω δύο λόγους έφεσης οι οποίοι στρέφονται εναντίον της ποινής που του επιβλήθηκε.
Ο πρώτος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα και αυθαίρετα κατέληξε σε ευρήματα και συμπεράσματα ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την ενοχή του εφεσείοντα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και στις τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, λόγω του ότι από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν δικαιολογούνταν τέτοια συμπεράσματα. Τα γεγονότα, ως προβάλλεται στον λόγο έφεσης, ήταν αλληλοσυγκρουόμενα και αλληλοαναιρούμενα και γι' αυτό η απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι ορθή. Αιτιολογικά, επίκληση γίνεται γεγονότων τα οποία αποτελούν μέρος της εκδοχής του εφεσείοντα και θέσης περί απουσίας μαρτυρίας σε σχέση με την παρουσία του εφεσείοντα στον επίδικο χώρο.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης αποδίδει στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα δεν επέτρεψε στον εφεσείοντα να προσκομίσει μαρτυρία εμπειρογνώμονα αναφορικά με φωτογραφίες που είχαν κατατεθεί ώστε να φανεί ότι αυτός βρισκόταν, κατά τον επίδικο χρόνο, στην Αγγλία. Αυτό, προβάλλεται ως αποτέλεσμα της μη έγκρισης αιτήματος αναβολής της δικασίμου για μεταγενέστερη ημερομηνία, στερώντας έτσι τον εφεσείοντα από δίκαιη δίκη και θέτοντας τον σε μειονεκτική θέση.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή, προβάλλεται ότι οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης είναι άκρως υπερβολικές και ή νομικά εσφαλμένες. Προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν του τη μαρτυρία ότι ο εφεσείων δεν συνδέθηκε με τα υπό κρίση ναρκωτικά τα οποία ανευρέθηκαν σε διαμέρισμα το οποίο είχε προηγουμένως παραδώσει στον ιδιοκτήτη του. Περαιτέρω δε ότι ο εφεσείων βρισκόταν στην Αγγλία και το διαμέρισμα δεν ήταν στην κατοχή του.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης αναφορικά με την επιβληθείσα ποινή, αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπ' όψιν και δεν συνεκτίμησε σωστά τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του εφεσείοντα και ή το λευκό του ποινικό μητρώο, επιβάλλοντας τέτοια ποινή επτά χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος, χωρίς να λαμβάνεται υπ' όψιν η περαιτέρω μη τέλεση αδικήματος μετέπειτα.
Έχουμε εξετάσει καθετί σχετικό με την παρούσα έφεση, ως προβάλλεται από τα σχετικά πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας, την πρωτόδικη απόφαση και την επιχειρηματολογία των δύο αντίδικων πλευρών.
Αναφορικά με τον πρώτο λόγο έφεσης σε σχέση με την καταδίκη, ως πρώτη παρατήρηση μπορεί να τεθεί ότι το υπόβαθρο του εκφεύγει από τα όσα το Κακουργιοδικείο αποδέχτηκε ως γεγονότα στην υπό κρίση υπόθεση. Η αναφορά σε θέσεις που αποτέλεσαν μέρος της εκδοχής του εφεσείοντα, εκδοχή η οποία απορρίφθηκε από το Κακουργιοδικείο, δεν εξυπηρετεί τον υπό κρίση λόγο έφεσης, δεδομένης μάλιστα της μη προσβολής της αξιολόγησης της μαρτυρίας εκ μέρους του Κακουργιοδικείου. Από το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, διαπιστώνεται η λεπτομερής ενασχόληση του Κακουργιοδικείου με την ενώπιόν του προσαχθείσα μαρτυρία και η αξιολόγηση αυτής μέσα στο ορθό πλαίσιο. Το Κακουργιοδικείο αξιολόγησε θετικά την προσκομισθείσα μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ενώ με λεπτομέρεια, επίσης, εξήγησε τους λόγους για τους οποίους ο εφεσείων και οι δύο μάρτυρες που κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης κρίθηκαν αναξιόπιστοι. Απορρίπτοντας έτσι την εκδοχή του εφεσείοντα και καταλήγοντας στα συμπεράσματά του επί των γεγονότων. Στη βάση δε αυτών, υπαγομένων στη νομική πτυχή της υπό κρίση υπόθεσης, είναι που το Κακουργιοδικείο εξήγησε ότι:
«Η ανεύρεση των ναρκωτικών σε διαμέρισμα το οποίο ο κατηγορούμενος ενοικίασε και το οποίο κατά την κρίση μας συνέχισε να κατέχει μέχρι την ημερομηνία εντοπισμού των ναρκωτικών, το γεγονός ότι απομονώθηκε γενετικό υλικό σε αντικείμενα που εντοπίστηκαν στο διαμέρισμα και που μετά από τις επιστημονικές εξετάσεις ταυτίστηκε με το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου, το ότι στα γάντια που αποτελούσαν ένα εκ των τεκμηρίων που κατασχέθηκαν και βρίσκονταν στο υποστατικό, πέραν του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου εντοπίστηκαν και ίχνη φυτικής ύλης με ναρκωτικές ουσίες, το ότι εντοπίστηκε και κατασχέθηκε κουτί με 2000 μαύρα σακούλια με την απόδειξη της παράδοσης από την εταιρεία παράδοσης δεμάτων DHL να είναι εκδομένη στο όνομα του κατηγορούμενου δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε κατάληξη ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει το στοιχείο της κατοχής των επίδικων ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο. Οι αιτιάσεις και θέσεις του κατηγορούμενου ως προς το ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη των ναρκωτικών αφού δεν διέμενε στο επίδικο διαμέρισμα και ότι παρέδωσε τα κλειδιά στον αδελφό του έχουν απορριφθεί. Δεν υπάρχει κατ' ουσίαν αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να δημιουργεί την απαιτούμενη αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε γνώση για την ύπαρξη των ναρκωτικών στο διαμέρισμα που ο ίδιος ενοικίαζε και που στα ανευρεθέντα τεκμήρια εντοπίστηκε γενετικό υλικό που ταυτίστηκε μαζί του.»
Περαιτέρω δε, το Κακουργιοδικείο με ορθό τρόπο ασχολήθηκε με το ζήτημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, επισημαίνοντας ότι ουδέν προβλήθηκε από την πλευρά του εφεσείοντα το οποίο θα ανέτρεπε το μαχητό τεκμήριο απόδειξης αυτής.
Δεν εντοπίζουμε οποιοδήποτε σφάλμα είτε στον τρόπο με τον οποίο το Κακουργιοδικείο προσέγγισε τα υπό κρίση θέματα είτε στην ετυμηγορία του στη βάση των όσων εξήγησε, ούτε εντοπίζουμε έρεισμα στα όσα προβάλλονται με τον υπό κρίση λόγο έφεσης. Ο οποίος, ως αποτέλεσμα, κρίνεται αβάσιμος.
Αβάσιμος, επίσης, κρίνεται και ο δεύτερος λόγος έφεσης. Από το σχετικό πρακτικό της πρωτόδικης διαδικασίας συνάγεται ότι ο συνήγορος του εφεσείοντα ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η πλευρά του επιθυμεί να παρουσιάσει ακόμη ένα μάρτυρα, πραγματογνώμονα σε θέματα IΤ, όμως όσοι προσεγγίστηκαν δεν αποδέχθηκαν να παρουσιαστούν να καταθέσουν, εκφράζοντας τη θέληση για προσπάθεια ανεύρεσης τέτοιου προσώπου. Τιθέμενο με αυτά τα δεδομένα, το Κακουργιοδικείο δεν ενέκρινε αναβολή της δικασίμου για τον λόγο που εξήγησε. Δεν θεωρούμε εσφαλμένη την προσέγγιση και απόφαση του Κακουργιοδικείου επί του προκειμένου. Φυσικά επί του θέματος που εγείρεται με τον λόγο έφεσης, το οποίο αφορά τον ισχυρισμό του εφεσείοντα για απουσία του στην Αγγλία κατά την επίδικη περίοδο, το Κακουργιοδικείο ασχολήθηκε με τις εν λόγω φωτογραφίες και το ζήτημα της κατ' ισχυρισμόν απουσίας του εφεσείοντα υποδεικνύοντας ότι ο εφεσίβλητος είχε την ευκαιρία να προβάλει τις θέσεις του, οι οποίες εξετάστηκαν από το Δικαστήριο στο πλαίσιο και της υπόλοιπης μαρτυρίας. Επαναλαμβάνουμε ότι με λεπτομερή και επαρκή τρόπο το Κακουργιοδικείο εξήγησε τους λόγους που η εν λόγω εκδοχή του εφεσείοντα απορρίφθηκε.
Ούτε σφάλμα εντοπίζουμε στην πρωτόδικη κρίση, ούτε αποστέρηση του εφεσείοντα από δίκαιη δίκη ή οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό του εντοπίζουμε. Τουναντίον, διαπιστώνουμε ότι το Κακουργιοδικείο απασχόλησαν όλα τα εγειρόμενα ζητήματα για τα οποία αποφάσισε αιτιολογώντας πλήρως τα συμπεράσματά του.
Επομένως, αμφότεροι λόγοι έφεσης που αφορούν την καταδίκη του εφεσείοντα κρίνονται αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορρίπτονται.
Με αναφορά στους λόγους έφεσης που αφορούν στην επιβληθείσα ποινή, ως πρώτη παρατήρηση θα πρέπει να τεθεί ότι, αν και ο πρώτος λόγος έφεσης προβάλλει θέμα έκδηλα υπερβολικής και ή νομικά εσφαλμένης ποινής, εντούτοις το τι αναφέρεται περαιτέρω πραγματεύεται ουσιαστικές θέσεις υπεράσπισης του εφεσείοντα, οι οποίες μάλιστα δεν έγιναν αποδεκτές από το Κακουργιοδικείο. Υπό αυτό το δεδομένο, ο εν λόγω λόγος έφεσης δεν θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε έρεισμα.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο έφεσης, διαπιστώνεται ότι οι αιτιάσεις της πλευράς του εφεσείοντα δεν βρίσκουν έρεισμα στο σκεπτικό του Κακουργιοδικείου. Ως καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπ' όψιν του το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα και τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, το ότι είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού και τις επιπτώσεις που δυνατόν να έχει στον ίδιο αλλά και στην οικογένειά του η επιβολή ποινή φυλάκισης, εφόσον η σύζυγός του, λόγω της καταγωγής της, θα είναι δύσκολο να τον επισκέπτεται στις φυλακές. Υπέδειξε, όμως, το Κακουργιοδικείο, ότι οι προσωπικές περιστάσεις σε τέτοιας φύσεως αδικήματα δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής, αφού προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου για προστασία του κοινωνικού συνόλου. Επομένως, διαπιστώνεται ότι δεν παρέλειψε το Κακουργιοδικείο να αξιολογήσει αυτά που θα μπορούσε να αξιολογήσει προς όφελος του εφεσείοντα στον βαθμό που θα μπορούσε να πράξει κάτι τέτοιο. Ως προς δε τον χρόνο που παρήλθε από την τέλεση του αδικήματος, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι το μεγαλύτερο διάστημα αυτού του χρόνου παρήλθε πριν τη σύλληψη του εφεσείοντα από την Αστυνομία, ώστε να καταστεί δυνατή η περαιτέρω διερεύνηση των αδικημάτων και η προώθηση της υπόθεσης.
Ως προς τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών ποινών προς αποτροπή, άφθονη είναι η νομολογία, την οποία είχαμε την ευκαιρία να συνοψίσουμε σε πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου (βλ. σχετικά ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. HALOULOU κ.ά., Ποινικές Εφέσεις 142/2025 και 143/2025, ημερομηνίας 30.9.2026, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΙΑΚΩΒΙΔΗ, Ποινική Έφεση 266/2023, ημερομηνίας 24.6.2026, ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΠΟΪΡΑΤΖΙΔΗ, Ποινική Έφεση 60/2023, ημερομηνίας 28.1.2026).
Επί των όσων αφορούν την παρούσα έφεση, διαπιστώνουμε ότι με σφαιρικό τρόπο το Κακουργιοδικείο εξέτασε καθετί σχετικό ως προς το θέμα της αρμόζουσας υπό τας περιστάσεις ποινής και άντλησε καθοδήγηση από σχετική νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις. Τέλεσε δε το καθήκον του για εξατομίκευση της ποινής, αποδίδοντας στον εφεσείοντα με δίκαιο τρόπο τα όσα ελαφρυντικά μπορούσε να του αποδώσει και στον βαθμό που μπορούσε να πράξει τούτο. Διαπιστώνεται, παράλληλα, ότι η επιβληθείσα ποινή ουδόλως παρουσιάζει απόκλιση από το πλαίσιο που οριοθετεί η νομολογία σε παρόμοιες περιπτώσεις, ούτε υφίσταται οποιαδήποτε παράλειψη ή σφάλμα αρχής από μέρους του Δικαστηρίου ώστε να καθίσταται επιβεβλημένη η παρέμβασή μας.
Κρίνουμε υπό τις περιστάσεις αβάσιμους και τους λόγους που προσβάλλουν την επιβληθείσα ποινή.
Ως αποτέλεσμα, η παρούσα έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο