ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ. 242/2026)
13 Οκτωβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
DMITRY KARACHAUSHEV,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
_________________________
Β. Ακάμας με Ο. Γρηγορίου (κα) και Κ. Ιωάννου (κα), για τον Εφεσείοντα
Σ. Παπουή (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Αυθημερόν)
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Κατηγορητήριο, με βάση το οποίο ο εφεσείων παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, αποδίδει σε αυτόν αριθμό κατηγοριών. Συγκεκριμένα, του αποδίδεται απόπειρα φόνου της συμβίας του, τραυματισμός της με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης σε αυτήν, στέρηση της ελευθερίας της με σκοπό να τύχει της ως άνω μεταχείρισης, επίθεση προκαλούσα σε αυτήν πραγματική σωματική βλάβη, απειλή, σε δύο περιπτώσεις αυτής ότι θα τη σκοτώσει, βία εναντίον του ανήλικου τέκνου της, εφόσον η επίθεση έγινε στην παρουσία του και άσκηση ψυχολογικής βίας εναντίον αυτής.
Το παραπέμπον Δικαστήριο όρισε την 23.10.2026 ως την ημερομηνία εμφάνισης του εφεσείοντα ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας και εξέτασε υποβληθέν από την Κατηγορούσα Αρχή αίτημα κράτησης του εφεσείοντα μέχρι την ημερομηνία αυτή. Το αίτημα αυτό βασίστηκε, ως αναφέρθηκε, στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας, του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων και του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Προς υποστήριξη του αιτήματος κράτησης του εφεσείοντα, τέθηκε μαρτυρικό υλικό το οποίο αφορούσε το τι αποδίδεται στον εφεσείοντα τόσο από την παραπονούμενη όσο και από άλλα πρόσωπα. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τέθηκαν, επίσης, και οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα.
Η πλευρά του εφεσείοντα έφερε ένσταση στο αίτημα κράτησής του στη βάση των όσων ο συνήγορός του προέβαλε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Επίκληση υπήρξε των ισχυρισμών της παραπονούμενης μέσω καταθέσεων της και δηλώσεων της για μη ύπαρξη παραπόνου εναντίον του εφεσείοντα και μη πρόθεσή της για προσκόμιση μαρτυρίας εναντίον του, ως επίσης μη κατάθεσης από πλευράς του ανήλικου τέκνου της παραπονούμενης αλλά και των προσωπικών περιστάσεων του εφεσείοντα που φανερώνουν δεσμούς του με τη Δημοκρατία. Ως προς τους άλλους πυλώνες κράτησης, επιχειρηματολογία υπήρξε ως προς το ότι δεν στοιχειοθετείτο τέτοιος κίνδυνος.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε τους παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν για σκοπούς ενός τέτοιου αιτήματος και αποφάσισε την κράτηση του εφεσείοντα στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας και του κινδύνου επηρεασμού μαρτυρίας. Δεν ικανοποιήθηκε, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφορικά με ύπαρξη κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων.
Ο εφεσείων προσβάλλει την πρωτόδικη κρίση με την παρούσα έφεση προβάλλοντας δύο λόγους έφεσης.
Έχουμε με μεγάλη προσοχή ακούσει και εξετάσει τα όσα οι δύο πλευρές έχουν θέσει ενώπιόν μας με την επιχειρηματολογία τους, καθώς επίσης καθετί σχετικό με την παρούσα πρωτόδικη διαδικασία και απόφαση.
Όπως επανειλημμένως έχει λεχθεί, είναι προφανές ότι το τι αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από το Εφετείο είναι η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος. Συγκεκριμένα δε, σε ό,τι αφορά τη συνεκτίμηση όσων πρέπει να συνεκτιμώνται κατά την άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας.
Για σκοπούς πληρότητας, παραθέτουμε το κάτωθι απόσπασμα από την A.A.S. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 193/2022, ημερομηνίας 14.9.2022:
«Υπενθυμίζουμε ότι η κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη ή η επιβολή όρων για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με αφετηρία, βεβαίως, την ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση (Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 130, 134). Επέμβαση του Εφετείου χωρεί αν διαπιστωθεί ότι αυτή η εξουσία δεν ασκήθηκε κατά τρόπο δικαστικό, είτε διότι εμφιλοχώρησαν εξωγενή στοιχεία, είτε γιατί παραγνωρίστηκαν κριτήρια που καθορίστηκαν από τη νομολογία ως προαπαιτούμενα (Dydi v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 103/2020 [σχ. Με 104/2020], ημερ. 3/9/2020 και Γεωργίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 131/2021, ημερ. 1/9/2021). Στην Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι «το Εφετείο δεν επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα πρωτόδικα Δικαστήρια εκτός για πολύ σοβαρούς λόγους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις». (Βλ. Επίσης Μαυρομιχάλης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 256 και Suleyman v. Αστυνομίας, ποιν. Εφ. 120/20, 11.8.20), ECLI:CY:AD:2020:B286.»
Με τον πρώτο λόγο έφεσης αποδίδεται στο πρωτόδικο Δικαστήριο ότι εσφαλμένα και με ανεπαρκή αιτιολογία διέταξε την κράτηση του εφεσείοντα στη βάση του κινδύνου μη προσέλευσής του στη δίκη, ως αποτέλεσμα λανθασμένης εκτίμησης του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν του και λανθασμένης εφαρμογής των νομολογιακών αρχών που διέπουν το υπό εξέταση θέμα. Επίκληση γίνεται των όσων προβλήθηκαν από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής προς υποστήριξη του αιτήματος, καθώς επίσης των όσων προβλήθηκαν από την πλευρά του εφεσείοντα προς υποστήριξη της ένστασής του, περιλαμβανομένων των θέσεων της παραπονούμενης, ως προβάλλει μέσω των καταθέσεων της, και της άρνησής της να επιτρέψει κατάθεση του δεύτερου παραπονούμενου. Η θέση η οποία προβάλλεται είναι ότι, δεδομένου του μη παραπόνου της παραπονούμενης και της μη πρόθεσής της να καταθέσει, ελλείπουν παραπονούμενοι στην υπόθεση. Επίκληση γίνεται, επίσης, των προσωπικών περιστάσεων του εφεσείοντα και των δεσμών του με τη Δημοκρατία, όντας μόνιμος κάτοικος στη Δημοκρατία τα τελευταία 24 χρόνια, από την ηλικία των 5 ετών, όταν αφίχθηκε με τη μητέρα του στην Κύπρο, φοίτησε σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και αποφοίτησε από Λύκειο, μιλώντας άπταιστα την ελληνική γλώσσα. Περαιτέρω, με τον θάνατο της μητέρας του, υιοθετήθηκε από τη θεία του, επίσης μόνιμο κάτοικο Κύπρου, μη διατηρώντας σχέσεις με τον πατέρα του, ο οποίος διαμένει μόνιμα στη Ρωσία. Εργάζεται ως υδραυλικός και ο εργοδότης του του προσέφερε ιδιόκτητο διαμέρισμα στη Λευκωσία για να διαμείνει, με σκοπό να μετακομίσει από την οικία που διέμενε με την παραπονούμενη ενώ, εάν αφεθεί ελεύθερος θα επιστρέψει στην εργασία του.
Ο δεύτερος λόγος έφεσης αφορά την πρωτόδικη κρίση περί ύπαρξης κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Προβάλλεται ότι τέτοιος λόγος κράτησης δεν προωθήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή κατά την επιχειρηματολογία της, ενώ τα στοιχεία τα οποία έλαβε υπ' όψιν το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν ικανά να στοιχειοθετήσουν τέτοιο κίνδυνο. Επίκληση, μεταξύ άλλων, γίνεται από την πλευρά του εφεσείοντα, δεδηλωμένης επιθυμίας της παραπονούμενης να φύγει ο εφεσείων από το σπίτι, επιθυμία η οποία ικανοποιείτο από τη στάση του χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε προσπάθειά του να την επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο. Αναφορικά με αυτό το μέρος της πρωτόδικης απόφασης, σημειώνεται η από πλευράς εφεσίβλητης τοποθέτηση ότι δεν υποστηρίζει αυτό.
Εξετάζοντας τον πρώτο λόγο έφεσης, από το κείμενο της πρωτόδικης απόφαση διαπιστώνεται ότι ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το υπό κρίση θέμα. Πέραν της ορθής, θεωρούμε, παράθεσης της νομικής πτυχής του ζητήματος υπό εξέταση, δηλαδή της αναγκαιότητας διαταγής κράτησης του εφεσείοντα, αλλά και του συγκεκριμένου πυλώνα κράτησης, δηλαδή του κινδύνου φυγοδικίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τα γεγονότα τα οποία αφορούσαν το θέμα. Προς τούτο κατέγραψε τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς της παραπονούμενης ως προέβαλλαν από τη σχετική κατάθεσή της. Δεν παραγνώρισε τα όσα η παραπονούμενη ανέφερε στις καταθέσεις της αναφορικά με μη ύπαρξη παραπόνου από μέρους της, μη επιθυμία δίωξης του εφεσείοντα αλλά και μη επιθυμία της να καταθέσει εναντίον του εφεσείοντα. Στη διεργασία αυτή, είναι με λεπτομέρεια που το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέθεσε τα στοιχεία τα οποία ικανοποιούν το στοιχείο της πιθανότητας καταδίκης του εφεσείοντα, ως προβάλλει από το μαρτυρικό υλικό στην όψη του. Δεν εντοπίζουμε σφάλμα στην εν λόγω ανάλυση και κατάληξη από μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Επί της στάσης της παραπονούμενης ως ανωτέρω παρατίθεται, και πάλι ορθά, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήγησε ότι αποτελούν θέματα τα οποία δεν είναι επιτρεπτό να απασχολήσουν το συγκεκριμένο Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο, αποτελώντας θέματα που θα κριθούν κατά τη δίκη. Αξίζει να τεθεί ότι σε καμία περίπτωση δεν έτυχαν ανάκλησης οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης από την ίδια. Οι οποίοι, άλλωστε, προκύπτει να τέθηκαν προς υποστήριξη της θέλησής της να αποκλειστεί ο εφεσείων από την οικία της. Επομένως, οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί της παραπονούμενης παρέμειναν αναλλοίωτοι, τηρουμένων των λοιπών θέσεων της. Ως αποτέλεσμα, καθ’ όλα ορθή κρίνεται η πρωτόδικη κρίση επί του προκειμένου (ΚΑΜΑΡΛΙΓΚΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 214/2026, ημερομηνίας 31.8.2026).
Επομένως, η πρωτόδικη κρίση αναφορικά με την ικανοποίηση των αντικειμενικών κριτηρίων προς ικανοποίηση του κινδύνου φυγοδικίας, ήτοι της σοβαρότητας των αδικημάτων, της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης και της πιθανότητας καταδίκης, κρίνεται ορθή.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε με την εξέταση των προσωπικών δεδομένων του εφεσείοντα και των δεσμών του με τη Δημοκρατία προς συνεκτίμησή τους με τα πιο πάνω κριτήρια. Με αναφορά και σε σχετική νομολογία, έκρινε ότι ο εφεσείων φαίνεται να διατηρεί κάποιους δεσμούς με τη Δημοκρατία, οι οποίοι δεν είναι τόσο ισχυροί ώστε να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγοδικίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, επικαλέστηκε και την ΜΑΡΙΟΥΤΣΑ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 213/2026, ημερομηνίας 10.9.2026. Σε αυτήν την υπόθεση, αναφέρθηκαν τα εξής:
«Καθ' όλα σχετικά με το υπό κρίση θέμα είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CORNECI, Ποινική Έφεση 6/2026, ημερομηνίας 19.1.2026:
«Απαύγασμα της νομολογίας αποτελεί η αναγκαιότητα διαπίστωσης δεσμών με τον τόπο και τους ανθρώπους τέτοιων ώστε να θεωρείται ότι η ύπαρξη τους αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής προς αποφυγή της δίκης. Ως είχαμε την ευκαιρία να εξηγήσουμε στην PATEL v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινικής Έφεση 293/2025, ημερομηνίας 11.12.2025:
«Είναι ορθό, παράλληλα, να επαναληφθεί, και, επίσης, να καταστεί αντιληπτό, ότι, ακόμη και η διαπίστωση δεσμών με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εξαντλεί το θέμα υπέρ της επιβολής όρων εγγύησης. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, θα σήμαινε ότι ουδέποτε θα διατασσόταν η κράτηση Κύπριου πολίτη, ο οποίος, κατά Τεκμήριο, έχει τέτοιους δεσμούς. Ως εξηγείται στην ΝΙΚΟΛΑΟΥ (ανωτέρω):
«...είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον ύποπτο ή υπόδικο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόπτου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του».»
Επομένως, ασχέτως του πως μπορεί να χαρακτηριστούν οι δεσμοί ενός προσώπου με τον τόπο και τους ανθρώπους, ισχυροί ή χαλαροί, το ζητούμενο δεν παύει να είναι η επίπτωση που δυνατόν να έχουν επί του κινδύνου μη προσέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Πάντοτε μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της ανάγκης για ορθή απονομή δικαιοσύνης και, επί του προκειμένου ζητήματος, έχοντας κατά νου ότι αφετηρία αποτελεί η ατομική ελευθερία και ότι η κράτηση αποτελεί μέτρο κατ' εξαίρεση.»»
Από το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι εξέτασε το ζήτημα εντός του ορθού πλαισίου, ενώ, παράλληλα, ορθή κρίνεται και η επί του προκειμένου κρίση του. Τα προσωπικά δεδομένα του εφεσείοντα, ως τέθηκαν πρωτοδίκως και έχουν καταγραφεί ανωτέρω, είναι τέτοια που καθιστούν καθ' όλα επιτρεπτή την κρίση ότι δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν τον κίνδυνο μη προσέλευσης του εφεσείοντα στη δίκη του, με καταληκτικό συμπέρασμα ότι η παρουσία του κατά τη δίκη μπορεί να διασφαλιστεί μόνο μέσω διαταγής κράτησής του.
Ως αποτέλεσμα των ως άνω αβάσιμο κρίνουμε τον πρώτο λόγο έφεσης, τον οποίο και απορρίπτουμε.
Παρά το ότι η ως άνω κατάληξη μας προκρίνει το αποτέλεσμα της παρούσας έφεσης καθ' όσον αφορά τη διαταγή κράτησης του εφεσείοντα, αφού οι πυλώνες κάτω από τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση είναι αυτοτελείς, κρίνουμε ορθό να εξετάσουμε και τον δεύτερο λόγο έφεσης, ο οποίος αφορά επιπλέον βάση κράτησης του εφεσείοντα, τηρουμένης και της θέσης της συνηγόρου της εφεσίβλητης ότι δεν υποστηρίζεται αυτό το μέρος της πρωτόδικης απόφασης.
Άφθονη είναι η νομολογία επί των αρχών που αφορούν τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων. Ενδεικτική αναφορά μπορεί να γίνει στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. BOUREL Κ.Α., Ποινική Έφεση 206/2021, ημερομηνίας 28.12.2021, ECLI:CY:AD:2021:B593:
«Εκείνο που εξετάζει το Δικαστήριο όσον αφορά τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων είναι κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για τέτοιο επηρεασμό είναι εύλογα δικαιολογημένοι στη βάση, βεβαίως, της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Σιημητρά ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 397).Κριτήριο είναι οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεαστούν μάρτυρες. Στη Μακαρίτης ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 90, τονίστηκε πως η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει ότι θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων κατηγορίας αν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Το Δικαστήριο θα διατάξει την κράτηση ενός υποδίκου, αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν ουσιαστικοί λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος/πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων Το ζητούμενο δεν είναι αν θα υπάρξει επηρεασμός μαρτύρων αλλά η πιθανολόγηση επηρεασμού μαρτύρων (Χολίεφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 302/2018, ημερ. 4/2/2019, ECLI:CY:AD:2019:B31). Ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων δεν αποτιμάται ως να είναι η δίκη του ατόμου, αλλά περί πιθανότητας ο λόγος, δικαιολογημένης βεβαίως, όπως έχει λεχθεί, μεταξύ άλλων στη Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 689, Μακαρίτης ν. Δημοκρατίας, πιο πάνω, Φανιέρος ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 472 και Χουσεΐν ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 80/2019, ημερ.8/7/2019. Η προσπάθεια ή η εκδήλωση επηρεασμού μαρτύρων σαφώς και καθιστά τον εν λόγω κίνδυνο υπαρκτό.»
(Βλ. Επίσης ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ESAIFAN Κ.Α., Ποινικές Εφέσεις 139, 140, 141/2026, ημερομηνίας 10.6.2026).
Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στον προβληματισμό του σε σχέση με τη στάση της παραπονούμενης, η οποία ενώ περιέγραψε με λεπτομέρεια τα όσα ισχυρίστηκε, μεταγενέστερα δήλωσε ότι ουδέποτε δέχθηκε επίθεση, ότι δεν επιθυμεί τη δίωξη του εφεσείοντα και δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του. Αναφέρθηκε, επίσης, σε μαρτυρία ότι κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας της, αυτή δέχθηκε μήνυμα από τον εφεσείοντα για να επιστρέψει στο σπίτι και ότι αυτός είχε φύγει από αυτό. Από αυτά έκρινε ότι δικαιολογούνταν οι φόβοι περί κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων από τον εφεσείοντα σε περίπτωση που αυτός αφήνετο ελεύθερος με όρους.
Από τα πρακτικά της διαδικασίας, προκύπτει ότι, όντως, ο κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων, παρά την επίκλησή του κατά την υποβολή του αιτήματος κράτησης, ουδόλως έτυχε αναφοράς από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Ενώ μεταγενέστερα, όταν ηγέρθη από τον συνήγορο του εφεσείοντα το ζήτημα, προβλήθηκε η θέση ότι ενδεχομένως η παραπονούμενη να δεχτεί κάποιες απειλές ούτως ώστε να μην προωθηθεί το παράπονό της.
Έχουμε την άποψη ότι, επί του προκειμένου, είναι δικαιολογημένο το παράπονο του εφεσείοντα. Σαφώς δεν αναμένεται μαρτυρία επί πρόθεσης επηρεασμού μαρτύρων, ενώ το ζήτημα, κατ' ουσίαν, ανάγεται σε επίπεδο πιθανολόγησης. Όμως, τέτοια πιθανολόγηση θα πρέπει να βρίσκει έρεισμα στις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Διαφορετικά, σε κάθε περίπτωση τέτοιας φύσης, δυνητικά, θα μπορούσε να υφίσταται τέτοιος κίνδυνος.
Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, θεωρούμε ότι δεν υφίστατο οποιοδήποτε στοιχείο που να καθιστούσε πιθανολόγηση τέτοιου κινδύνου υπαρκτή, πέραν θεωρητικής και αόριστης πιθανολόγησης που ενδεχομένως να υφίσταται σε κάθε τέτοια περίπτωση. Ούτε το γεγονός της στάσης της παραπονούμενης, από μόνο του, μπορούσε να ικανοποιήσει τέτοια πιθανολόγηση, ούτε το αναφερόμενο μήνυμα, το οποίο ενημέρωνε για την αποχώρηση του εφεσείοντα από το σπίτι, υποστήριζε τέτοια διαπίστωση.
Κρίνουμε ότι η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αυτή δεν υποστηρίζεται και, κατ' επέκταση, δεν δικαιολογείται από τα ενώπιόν του στοιχεία. Καθιστώντας αναγκαία την παρέμβασή μας προς ακύρωση του συγκεκριμένου μέρους της πρωτόδικης απόφασης.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει. Το μέρος της πρωτόδικης απόφασης το οποίο αφορά την κράτηση του εφεσείοντα στη βάση κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων ακυρώνεται.
Ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται. Η πρωτόδικη απόφαση για κράτηση του εφεσείοντα μέχρι την 23.10.2026 στη βάση κινδύνου φυγοδικίας επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο