ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 33/2024)
29 Οκτωβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
Εφεσείοντα,
v.
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ,
Εφεσίβλητου.
_______________________
Θ. Παπανικολάου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Εφεσείοντα.
Ν. Νικολάου, για τον Εφεσίβλητο.
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Χριστοδουλίδου‑Μέσσιου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.: Η παραπονούμενη και ο εφεσίβλητος κατά το έτος 2018 ήταν σε σχέση και κατά διαστήματα έμεναν μαζί, άλλοτε στο Λιοπέτρι, τόπο διαμονής του εφεσίβλητου και άλλοτε στη Λεμεσό, όπου διαμένει η παραπονούμενη. Από τον Απρίλιο του 2020 χώρισαν. Τον ίδιο μήνα, η παραπονούμενη κατήγγειλε τον εφεσίβλητο ότι της επιτέθηκε και την κτύπησε ενώ βρίσκονταν στο σπίτι του. Το εν λόγω περιστατικό καταγγέλθηκε στην Αστυνομία και η υπόθεση οδηγήθηκε στο Δικαστήριο.
Στα πλαίσια μαρτυρίας της στην εν λόγω υπόθεση, η παραπονούμενη ανέφερε ότι και στο παρελθόν ο εφεσίβλητος ήταν βίαιος και την κτυπούσε σε διάφορα σημεία του σώματός της, αλλά ότι δεν τον κατήγγειλε στην Αστυνομία για όλα τα περιστατικά που έλαβαν χώραν.
Ένα από τα περιστατικά για τα οποία δεν τον είχε καταγγείλει, την περίοδο όπου επεσυνέβηκε ήταν το επίδικο, το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης, έλαβε χώραν στις 7.12.2018 το μεσημέρι στο σπίτι του εφεσίβλητου στο Λιοπέτρι όπου κατά τους ισχυρισμούς της, μετά από διαφωνία τους, ο εφεσίβλητος την έσπρωξε στο κρεβάτι, την άρπαξε από το αριστερό της πόδι και συγκεκριμένα τον αστράγαλο και της το γύρισε. Πόνεσε πολύ και εξακολουθούσε να πονά όταν ξεκίνησε να επιστρέψει στη Λεμεσό και μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο όπου της έκαναν ακτινογραφίες και της τοποθέτησαν το πόδι της σε νάρθηκα όπου παρέμεινε για ένα με ενάμιση μήνα. Ανέφερε ότι τότε προέβηκε σε παράπονο για σκοπούς καταγραφής του στο μητρώο της Αστυνομίας κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου της για μελλοντικούς σκοπούς και ότι δεν επιθυμούσε να διωχθεί ποινικά ο εφεσίβλητος.
Στις 27.4.2021, καταχωρήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου κατηγορητήριο εναντίον του εφεσίβλητου για το εν λόγω περιστατικό και συγκεκριμένα του αποδόθηκε το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση Άρθρων του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία των Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε. Το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε στις 24.7.2023 με αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος να αντιμετωπίσει στη δίκη του το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη.
Το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου μετά από ακρόαση αθώωσε και απάλλαξε τον εφεσίβλητο.
Με την παρούσα έφεση ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας επιδιώκει ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης προωθώντας δύο λόγους έφεσης. Με τον πρώτο λόγο έφεσης προσβάλλει το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε απόδειξη στη βάση της οποίας το πρωτόδικο Δικαστήριο μπορούσε να διαπιστώσει γεγονότα αναγκαία για τη θεμελίωση της απόφασής του, ενώ με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλει τη θέση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε τον Νόμο πλημμελώς επί των πραγματικών γεγονότων.
Όπως προκύπτει από το κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης, η παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν είχε αναφέρει το επίδικο περιστατικό στην Αστυνομία πριν τον Σεπτέμβριο του 2020 και συμφώνησε ότι το έντυπο παραπομπής για ιατρική εξέταση στο οποίο περιλαμβάνεται και η ιατρική έκθεση φέρει ημερομηνία 27.1.2021, το τεκμήριο 2.
Ο γιατρός που εξέτασε την παραπονούμενη κλήθηκε ως ΜΚ1. Διευκρίνισε κατά την ένορκη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ότι εξέτασε την παραπονούμενη στις 7.12.2018 ενώ η ιατρική του έκθεση ετοιμάστηκε στις 27.1.2021. Κατέγραψε τα όσα η παραπονούμενη του ανέφερε, συγκεκριμένα είχε παραπονεθεί για πόνους στο αριστερό κάτω άκρο της, έγινε ακτινογραφία η οποία δεν κατέδειξε κάταγμα, και τοποθετήθηκε γυψονάρθηκας στο πόδι της. Εξήγησε ότι όταν ένας ασθενής παρουσιάζει οίδημα στο κάτω άκρο και δεν μπορεί να το πατήσει, τοποθετείται γυψονάρθηκας και ανέφερε ότι για να τοποθετηθεί γυψονάρθηκας απαιτείται η ύπαρξη διαστρέμματος ή κάκωσης της άρθρωσης.
Ο εφεσίβλητος στην κατάθεσή του, ημερομηνίας 4.2.2021, τεκμήριο 3, ανέφερε ότι δεν θυμάται τι έγινε μετά από τόσο καιρό. Ενόρκως επέμενε ότι ουδέποτε συνέβηκε το επίδικο περιστατικό, καταλογίζοντας παρενοχλητική συμπεριφορά στην παραπονούμενη και αναφέροντας ότι ουδέποτε την είδε να φέρει γυψονάρθηκα κατά τον επίδικο χρόνο.
Σημειώνουμε ότι η παραπονούμενη καταλόγιζε στον εφεσίβλητο διατήρηση σεξουαλικών σχέσεων με άλλη γυναίκα, κατά τον χρόνο που ήταν μαζί και συγκεκριμένα το πρόσωπο που κλήθηκε από την Υπεράσπιση ως ΜΥ1 η οποία επίσης ενόρκως αρνήθηκε ότι έλαβε χώραν το επίδικο περιστατικό όπως το περιέγραψε η παραπονούμενη αλλά και το ότι η ίδια διατηρούσε σεξουαλική ή άλλη σχέση με τον εφεσίβλητο, τον οποίο απλά γνώριζε μέσω της αδελφής του που ήταν φίλη της. Ανέφερε επίσης ότι η ίδια ήταν θύμα επίμονης και συνεχούς παρενοχλητικής συμπεριφοράς από την παραπονούμενη η οποία λανθασμένα είχε αποκτήσει την εντύπωση ότι διατηρούσε δεσμό με τον εφεσίβλητο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε ουσιώδη διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας της παραπονούμενης και του ΜΚ1, δηλαδή του γιατρού. Ειδικά σημειώνει το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν θυμόταν πότε αποτάθηκε στην Αστυνομία και κατήγγειλε τον εφεσίβλητο για το επίδικο περιστατικό ενώ αρνήθηκε ότι έλαβε παραπεμπτικό από την Αστυνομία για να πάει σε γιατρό την επίδικη ημερομηνία αναφέροντας ότι όταν έφυγε από το σπίτι του ήταν ακόμη μαζί και συνέχιζαν τη σχέση τους. Από την άλλη, ο ΜΚ1 επέμενε ότι για να γίνει εγγραφή στο νοσοκομείο στις 7.12.2018 και να την εξετάσει, σημαίνει ότι η παραπονούμενη μετέβηκε στο νοσοκομείο στις 7.12.2018 προσκομίζοντας το παραπεμπτικό, αλλά την ιατρική έκθεσή του τη συμπλήρωσε αργότερα και συγκεκριμένα στις 7.1.2021.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι από την ειλικρινή παραδοχή του γιατρού ότι όσα κατέγραψε στο τεκμήριο 2 δεν αποτελούν τις δικές του ιατρικές διαπιστώσεις, αλλά την καταγραφή των όσων η ίδια η παραπονούμενη του ανέφερε και επίσης συμφωνώντας με την υποβολή του συνηγόρου του εφεσίβλητου ότι δεν κατέγραψε στην έκθεση τι ο ίδιος διαπίστωσε ιατρικά, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ποια ήταν η βλάβη που υπέστη η παραπονούμενη, ούτε κατά πόσο ο εφεσίβλητος είχε κάποια σχέση με αυτήν. Ειδικά για την παραπονούμενη, αναφέρεται και σε σημεία της μαρτυρίας της τα οποία όχι μόνο δεν επιβεβαιώνονται αλλά καταρρίπτονται από τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιόν του.
Κατέληξε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας στην οποία προέβη, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν μπορεί συνολικά ιδωμένη να γίνει αποδεκτή ώστε να μπορεί να βασιστεί σε αυτήν και να προβεί σε ευρήματα ειδικά για το ουσιώδες στοιχείο της πρόκλησης βλάβης στην παραπονούμενη από τον εφεσίβλητο. Απέρριψε συνεπώς τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής και αθώωσε και απάλλαξε τον εφεσίβλητο.
Υπενθυμίζουμε ότι με την παρούσα έφεση αμφισβητείται η αθωωτική απόφαση που εξέδωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΥΡΕΑ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 13/2022, 14/2022, 15/2022, 16/2022, 17/2022 & 18/2022, ημερομηνίας 25.2.2025 επαναλήφθηκαν οι αρχές που διέπουν το δικαίωμα έφεσης από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης. Παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα:
«Όπως προαναφέραμε, το δικαίωμα άσκησης έφεσης από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης Κακουργιοδικείου ή Επαρχιακού Δικαστηρίου, καθορίζεται και περιορίζεται στα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 137(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, σύμφωνα με το οποίο:
«Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δύναται-
(α) να ασκήσει έφεση ή να εγκρίνει την άσκηση έφεσης από αθωωτική απόφαση Κακουργιοδικείου ή Επαρχιακού Δικαστηρίου για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:
(i) ότι δεν υπήρξε απόδειξη βάσει της οποίας το Δικαστήριο μπορούσε εύλογα να διαπιστώσει πραγματικό γεγονός ή γεγονότα αναγκαία για τη θεμελίωση της απόφασης αυτής
(ii) ότι απόδειξη έγινε πλημμελώς δεκτή ή αποκλείστηκε
(iii) ότι ο νόμος εφαρμόστηκε πλημμελώς επί των πραγματικών γεγονότων
(iv) ότι υπήρξε αντικανονικότητα διαδικασίας»
Εξαιρετικά κατατοπιστική σε σχέση με την εφαρμογή και εμβέλεια του άρθρου 137 είναι η σχετικά πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στη Γενικός Εισαγγελέας v. Παπανικόλα, Ποινική Έφεση 214/2021, ημερ. 20.12.2023, όπου στις σελ.7 και επόμενες αναφέρονται τα εξής:
«Είναι γεγονός ότι το θέμα της εμβέλειας του Άρθρου 137 είναι δικαιοδοτικό. Το δικαίωμα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης είναι περιορισμένο.
Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δύναται να εφεσιβάλει αθωωτικές αποφάσεις μόνον επί θεμάτων τα οποία προνοεί το πιο πάνω άρθρο, δηλαδή νομικών. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Σωφρονίου (2000) 2 Α.Α.Δ. 151:
«Πρόδηλο είναι από το κείμενο του Άρθρου 137(1)(α), κρινόμενο στην ολότητά του, ότι το δικαίωμα υποβολής έφεσης από το Γενικό Εισαγγελέα περιορίζεται σε νομικά ζητήματα. Αποκλείεται η άσκηση έφεσης κατά της αξιολόγησης της μαρτυρίας ή οποιουδήποτε θέματος συναφούς προς αυτή, όπως αποκλείεται η προσβολή των ευρημάτων του δικαστηρίου επί των γεγονότων».
Ως προς το νόημα του όρου «γεγονότα», στην ως άνω υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Σωφρονίου, προστέθηκαν τα εξής:
«Η παράγραφος (iii) του Άρθρου 137(1)(α) παρέχει δικαίωμα έφεσης οποτεδήποτε οι σχετικές διατάξεις του νόμου τυγχάνουν εσφαλμένης εφαρμογής στα γεγονότα της υπόθεσης. Τα γεγονότα είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν τα ευρήματα του δικαστηρίου. Ο όρος «γεγονότα» (facts) αντιδιαστέλλεται, στο πλαίσιο του Άρθρου 137(1)(α), προς τον όρο «μαρτυρία» (evidence)·υποδηλώνει δε παραδεκτά γεγονότα, ή γεγονότα τα οποία διαπιστώνει το δικαστήριο ως υπαρκτά».
Καθίσταται ήδη αντιληπτό πως το υπόβαθρο επί του οποίου εξετάζεται ένας τέτοιος λόγος έφεσης είναι τα γεγονότα τα οποία εξήγαγε το πρωτόδικο Δικαστήριο είτε στη βάση μη αμφισβήτησης είτε στη βάση αξιολόγησης της αμφισβητούμενης μαρτυρίας. Στην εν λόγω υπόθεση πρωτοδίκως το Δικαστήριο, παρότι έκρινε ως πλαστές κάποιες γραπτές δηλώσεις, εντούτοις αξιολογώντας εμπειρογνώμονες δέχθηκε ότι ήταν αβέβαιο κατά πόσον υπέγραψε ο κατηγορούμενος ή ο πατέρας του. Η προσβολή αυτής της αξιολόγησης ήταν εκτός της εμβέλειας του Άρθρου 137(1)(α)(iii).
Στη μεταγενέστερη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Γεωργίου (2006) 2 Α.Α.Δ. 217 το προσβληθέν ήταν η άρνηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε γραπτές καταθέσεις παραπονούμενων κοπέλων, οι οποίες δεν είχαν προσέλθει να καταθέσουν ενόρκως και βεβαίως κρίθηκε πως τα περιεχόμενα των κειμένων αυτών δεν συνιστούσαν «γεγονότα» σε σχέση με τα οποία να είχε εφαρμοστεί πλημμελώς ο Νόμος, αφού ουσιαστικά ήταν ισχυρισμοί υποκείμενοι σε αξιολόγηση.
Την απάντηση σε ό,τι απασχολεί στην παρούσα θεωρούμε ότι παρέχει ευκρινώς και τελεσίδικα η απόφαση της Ολομέλειας (πλειοψηφίας) του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευσταθίου κ.ά (2010) 2 Α.Α.Δ. 94, σε απόσπασμα στο οποίο γίνεται και ανασκόπηση της νομολογίας ως εξής:
«Προσεγγίζουμε εδώ τον όρο «νομικό σημείο», όπως ακριβώς τον βρίσκουμε στη νομολογία μας κατά την αναφορά στο Άρθρο 137(1)(α), έχοντας υπόψη και τα εν γένει νομολογηθέντα ως προς το τι μπορεί να περιλαμβάνει αυτός ο όρος. Δεν υπάρχει εξαντλητικός ορισμός αλλά είναι στοιχειώδες πως δεν περιλαμβάνει τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου επί των γεγονότων, εκτός αν, όπως εξηγήθηκε, αυτές προκύπτουν από λανθασμένη καθοδήγηση ως προς το νόμο. Έπεται πως η απόφανση προϋποθέτει δοσμένη κατάσταση πραγμάτων αλλά δεν προϋποθέτει πάντοτε και κάποια ιδιαίτερη νομοθετική διάταξη με ζητούμενο το κατά πόσο αυτά τα γεγονότα καλύπτονται ή όχι από αυτή. Είναι ευρύτερη η έννοια του όρου και περιλαμβάνει, όπως ρητά αναγνωρίστηκε σε σειρά υποθέσεων, την εξαγωγή συμπερασμάτων που είναι αντίθετα ή δεν συνάδουν με τη μαρτυρία που προσάχθηκε ή ακόμα και άποψη πάνω στα πρωτογενή γεγονότα που δεν μπορεί εύλογα να υποστηριχθεί αλλά και, ειδικότερα, εκτίμηση περί της αποτυχίας απόσεισης του βάρους απόδειξης στη βάση των διαπιστωνόμενων γεγονότων».»
Είναι η εισήγηση του συνηγόρου για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ότι με την παρούσα έφεση δεν ζητά από το Εφετείο να επαναξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αλλά ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβηκε σε ευρήματα και εξήξε συμπεράσματα που είναι αντίθετα ή δεν συνάδουν με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, προβάλλει ότι υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία για τη σωματική βλάβη που υπέστη η παραπονούμενη ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι από την ενώπιόν του μαρτυρία δεν προέκυπτε ποια ακριβώς ήταν η βλάβη που υπέστη η παραπονούμενη η οποία, για να αντιμετωπιστεί, τοποθετήθηκε γυψονάρθηκας.
Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία ο ΜΚ1 είχε παραδεχθεί ότι εξέτασε την παραπονούμενη στις 7.12.2018 και όπως ανέφερε, για να την εξετάσει σημαίνει ότι αυτή μετέβη στο νοσοκομείο έχοντας το σχετικό παραπεμπτικό έντυπο από την Αστυνομία, αλλά συμπλήρωσε το μέρος του εντύπου που αφορά στην ιατρική έκθεση, πολύ αργότερα και συγκεκριμένα στις 7.12.2018. Ήταν δε η θέση του ότι δεν κατέγραψε στην έκθεση τι διαπίστωσε ιατρικά.
Ο συνήγορος για τον Γενικό Εισαγγελέα αναφέρει αποσπάσματα από τα πρακτικά ημερομηνίας 24.7.2023 χωρίς να παραθέτει ολόκληρο το απόσπασμα της αντεξέτασης του γιατρού. Ειδικότερα, μετά την ερώτηση «Σε τούτη την ιατρική έκθεση καταγράψατε τι σας ανάφερε η παραπονούμενη και μόνο; «Αναφορά άλγος αριστερό κάτω άκρον» ελέγξατε την είπατε χωρίς σαφή εικόνα κατάγματος και τοποθετήσατε γυψονάρθηκα» στην οποία ερώτηση η απάντηση του ΜΚ1 ήταν «Ναι», απομονώνοντας την ερώτηση και την απάντηση προβάλλει τη θέση ότι η καταφατική απάντηση «Ναι» του μάρτυρα δεν οδηγεί αναπόδραστα στο συμπέρασμα ότι στο ιατρικό πιστοποιητικό καταγράφηκαν οι αναφορές της παραπονούμενης ως, εσφαλμένα κατά την άποψη του, καταλήγει το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελίδα 8 της απόφασης του, αλλά ξεκάθαρα είχαν καταγραφεί και οι ενέργειες του γιατρού. Διαλανθάνει όμως της προσοχής του συνηγόρου του εφεσείοντα το γεγονός ότι μετά την πιο πάνω ερώτηση και απάντηση του γιατρού, ακολούθησε η ερώτηση «αλλά ούτε καταγράψατε τι διαπιστώσατε ιατρικά. Δεν φαίνεται τίποτε ιατρικό εδώ;» με τον μάρτυρα να απαντά «Ναι, συμφωνώ μαζί σας».
Από το πιο πάνω, προκύπτει ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν υπήρχε μαρτυρία από τον γιατρό για τις δικές του ιατρικές διαπιστώσεις, είναι σωστό.
Εκεί που έχει δίκαιο ο εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται να μην έχει προβεί σε ορθή αξιολόγηση της μαρτυρίας ως ήταν το καθήκον του και εφαρμόζοντας τις αρχές της νομολογίας. Ενώ παραθέτει την ορθή νομολογία που διέπει το θέμα και διαπιστώνει ουσιώδη διάσταση μεταξύ της εκδοχής της παραπονούμενης και του ΜΚ1, ειδικά αναφορικά με την βλάβη που υπέστη η παραπονούμενη, δεν αναφέρει ποια από τις δύο μαρτυρίες θεωρεί αξιόπιστη παρά μόνο αφήνει το θέμα ανοιχτό. Επίσης, δεν αναφέρει ξεχωριστά για κάθε μάρτυρα ότι τον έχει αξιολογήσει και ειδικά αναφορικά με τον ΜΚ1 δεν υπάρχει καμιά αναφορά στην εμπειρογνωμοσύνη του και τις νομικές αρχές που διέπουν τη δική του αξιολόγηση μαρτυρίας.
Άλλο ένα σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, είναι ότι, ενώ διαπιστώνει κενά στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, και χωρίς να αποφασίσει, όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, τους λόγους για τους οποίους η μαρτυρία δεν μπορεί να το οδηγήσει σε εξαγωγή συμπερασμάτων, αναφέρει και καταλήγει ότι «η προσκομισθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα δεν μπορεί συνολικά ιδωμένη να γίνει αποδεκτή» και προσθέτει μετά «κατά τρόπο ώστε να δύναται να βασιστώ σε αυτή και να προβώ σε ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την επίδικη ημερομηνία…».
Δηλαδή, το πρωτόδικο Δικαστήριο ενώ, όπως έχει αναφερθεί, διαπιστώνει κενά στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, πράγμα το οποίο, θα του επέτρεπε και πάλι να απορρίψει την υπόθεση λόγω μη απόδειξης των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων στον βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, έρχεται και επαναλαμβάνει ότι δεν τέθηκε ενώπιόν του αξιόπιστη μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή χωρίς να καθορίζει τους λόγους που την απορρίπτει.
Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι λανθασμένη και ελέγχεται. Το ερώτημα είναι ποια είναι η σωστή θεραπεία για αυτήν μας τη διαπίστωση. Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, τον χρόνο που έχει μεσολαβήσει έκτοτε, υπενθυμίζουμε ότι το αδίκημα φέρεται να έχει λάβει χώραν στις 7.12.2018, και το γεγονός ότι οι προσωπικές συνθήκες της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου έχουν διαφοροποιηθεί σε μεγάλο βαθμό έκτοτε, θεωρούμε ότι η διαταγή για επανεκδίκαση δεν θα ήταν η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις. Στην απόφασή μας αυτή έχουμε λάβει υπόψη το γεγονός ότι, αν και όπως έχει ήδη αναφερθεί το αδίκημα φέρεται να έχει λάβει χώραν στις 7.12.2018, η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 11.5.2021 και ορίστηκε για πρώτη φορά στις 29.6.2021 δηλαδή δυόμιση χρόνια μετά την ημερομηνία του φερόμενου αδικήματος.
Ενόψει των ανωτέρω, η πρωτόδικη απόφαση ακυρώνεται, δεν δίνεται όμως οποιαδήποτε διαταγή για επανεκδίκαση της υπόθεσης. Ο εφεσίβλητος απαλλάσσεται.
M. AMΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο