CHARBONDED LTD v. THEMIS PORTFOLIO (S1) MANGEMENT HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ.: 59/20, 9/10/2026
print
Τίτλος:
CHARBONDED LTD v. THEMIS PORTFOLIO (S1) MANGEMENT HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ.: 59/20, 9/10/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.: 59/20)

 

9 Οκτωβρίου 2026

                                                                                       

[Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Θ. ΘΩΜΑ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

 

CHARBONDED LTD

Εφεσείουσα

v.

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

 

 

Και δια Ειδοποιήσεως ημερ. 21.3.23 βάσει του Ν.169(Ι)/2015

 

 

CHARBONDED LTD

 

 

v.

 

 

THEMIS PORTFOLIO (S1) MANGEMENT HOLDINGS LIMITED

 

Εφεσίβλητης

--------------------

 

Μ. Παναγίδης με Ο. Κκαΐλη, για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα

Α. Αθανασιάδου (κα), για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη

 

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Μ. Τουμαζή, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.: To Ε.Δ. Λευκωσίας εξέδωσε, στις 7.1.99, απόφαση στην αγωγή αρ. 3382/95 για το ποσό των Λ.Κ.223.695,08 πλέον τόκους και έξοδα εναντίον της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας σε δάνειο και των εγγυητών, μεταξύ των οποίων και της εδώ Εφεσείουσας, Εναγομένης 5 και υπέρ της εδώ Εφεσίβλητης, Ενάγουσας, τότε Barclays Bank Plc, καθώς και διάταγμα εκποίησης ακινήτου της πρωτοφειλέτιδας, το οποίο βαρυνόταν με υποθήκη προς εξασφάλιση του δανείου. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την έφεση αρ. 10430, η οποία, με την απόφαση ημερ. 13.7.2001 M.A. Goodvalue Suppliers Ltd κ.ά. ν. Barclays Bank Plc (2001) 1 Α.Α.Δ. 1038, απερρίφθη.

 

Η Εφεσείουσα, στη συνέχεια, καταχώρισε την κρινόμενη με την παρούσα έφεση αγωγή αρ. 883/17 εναντίον της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία είχε στο μεταξύ εξαγοράσει το παράρτημα της Barclays Bank Plc στην Κύπρο, με συμφωνία ημερ. 1.4.96 και καθορισμένο χρόνο μεταβίβασης των εγχώριων τραπεζικών εργασιών στις 30.4.96. Η εξαγορά δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας το 1997.

 

Η Εφεσείουσα, με την αγωγή αρ. 883/17, αξίωνε τις ακόλουθες θεραπείες:

 

«Α. Διαταγή Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι η εναγόμενη δεν νομιμοποιείται στην εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 7/1/99 στην Αγωγή Αρ. 3382/95 - Ε.Δ. Λευκωσίας.

 

Β. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα διαταγή του Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι οι όροι των συμφωνιών ημερομηνίας 22/4/89 δεν δύναται να εκτελεσθούν και/ή είναι παράνομες, άδικοι και/ή παράνομοι και δε νομιμοποιούν τους Εναγόμενους σε οποιεσδήποτε αξιώσεις.

 

Γ. Διαταγή του Δικαστηρίου διαγιγνώσκουσα ότι οι Εναγόμενοι επέβαλαν αυθαιρέτως και/ή παρανόμως και/ή καταχρηστικώς χρεώσεις και/ή επιβαρύνσεις επί των συμφωνιών εγγυήσεων και/ή καλύψεως ημερομηνίας 22/4/89 της Ενάγουσας.

 

Δ.  Διάταγμα   του Δικαστηρίου  με  το οποίο οι εναγόμενοι να διατάσσονται να διαγράψουν οποιαδήποτε ποσά έχουν χρεώσει στην ενάγουσα αυθαίρετα και/ή παράνομα και αντισυμβατικά κατά παράβαση του Νόμου και/ή κατά τρόπο καταχρηστικό και άδικο και τα οποία δεν προβλέπονται από τις μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες και/ή τη δικαστική απόφαση ημερομηνίας 7/1/99 στην Αγωγή Αρ. 3382/95 - Ε.Δ. Λευκωσίας».

 

Έναυσμα για την καταχώριση της αγωγής αρ. 883/17 ήταν, όπως αναφέρετο στην Έκθεση Απαίτησης της Εφεσείουσας, η αποστολή τον Ιανουάριο του 2017 από την Ελληνική Τράπεζα, Ειδοποίησης Τύπου Θ, με βάση τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65 για πώληση ακινήτου, δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημερ. 7.1.99 στην αγωγή αρ. 3382/95. Η θέση που προέβαλε η Εφεσείουσα ήταν ότι η ίδια δεν είχε καμμιά συμβατική σχέση με την Ελληνική Τράπεζα, αλλά με την Barclays Bank Plc.

 

Η Ελληνική Τράπεζα καταχώρισε υπεράσπιση, με την οποία αμφισβητούσε τις αξιώσεις της Εφεσείουσας και ήγειρε προδικαστικές ενστάσεις, σύμφωνα με τις οποίες η Εφεσείουσα κωλύετο να προωθεί την αγωγή λόγω δεδικασμένου και συγκεκριμένα λόγω της απόφασης ημερ. 7.1.99 στην αγωγή αρ. 3382/95 και της έφεσης επ’ αυτής (βλ. M.A. Goodvalue Suppliers Ltd κ.ά. ν. Barclays Bank Plc, ανωτέρω) και λόγω του ότι ήταν καταχρηστική, με σκοπό να καθυστερήσει την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.

 

Τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία κατατέθηκαν κατά την πρωτόδικη ακροαματική διαδικασία και καταγράφηκαν στην απόφαση, είναι τα ακόλουθα:

 

«1.    Περί τον Απρίλιο του 1989 η Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd συνήψε συμφωνία δανείου ύψους Λ.Κ. 250.000 με την Barclays Bank Plc.  Ως εξασφάλιση της πληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου του εν λόγω δανείου, η Ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία εγγύησης για το ποσό των Λ.Κ. 250.000 πλέον τόκους προς 9%.

 

2.      Στις 13/4/1995 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η αγωγή υπ' αριθμό 3382/1995 από την Barclays Bank Plc, ως Ενάγουσας εναντίον της Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd ως Πρωτοφειλέτης και των XXXXX Αλωνεύτης, XXXXX Αλωνεύτης, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ, Charbonded Ltd και Ακίνητα Χαρίλαου Αλωνεύτη Λτδ, ως εγγυητών (στο εξής η «Αγωγή με Αρ.3382/95»).

 

3.      Η Αγωγή με Αρ. 3382/95, αφορούσε, ανάμεσα σε άλλα, αξίωση της Barclays Bank Plc για το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου το οποίο αναφέρεται πιο πάνω στην παράγραφο 1, για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων στην Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd δυνάμει σχετικής συμφωνίας δανείου και αξιώσεις εναντίον των παροχέων  εξασφαλίσεων αναφορικά με τις παρεχόμενες στην Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd πιστωτικές διευκολύνσεις. Ανάμεσα στις εξασφαλίσεις που είχαν δοθεί για εξασφάλιση και εγγύηση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων ήταν και η σύσταση υπό της Μ.Α Goodvalue Suppliers Ltd υπέρ της Barclays Bank Plc, περί τις 22/04/1989 της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθηκεύσεως Ακινήτου υπ' αρ. Υ3413/89 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας για το ποσό των Λ.Κ.250.000.- πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από τις 22/04/89, πλέον έξοδα.

 

4.      Στα πλαίσια της Αγωγής με Αρ. 3382/95, οι εκεί Εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση.

 

5.      Οι αναφερόμενες στην παρούσα Έκθεση Απαίτησης πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες παραχωρήθηκαν στην Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd υπό μορφή δανείου και οι αναφερόμενες, στην παρούσα Έκθεση Απαίτησης εξασφαλίσεις και/ή εγγυήσεις και/ή ενυπόθηκες εξασφαλίσεις και/ή η συμφωνία εγγύησης της Ενάγουσας, οι οποίες δόθηκαν σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες αναφέρονται στην παρούσα αγωγή είναι οι ίδιες με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και τις εξασφαλίσεις που αναφέρονται στην Αγωγή με Αρ. 3382/95.

 

6.      Στις 07/01/1999 στα πλαίσια της Αγωγής με Αρ. 3382/95, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση (στο εξής η «Απόφαση στην Αγωγή με Αρ. 3382/95»), μετά από ακροαματική διαδικασία με την οποία διέταξε και επιδίκασε όπως οι Εναγόμενοι, Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd, XXXXX Αλωνεύτης, XXXXX Αλωνεύτης, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ, Charbonded Ltd και Ακίνητα Χαρίλαου Αλωνεύτη Λτδ πληρώσουν στην Barclays Bank Plc το ποσό των Λ.Κ. 223.695,08 με τόκο 9% το χρόνο επί του ποσού των Λ.Κ.134.688,59 από 16/12/1994 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τα έξοδα της αγωγής. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διέταξε την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου του Εναγόμενου 1, ήτοι της Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων, ήτοι την εκποίηση της υποθήκης Υ3413/89 προς πληρωμή του ποσού των Λ.Κ. 223.695,08 πλέον τόκοι προς 9% ετησίως επί ποσού Λ.Κ. 134.688,59 από 16/12/94 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Περαιτέρω με την Απόφαση στην Αγωγή με Αρ. 3382/95 το Δικαστήριο απέρριψε την ανταπαίτηση των εκεί Εναγόμενων. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α.

 

7.      Οι Μ.Α. Goodvalue Suppliers Ltd, XXXXX Αλωνεύτης, XXXXX Αλωνεύτης, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ, Charbonded Ltd και Ακίνητα Χαρίλαου Αλωνεύτη Λτδ καταχώρησαν την πολιτική έφεση υπ' αριθμό 10430 κατά της Απόφασης στην Αγωγή υπ' αριθμό 3382/1995 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 13/07/2001 απέρριψε την έφεση. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β.

 

8.      Η Εναγόμενη, Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δυνάμει συμφωνίας 01/04/1996, εξαγόρασε τις εγχώριες εργασίες και επιχείρηση της Barclays Bank Plc στην Κύπρο, τις εξασφαλίσεις και γενικά τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της Barclays Bank Plc με καθορισμένο χρόνο μεταβίβασης την 30/04/1996.

 

9.      Η Εναγόμενη με δημοσίευση της στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά ή περί την 08/08/1997 γνωστοποίησε ότι οι μεταβιβαζόμενες εργασίες και η επιχείρηση της Barclays Bank Plc μεταβιβάστηκαν και αποκτήθηκαν από την Εναγόμενη κατά ή περί την 30/04/1996.

 

10.    Η Ενάγουσα ουδέν ποσό έχει καταβάλει μέχρι σήμερα έναντι της Απόφασης στην Αγωγή με Αρ. 3382/95.

 

11.    Πρόσφατα, η Εναγόμενη ξεκίνησε δυνάμει του Μέρους VΙΑ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965 ως έχει τροποποιηθεί, διαδικασία για εκποίηση του ακινήτου το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη XXXXX/89 η οποία υποθήκη εξασφαλίζει την πληρωμή των πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες αναφέρονται τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και στην Αγωγή με Αρ. 3382/95.

 

Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιο του δικαστηρίου προκύπτει ότι η σύμβαση δανείου, αντικείμενο της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής,  αποτέλεσε το αντικείμενο της αγωγής 3382/95, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε, την 07/01/1999, απόφαση υπέρ της Barclays Bank Plc και εναντίον έξι εναγόμενων, μεταξύ των οποίων ήταν και η Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή. Η απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο την 13/07/2001, στα πλαίσια της έφεσης 10430. Εν τω μεταξύ, προτού καν εκδοθεί απόφαση από το πρωτόδικο δικαστήριο και στη συνέχεια από το Εφετείο,  η  Barclays Bank Plc εξαγοράσθηκε από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, που είναι η εναγόμενη στην παρούσα αγωγή. Η εξαγορά έλαβε χώρα το 1996 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με σχετική γνωστοποίηση το 1997».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην απόφαση του ημερ. 30.1.20, εξήγησε ότι η εξαγορά της μιας τράπεζας από την άλλη έγινε με βάση το Άρθρο 4 του περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Ν.64(Ι)/97, σύμφωνα με το οποίο, «… κατά το χρόνο μεταβίβασης, οι μεταβιβαζόμενες εργασίες και η επιχείρηση της εξαγορασθείσας Τράπεζας … μεταβιβάζονται προς και αποκτώνται από την αποκτώσα Τράπεζα». Παρεμβάλλουμε πως ο εν λόγω Ν.64(Ι)/97 είχε αναδρομική ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1996. Πρόσθεσε δε τα ακόλουθα το πρωτόδικο Δικαστήριο:

 

«Οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που έχει η  εξαγορασθείσα Τράπεζα δεν τερματίζεται και ή διακόπτεται  λόγω της μεταβίβασης αλλά συνεχίζει να κατέχεται από την αποκτώσα Τράπεζα. Σχετική είναι η πρόνοια του άρθρου 6 του Νόμου, την οποία παραθέτω αμέσως πιο κάτω, αυτούσια:

 

«6. Οποιαδήποτε αγωγή, διαιτησία ή διαδικασία και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που κατά το χρόνο μεταβίβασης εκκρεμεί ή υφίσταται υπό ή εναντίον ή προς όφελος της εξαγορασθείσας Τράπεζας δε θα τερματίζεται ούτε θα διακόπτεται ούτε θα επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω των προνοιών του παρόντος Νόμου, αλλά θα μπορεί να καταχωρείται ή να συνεχίζεται ή να εκτελείται υπό ή εναντίον ή προς όφελος της αποκτώσας Τράπεζας, όπως ίσχυε πριν από το χρόνο μεταβίβασης για την εξαγορασθείσα Τράπεζα».

 

Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει ότι οποιοδήποτε δικαίωμα απέκτησε  η  Barclays Bank Plc δυνάμει της απόφασης, ημερομηνίας  07/01/1999, που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 3382/95, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας,  μεταβιβάσθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ήτοι στην Εναγόμενη.

 

[…]

 

… οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που είχε η  εξαγορασθείσα Τράπεζα δεν τερματίζεται και ή διακόπτεται  λόγω της μεταβίβασης αλλά συνεχίζει να κατέχεται από την αποκτώσα Τράπεζα, ήτοι την Εναγόμενη, σχετική είναι η πρόνοια του άρθρου 6 του Νόμου».

(έμφαση δοθείσα)

 

Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Εφεσείουσα δεν προσδιόρισε κάποιο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Ελληνικής Τράπεζας, αλλά ζητούσε έκδοση αρνητικής διακήρυξης, ότι δηλαδή η Ελληνική Τράπεζα δεν δικαιούτο να ασκήσει τα δικαιώματα της με βάση τον Νόμο. Το Δικαστήριο απεφάνθη πως δεν πληρούντο οι προϋποθέσεις του Άρθρου 41 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, το οποίο αφορά δηλωτικές αποφάσεις και κατέληξε πως η αγωγή ήταν καταχρηστική και ως τέτοια θα έπρεπε να απορριφθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απεφάνθη, επίσης, ότι η αγωγή δεν μπορούσε να προχωρήσει, λόγω δεδικασμένου.

 

Η Εφεσείουσα, με τρεις λόγους έφεσης, προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα: προχώρησε στην απόρριψη της αγωγής στο στάδιο εκδίκασης προδικαστικών σημείων (πρώτος λόγος), αποφάσισε ότι η αγωγή ήταν καταχρηστική και ή συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας καθότι ζητά αναγνώριση απόφασης για τη μη άσκηση των δικαιωμάτων της Εφεσίβλητης τα οποία πηγάζουν από τον νόμο και τους θεσμούς (δεύτερος λόγος), και τέλος, αποφάσισε ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει λόγω ύπαρξης δεδικασμένου (τρίτος λόγος). Σημειώνεται ότι μετά την καταχώριση της υπό κρίση έφεσης, η Εφεσίβλητη Ελληνική Τράπεζα αντικαταστάθηκε από την Themis Portfolio (S1) Management Holdings Ltd, στην οποία έχουν μεταβιβαστεί, μεταξύ άλλων, πιστωτικές διευκολύνσεις και οι συναφείς με αυτές εγγυήσεις και εξασφαλίσεις.

 

Με τον πρώτο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα προέταξε ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή στο στάδιο των προδικαστικών ενστάσεων. Στην αιτιολογία αυτού, προβάλλεται ότι το Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα τις αρχές που διέπουν την εκδίκαση προδικαστικών σημείων καθότι δεν εγείρονταν καθαρά νομικά σημεία, αλλά πολύπλοκα νομικά σημεία, για την εξέταση των οποίων χρειαζόταν να ακουστεί μαρτυρία. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι το Δικαστήριο αγνόησε το γεγονός ότι η Εφεσίβλητη δήλωσε σε προγενέστερο στάδιο ότι εγκατέλειπε το αίτημα για εκδίκαση προδικαστικών σημείων.

 

Στο περίγραμμα αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον μας η Εφεσείουσα υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε την υπόθεση σε πολύ πρώιμο στάδιο, αγνοώντας όλα τα επιχειρήματα που υπήρχαν ενώπιον του και επιφέροντας αδικία στην Εφεσείουσα. Συγκεκριμένα, προέβαλε ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν υπεισήλθε στα ειδικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως το γεγονός ότι η Ελληνική Τράπεζα δεν ήταν διάδικος, ούτε στην παλαιότερη πρωτόδικη, αλλά ούτε και στην προαναφερθείσα δευτεροβάθμια διαδικασία και ούτε ζήτησε να καταστεί διάδικος, παρόλο που η εξαγορά των εργασιών έγινε προγενέστερα από τον χρόνο έκδοσης των δύο αποφάσεων, επομένως δεν νομιμοποιείτο να ζητά την εκτέλεση της απόφασης ημερ. 7.1.99. Διευκρίνισε περαιτέρω, ότι δεν είναι η θέση της Εφεσείουσας ότι η δήλωση της Εφεσίβλητης περί μη προώθησης προδικαστικών ενστάσεων δημιουργούσε κώλυμα για να τις παρουσιάσει στο στάδιο που της ζητήθηκε από το Δικαστήριο, ούτε και αμφισβήτησε την εξουσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εξετάσει τις προδικαστικές ενστάσεις αυτεπάγγελτα, αλλά ότι εφόσον και οι δύο πλευρές επέλεξαν να παρουσιάσουν μαρτυρία και τα θέματα που εγείροντο ήταν πολύπλοκα, το Δικαστήριο όφειλε να ακούσει μαρτυρία.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν είχε καταχωρηθεί αίτηση με βάση τη Δ.27 θ.1 των τότε ισχυόντων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου. Το Δικαστήριο, υπέδειξε στους δικηγόρους των διαδίκων ότι οι προδικαστικές ενστάσεις της υπεράσπισης θα μπορούσαν να ήταν καθοριστικές για την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης, έχοντας υπόψη και τον κατάλογο παραδεκτών γεγονότων και τους κάλεσε να ακουστούν αυτές προδικαστικά. Σημειώνουμε ότι η Εφεσείουσα δεν έφερε πρωτοδίκως οποιαδήποτε ένσταση στο να ακουστούν προδικαστικά οι εν λόγω ενστάσεις.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, η προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων τα οποία εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις γίνεται, κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι εγείρουν σοβαρό νομικό θέμα, η εξέταση του οποίου δυνατόν να αποφασίζει όλη την υπόθεση ή ουσιώδες μέρος της αγωγής. Δεν είναι δυνατή η εξέταση προδικαστικά των περιπτώσεων όπου υπάρχει ασάφεια των γεγονότων ή του νόμου (βλ. Χ΄΄ Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 949). Είναι, επίσης, νομολογημένο ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία και αυτεπάγγελτα να θέσει κάποιο νομικό σημείο που εγείρεται στα δικόγραφα (βλ. Νεοφύτου ν. Malak κ.ά., Πολ. Έφ. 118/12, ημερ. 21.6.18, ECLI:CY:AD:2018:A297).

 

Λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που διέπουν το θέμα, κρίνουμε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε την εξουσία του και αυτεπάγγελτα εξέτασε τις προδικαστικές ενστάσεις, παρά τις προηγούμενες δηλώσεις των δικηγόρων της Εφεσίβλητης. Δεν υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα τα οποία θα έπρεπε να κριθούν κατά τη δίκη. Τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία είχαν καταγραφεί, παρείχαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο το αναγκαίο υπόβαθρο για να αποφασίσει επί των προδικαστικών ενστάσεων. Απόδειξη τούτου είναι το ότι δεν μας έχει υποδειχθεί κάποιο γεγονός το οποίο είτε απαιτείτο και δεν υπήρχε είτε ελήφθη υπόψη χωρίς να υπάρχει, στα όσα δηλώθηκαν.

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται.

 

Με τον δεύτερο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα προβάλλει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή ήταν καταχρηστική επί τω ότι δεν εδράζετο σε οποιοδήποτε νομικό δικαίωμα και κατ’ επέκταση ότι δεν πληρούντο οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, το οποίο προβλέπει τα εξής:

 

«Έκαστον δικαστήριov εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιoδoσίας θα έχη εξoυσίαv όπως εκδίδη δεσμευτικάς αvαγvωρίσεις δικαιώματος είτε ζητείται ή ηδύvατo να ζητηθή oιαδήπoτε παρεπoμέvη θεραπεία ή όχι».

 

Η Εφεσίβλητη, αντιθέτως, υποστήριξε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο πιο πάνω νομικό συμπέρασμα χωρίς να ακούσει μαρτυρία, στη βάση των όσων ανέφερε η Εφεσείουσα στην Έκθεση Απαίτησης, στα παραδεκτά γεγονότα και στη σχετική νομοθεσία.

 

Στην Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ ν. Πιτσιλλίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 32/15, ημερ. 31.5.24, αναφορικά με τις αρχές έκδοσης αποφάσεων οι οποίες είναι αναγνωριστικές δικαιώματος, λέχθηκαν τα εξής:

 

«Όπως προκύπτει, αναγνωριστική απόφαση εκδίδεται μόνο όταν ένας εναγόμενος έχει προβάλει δικαίωμα, διατυπώσει απαίτηση ή αμφισβητήσει την απαίτηση του ενάγοντα στην ενάσκηση των νομικών του δικαιωμάτων».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην εκκαλούμενη απόφαση, σε σχέση με τις αιτούμενες θεραπείες, ανέφερε ότι εκείνο το οποίο στην ουσία αιτείτο η Εφεσείουσα ήταν αναγνωριστική απόφαση ότι η Ελληνική Τράπεζα δεν νομιμοποιείτο στην εκτέλεση της απόφασης ημερ. 7.1.99 στην αγωγή αρ. 3382/95, η οποία εκδόθηκε υπέρ της Barclays Bank Plc. Αιτείτο δηλαδή, σύμφωνα με το Δικαστήριο, την έκδοση αρνητικής διακήρυξης.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση αναφορικά με την έκδοση αρνητικής διακήρυξης από την Gasto Shipping Company Ltd v. Mineag Sqm Ltd κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1634, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Από τα νομολογηθέντα προκύπτουν τα εξής:

(α) Η έκδοση αρνητικής διακήρυξης εκδίδεται σε εξαιρετικές περιστάσεις.

(β) Αξιώσεις για αρνητικές διακηρύξεις πρέπει να προσεγγίζονται με μεγάλη περίσκεψη και να υποβάλλονται σε ενδελεχή έρευνα.

(γ) Πρέπει να εξετάζεται η ωφελιμότητα της έκδοσης μιας αρνητικής διακήρυξης.

(δ) Πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο δεν θα αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη αν δεν εκδοθεί μια αρνητική διακήρυξη».

 

Παρέπεμψε, επίσης, στην Πεκρής ν. Τζιάνναρου κ.ά. (2016) 1 Α.Α.Δ. 92, όπου επανατονίστηκαν οι πιο πάνω αρχές, ως ακολούθως:

 

«Συνήθως τα δικαστήρια εκδίδουν δηλωτική απόφαση σε σχέση με νομικά δικαιώματα. Όμως όπου με την αγωγή ζητείται μόνο αναγνωριστική απόφαση, χωρίς να ζητείται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή (βλ. Mellstrom v. Garner [1970] 2 All ER 9 CA και Annual Practice 1958, σελ. 578). Συχνά ζητείται αναγνωριστική απόφαση επί γεγονότων που δεν έχουν ακόμη προκύψει (Greenwich Healthcare National Health Service v. London and Quadrant Housing Trust a.o. [1998] 3 All ER 437 και Gasto Shipping Company Limited, ανωτέρω). Για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια υπέρ της έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, θα πρέπει να προκύπτει κάποιο χειροπιαστό όφελος για τον ενάγοντα (Maerkle v. British and Continental Fur Co Ltd [1954] 3 All ER 50 CA). Τα δικαστήρια δεν εκδίδουν αναγνωριστικές αποφάσεις για ακαδημαϊκά και μόνο ερωτήματα (Howard v. Pickford Tool Co Ltd [1951] 1 KB 417 CA) ή όπου η απάντηση στο ερώτημα θα είναι μάταιη ή άνευ ουσιαστικής σημασίας».

 

Το Δικαστήριο, στην εκκαλούμενη απόφαση, κατέληξε ότι η καταχώριση της αγωγής έγινε καταχρηστικά, με το ακόλουθο σκεπτικό:

 

«Η Ενάγουσα με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή δεν προσδιόρισε κάποιο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης.  Εκείνο που στην ουσία ζητά είναι δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη δεν δικαιούται να ασκήσει τα πιο πάνω δικαιώματα της, που προνοούνται από το Νόμο και τους Θεσμούς. Η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης δεν εδράζεται σε οποιοδήποτε  νομικό δικαίωμα και κατ'  επέκταση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και οι αρχές της νομολογίας που παρέθεσα πιο πάνω, για έκδοση δηλωτικής απόφασης».

 

Συμφωνούμε με τα όσα πιο πάνω αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η Εφεσείουσα δεν προσδιόρισε οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εφεσίβλητης. Ούτε οι αιτούμενες θεραπείες μπορούν να ενταχθούν σε εξαιρετικές περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται η έκδοση αρνητικής διακήρυξης, σύμφωνα με τη νομολογία.

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Με τον τρίτο λόγο έφεσης, η Εφεσείουσα προτάσσει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι η αγωγή θα έπρεπε να απορριφθεί και λόγω δεδικασμένου. Σύμφωνα με το επιχείρημα, δεν υπήρχε ταυτότητα διαδίκων εφόσον η Ελληνική Τράπεζα δεν κατέστη διάδικος ούτε στην αγωγή αρ. 3382/95, ούτε και στην έφεση αρ. 10430. Η υπό κρίση απόφαση, ημερ. 7.1.99, αφορούσε διαφορά μεταξύ της Barclays και της Εφεσείουσας και αυτή ήταν η θέση που προώθησε η Barclays τόσο στην πρωτόδικη όσο και στην κατ’ έφεση διαδικασία. Αυτό δε, επιβεβαιώθηκε, σύμφωνα με το επιχείρημα και από την απόφαση στην έφεση 10430. Σημειώνουμε ότι στην έφεση 10430 κρίθηκε ότι η Barclays ήταν η τράπεζα που παραχώρησε το δάνειο και ήγειρε την αγωγή και επομένως η συμφωνία μεταξύ των δύο τραπεζών δεν επηρέαζε τη συμβατική σχέση που υπήρχε μεταξύ της Barclays και των εκεί εναγομένων, μεταξύ των οποίων και της εδώ Εφεσείουσας και ούτε και παρίστατο ανάγκη αναφοράς στα δικόγραφα στη συμφωνία μεταξύ των δύο τραπεζών.

 

Η Εφεσείουσα προβάλλει, επίσης, με τον τρίτο λόγο έφεσης, ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε διάδοχη κατάσταση, εφόσον η μεταβίβαση των εργασιών προηγήθηκε της εκδίκασης των υπό αναφορά δικαστικών υποθέσεων.

 

Όπως υποδείχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Κωμοδρόμου, Πολ. Έφ. Αρ. 283/15, ημερ. 17.11.25, αναφορικά με το δεδικασμένο: «Η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι υπάρχει προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση, ταύτιση των διαδίκων και της ιδιότητας τους καθώς και ταύτιση επιδίκων θεμάτων».

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εκκαλούμενη απόφαση, σημείωσε ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα προέκυπτε ότι η σύμβαση δανείου, αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής, είχε ήδη αποτελέσει το αντικείμενο της αγωγής αρ. 3382/95, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε στις 7.1.99, η πρωτόδικη απόφαση, η οποία το 2001 επικυρώθηκε κατ’ έφεση. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο, αφού εξέτασε τις θέσεις των δύο πλευρών, κατέληξε ότι υφίστατο δεδικασμένο, με το ακόλουθο σκεπτικό:

 

«Στην υπό κρίση υπόθεση, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου, η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εξαγόρασε την Barclays Bank PLC και κατ΄ επέκταση έχει καταστεί διάδοχος της, όσο αφορά τα δικαιώματα που απέκτησε η πρώτη με την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 5661/90 [ΣΗΜ.: ο αριθμός αγωγής, προφανώς εκ παραδρομής, είναι από προηγηθείσα πρωτόδικη παραπομπή στη Γαβριήλ κ.ά. ν. Αγαπίου (1998) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1868].  Εν προκειμένω καταλήγω ότι υπάρχει ταύτιση διαδίκων και η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει λόγω δεδικασμένου.

 

Για τους λόγους που παρέθεσα πιο πάνω κρίνω ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπρόσθετο αυτό λόγο».

 

Συμφωνούμε με την πιο πάνω προσέγγιση. Η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής ανέλυσε ορθώς την αρχή του δεδικασμένου και, έχοντας ως υπόβαθρο τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία κατέθεσαν οι διάδικοι, κατέληξε ότι υπήρχε δεδικασμένο. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, δεν αμφισβητείται ότι η επίδικη σύμβαση δανείου αποτέλεσε το αντικείμενο της πρωτόδικης και κατ’ έφεση διαδικασίας αρ. 10430, ούτε και το ότι η Ελληνική Τράπεζα εξαγόρασε την Barclays μετά την καταχώριση της αγωγής αρ. 3382/95. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε ορθά τις πρόνοιες του Ν.64(Ι)/97 και κατέληξε ότι οποιαδήποτε δικαιώματα απέκτησε η Barclays Bank Plc από την απόφαση ημερ. 7.1.99 μεταβιβάστηκαν στη διάδοχη Ελληνική Τράπεζα, η οποία δικαιούτο στην εκτέλεση της απόφασης. Η δε απόφαση στην έφεση αρ. 10430 δεν απέκλεισε το δικαίωμα της Ελληνικής Τράπεζας για εκτέλεση της απόφασης. Αρκεί, προς επίρρωση των πιο πάνω, να παραπέμψουμε στις πρόνοιες του Άρθρου 6 του Ν. 64(Ι)/97, στο οποίο ορθώς βασίστηκε και η πρωτόδικη Δικαστής, ως ήδη έχουμε καταδείξει πιο πριν.

 

 

Συνακόλουθα και ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η έφεση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα €5.100 πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον της Εφεσείουσας.

 

 

 

 

Χ.Β. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Δ.

 

 

Μ. ΤΟΥΜΑΖΗ, Δ.

 

 

Θ. ΘΩΜΑ, Δ.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο