ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ. Ε62/2026)
(i-justice)
2 Οκτωβρίου, 2026
[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ]
[ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
Α. Π.
Εφεσείοντας
και
Χ. Σ.
Εφεσίβλητη
------------------------------------------------
Κατερίνα Αθηαινίτη με Ηρώ Αθηαινίτη, ασκούμενη δικηγόρο για Λουκής Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Άγγελος Αντωνέλλος για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και Αρτέμης Μάρκου, για την Εφεσίβλητη
------------------------------------------------
ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Η απόφαση είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Κονή, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΚΟΝΗΣ, Δ.: Σύμφωνα με τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης οι διάδικοι διατηρούσαν σχέση και συμβίωναν στη Λεμεσό. Στις 29.7.2020 απέκτησαν τον ανήλικο γιο τους, [ ], ο οποίος αναγνωρίστηκε εκούσια από τον εφεσείοντα.
Λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζαν στη σχέση τους, επήλθε διάσταση πριν τη γέννηση του γιου τους. Μετά τη διάσταση η εφεσίβλητη με τον ανήλικο συνέχισαν να διαμένουν στη Λεμεσό μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2022. Ακολούθως, με τη σύμφωνη γνώμη του εφεσείοντος, εγκαταστάθηκαν στη Λάρνακα στην πατρική κατοικία της εφεσίβλητης. Ο εφεσείων εξακολουθούσε να διαμένει στη Λεμεσό. Έκτοτε επικοινωνούσε με τον ανήλικο βάσει του προγράμματος που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων. Η εφεσίβλητη εν τω μεταξύ τέλεσε γάμο ενώ ο ανήλικος κατά τη σχολική χρονιά 2025 - 2026 φοιτούσε σε Προδημοτική στην Αραδίππου.
Στις 29.1.2026 η εφεσίβλητη καταχώρισε εναρκτήρια κλήση με την οποία εξαιτείται διατάγματα διά των οποίων να της ανατίθεται η φύλαξη του ως άνω ανήλικου, να καθορίζεται ως τόπος διαμονής του ανήλικου η οδός [ ] στη Λάρνακα και [ ] στη Σωτήρα της επαρχίας Αμμοχώστου ή και ο εκάστοτε τόπος διαμονής της εφεσίβλητης στην επαρχία Αμμοχώστου, να καθορίζεται η επικοινωνία του εφεσείοντος με τον ανήλικο και να επιτρέπεται στην εφεσίβλητη να υπογράφει όλα τα αναγκαία σχολικά έγγραφα που αφορούν την εγγραφή του ανήλικου στο Β΄ Δημοτικό σχολείο Σωτήρας της επαρχίας Αμμοχώστου για τη σχολική χρονιά 2026 - 2027, να δίνει συγκαταθέσεις και να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες ενώπιον οποιουδήποτε αρμόδιου οργάνου ή και αρχής ή και τρίτου για την εγγραφή του ανήλικου στο ως άνω σχολείο, χωρίς να είναι απαραίτητη η συγκατάθεση και υπογραφή του εφεσείοντος.
Στο πλαίσιο της εναρκτήριας αίτησης, η εφεσίβλητη καταχώρισε στις 30.1.2026 μονομερή αίτηση («η Αίτηση») με την οποία εξαιτείτο, την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να της επιτρέπει να υπογράφει όλα τα αναγκαία σχολικά έγγραφα που να αφορούν την εγγραφή του ανήλικου στο Β΄ Δημοτικό Σχολείο Σωτήρας της επαρχίας Αμμοχώστου για τη σχολική χρονιά 2026 - 2027, να δίνει συγκαταθέσεις και να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες ενώπιον οποιουδήποτε αρμοδίου οργάνου ή και αρχής ή και τρίτου για την εγγραφή του ανήλικου στο ως άνω σχολείο χωρίς να είναι απαραίτητη η συγκατάθεση και υπογραφή του εφεσείοντος.
Η εκδοχή της εφεσίβλητης όπως πηγάζει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ήταν ότι, τις μέρες που δεν είχε επικοινωνία ο ανήλικος με τον εφεσείοντα, η εφεσίβλητη και ο ανήλικος διέμεναν με τον σύζυγο της στην οικία του τελευταίου στη Σωτήρα Αμμοχώστου ενώ τις υπόλοιπες μέρες για διευκόλυνση της επικοινωνίας του εφεσείοντος, διέμεναν στην πατρική της οικία στη Λάρνακα. Η εφεσίβλητη και ο σύζυγος της άρχισαν την ανέγερση κατοικίας σε οικόπεδο που ανήκει στο σύζυγο της στο ίδιο χωριό η οποία αναμένετο να ολοκληρωθεί το καλοκαίρι του τρέχοντος έτους. Με την ολοκλήρωση της κατοικίας προτίθενται να εγκατασταθούν εκεί όλοι μόνιμα. Η απόφαση αυτή λήφθηκε με γνώμονα το συμφέρον του ανήλικου ο οποίος θα έπρεπε να εγγραφεί σε συγκεκριμένο δημοτικό σχολείο. Σταθμίζοντας την ηλικία του και τη δυσχέρεια μετεγκατάστασης του σε άλλη επαρχία σε μελλοντικό χρόνο με επακόλουθη ανάγκη την αλλαγή της φοίτησης του σε άλλο σχολείο, η εφεσίβλητη θεωρούσε ότι ήταν προς το συμφέρον του να γίνει η αλλαγή πριν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς 2026 - 2027. Ο ανήλικος της ανέφερε σε αρκετές περιπτώσεις πόσο του άρεσε να διαμένει στη Σωτήρα, στοιχείο που έκανε την απόφαση τους για εγκατάσταση στο εν λόγω χωριό ακόμη πιο εύκολη.
Ήταν θέση της εφεσίβλητης ότι απευθύνθηκε επανειλημμένα προς τον εφεσείοντα αλλά και προς τους δικηγόρους του για να υπογράψει το έντυπο συγκατάθεσης για εγγραφή του ανήλικου στη δημοτική εκπαίδευση, όμως ο εφεσείων αρνείτο και αδιαφορούσε και δεν είχε μέχρι την καταχώριση της Αίτησης λάβει απάντηση. Λόγω της αδιαφορίας του εφεσείοντος παρήλθε ο χρόνος ηλεκτρονικής εγγραφής του ανήλικου και ήταν απαραίτητο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για να μπορεί αυτός να εγγραφεί στο Β’ Δημοτικό Σχολείο Σωτήρας. Μετά από προσπάθειες της ίδιας κατάφερε τελικά να κρατήσει θέση στο αναφερόμενο σχολείο πλην όμως της λέχθηκε από τη διεύθυνση του σχολείου ότι για να πραγματοποιηθεί η εγγραφή του ανήλικου θα έπρεπε να προσκομίσει είτε συγκατάθεση του εφεσείοντος είτε διάταγμα του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε σε αδιαφορία και έλλειψη συνεργασίας από πλευράς του εφεσείοντος κάθε φορά που απαιτείτο υπογραφή κάποιου εγγράφου που αφορούσε τον ανήλικο, στοιχείο που σύμφωνα με την αιτήτρια, καταδείκνυε ότι ο τελευταίος δεν είχε πραγματικό ενδιαφέρον για την ευημερία του.
Έχοντας υπόψη ότι τον Σεπτέμβριο του 2026 ο ανήλικος θα έπρεπε να φοιτήσει στην Α΄ τάξη του δημοτικού και οι ηλεκτρονικές εγγραφές είχαν τελειώσει, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ήταν απολύτως αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί το καλώς νοούμενο συμφέρον του ανήλικου ενώ δεν θα προκαλούσε ζημιά ή δυσμενή επηρεασμό στον εφεσείοντα, αφού από τη διάσταση ο ανήλικος διέμενε μαζί της.
Αποτέλεσε επίσης θέση της ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ενώ, σε περίπτωση μη έκδοσης και άρνησης του εφεσείοντος να υπογράψει τα έγγραφα που απαιτούνταν, ο ανήλικος θα έχανε τη χρονιά στη δημοτική εκπαίδευση και την ευκαιρία να μορφωθεί και να ξεκινήσει την εκπαίδευση του ως επίσης θα του προκαλείτο ανεπανόρθωτη ζημιά τόσο συναισθηματικά όσο και ψυχολογικά.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η Αίτηση επιδοθεί στον εφεσείοντα ο οποίος στις 4.3.2026 καταχώρισε ένσταση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του ίδιου όπου πρόβαλε ως λόγους ένστασης, μεταξύ άλλων, ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι ή και προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και δεν υφίστατο η ανάγκη για παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας. Η Αίτηση ήταν παράτυπη ή και στερείτο νομικού ερείσματος, καταχωρίστηκε καταχρηστικά ή και εκδικητικά ή και δόλια, ήταν παράνομη ή και αντίκειτο στον Νόμο ή και στις θεσμοθετημένες ή και νομολογιακές αρχές της προσωρινής δικαστικής προστασίας. Πρόβαλε επίσης ότι η εφεσίβλητη/αιτήτρια ψευδόταν, απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και δεν προσήλθε με καθαρά χέρια τόσο όσον αφορά την ανάγκη έκδοσης προσωρινού διατάγματος, και δη μονομερούς, όσο και αναφορικά με τον επείγοντα χαρακτήρα αυτού. Τυχόν έκδοση προσωρινού διατάγματος θα είχε καίρια και δραστική ανατροπή στην ισχύουσα κατάσταση, χωρίς τη διεξαγωγή πλήρους ακροαματικής διαδικασίας ή και χωρίς την εξασφάλιση έκθεσης από αρμόδιο λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, ως ορίζει ο Νόμος και οι Κανονισμοί, με κίνδυνο παραβίασης του δικαιώματος της δίκαιης δίκης. Περαιτέρω θα προκαλούσε ανεπανόρθωτο πλήγμα στον εφεσείοντα καθώς και στον ανήλικο η οποία δεν μπορούσε να αποτιμηθεί σε χρήμα ή και να θεραπευθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Ήταν προς όφελος του ανήλικου να διαμένουν και οι δύο γονείς στην ίδια επαρχία, ήτοι στην επαρχία Λάρνακας, στην οποία ο εφεσείων σκόπευε να μετεγκατασταθεί από την 1.4.2026 και συγκεκριμένα στην Αραδίππου. Πρόβαλε ακόμα ότι καταχώρισε πολύ καλή Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στο πλαίσιο της κυρίως Αίτησης Γονικής Μέριμνας.
Ο εφεσείων καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην οποία ανταπαιτεί την ανάθεση της άσκησης γονικής μέριμνας του ανηλίκου από κοινού στους διαδίκους, να καθορίζεται ως τόπος διαμονής του ανηλίκου ο εκάστοτε τόπος διαμονής του γονέα με τον οποίο θα διαμένει στην επαρχία Λάρνακας, να ρυθμιστεί η επικοινωνία του με τον ανήλικο και να διαταχθεί η εγγραφή του ανήλικου, για τη σχολική χρονιά 2026 - 2027, στο Α’ Δημοτικό Σχολείο Αραδίππου.
Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του ημερ. 6.5.2026 προχώρησε αρχικά στην εξέταση των λόγων ένστασης ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και ότι προσπάθησε να το παραπλανήσει με ψευδείς ισχυρισμούς αποκρύβοντας ουσιώδη γεγονότα και ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος, τους οποίους απέρριψε.
Εξετάζοντας την ουσία της Αίτησης το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε, παραπέμποντας σε σχετική νομοθεσία και νομολογία αλλά και στα γεγονότα της υπόθεσης, ότι πληρούνταν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960.
Υπενθυμίζουμε καταρχάς ότι σύμφωνα με τη θεμελιώδη απόφαση Odysseos ν. A. Pieris Estates Ltd and others (1982) 1 Α.Α.Δ. 557 οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 συνίστανται στη σωρευτική ικανοποίηση τριών κριτηρίων προτού εξεταστεί το ισοζύγιο της ευχέρειας με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Τα τρία κριτήρια είναι: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) να υπάρχει δυνατότητα επιτυχίας στην αγωγή και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος.
Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας έκρινε ότι έκλεινε υπέρ της έγκρισης της Αίτησης και έτσι προχώρησε στην έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος.
Ο εφεσείων ο οποίος προφανώς δεν έμεινε ικανοποιημένος με την πρωτόδικη απόφαση, την προσβάλλει με έξι λόγους έφεσης.
Με τον πρώτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη θέση του ότι ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν είναι να υποκαταστήσει το ρόλο και να ενεργήσει ως εμπειρογνώμονας για να είναι σε θέση να προβεί σε πλήρη και ορθή αξιολόγηση και να αποφανθεί ως προς το συμφέρον του ανήλικου και συνακόλουθα η πρωτόδικη απόφαση αποτελεί παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης, του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και του δικαιώματος του εφεσείοντος να ακουστεί όπως αυτό διασφαλίζεται από τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Υποστηρίζεται από πλευράς εφεσείοντος ότι στην απουσία αξιολόγησης του ανήλικου καθώς και των διαδίκων από εμπειρογνώμονα ή και λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας δεν μπορούσε να διαπιστωθεί κατά πόσον το συμφέρον του ανήλικου υπαγόρευε την εγγραφή του σε Δημοτικό Σχολείο άλλης επαρχίας.
Η πλευρά του εφεσείοντος επικαλείται προς υποστήριξη των θέσεων του τον Κανονισμό 5(1) του περί Κηδεμονίας Ανηλίκων και Ασώτων Διαδικαστικού Κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε από τον Δ.Κ. 1/72 ο οποίος έχει ως ακολούθως:
"Τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού 4, οσάκις υποβάλλεται αίτησις προς το Δικαστήριον δυνάμει του Νόμου, δι' έκδοσιν διατάγματος εν σχέσει προς το πρόσωπον του ανηλίκου, το Δικαστήριον διορίζει, το ταχύτερον δυνατόν, Λειτουργόν Ευημερίας εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του οποίου ο αιτητής ή ο ανήλικος διαμένει, καθήκον του οποίου είναι να διερευνά όσον το δυνατόν πληρέστερον, όλας τας περιστάσεις τας σχετικάς με το προτεινόμενον διάταγμα προς τον σκοπόν όπως διασφαλισθώσι τα συμφέροντα του ανηλίκου ενώπιον του Δικαστηρίου, και να υποβάλλη σχετικήν έκθεσιν προς το Δικαστήριον και ειδικώς είναι καθήκον του Λειτουργού Ευημερίας-
(α) να διεξάγη ερεύνας προς άπαντα τα θέματα ως προς τα οποία υπάρχει οιοσδήποτε ισχυρισμός εν τη αιτήσει ή άτινα σχετίζονται προς αυτήν και άτινα κατά την γνώμην του θα βοηθήσωσι το Δικαστήριον εις το να αποφασίση περί της καταλληλότητας του αιτητού να καταστή ο κηδεμών του ανηλίκου και να υποβάλλη έκθεσιν προς το Δικαστήριον περί αυτών·
(β) να λαμβάνη συνεντεύξεις προσωπικώς ή μέσω ετέρου Λειτουργού Ευημερίας ενεργούντος εκ μέρους του διά τον σκοπόν αυτόν, παρ' οιουδήποτε προσώπου το οποίον αιτείται έκδοσιν του διατάγματος ή το οποίον αναφέρεται εν τη αιτήσει, ή προσώπου προς το οποίον απαιτείται όπως επιδοθή κοινοποίησις της αιτήσεως δυνάμει του Κανονισμού 11(3)·
(γ) να ικανοποιήται κατά πόσον ο ανήλικος είναι τοιαύτης ηλικίας ή μη ώστε να αντιλαμβάνηται τας συνεπείας του αιτήθέντος διατάγματος και εάν ικανοποιήται ότι ο ανήλικος είναι τοιαύτης ηλικίας-
(ι) να εξακριβώνη κατά πόσον ο ανήλικος έχει πληροφορηθή περί της αιτήσεως και περί των ειρημένων συνεπειών και εάν δεν έχη πληροφορηθή σχετικώς να τον πληροφορή·
(ιι) να ειδοποιή το Δικαστήριον ότι ο ανήλικος έχει πληροφορηθή σχετικώς·
(δ) να παρίταται εις το Δικαστήριον οσάκις είναι αναγκαίον διά τους σκοπούς της αιτήσεως:
Νοείται ότι το Δικαστήριον δύναται, οσάκις θεωρεί τούτο πρέπον, να διορίζη Λειτουργόν Ευημερίας ως δικαστικόν κηδεμόνα″.
Είναι γεγονός ότι στο πλαίσιο αίτησης γονικής μέριμνας με την οποία ζητείται η φύλαξη, επιμέλεια και φροντίδα ανηλίκου καθώς και η ρύθμιση της επικοινωνίας των γονέων του μαζί του (όπως η εναρκτήρια αίτηση) οι πιο πάνω πρόνοιες του Κανονισμού είναι επιτακτικές, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τη σχετική νομολογία (βλ. Δαμιανού ν. Δαμιανού κ.ά. (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 29 και Κωνσταντίνου ν. Ξιούρου, Έφεση Αρ. 4/2015, ημερ. 14.1.2020). Στην υπό κρίση όμως υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επιλαμβάνετο της εναρκτήριας αίτησης, αλλά της επίδικης αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος κάτι που, ορθά, επισήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο στη σελ. 21 της απόφασης του, με τα εξής:
«Σημειώνω ότι στα πλαίσια της εκδίκασης προσωρινού διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει στις εκατέρωθεν αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων και να τις εξετάσει. (Ν.Γ.Χ. ν. Τ.L., Έφ. Αρ.32/2021, ημερ.23.6.2022). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν θα αποφανθεί τελειωτικά κατά πόσο ως τόπος διαμονής του ανηλίκου θα καθοριστεί ο τόπος διαμονής της αιτήτριας στην Λάρνακα ή στην Σωτήρα ή αν τόπος διαμονής του ανηλίκου θα καθοριστεί ο έκαστοτε τόπος διαμονής του γονέα με τον οποίο θα διαμένει στην Επαρχία Λάρνακας, ή αν ο ανήλικος θα φοιτά στο Δημοτικό Σχολείο Σωτήρας ή στο Δημοτικό Σχολείο Αραδίππου. Αυτό θα αποτελέσει έργο του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης όταν πλέον θα έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη μαρτυρία και την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.»
Η πιο πάνω διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι σε συμφωνία με τη νομολογία που διέπει το θέμα και τις εφαρμοστέες αρχές.
Στην πρόσφατη απόφαση μας Πρίνος Λαχαναγορά Λίμιτεδ κ.ά. ν. G. D. L. Trading Limited κ.ά., Πολ. Έφ. Άρ. Ε153/2020, ημερ. 13.7.2026 υπομνύσαμε τα ακόλουθα τα οποία θεωρούμε ως υποβοηθητικά επί του θέματος:
«Στο σύγγραμμα «Διατάγματα Injunctions» των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη στις σελ. 121 - 123 αναφέρεται ότι κατά το στάδιο εξέτασης των προϋποθέσεων του άρθρου 32(1) του Ν.14/1960 είναι άκρως ανεπιθύμητο για το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα και να τα αποφασίζει σ΄ αυτό το πρόωρο στάδιο. Γι΄ αυτό εξάλλου, σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, τέθηκε ως κριτήριο η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ώστε να μην χρειάζεται το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, στη μαρτυρία ή στη συζήτηση περίπλοκων νομικών θεμάτων. Επίσης είναι άσχετο το ότι το Δικαστήριο ενδεχομένως να έχει σχηματίσει την άποψη ότι η απαίτηση του ενάγοντα επί της ουσίας μάλλον θα πετύχει. Γίνεται παραπομπή στην Αγγλική απόφαση Mothercare Ltd v. Robson Books Ltd [1979] FSR 466 Ch D όπου λέχθηκε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης σοβαρών ζητημάτων προς εκδίκαση, οι πιθανότητες επιτυχίας του ενάγοντα θα πρέπει να εξετάζονται σε περιορισμένο βαθμό, αλλά δεν πρέπει να αντιπαραβάλλονται με τις πιθανότητες αποτυχίας ή να αφήνεται σκιά ότι το δικαστήριο αποφάσισε επί της ουσίας. Περαιτέρω αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα ότι δεν αναμένεται το Δικαστήριο να αποφασίσει οτιδήποτε τελεσίδικα σε αυτό το αρχικό στάδιο της υπόθεσης και σίγουρα δεν αναμένεται να καταλήξει επί της εγκυρότητας των εκατέρωθεν νομικών ζητημάτων τα οποία θα κριθούν τελεσίδικα στο τέλος της δίκης.»
(βλ. επίσης Efixon Investments Limited κ.ά. ν. Panisa Holdings Limited, Πολ. Έφ. Αρ. Ε90/2020, ημερ. 10.9.2026).
Με βάση τα πιο πάνω κρίνουμε ότι οι θέσεις της πλευράς του εφεσείοντος στερούνται ερείσματος και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Η πλευρά του εφεσείοντος αναπτύσσει στο περίγραμμα αγόρευσης της τον δεύτερο λόγο έφεσης μαζί με τον πέμπτο και ακολούθως τον τέταρτο λόγο έφεσης μαζί με τον έκτο. Τα επιχειρήματα όμως για αποδοχή των λόγων αυτών έφεσης είναι ουσιαστικά τα ίδια. Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των λόγων έφεσης που είναι συναφείς μεταξύ τους και των θέσεων της πλευράς του εφεσείοντος προς υποστήριξη τους, κρίνουμε ότι οι λόγοι έφεσης υπ’ αρ. 2, 4, 5 και 6 θα πρέπει να εξεταστούν μαζί.
Με τον δεύτερο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε το επίδικο προσωρινό διάταγμα καθώς ανέτρεψε καίρια και δραστικά μια υπάρχουσα κατάσταση χωρίς τη διεξαγωγή πλήρους ακροαματικής διαδικασίας παραβιάζοντας το δικαίωμα του εφεσείοντος σε δίκαιη δίκη και στην ισότητα των όπλων, ενώ προέβη σε κρίσεις που αφορούν τον ανήλικο ως προς τη μη διατήρηση του status quo, ενεργώντας καθ’ υπέρβαση των εξουσιών του. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένες κρίσεις ως προς την ύπαρξη προϋπόθεσης καταχώρισης ενδιάμεσης αίτησης για εγγραφή του ανήλικου στο Δημοτικό σχολείο Αραδίππου από τον εφεσείοντα για να μπορεί να σταθμίσει όλα τα γεγονότα και να αποφασίσει για σκοπούς προσωρινού διατάγματος, κατά παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης, του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 6(1) της ΕΣΔΑ. Με τον πέμπτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέδειξε ότι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο δεν θα αποφάσιζε οριστικά κατά πόσο ως τόπος διαμονής του ανήλικου θα καθοριζόταν ό τόπος διαμονής της εφεσίβλητης στη Λάρνακα ή στην Σωτήρα ή ο εκάστοτε τόπος διαμονής του γονέα με τον οποίο θα διέμενε στην Επαρχία Λάρνακας ή αν ο ανήλικος θα φοιτούσε στο Δημοτικό σχολείο Σωτήρας ή στο Δημοτικό Σχολείο Αραδίππου, προχώρησε στην έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος, καθορίζοντας καίρια και δραστικά τον τόπο διαμονής του ανήλικου στην απουσία έκθεσης λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας. Με τον έκτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αυθαίρετα ή και πεπλανημένα αυτοεγκλωβίστηκε σε δική του κρίση θεωρώντας ότι πρέπει να υποκαταστήσει ακόμα και τους γονείς του ανήλικου, κρίνοντας ότι χωρίς την επέμβαση του δεν θα μπορούσε να εγγραφεί σε δημοτικό σχολείο.
Η πλευρά του εφεσείοντος θεωρεί ως εσφαλμένη την πιο πάνω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου η οποία αποτυπώνεται στη σελ. 25 της πρωτόδικης απόφασης.
Υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απουσία πλήρους ακροαματικής διαδικασίας καθώς επίσης υπό το πρίσμα της ενώπιον του μαρτυρίας, έπρεπε να διατηρήσει την υπάρχουσα κατάσταση και να απορρίψει την Αίτηση.
Η πλευρά του εφεσείοντος μέσα από τους λόγους έφεσης και την επιχειρηματολογία της υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απουσία πλήρους διεξαγωγής ακροαματικής διαδικασίας και υπό το πρίσμα της ενώπιον του μαρτυρίας θα έπρεπε να διατηρήσει την υπάρχουσα κατάσταση και να απορρίψει την Αίτηση. Υποστηρίζει επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι τυχόν απόρριψη της Αίτησης θα άφηνε μετέωρη την εγγραφή του ανήλικου σε σχολείο δημοτικής εκπαίδευσης, ότι δηλαδή χωρίς την παρέμβαση του ο ανήλικος δεν θα εγγραφόταν στην Α΄ τάξη της δημοτικής εκπαίδευσης.
Ούτε οι πιο πάνω λόγοι έφεσης μπορούν να επιτύχουν.
Επαναλαμβάνουμε καταρχάς τα όσα αναφέρουμε πιο πάνω, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου έφεσης, όσον αφορά την έκθεση λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας, ότι δηλαδή δεν ήταν απαραίτητη η ετοιμασία τέτοιας έκθεσης για σκοπούς εκδίκασης της Αίτησης.
Περαιτέρω δεν συμμεριζόμαστε τη θέση της πλευράς του εφεσείοντος όσον αφορά την υφιστάμενη κατάσταση (status quo), την οποία ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο διατάραξε με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Από τη στιγμή που ο ανήλικος δεν ήταν εγγεγραμμένος σε συγκεκριμένο Δημοτικό σχολείο, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για διατάραξη υφιστάμενης κατάστασης, δηλαδή διατάραξη φοίτησης σε συγκεκριμένο σχολείο.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιλήφθηκε αιτήματος προσωρινής ρύθμισης μιας επείγουσας κατάστασης που ήταν η εγγραφή του ανήλικου στην Α΄ τάξη Δημοτικού σχολείου, ζήτημα για το οποίο οι θέσεις των διαδίκων ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες και υπήρχε πίεση χρόνου. Ο εφεσείων στην ένορκη δήλωση του που συνόδευε την ένσταση ανέφερε ότι συμφωνούσε και απαιτούσε όπως ο ανήλικος εγγραφεί στη δημοτική εκπαίδευση. Δεν επιλήφθηκε επομένως ζητήματος για το οποίο θα έπρεπε να αναμένει την πλήρη ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. Αντίθετα εξέτασε ζήτημα του οποίου η μη ρύθμιση ενδεχομένως να καθιστούσε δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, που αντιστοιχεί στο τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 του Ν.14/1960. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ικανοποιείτο το κριτήριο αυτό όπως και τα δυο πρώτα κριτήρια, κρίση η οποία δεν προσβάλλεται με αυτοτελή λόγο έφεσης.
Στην Χειμωνίδης ν. Κωνσταντινίδου, Έφεση Αρ. 14/2020, ημερ. 7.10.2021 το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε τα ακόλουθα:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο στο χειρισμό ενδιάμεσων αιτήσεων για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας με σκοπό την προσωρινή επίλυση επειγουσών καταστάσεων έχει ευρεία διακριτική εξουσία να αποφασίσει έχοντας ακριβώς υπόψη αφενός - και κύρια - το συμφέρον του ανήλικου σε αιτήσεις αυτής της φύσεως που αφορούν στη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας και αφετέρου την προσωρινότητα του μέτρου με κύριο σκοπό την εκδίκαση της κύριας αίτησης.»
Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι, η θέση της πλευράς του εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να αναμένει την πλήρη ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης, στερείται ερείσματος. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι χωρίς την παρέμβαση του το ανήλικο τέκνο δεν θα εγγραφόταν στην Α΄ τάξη της δημοτικής εκπαίδευσης. Το ζήτημα της εγγραφής του ανηλίκου, όπως αναφέρουμε πιο πάνω, υπήρξε, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, σημείο αντιπαράθεσης μεταξύ των διαδίκων και οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. Επομένως το Δικαστήριο καθηκόντως προχώρησε στην προσωρινή επίλυση μιας επείγουσας κατάστασης.
Ουσιαστικά μέσω των πιο πάνω λόγων έφεσης προσβάλλεται η κρίση του Δικαστηρίου, δηλαδή ο τρόπος άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας, ότι δηλαδή αυτό έκλεινε υπέρ της έγκρισης της Αίτησης.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του διάφορα στοιχεία όπως αυτά προέκυπταν μέσω της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του (βλ. σελ. 25) ήτοι το γεγονός ότι δεν είχε εκδοθεί οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα για τη ρύθμιση οποιασδήποτε πτυχής της γονικής μέριμνας του ανήλικου, ότι ο εφεσείων δεν είχε καταχωρίσει οποιαδήποτε ενδιάμεση αίτηση για εγγραφή του ανηλίκου στο Δημοτικό Σχολείο Αραδίππου για να μπορεί το Δικαστήριο να σταθμίσει όλα τα γεγονότα και να αποφασίσει για σκοπούς προσωρινού διατάγματος ενώ εκκρεμούσε μόνο η Αίτηση της εφεσίβλητης για την έκδοση προσωρινού διατάγματος για εγγραφή του ανηλίκου στο Δημοτικό Σχολείο Σωτήρας. Περαιτέρω, η φοίτηση στην Α΄ δημοτικού είναι υποχρεωτική [άρθρο 3(1) του περί Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης (Υποχρεωτική Φοίτηση και Παροχή Δωρεάν Παιδείας) Νόμου του 1993 (24(Ι)/1993)], η παράλειψη των ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανήλικου να τον εγγράψουν σε υποχρεωτική βαθμίδα εκπαίδευσης συνιστά ποινικό αδίκημα (άρθρο 4 του Ν.24(Ι)/1993) και κατά το χρόνο εκδίκασης της Αίτησης ο ανήλικος δεν ήταν εγγεγραμμένος σε οποιοδήποτε δημοτικό σχολείο.
Επομένως, το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι, σε περίπτωση που η Αίτηση οδηγείτο σε απόρριψη, ο ανήλικος θα στερείτο του αναφαίρετου δικαιώματος του στην εκπαίδευση με όλες τις αρνητικές συνέπειες που θα είχε αυτό στη ψυχολογία και στη μελλοντική του πορεία ήταν εύλογο και ορθό υπό τις περιστάσεις.
Κρίνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκήθηκε αιτιολογημένα με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και εντός των ορίων που θέτει η νομολογία.
Όπως άλλωστε έχει λεχθεί στην Χαραλάμπους ν. K. & T. Andreou Ltd κ.ά. (2002) 1(Β) Α.Α.Δ. 1296:
«Το Εφετείο δεν υποκαθιστά το πρωτόδικο Δικαστήριο στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας που παρέχει ο νόμος. Όπως αναφέρει ο Πικής, Π. στην υπόθεση Milouca, "εφόσον η διακριτική ευχέρεια ασκείται με αναφορά στους παράγοντες που, κατά φυσιολογική συνέπεια, επενεργούν στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου, το Εφετείο δεν επεμβαίνει· δεν υποκαθιστά το πρωτόδικο Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει ο νόμος. Αυτή παραμένει στο Δικαστήριο (πρωτόδικο) στο οποίο εναποτίθεται. Είναι υπό το πρίσμα αυτής της πραγματικότητας που αναθεωρείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου από το Εφετείο. (Βλ. Νεάρχου ν. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 962)."
Το Ανώτατο Δικα(σ)τήριο είναι πολύ προσεκτικό στο να επεμβαίνει στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας κατώτερου Δικαστηρίου. Επεμβαίνει μόνο στην απόφαση του εάν υπάρχει πλάνη ως προς τα γεγονότα, σφάλμα νόμου ή αρχής δικαίου ή εάν η άσκηση της διακριτικής εξουσίας είναι καθαρά εσφαλμένη (Βλ. Νεάρχου (πιο πάνω) και Stylianou v. Stylianou (1988) 1 C.L.R. 529).»
(βλ. επίσης Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1996) 3 ΑΑΔ 323, Κολάνη ν. Ταμπούρα (2009) 1(B) ΑΑΔ 1285).»
Οι εισηγήσεις της πλευράς του εφεσείοντος περί εσφαλμένης κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν γίνονται αποδεκτές.
Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι έφεσης υπ΄ αρ. 2, 4, 5 και 6 απορρίπτονται.
Με τον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα διεξήγαγε πρωτογενή έρευνα και στη βάση αυτής προέβηκε σε εσφαλμένα ευρήματα κατά παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης, του Άρθρου 30 του Συντάγματος, του Άρθρου 6(1) της ΕΣΔΑ, των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και των εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα παράπονα της πλευράς του εφεσείοντος εστιάζονται στο ακόλουθο απόσπασμα από την ενδιάμεση απόφαση (σελ. 22):
«Σύμφωνα με το Α. 3 (1) του Περί Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης (Υποχρεωτική Φοίτηση και Παροχή Δωρεάν Παιδείας) Νόμου του 1993 (24(I)/1993): «Η φοίτηση στην υποχρεωτική προδημοτική εκπαίδευση, στο δημοτικό σχολείο και στο γυμνάσιο είναι υποχρεωτική, μέχρις ότου ο μαθητής συμπληρώσει το γυμνασιακό κύκλο ή το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, οποιοδήποτε από τα δύο επισυμβεί πρώτο»
Σύμφωνα με το Α. 4 του ίδιου Νόμου:
«Όπoιoς έχει τηv επιμέλεια τoυ πρoσώπoυ τoυ μαθητή και παραλείπει τηv εγγραφή ή τηv επoπτεία τoυ ως πρoς τη φoίτηση κατά τα oριζόμεvα στo άρθρo 3, διαπράττει αδίκημα τιμωρoύμεvo με πoιvή φυλάκισης μέχρι τρεις μήvες ή με χρηματική πoιvή μέχρι 1.000 ευρώ ή και με τις δύo αυτές πoιvές».
Μελετώντας την σελίδα του Υπουργείου Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας, (Διεύθυνση Δημοτικής Εκπαίδευσης) παρατηρώ ότι αναφέρονται τα ακόλουθα: «H φοίτηση στο δημοτικό σχολείο είναι υποχρεωτική για όλα τα παιδιά. Η φοίτηση στην Α΄ τάξη του δημοτικού σχολείου γίνεται εφόσον το παιδί έχει συμπληρώσει την ηλικία των 6 χρονών πριν από την 1η Σεπτεμβρίου της σχολικής χρονιάς που θα φοιτήσει.
Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο ανήλικος γεννήθηκε στις 29/7/20. Κατά συνέπεια, πριν τον Σεπτέμβριο του 2026 θα έχει συμπληρώσει τα έξι έτη και η φοίτηση του στην Α' Τάξη του Δημοτικού Σχολείου είναι υποχρεωτική. Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί, ότι μέχρι και σήμερα ο ανήλικος δεν έχει εγγραφεί στην Α' Τάξη του Δημοτικού, λόγω της διαφωνίας των γονέων του αναφορικά με το σχολείο στο οποίο θα εγγραφεί για να φοιτήσει.»
Ο λόγος έφεσης αυτός επίσης δεν μπορεί να επιτύχει.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο εντόπισε και έλαβε υπόψη του νομοθεσία η οποία σχετίζετο με το υπό εξέταση ζήτημα. Δεν συμφωνούμε με την πλευρά του εφεσείοντος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κωλύετο να πράξει κάτι τέτοιο ή ότι ενήργησε εκτός των εξουσιών του. Τουναντίον το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση του περιεχομένου των νόμων που έχουν ψηφιστεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, κάθε νόμος αποτελεί θέμα δικαστικής γνώσης εκτός αν υπάρχει αντίθετη πρόνοια περί τούτου στον ίδιο το νόμο. Το Δικαστήριο μπορεί ακόμα να λάβει δικαστική γνώση διαφόρων γνωστοποιήσεων που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας χωρίς να παρίσταται ανάγκη κατάθεσης τους ως τεκμηρίων (Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ιωσήφ και Άλλης (2004) 3 Α.Α.Δ. 420, σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Ν.Γ. Σάντη, «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Έκδοση 2014, σελ. 258-259).
Σε σχέση με τα όσα ανέφερε για τη σελίδα του Υπουργείου Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας (Διεύθυνση Δημοτικής Εκπαίδευσης) είναι γεγονός ότι τέτοια μαρτυρία δεν είχε τεθεί ενώπιον του. Όμως οι όποιες πληροφορίες περιέχοντο στην εν λόγω σελίδα απλώς επιβεβαίωναν τα όσα το Δικαστήριο ήδη έλαβε υπόψη του σε σχέση με τις πιο πάνω πρόνοιες του Ν.24(Ι)/1993. Δηλαδή το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πληροφορίες οι οποίες διαφοροποιούσαν τα ενώπιον του δεδομένα. Εξάλλου και οι δυο γονείς, δηλαδή οι διάδικοι, συμφώνησαν στην ύπαρξη της ανάγκης εγγραφής του ανήλικου στην Α΄ τάξη δημοτικού σχολείου.
Οι πιο πάνω ενέργειες του Δικαστηρίου δεν καταδεικνύουν ότι αυτό παραβίασε την αρχή της αποστασιοποίησης από οποιαδήποτε διένεξη και της τήρησης αυστηρής διαιτητικής θέσης (βλ. Evangelou a.o. v. Ambizas a.o (1982) 1 C.L.R. 41). Η υπόθεση Beechcroft Ventures Ltd κ.ά. ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd (2016) 1(Α) Α.Α.Δ. 737 την οποία επικαλείται η πλευρά του εφεσείοντος, δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση αφού αφορούσε αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Prohibition η οποία στηριζόταν σε ισχυρισμούς περί έκδηλης και σοβαρής προκατάληψης εκ μέρους του εκδικάζοντος δικαστή και αφορούσε επανειλημμένες παρεμβάσεις του Δικαστή κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης μάρτυρα. Ούτε η Καρατσιώλης ν. Royal Sports Betting Ltd (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 669 την οποία επίσης επικαλείται η πλευρά του εφεσείοντος έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού αφορούσε παράπονο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε δικαστική γνώση της ύπαρξης νόμου τον οποίο οι διάδικοι δεν είχαν επικαλεστεί. Από την πιο πάνω νομολογία δεν προκύπτει οποιαδήποτε αρχή σύμφωνα με την οποία να κωλύεται Δικαστήριο να αναζητήσει και να εφαρμόσει νομοθεσία που δεν επικαλέστηκαν οι διάδικοι ή να εντοπίσει και να εφαρμόσει νομοθετικές διατάξεις που διέπουν επίδικο ζήτημα επί της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του.
Τέλος, στα όσα επικαλείται η πλευρά του εφεσείοντος περί αυτοεγκλωβισμού του πρωτόδικου Δικαστηρίου επαναλαμβάνουμε τα όσα αναφέρουμε στους λόγους έφεσης 2, 4, 5 και 6.
Με βάση τα πιο πάνω και ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται.
Συνεπεία των πιο πάνω η έφεση απορρίπτεται με €1.900 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ της εφεσίβλητης και εις βάρος του εφεσείοντος.
ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.
Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.
Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο