ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Ποινική Έφεση Αρ.: 8/2024)
27 Οκτωβρίου 2026
[Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ‑ΜΕΣΣΙΟΥ, Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΤΤΟΣ,
Εφεσείων,
v.
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
Εφεσίβλητης.
______________________________
Ε. Ενταφιανός για Αντρέας Ενταφιανός Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα
Ε. Κωνσταντίνου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την Εφεσίβλητη
ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από την Στυλιανίδου, Δ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.: Ο εφεσείων καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για παράβαση του περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων Παρεμπόδισης της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) για τη μη χρήση μασκών προστασίας προσώπου, Διάταγμα (Αρ.11), ΚΔΠ 113/2021 κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6, 6Α και 7 του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου Κεφ. 260, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 27η Μαρτίου 2021 στη Λευκωσία, της επαρχίας Λευκωσίας παρέβηκε Διάταγμα που εκδόθηκε από τον Υπουργό Υγείας, για τον καθορισμό μέτρων για παρεμπόδιση της εξάπλωσης του κορωνοϊού COVID 19, δηλαδή ταξίδευε με όχημα μαζί με άλλα πρόσωπα από διαφορετικά νοικοκυριά, χωρίς τη χρήση προστατευτικής μάσκας προσώπου. Του επιβλήθηκε πρόστιμο €350, πλέον €75 έξοδα.
Ο εφεσείων προσβάλλει με πέντε λόγους έφεσης την καταδίκη του.
Με τους τρείς πρώτους λόγους έφεσης προβάλλεται η θέση ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα καταδίκασε τον εφεσείοντα στην απουσία του, χωρίς τη γνώση του για την ώρα ακρόασης της υπόθεσης, έχοντας τον πληροφορήσει προηγουμένως για διαφορετική ώρα ακρόασης της υπόθεσής του, παραβιάζοντας έτσι τα συνταγματικά του δικαιώματα όπως προστατεύονται από τα Άρθρα 12.4, 28, 30, και 29 του Συντάγματος. Επικαλείται για τους ίδιους λόγους, παραβίαση του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, αυτή ορίσθηκε για πρώτη φορά στις 5.7.2022 ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος ήταν παρών εκπροσωπούμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο ο οποίος εμφανίζεται εκ μέρους του και στην παρούσα έφεση. Κατά την εν λόγω ημερομηνία δεν παραδέχτηκε την κατηγορία και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 7.3.2023 στις 9.30 π.μ. για ακρόαση. Κατά την λόγω ημερομηνία, παρόντες ήταν ο εφεσείων και ο ΜΚ1, όμως η ακρόαση αναβλήθηκε για την 29.6.2023 στις 10.30 π.μ., λόγω του ότι υπήρξε αίτημα αναβολής από πλευράς Υπεράσπισης λόγω του ότι ο δικηγόρος του εφεσείοντα απουσίαζε σε άλλη υπόθεση. Στις 29.6.2023, παρόντες ήταν ο εφεσείων, ο συνήγορός του και ο ΜΚ1, όμως η ακρόαση αναβλήθηκε για την 11.12.2023 στις 10.30 π.μ., λόγω έλλειψης δικαστικού χρόνου εφόσον είχαν ορισθεί, την ίδια ημερομηνία, δύο συνεχιζόμενες ακροάσεις σε παλαιότερες υποθέσεις. Την 11.12.2023, ο εφεσείων και ο συνήγορός του ήταν παρόντες, η υπόθεση, όμως, ορίστηκε για ακρόαση την 5.1.2024 και εκδόθηκε κλήση του ΜΚ1, εφόσον αυτός ήταν απών.
Σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου την 5.1.2024, στις 9.01 π.μ., το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπόθεσης. Όπως καταγράφεται στα πρακτικά, ο εφεσείων ήταν απών και δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Το Δικαστήριο κατέγραψε στα πρακτικά της υπόθεσης ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη στις 08:30. Η συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε όπως η υπόθεση γίνει στην απουσία του εφεσείοντα, αναφέροντας ότι το αδίκημα ήταν τέτοιο που δεν ήταν απαραίτητη η παρουσία του και δεν υπήρχαν προηγούμενες καταδίκες. Παρουσίασε, επίσης, τον ΜΚ1 (αστυφύλακα ο οποίος υπηρετούσε στην Τροχαία Λευκωσίας) ο οποίος έδωσε διά ζώσης μαρτυρία.
Η αναφορά στο ιστορικό γίνεται εν όψει του ότι αυτό παρουσιάζει διαφορές σε ορισμένα σημεία από το ό,τι αναφέρεται στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης, με κυριότερη το ότι ο εφεσείων αναφέρει, στον πρώτο λόγο έφεσης, ότι η υπόθεση δεν είχε, ως άνω αναφέρεται, ορισθεί στις 08:30 αλλά είχε ορισθεί στις 10:30 και ότι ο ίδιος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με τον δικηγόρο του λίγο πριν την ώρα αυτή, οπότε και πληροφορήθηκε προς μεγάλη του έκπληξη ότι η υπόθεση είχε ήδη ακροαστεί. Αναφέρεται δε ότι, από έρευνα του φακέλου, διαπίστωσε ότι στα πρακτικά φαίνεται σημειωμένη ως ώρα ορισμού της επόμενης δικασίμου η 08:30 και διαγραμμένη ως ώρα ορισμού η 10:30.
Θα πρέπει να σημειώσουμε εν πρώτοις ότι τα όσα αναφέρονται στην αιτιολογία ως η εκδοχή του εφεσείοντα αναφορικά με το τι προηγήθηκε κατά τις προηγούμενες εμφανίσεις του στο Δικαστήριο δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη καθότι αποτελούν γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία. Το Εφετείο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του μαρτυρία η οποία περιλαμβάνεται στην ειδοποίηση έφεσης, ούτε βεβαίως και στο διάγραμμα αγόρευσης. Μόνον κατόπιν σχετικής αίτησης για προσαγωγή μαρτυρίας και έγκρισής της, εάν αυτή πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις, δύναται το Εφετείο να λάβει υπόψη του μαρτυρία στο στάδιο της έφεσης.
Επισημαίνουμε επίσης ότι οδηγό για τα πεπραγμένα της διαδικασίας αποτελεί αποκλειστικά το πρακτικό του Δικαστηρίου (βλ. Α/ΦΟΙ Ε. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΛΤΔ v. ΜΥΛΩΝΑ, (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1280) στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στο ζήτημα αυτό. Περιοριζόμαστε να παραπέμψουμε μόνο στο εξής απόσπασμα:
«Τα πρακτικά αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τη συζήτηση μιας υπόθεσης και το περιεχόμενό τους. Διαφορετικά η αναζήτηση εξωγενών στοιχείων ή περιστατικών θα καθιστούσε προβληματική τη διεκπεραίωση της εφετειακής δικαιοδοσίας. Τον κανόνα διατυπώνει με περισσή σαφήνεια η σύνοψη της απόφασης Σωτηριάδης v. Βασιλείου και Άλλων (Αρ. 1) (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 801:
"Κανένας κανόνας δεν παρέχει εξουσία στο Εφετείο διόρθωσης των πρακτικών του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Τα πρακτικά αυτά, κανονικά πιστοποιημένα, αποτελούν τη μόνη πηγή γνώσης για τα διαδραματισθέντα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ανάληψη εξουσίας από το Εφετείο για την αναμόρφωση των πρακτικών θα συνιστούσε διείσδυση στο έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου χωρίς πρωτογενή γνώση των γεγονότων."»
Ο διάδικος ο οποίος προτίθεται να αμφισβητήσει το περιεχόμενο αυτών, δύναται να υποβάλει σχετικό αίτημα διόρθωσής τους, υπό τους όρους που τίθενται στη νομολογία, διάβημα που δεν έχει λάβει χώραν εν προκειμένω.
Επισημαίνουμε επίσης ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενήργησε δυνάμει του Άρθρου 89 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο δύναται σε περιπτώσεις συνοπτικής δίκης, ως η παρούσα, να προχωρήσει στην ακρόαση της υπόθεσης στην απουσία του κατηγορουμένου. Τονίζουμε συναφώς ότι κανένας από τους λόγους έφεσης δεν προβάλλει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστηρίου εφάρμοσε την εν λόγω νομοθετική πρόνοια.
Εν όψει των πιο πάνω παρατηρήσεων μας, οι πρώτοι τρεις λόγοι έφεσης κρίνονται ανεδαφικοί και απορρίπτονται.
Με τον τέταρτο και τον πέμπτο λόγο έφεσης προσβάλλεται η καταδίκη του εφεσείοντα λόγω λανθασμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή. Υποστηρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε λανθασμένα ότι αποδείχθηκε το υπό κρίση αδίκημα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Ο εφεσείων κατηγορείτο για το εξής αδίκημα, δυνάμει του Άρθρου 7 του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ.260:
«7. Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει οποιοδήποτε από τους Κανονισμούς και/ή τα Διατάγματα που εκδίδονται βάσει του Νόμου αυτού είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται μετά από καταδίκη σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου.»
Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν σε ισχύ το Διάταγμα Υπ.11 (ΚΔΠ) 113/21, το οποίο είχε εκδοθεί δυνάμει του Άρθρου 6 του Κεφ.260. Σύμφωνα με αυτό, απαγορευόταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην υπό κρίση υπόθεση τα όσα αναγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος ανωτέρω.
Η ουσία του πράγματος έγκειται στο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε από τα όσα ο ΜΚ1 ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος (χωρίς η κρίση αυτή να εφεσιβάλλεται) κατέθεσε, ότι ο εφεσείων συνταξίδευε μαζί με άλλο πρόσωπο σε όχημα κατά παράβαση της νομοθεσίας.
Στην αιτιολογία των σχετικών λόγων έφεσης, ο εφεσείων επικαλείται κατά την άποψή του αντιφάσεις στη μαρτυρία του ΜΚ1, οι οποίες αφορούν στις αναφορές του στην έκδοση εξωδίκου στον εφεσείοντα και στον οδηγό του οχήματος. Θεωρούμε τις αιτιάσεις του εφεσείοντα επουσιώδεις. Δεν ήταν επίδικο ζήτημα το κατά πόσον εκδόθηκε εξώδικο στον εφεσείοντα ή τον οδηγό του αυτοκινήτου επί του οποίου επέβαινε. Οι αναφορές του ΜΚ1, στο ζήτημα αυτό, δεν αναιρούν τη σαφήνεια και ευθύτητα με την οποία κατέθεσε ενόρκως επί του μοναδικού επίδικου θέματος, σημείο το οποίο εξάλλου εντόπισε και το πρωτόδικο Δικαστήριο. Δεν θεωρούμε ότι οι αναφορές του ΜΚ1 στο ζήτημα των εξωδίκων δημιουργούν εύλογη αμφιβολία ως προς τη διάπραξη του αδικήματος. Η μαρτυρία του επί του επίδικου θέματος ήταν, επαναλαμβάνουμε σαφής και ξεκάθαρη.
Εν όψει όλων των πιο πάνω, αβάσιμοι κρίνονται και οι λόγοι έφεσης 4 και 5.
Η έφεση απορρίπτεται στην ολότητά της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΑΜΠΙΖΑΣ, Δ.
ΣΤ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ-ΜΕΣΣΙΟΥ, Δ.
Ι. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο