ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ‑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.: E31/2026)
30 Οκτωβρίου 2026
[Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ/ΣΤΕΣ]
ΠΕΤΡΟΣ ΒΩΝΙΑΤΗΣ,
Εφεσείοντας/Αιτητής,
v.
1. Ευριπίδης Χατζηνέστωρος
υπό την ιδιότητα του ως εκτελεστής
της διαθήκης της αποβιωσάσης
Ελένης Βωνιάτη,
2. Κυριάκος Βωνιάτης,
Εφεσίβλητοι/Καθ’ ών η Αίτηση.
___________________
Αίτηση ημερομηνίας 02.07.2026
για επίσπευση της ακρόασης της έφεσης
___________________
Κ. Ορφανίδου (κα) για Κ. Ορφανίδη, για τους Εφεσείοντες/Αιτητές.
Α. Γεωργίου για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους/Καθ’ ων η Αίτηση.
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη.
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.: Πρωτόδικο Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση του, ημερομηνίας 25.05.2026, απέρριψε, στο πλαίσιο της αγωγής 6730/2015, Ε. Δ. Λευκωσίας, αίτηση του εφεσείοντα (ως εναγόμενου 4), με την οποία ζήτησε την απόρριψη της αγωγής των εφεσίβλητων (ως εναγόντων). Με την εν λόγω αίτηση είχε ζητηθεί «Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με το οποίο να απορρίπτεται η αγωγή λόγω κωλύματος εκ συμπεριφοράς (estoppel by conduct) ή/και λόγω δήλωσης των εναγόντων ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι θα αποσύρουν την αγωγή ή και λόγω του ότι απεμπόλησαν οποιαδήποτε κατ’ ισχυρισμό δικαιώματα τους (waiver) εκ της συμπεριφοράς και εκ των δηλώσεων τους».
Το υπόβαθρο στήριξης της απορριφθείσας αίτησης, εν συντομία, ως προωθήθηκε, πρωτοδίκως, μέσα από σχετική ένορκη δήλωση του εφεσείοντα, έγκειται στο ότι κατά την ακροαματική διαδικασία της, εναντίον του εφεσείοντα, αγωγής είχε συμφωνηθεί μεταξύ των εφεσίβλητων – εναγόντων και των εναγομένων 3 και 4, προβαίνοντας σε κοινή δήλωση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου που εκδίκαζε την αγωγή, ότι στις 10.11.2025, σε συγκεκριμένη ώρα, ο ενάγοντας 2 και οι εναγόμενοι 3 και 4 θα παρίσταντο σε εργαστήριο για διεξαγωγή test DNA και αν τα αποτελέσματα αποδείκνυαν ότι ο αποβιώσαντας Λ.Κ.Β. είναι ο πατέρας του ενάγοντα 2, τότε ο εναγόμενος 3 συμφώνησε να του καταβάλει το ποσό των €7.000.000,00, είτε σε μετρητά, είτε σε ακίνητα, είτε και με τα δύο. Αν όχι, οι ενάγοντες 1 και 2 συμφώνησαν να αποσύρουν την αγωγή τους. Σύμφωνα με τον εφεσείοντα, αφού δόθηκαν δείγματα, εκδόθηκαν αποτελέσματα της ανάλυσης τα οποία αναφέρουν ότι το σενάριο ο ενάγοντας 2 να μην έχει βιολογική συγγένεια με τους εναγόμενους 3 και 4 είναι πιθανότερο. Ακόμη, ότι στις 20.11.2025 οι ενάγοντες δήλωσαν, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι έχοντας λάβει τα αποτελέσματα, με βάση τα οποία ο ενάγοντας 2 δεν έχει βιολογική συγγένεια με τους εναγόμενους 3 και 4, θα πρέπει να αποσύρουν την αγωγή, αναφέροντας ότι ο ενάγοντας 2 χρειαζόταν χρόνο να μελετήσει τα αποτελέσματα. Δόθηκε ο χρόνος. Την 01.12.2025 ο εφεσείοντας πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο του ότι εκδόθηκε δεύτερο αποτέλεσμα, από το ίδιο χημείο, διαφορετικό από το πρώτο, το οποίο όμως δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Διαπιστώθηκε, κατά τον εφεσείοντα, ότι ο ενάγοντας 2 δεν είχε ποτέ πρόθεση να εκτελέσει το δικό του μέρος της συμφωνίας και να αποσύρει την αγωγή, με αποτέλεσμα να προκαλούνται έξοδα και ταλαιπωρία, ως συνέπεια της συνέχισης της αγωγής.
Οι εφεσίβλητοι – ενάγοντες, ως Καθ’ ων η Αίτηση, πρωτοδίκως, είχαν εγείρει ένσταση και το εκδικάσαν, την αίτηση, Δικαστήριο την απέρριψε με το ακόλουθο σκεπτικό:
«Στη βάση αυτή είναι η εισήγηση της συνηγόρου του εναγόμενου 4, ότι ο συνήγορος των εναγόντων ουσιαστικά δεσμεύτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι θα απέσυρε την αγωγή και θα έπρεπε επομένως να αποσύρει την αγωγή εναντίον τόσο του εναγόμενου 3 όσο και του εναγόμενου 4. Το ερώτημα επομένως που τίθεται είναι εάν με τη δήλωση αυτή ο συνήγορος των εναγόντων πράγματι δέσμευσε τους ενάγοντες κατά τρόπο που να δικαιολογείται το αίτημα των συνηγόρων του Εναγόμενου 4.
Εξετάζοντας τη δήλωση ημερ. 20.11.25, ό,τι προκύπτει είναι αφενός ότι ο συνήγορος των εναγόντων πράγματι φαίνεται να αναγνωρίζει πως με βάση τα αποτελέσματα δεν έχει βιολογική συγγένεια ο πελάτης του (Ενάγοντας 2) με τους εναγόμενους 3 και 4 και αφετέρου ότι με βάση τη δήλωση που είχε προηγηθεί (στις 10.11.25), θα πρέπει να αποσύρει την αγωγή. Την ίδια στιγμή όμως με το υπόλοιπο μέρος της δήλωσης του φαίνεται να αφήνει το ανοικτό το ενδεχόμενο μελέτης και συμπλήρωσης της δήλωσης του (ό,τι τούτο μπορεί να σήμαινε), δηλώνοντας πως «αυτό θα κάνουμε ακριβώς» (χωρίς και πάλιν να διευκρινίζεται αν αυτό που εννοούσε πως θα έκαναν ήταν αυτό που αναφέρεται αμέσως πιο πριν στην ίδια πρόταση, ότι δηλαδή θα μελετούσαν και θα συμπλήρωναν τη δήλωση ή αν εννοούσε ότι θα απέσυραν την αγωγή) και ζητώντας πάντως κάποιο χρόνο με το αιτιολογικό ότι μόλις εκείνη τη μέρα είχαν ληφθεί τα αποτελέσματα.
Το εάν η εγγενής ασάφεια που εντοπίζεται στη δήλωση του συνηγόρου των εναγόντων ήταν σκόπιμη ή μη, δεν μπορεί να το γνωρίζει το Δικαστήριο. Το γεγονός τούτο όμως ουδόλως διαφοροποιεί το ότι πάντως δεν επρόκειτο περί μιας σαφούς δήλωσης ως προς το τι θα έπραττε, όσο και αν η δήλωση εκλήφθηκε με τον τρόπο που εκλήφθηκε από τους εναγόμενους ή ακόμα και από το ίδιο το Δικαστήριο. Το περιεχόμενο της είναι αυτό που καταγράφηκε ανωτέρω.
Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να εισηγηθεί πως ανεξαρτήτως της τοποθέτησης του εν λόγω συνηγόρου, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια αλλά και την υποχρέωση, έχοντας λάβει γνώση των αποτελεσμάτων ημερ. 20.11.25 εν σχέσει με τις εξετάσεις που συμφωνήθηκε όπως διενεργηθούν να εφαρμόσει τη δήλωση που έγινε στις 10.11.25. Μελέτη όμως του περιεχομένου της δήλωσης των μερών ως αυτή καταγράφηκε στις 10.11.25 καταδεικνύει κατά την κρίση μου, με τρόπο προφανή, πως τα αποτελέσματα που λήφθηκαν στις 20.11.25, δεν δίδουν σαφή και ξεκάθαρη απάντηση στα ενδεχόμενα που τέθηκαν με τη δήλωση των μερών την 10.11.25 για να τίθεται ζήτημα ενεργοποίησης εκείνης της δήλωση/δέσμευσης. Με άλλα λόγια φαίνεται ότι τα μέρη κατά την 10.11.25 αφενός δεν συμφώνησαν επί πρακτικού το ποιες εξετάσεις θα διενεργούντο και αφετέρου εξέλαβαν ως δεδομένο πως η απάντηση του χημείου που θα διενεργούσε τις συμφωνηθείσες εξετάσεις, θα ήταν θετική υπερ του ενός ή του άλλου ενδεχομένου (δηλαδή του αν είναι ο ενάγοντας 2 υιός του αποβιώσαντα Λοϊζου Κλεάνθους Βωνιάτη), ενώ τα αποτελέσματα της 10.11.25 δεν δίδουν σαφή απάντηση στο ερώτημα αυτό αλλά μάλλον δημιουργούν περαιτέρω ερωτήματα και σύγχυση.
Ως προς τις μετέπειτα εξετάσεις που αναφέρει η πλευρά των εναγόντων πως έγιναν καθώς και τα όσα άλλα πιστοποιητικά εκδόθηκαν στη βάση εξετάσεων οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο που συμφωνήθηκε ενώπιον μου στις 10.11.25, αυτές σίγουρα δε μπορούν και δε θα με απασχολήσουν στο πλαίσιο αυτό. Ό,τι δύναται να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι εάν οι συνήγοροι προέβησαν σε δεσμευτικές δηλώσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, τις οποίες δε θα πρέπει να τους επιτραπεί να αποσύρουν ή να αποφύγουν.
Επί τούτου σημειώνω ότι με δεδομένο ότι ως ήδη ανέφερα από τα αποτελέσματα της πρώτης εξέτασης που ήταν και η μόνη που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να γίνει δεν προκύπτει απάντηση κατά τρόπο σαφή και ρητό στο ερώτημα που τέθηκε κατά την 10.11.25 και λαμβάνοντας υπόψη και την εγγενή ασάφεια που εμπεριείχε η δήλωση του συνηγόρου των εναγόντων στις 20.11.25, ως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω, δε θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις υπάρχει το απαραίτητο αναγκαίο υπόβαθρο ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να ενεργήσει με τον τρόπο που εισηγείται η πλευρά των εναγομένων.
Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του αιτητή/εναγόμενου 4 και υπέρ των εναγόντων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή.»
Ο εφεσείοντας διαφώνησε με την ενδιάμεση απόφαση δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση του και με τρεις (3) λόγους έφεσης διεκδικεί την ανατροπή της.
Στο πλαίσιο της έφεσης, ο εφεσείοντας – στο εξής ο Αιτητής – καταχώρισε στις 02.07.2026, την επίδικη αίτηση – στο εξής η Αίτηση - με την οποία ζητά την επίσπευση της εκδίκασης της έφεσης και ορισμό της χωρίς να προηγηθεί προδικασία. Το ουσιαστικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση εκτίθεται σε ένορκη δήλωση του Αιτητή και συνίσταται, κυρίως, στο ότι «(α). Το Σεβαστό Πρωτόδικο Δικαστήριο όρισε την αγωγή αρ. 6730/2015 για συνέχιση στις 08/06/2026, 09/06/2026, 16/06/2026 και 24/06/2026. (β). Η παρουσίαση των μαρτύρων ολοκληρώθηκε στις 24/06/2026 και είναι ορισμένη για Τελικές Αγορεύσεις στις 30/09/2026 στις 12:00μ.μ. (γ). Υφίσταται, συνεπώς, επιτακτική ανάγκη όπως η παρούσα Έφεση εκδικαστεί σε σύντομο χρόνο, καθότι αφ’ ης στιγμής εφεσιβάλλω την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόρριψη της αγωγής, ο ορισμός της αγωγής για Τελικές Αγορεύσεις στις 30/09/2026 και η επιφύλαξη και έκδοση της απόφασης, θα καταστήσει την παρούσα Έφεση άνευ αντικειμένου. (δ). Και τούτο γιατί μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Έφεσης, θα έχει επιφυλαχθεί και εκδοθεί απόφαση στην αγωγή και θα έχω υποστεί αχρείαστα έξοδα και ταλαιπωρεία καθότι η κλίμακα της αγωγής είναι πέραν των 2.000.000 ΕΥΡΩ.».
Οι εφεσείοντες – στο εξής Καθ’ ων η Αίτηση – ενάντια στην Αίτηση, υπέβαλαν Ένσταση, την οποία προώθησαν μέσω πολυάριθμων (18) λόγων ένστασης, (στην ουσία πρόκειται, αχρείαστα, για ανάπτυξη επιχειρημάτων) παρ’ ότι το αντικείμενο της Αίτησης είναι πολύ συγκεκριμένο. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία παρατίθενται γεγονότα και ισχυρισμοί στη βάση των οποίων προκύπτει η θέση ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν είναι επιτρεπτή η έγκριση της Αίτησης.
Για την υποστήριξη της Αίτησης και της Ένστασης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων διατηρούμε κατά νου. Ως διαπιστώνεται οι αγορεύσεις κινήθηκαν στο νομικό πλαίσιο που καλύπτει τις θέσεις και τους ισχυρισμούς τους, κυρίως στο ΜΕΡΟΣ 41.4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, αλλά και σε σχετική νομολογία. Δεν θεωρούμε αναγκαίο να επαναλάβουμε τις προωθούμενες θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, θα αναφερθούμε σ’ αυτά στον βαθμό που θα κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης μας.
Αιτήματα επίσπευσης ακρόασης έφεσης έχουν απασχολήσει κατά καιρούς το Εφετείο. Το τελευταίο χρονικό διάστημα, ως διαπιστώνεται, αυξήθηκε ο αριθμός τέτοιων αιτήσεων. Το νομολογιακό πλαίσιο, εντός του οποίου αποφασίζονται τέτοιες αιτήσεις, είναι διατυπωμένο, μέσα από τη σχετική νομολογία, με πλήρη σαφήνεια.
Στην υπόθεση Σάρδος v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Πολιτική Έφεση Ε116/2025, ημερομηνίας 29.12.2025 αναφέρθηκε ότι «Οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες το Εφετείο δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ώστε να εκδικάσει μια έφεση κατά προτεραιότητα, έχουν παρατεθεί με λεπτομέρεια στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Διογένους κα ν. Orogeorgio Jewellery Limited Πολ. Έφεση Ε116/25 ημ. 22.12.25. Προκύπτει σαφώς από την πιο πάνω νομολογία ως κύριο κριτήριο που συνηγορεί υπέρ της έγκρισης της επίσπευσης, η ύπαρξη περιστατικών που θα καταστήσουν άνευ αντικειμένου την έφεση σε περίπτωση που αυτή δεν εκδικαστεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σε αντίθετη περίπτωση ισχύει ο γενικός κανόνας ότι οι εφέσεις που είναι έτοιμες για ακρόαση, εκδικάζονται κατά χρονολογική σειρά προτεραιότητας, με δεδομένο ότι εκκρεμούν ενώπιον του Εφετείου, αρκετές καθυστερημένες υποθέσεις....». Στην ίδια υπόθεση επισημάνθηκε πως «…το Εφετείο … αντιμετωπίζει ένα ιδιαίτερα βεβαρημένο πρόγραμμα με αρκετές καθυστερημένες εφέσεις που αναμένουν να εκδικαστούν από το 2018 και μετέπειτα» και πως τα δεδομένα «…δεν αφήνουν περιθώρια για επίσπευση εκδίκασης μια νεότερης χρονολογικά έφεσης παρά μόνον αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στη νομολογία». Συνεπώς, βασική νομολογιακή προϋπόθεση είναι η ύπαρξη περιστατικών που θα καταστήσουν άνευ αντικειμένου την έφεση, σε περίπτωση που αυτή δεν εκδικασθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα και, εν πάση περιπτώσει, σ’ ότι αφορά στην παρούσα έφεση, πριν την έκδοση απόφασης στην Αγωγή, όπου έχει ολοκληρωθεί η ακρόαση και είχαν παραμείνει οι αγορεύσεις, οπότε θεωρούμε ότι θα έχει επιφυλαχθεί απόφαση, δεδομένης της μη ενημέρωσης κατά την ακρόαση, ενώπιον μας, για το αντίθετο.
Είναι χρήσιμο να σημειώσουμε πως, εφέσεις επί ενδιάμεσων αποφάσεων, ως η παρούσα έφεση, εκδικάζονται, στη βάση πρακτικής που ακολουθείται, κατά προτεραιότητα των εφέσεων επί τελικών αποφάσεων. Συνεπώς, η επίδικη Αίτηση σχετίζεται με έτι περαιτέρω επίσπευση.
Έχοντας μελετήσει τις θέσεις που προωθήθηκαν εκ μέρους των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, επί του επίδικου ζητήματος, φρονούμε, με οδηγό τις αρχές που έχει καθορίσει η σχετική νομολογία, και για τους λόγους που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, ότι οι λόγοι ένστασης 1 και 2 είναι βάσιμοι. Ο Αιτητής, ως κρίνουμε, δεν έχει αποδείξει ενώπιον μας πως υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις ώστε να παρακαμφθεί το, βεβαρημένο ήδη, πρόγραμμα του Εφετείου και να ακουσθεί η παρούσα έφεση, κατά προτεραιότητα έναντι των πολύ παλαιότερων εκκρεμουσών εφέσεων (ετών 2019-2025). Ισχυρισμός περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης στον Αιτητή δεν στοιχειοθετείται, ενώπιον μας, με πειστικά στοιχεία. Ούτε και θεωρούμε πως η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου, αν δεν εκδικασθεί κατά παρέκκλιση των εκκρεμουσών εφέσεων. Πολύ περισσότερο, δεν θεωρούμε, πως απόλλυται το αντικείμενο της έφεσης, η οποία, ακόμη και αν η αγωγή πετύχει, ο εφεσείοντας θα μπορεί να εγείρει έφεση κατά τέτοιας απόφασης και να ζητήσει όπως ακουσθεί ταυτόχρονα με την παρούσα έφεση, ως σχετιζόμενη. Είναι δε κατανοητό πως αν εγκριθεί η Αίτηση και πετύχει η έφεση του Αιτητή τότε η αγωγή εναντίον του θα απορριφθεί ενωρίτερα, ωστόσο η όποια συντομότερη τοποθέτηση του Εφετείου, που θα ήταν επιθυμητή και για το Εφετείο, αν δεν υπήρχε ο όγκος παλαιών εφέσεων, δεν συνιστά εξαιρετική περίσταση για παράκαμψη των παλαιότερων εφέσεων για τις οποίες οι διάδικοι αναμένουν την τελική έκβαση τους. Συνεπώς, υπάρχει δίοδος προστασίας των όποιων δικαιωμάτων του εφεσείοντα, άρα δεν δικαιολογείται συμπέρασμα περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, αφού θα δικαιούται στα έξοδα του, αν επιτύχει η υπεράσπιση του στην αγωγή ή αν πετύχει τυχόν έφεση του, σε πρωτόδικη απόφαση επί της ουσίας της αγωγής ή η έφεση του επί της εκκαλούμενης ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 25.05.2026.
Ενόψει της αποδοχής των λόγων ένστασης 1 και 2, παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης.
Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, η Αίτηση αποτυγχάνει και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται. Η έφεση θα πάρει, όμως, ως η σχετική πρακτική, τη σειρά που εκδικάζονται εφέσεις επί ενδιάμεσων αποφάσεων των πρωτόδικων Δικαστηρίων.
Κατ’ επέκταση των πιο πάνω, με βάση τη φύση της Αίτησης, και λόγω του αποτελέσματος, επιδικάζονται τα έξοδα της Αίτησης προς όφελος των Καθ’ ων η Αίτηση, οι οποίοι είναι οι επιτυχόντες διάδικοι στην Αίτηση, και εναντίον του Αιτητή, ύψους €1.500,00 πλέον Φ.Π.Α..
Δ. ΚΙΤΣΙΟΣ, Δ.
Μ.Γ. ΠΙΚΗΣ, Δ.
Μ. ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο