FAMANET HOLDINGS LIMITED v. REFINITIV US LLC κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε48/2026, 3/11/2026
print
Τίτλος:
FAMANET HOLDINGS LIMITED v. REFINITIV US LLC κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε48/2026, 3/11/2026

ΕΦΕΤΕΙΟ ΚΥΠΡΟΥ – ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. Ε48/2026)

 

3 Νοεμβρίου, 2026

 

[ΣΤΑΥΡΟΥ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ]

[ΚΟΝΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ/ΣΤΕΣ]

 

FAMANET HOLDINGS LIMITED

Εφεσείουσα/Αιτήτρια

 

και

 

                              1.    REFINITIV US LLC

                              2.    REFINITIV LIMITED

                              3.    THOMSON REUTERS GROUP LIMITED

Εφεσίβλητοι/Καθ΄ ων η αίτηση

 

------------------------------------------------

 

Αίτηση ημερ. 31.7.2026

 

Αναστάσιος Μυλωνάς για Αναστάσιος Μυλωνάς & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα/Αιτήτρια

Χαρά Χαραλαμπίδου, Τατιάνα Χλωρακιώτου και Όλγα Ζαχαρίου για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσίβλητους/Καθ΄ ων η αίτηση

 

------------------------------------------------

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Η απόφαση είναι ομόφωνη.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

         ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.: Η αγωγή 475/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας είναι ορισμένη για τελικές αγορεύσεις στις 24.11.2026. Η αγωγή, όπως φανερώνει η χρονολογία αρχικής καταχώρισης είναι πολύπαθη. Εκδικάστηκε ήδη μια φορά και το Δικαστήριο που την εκδίκασε με την απόφαση του ημερ. 30.1.2015 φαίνεται να την απέρριψε για τον λόγο ότι απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου (Supreme Court of the State of New York) ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας, συνιστούσε δεδικασμένο. Ασκήθηκε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και στις 29.4.2025 το Ανώτατο Δικαστήριο - ασκώντας δευτεροβάθμια δικαιοδοσία - διέταξε επανεκδίκαση (βλ. Famanet Holdings Limited v. Reuters Telerate L.L.C κ.ά., Πολιτική Έφεση 87/2015, ημερ. 29.4.2015).

 

         Η επανεκδίκαση άρχισε τον Ιούνιο του 2025. Στις 29.6.2026 η πλευρά των εναγόμενων/εφεσίβλητων κάλεσε ως ΜΥ2, πρόσωπο το οποίο παρουσιαζόταν ως εμπειρογνώμονας επί του δικαίου της Νέας Υόρκης, έχοντας συντάξει και σχετική έκθεση την οποία προτίθετο να καταθέσει ως τεκμήριο, αφού παραδόθηκε από προηγουμένως και στην πλευρά της ενάγουσας/εφεσείουσας. Στο χρονικό σημείο όπου επιχειρήθηκε να κατατεθεί η εν λόγω έκθεση, η πλευρά της εφεσείουσας ήγειρε ένσταση η οποία περιστράφηκε γύρω από τρεις κύριους άξονες. Πρώτον, ότι ουσιαστικό μέρος της πραγματογνωμοσύνης του μάρτυρος (το αλλοδαπό δίκαιο) δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα. Δεύτερον, ότι ο πυρήνας της μαρτυρίας του, ήτοι το θέμα του δεδικασμένου/κωλύματος είχε ήδη κριθεί τελεσίδικα και δεσμευτικά με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που διέταξε επανεκδίκαση και τρίτον, ότι σε διάφορα σημεία της έκθεσης του, ο μάρτυρας υπερέβαινε τον ρόλο του πραγματογνώμονα και μετατρεπόταν σε κριτής επί των επιδίκων θεμάτων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού άκουσε τις απόψεις των δικηγόρων επί του ζητήματος, μετά από διάλειμμα, έκρινε ότι τα πρώτα δύο σκέλη της ένστασης της πλευράς της εφεσείουσας ήταν αβάσιμα. Σε σχέση με το τρίτο σκέλος, έκρινε ότι κάποιες παράγραφοι της έκθεσης του μάρτυρος θα έπρεπε όντως να αποκλειστούν ως υπερβαίνουσες τον ρόλο του πραγματογνώμονα ενώ οι λοιπές θα μπορούσαν να παραμείνουν. Σχετικά τα όσα καταγράφονται στις σελ. 25 - 28 του πρακτικού ημερ. 29.6.2026.

 

         Σε νέα δικάσιμο που ορίστηκε παρουσιάστηκε και κατατέθηκε τροποποιημένη έκθεση που αντικατόπτριζε την κρίση του Δικαστηρίου επί του θέματος και ο μάρτυρας εξετάστηκε από τον συνήγορο των εφεσίβλητων και αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της εφεσείουσας. Ήταν δε ο τελευταίος μάρτυρας, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί στη συνέχεια για τελικές αγορεύσεις, ως προαναφέραμε, στις 24.11.2026.

 

         Παρ’ ότι η πλευρά της εφεσείουσας προχώρησε με την αντεξέταση του μάρτυρος, ήδη δυσαρεστημένη από την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερ. 29.6.2026, καταχώρισε την παρούσα έφεση στις 10.7.2026, ζητώντας στη βάση πέντε λόγων έφεσης, τις ακόλουθες θεραπείες:

 

            «1.    Να ακυρωθεί η ενδιάμεση απόφαση της 29.6.2026 κατά το μέρος που (α) απέρριψε την ένσταση για μη δικογραφημένο δίκαιο της Νέας Υόρκης ως προς την Ενότητα Ι (παρ. 6-59) και (β) επέτρεψε τις παραγράφους 104-113, 117 και 141-148.

            2.      Να αποκλειστεί εξ ολοκλήρου η Ενότητα Ι (παρ. 6-59) της Έκθεσης Σταματόπουλου Τεκμήριο 101, ως αναφερόμενη σε αλλοδαπό δίκαιο (της Νέας Υόρκης) για το ζήτημα δεδικασμένο res judicata που δεν δικογραφείται στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και/ή ζήτημα που έχει ήδη αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο (ΠΕ 87/2015) και/ή ως αφορώσα ισχυρισμό που ουδέποτε τέθηκε στους μάρτυρες της Εφεσείουσας κατά την αντεξέτασή τους (κανόνας Browne v. Dunn).

            3.      Να αποκλειστούν οι παράγραφοι 6-59, 104-113, 117 και 141-148 ως υπερβαίνουσες τον επιτρεπτό ρόλο εμπειρογνώμονα αλλοδαπού δικαίου (The Ikarian Reefer, Bumper Development Corp v. Commissioner of Police of the Metropolis [1991] 1 WLR 1362 CA).

            4.      Να αποκλειστεί η Ενότητα VI (παρ. 158-206) ως αναφερόμενη σε δίκαιο της Νέας Υόρκης αστικών αδικημάτων, ενώ το εφαρμοστέο δίκαιο κατά κυπριακό Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο (Boys v. Chaplin [1971] AC 356) είναι το κυπριακό δίκαιο».

 

         Στις 31.7.2026 καταχωρίστηκε από πλευράς εφεσίβλητων «Ειδοποίηση Εφεσίβλητου» και την ίδια ημέρα - θέλοντας προφανώς να προλάβει την ολοκλήρωση της υπόθεσης από το πρωτόδικο Δικαστήριο και την έκδοση τελικής απόφασης - καταχωρίστηκε από πλευράς εφεσείουσας, η παρούσα Αίτηση για επίσπευση εκδίκασης της Έφεσης. Η Ένσταση καταχωρίστηκε στις 12.10.2026 και σ’ αυτή προβάλλονται πολυάριθμοι λόγοι ένστασης.

 

         Η Αίτηση άχθη αρχικά ενώπιον άλλης σύνθεσης του Εφετείου, η οποία, κατά την πρώτη εμφάνιση, έθεσε το καθοριστικό ερώτημα κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση ή κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εφέσιμη. Το εφέσιμο ή μη μιας απόφασης είναι ζήτημα δικαιοδοτικό και ως τέτοιο μπορεί να τεθεί αυτεπάγγελτα από το Εφετείο (βλ. Evand Promotions Ltd κ.ά. v. Rutman (Αρ. 1) (1998) 1 Α.Α.Δ. 92). Συναφώς, το Εφετείο δυνάμει του Μέρους 41.9 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 δύναται κατόπιν αίτησης ή αυτεπάγγελτα να διαγράψει Ειδοποίηση Έφεσης και να απορρίψει έφεση, όταν, μεταξύ άλλων, κρίνεται απαράδεκτη, προπετής ή προδήλως αβάσιμη. Με τις πρόνοιες [και] του Μέρους 41.9 είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε προσφάτως στην υπόθεση Αλέκα (Αλεξάνδρα) Παπακόκκινου v. Επαρχιακός Οργανισμός Αυτοδιοίκησής Πάφου, Πολιτική Έφεση 64/2021, ημερ. 30.9.2026 στην οποία και παραπέμπουμε. Ως επιτάσσει ο πιο πάνω Κανονισμός, το Εφετείο έδωσε χρόνο στον επηρεαζόμενο διάδικο για μελέτη του εγειρόμενου θέματος και για παράθεση των απόψεων του. Τούτο, σε συνδυασμό με τις οδηγίες που δόθηκαν για την καταχώριση Ένστασης στην Αίτηση για επίσπευση και την ετοιμασία των περιγραμμάτων αγόρευσης.

 

         Πράγματι με τα κατατεθέντα περιγράμματα αγόρευσης, τα οποία είναι εμπεριστατωμένα και λεπτομερή, οι δύο πλευρές αναπτύσσουν επιχειρηματολογία επί αμφότερων των ζητημάτων, δηλαδή κατά πόσο η απόφαση/κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ημερ. 29.6.2026 είναι εφέσιμη και αν ναι, κατά πόσο δικαιολογείται το αίτημα επίσπευσης. Το ίδιο έπραξαν και στην ενώπιον μας ακροαματική διαδικασία, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, κ. Μυλωνάς και κα Χαραλαμπίδου, προβαίνοντας και σε στοχευμένες και σημαντικές αποσαφηνίσεις επί των θέσεων τους. Σημειώνεται, ότι η πλευρά των εφεσίβλητων ασπάστηκε πλήρως τη θέση ότι δεν χωρεί έφεση στην υπό συζήτηση περίπτωση.

 

         Ως καθοριστικό για την περαιτέρω συζήτηση της Αίτησης, αλλά και της Έφεσης ευρύτερα, θεωρούμε ότι προέχει η εξέταση του ζητήματος του εφέσιμου ή μη.

 

         Στην επικρατούσα νομική γλώσσα οι δικαστικές αποφάσεις διαχωρίζονται κατά κανόνα σε τελικές και ενδιάμεσες. Διαχρονικά, υπήρξε νομοθετική και νομολογιακή αμφιταλάντευση και παλινδρόμηση ως προς το ποιες ενδιάμεσες αποφάσεις ήταν εφέσιμες (βλ. Τροποποιητικούς Νόμους του άρθρου 25 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - 118(1)/2008, 109(1)/2017 και Ν.146(1)/2022 και τις υποθέσεις Costas Korallis ν. Cleanthis Christoforou a.o. (V22) 1 C.L.R. 159, Pinelopi D. Christofidou ν. Nemitsas and 3 others (1963) 2 C.L.R. 269, Χάσικος κ.ά. ν. Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389, Apak Agro Industries Ltd κ.ά. ν. Union des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences (Αρ. 1) (1992) 1 Α.Α.Δ. 1166, Λουκία Χρίστου Χαρούς ν. Βασιλικής Χρίστου Χαρούς (2003) 1 Α.Α.Δ. 1530, ONEWORLD LTD ν. OJSC BANK OF MOSCOW, Πολιτική Έφεση E50/2018, ημερ. 13.12.2018 και TRICOR LTD ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΗ ΝΕΟΦΥΤΟΥ v. EUROBANK CYPRUS LTD, Πολιτική Έφεση Ε57/2022, ημερ. 15.1.2024. Τελικά επικράτησε η θέση ότι όλες οι ενδιάμεσες αποφάσεις είναι εφέσιμες. Τούτο αντικατοπτρίζεται στο σημερινό άρθρο 25(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 το οποίο μετά την τελευταία σχετική τροποποίηση 146(1)/2022 προβλέπει τα εξής:

 

            25.-(1) Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, σε έφεση ενώπιον, ως νόμος ήθελε ορίσει του Εφετείου, του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπόκειται-

            (α) Κάθε τελική απόφαση ή διαταγή δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία,

            (β) απαγορευτικά ή προστακτικά διατάγματα (παρεμπίπτονται ή διηνεκή) ή διατάγματα διορισμού παραλήπτη που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου[1], και

            (γ) ενδιάμεσες αποφάσεις, ανεξαρτήτως του κατά πόσον αυτές είναι καθοριστικές ή δηλωτικές για τα δικαιώματα των διαδίκων:

            Νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση, διάδικος δεν  αποστερείται του δικαιώματος να εγείρει ζητήματα που αφορούν οποιαδήποτε ενδιάμεση απόφαση στο στάδιο της έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης:

            Νοείται περαιτέρω ότι, έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης δύναται να εκδικάζεται από έναν (1) μόνο δικαστή του, κατά περίπτωση, αρμόδιου δικαστηρίου.

         (η υπογράμμιση είναι δικής μας).

 

         Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εφεσείουσας κ. Μυλωνά επί του ζητήματος μπορεί να συνοψιστεί στο ότι η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αποτελεί ενδιάμεση απόφαση υπό την έννοια του Νόμου και ενόψει πλέον της καθολικότητας του δικαιώματος έφεσης επί ενδιάμεσων αποφάσεων, είναι και αυτή εφέσιμη. Ο χαρακτηρισμός της απόφασης ως ruling που ως αναγνώρισε, ενυπάρχει στην επικρατούσα, καθομιλουμένη δικαστική γλώσσα, δεν είναι αναγνωρισμένη νομική/νομοθετική κατηγορία. Η επίμαχη απόφαση, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του κ. Μυλωνά, προέκυψε από αντιδικία και ήταν αιτιολογημένη. Έκρινε νομικό ζήτημα ουσίας, όχι απλώς αποδεικτικό, για παράδειγμα κάποια ένσταση για εξ ακοής μαρτυρία ή που να αφορούσε τη σχετικότητα της μαρτυρίας. Οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι αναγνωρίζουν ότι πρόκειται για ενδιάμεση απόφαση αφού με την «Ειδοποίηση Εφεσίβλητου» ζητούν την επικύρωση της και μάλιστα «στη βάση διαφορετικών ή πρόσθετων λόγων».

 

         Στον αντίποδα οι εφεσίβλητοι εξέφρασαν τη θέση ότι η επίμαχη κρίση συνιστά ruling και ως τέτοιο δεν είναι εφέσιμο.

 

         Αν η πλευρά της εφεσείουσας έχει δίκαιο και η επίμαχη κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου λογίζεται ως ενδιάμεση απόφαση, το θέμα φρονούμε τελειώνει εκεί. Είναι εφέσιμη, ασχέτως περιεχόμενου και αντικειμένου και τούτο δυνάμει της καθολικότητας του προαναφερθέντος άρθρου 25(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Το ερώτημα όμως που αναφύεται είναι μήπως τελικά δεν είναι ενδιάμεση απόφαση, αλλά αυτό που εδώ και δεκαετίες έχει επικρατήσει στη δικαστική γλώσσα ως ruling;

 

         Δεν έχουμε συναντήσει σε κάποιο έγκυρο νομικό σύγγραμμα ή νομολογία τον όρο ruling στα Ελληνικά και επομένως, χωρίς να διεκδικούμε κάποια πρωτοτυπία ή αυθεντικότητα, ας μας επιτραπεί για σκοπούς της παρούσας να τον μεταφράσουμε ως «δικαστική κρίση». Έχουμε την γνώση, η οποία πηγάζει και από την πολύχρονη δικαστική μας εμπειρία, ότι υφίσταται τέτοια κατηγορία ετυμηγορίας - η οποία είναι εξουσία σύμφυτη με την ίδια τη λειτουργία του Δικαστηρίου.

 

         Η διάκριση μεταξύ αποφάσεων αφενός και δικαστικής κρίσης αφετέρου έχει στον πυρήνα της, το εύρος, τον σκοπό, την επισημότητα και την κατάληξη.

 

         Η δικαστική απόφαση περιέχει αυθύπαρκτη, πλήρη και δομημένη αιτιολογία, επιλύοντας κατά τρόπο εξαντλητικό και οριστικό (όχι κατ’ ανάγκη τελεσίδικο), κάποιο επίδικο θέμα. Ολόκληρη τη διαφορά όταν πρόκειται για τελική απόφαση ή επιμέρους ζήτημα που προκύπτει στην πορεία όταν πρόκειται για ενδιάμεση απόφαση - για παράδειγμα αίτημα για προσωρινό διάταγμα, για παραμερισμό απόφασης, για επαναφορά αγωγής, για τροποποίηση δικογράφων, για συνοπτική απόφαση και για πολλά άλλα θέματα. Η διάκριση βέβαια μεταξύ τελικών και ενδιάμεσων αποφάσεων είναι μια άλλη διεργασία, ενίοτε δύσκολη και τούτο έχει κατά καιρούς αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Ενδεικτικά και μόνον παραπέμπουμε στη δική μας απόφαση Νικολαΐδου v. Παπαθεοδώρου, Πολιτική Έφεση Ε86/2020, ημερ. 25.6.2025 και Σάββα v. Ανδρέας Κατσούρας και Υιός Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση Ε30/2020, ημερ. 21.2.2025 (απόφαση μονομέλειας). Η νομική αιτιολογία μιας δικαστικής απόφασης θα πρέπει να περιέχει τον δεσμευτικό λόγο του Δικαστηρίου επίλυσης της διαφοράς (ratio decidendi) και δύναται να περιέχει και παρεμπίπτουσες νομικές αναφορές καθοδήγησης (obiter dicta).

 

         Από την άλλη, η δικαστική κρίση - το ruling - είναι διεργασία που προκύπτει στην πορεία, συνήθως πριν ή κατά τη διάρκεια της ακρόασης, υπαγόμενη στο ευρύτερο πλαίσιο της δικονομικής και αποδεικτικής εύρυθμης διεξαγωγής της δίκης - για παράδειγμα για την αποδεκτότητα μαρτυρίας (προφορικής ή έγγραφης), για τρέχοντα θέματα αποκάλυψης, για αναβολή ακρόασης, για τη διαχείριση της υπόθεσης (case management) και για πολλά άλλα θέματα. Η  δικαστική κρίση δεν ασκείται αυθαίρετα. Θα πρέπει να αιτιολογείται, με σύντομο και περιεκτικό λόγο όμως, ώστε η δίκη ή το θέμα να συνεχίζεται απρόσκοπτα και αδιάκοπα. Για επίτευξη τούτου - όπου είναι δυνατόν - διατυπώνεται από έδρας (ex tempore) και το σκεπτικό καταγράφεται στο πρακτικό της διαδικασίας, στο σημείο ακριβώς όπου προέκυψε. Η δικαστική κρίση δεν έχει αυτοτέλεια και δεν παράγει καταλυτικό ή καταληκτικό αποτέλεσμα. Η δίκη συνεχίζεται κανονικά - υπό το πρίσμα βέβαια και της προηγηθείσας δικαστικής κρίσης. Επί του προκειμένου, με κάθε σεβασμό, παρατηρούμε και μια συνειρμική ανακολουθία στο επιμέρους επιχείρημα της πλευράς της εφεσείουσας, ότι δέον να ληφθεί υπόψη ότι η επίμαχη κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αφορούσε «νομικό ζήτημα ουσίας» και όχι «ενστάσεις εξ ακοής ή σχετικότητας». Αν πράγματι η καθολικότητα που προβάλλεται από πλευράς εφεσείουσας υπερκάλυπτε και την δικαστική κρίση, τότε η διάκριση αυτή θα ήταν αχρείαστη. Δηλαδή, εφόσον η δικαστική κρίση αποτελεί ενδιάμεση απόφαση και όλες οι ενδιάμεσες αποφάσεις είναι εφέσιμες, τότε θα υπήρχε δικαίωμα έφεσης για δικαστική κρίση και για ζητήματα όπως τον αποκλεισμό μαρτυρίας ως εξ ακοής ή ως μη σχετικής. Δεν χρειάζεται νομίζουμε να αναλύσουμε την αποτελμάτωση που θα επερχόταν στις δικαστικές διαδικασίες αν επικρατούσε μια τέτοια θέση.

 

         Αυτού λεχθέντος η δικαστική κρίση δεν είναι ανέλεγκτη. Υπάγεται σε έλεγχο εάν και εφόσον κατά την έκδοση της απόφασης, διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση της. Στο πλαίσιο δηλαδή έφεσης που ασκείται κατά της απόφασης, μπορεί να αποτελέσει αυτοτελή λόγο έφεσης ή την αιτιολογία κάποιου λόγου έφεσης. Η δικαστική κρίση όμως δεν ταυτίζεται με τη δικαστική απόφαση και επομένως δεν καλύπτεται από το άρθρο 25(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Ούτε ήταν σκοπός του νομοθέτη να εντάξει τέτοια δικαστική διεργασία στους κόλπους του άρθρου και να την καταστήσει εφέσιμη, ως εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος κ. Μυλωνάς. Διαφορετικά, όπως εύκολα γίνεται κατανοητό, πέραν των κατακλυσμιαίων προεκτάσεων, η ζημιά στην απονομή δικαιοσύνης θα ήταν ανυπολόγιστη, αφού θα συνεπαγόταν τον κατακερματισμό των δικαστικών διαδικασιών και τη διακοπή ακροάσεων ή άλλων θεμάτων, αναμένουσες το αποτέλεσμα εφετειακής κρίσης. Τούτο δεν απαντάται ούτε αμβλύνεται με επίσπευση εκδίκασης των εφέσεων, ούτε με αναστολή των πρωτόδικων διαδικασιών, ούτε και με τη δυνατότητα του Εφετείου να επιλαμβάνεται εφέσεων επί κάποιων ενδιάμεσων αποφάσεων με μονομελή σύνθεση.

 

         Στην παλιά υπόθεση Christofidou (ανωτέρω) το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε ένσταση του καθ’ ου η αίτηση (εφεσείοντος) σύμφωνα με την οποία η αμφισβήτηση απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου θα έπρεπε να είχε γίνει με πολιτική αγωγή και όχι με αίτηση/έφεση δυνάμει του άρθρου 80 του ΚΕΦ. 224, ως είχε γίνει στην προκειμένη περίπτωση. Κατόπιν τούτου το Επαρχιακό Δικαστήριο προτίθετο να συνεχίσει με τη δίκη. Του ζητήθηκε όμως να διακόψει ώστε να ασκηθεί έφεση, όπερ και εγένετο.

 

         Το άρθρο 25(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως ίσχυε τότε, προέβλεπε καθολικά, ότι:

 

            «Τηρουµένου του διαδικαστικού κανονισµού, πάσα απόφασις δικαστηρίου ασκούντος πολιτικήν δικαιοδοσίαν θα υπόκειται εις έφεσιν εις το Ανώτατον ∆ικαστήριον.»

 

         Το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε την ανωτέρω κρίση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ως ruling και τη διαχώρισε από τις δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες, σύμφωνα με τον ισχύοντα Νόμο, ήταν όλες εφέσιμες. Έκρινε έτσι ότι η εν λόγω δικαστική κρίση (ruling) δεν ήταν εφέσιμη. Έκτοτε, το νομοθετικό καθεστώς έχει αλλάξει. Ο λόγος της απόφασης όμως παραμένει ισχυρός για την αυθυπαρξία της δικαστικής κρίσης (ruling) και τον διαχωρισμό της από τις δικαστικές αποφάσεις. Διαχρονικός παραμένει ο λόγος της απόφασης σε σχέση και με τον κατακερματισμό της δίκης και τις συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης γενικότερα. Τον μνημονεύουμε και τον υιοθετούμε ως απόλυτα εφαρμοστέο και σε σημερινές διαδικασίες.

 

         (σελ. 2-4):

            «Held,

            (1) without going into the merits of the case at all, we are clearly of the opinion that this method of interrupting proceedings during a hearing, for the purpose of taking an appeal against a ruling, in circumstances such as these, is unwarranted by the rules, is undesirable in practice, and should be discouraged.

            (2) In the course of a trial, or of a hearing of any proceeding before a trial Court, there may well be numerous occasions when the Court may have to make a ruling on objections or other matters raised by either side. One need not have a strong imagination to see the embarrassment which may be caused, in both civil and criminal matters, if there was to be an interruption of the proceeding for the purposes of an appeal, every time a party was dissatisfied with the court's ruling.

            (3) (a) The appellate jurisdiction of this Court is statutory. It derives from the Constitution, and from the particular statute authorising an appeal. In this case, presumably from the Courts of Justice Law, 1960, section 25. And such appeals are expressly made subject to rules of procedure governing the matter. As at present advised, I know of no rule providing for an appeal from a ruling such as this.

            (b) The present case demonstrates once again the good reasons for which such "piecemeal appeals" as they were described in Korallis v. Christoforou (1957) 22 C.L.R. 159, atp. 161, should be discouraged.

            Costas Korallis v. Cleanthis Christoforou (1957) 22 C.L.R.159, followed; The heirs of Theodhora Panayi v. The Administrators of Stylianos Mandrioti (reported in this Volume at p. 167 ante), cited with approval.

            (4) This appeal is dismissed with costs. And the District Court may now proceed with the matter before it as if this appeal had not interrupted the proceedings. It is hardly necessary to add that this judgment, in no way deals with the merits of the case, such as they may be.

            (5) Per VASSILIADES, J.: I had the occasion of dealing with a somewhat similar matter in The Republic v. Georghios Theocli Kalli 1961 C.L.R. 140 where, during a murder trial the proceedings were interrupted to reserve for the opinion of this Court, at the instance of the Attorney-General, under section148 of the Criminal Procedure Law Cap. 155, questions of law arising from a ruling of the Assize Court on an issue of admissibility. As that was a criminal case, I shall not make further reference to it here, except for saying that such interruptions during a trial, are as "highly undesirable" in criminal matters as they are in civil suits.»

 

         Ανάλογη προσέγγιση υπήρξε προηγουμένως και στην υπόθεση Korallis (ανωτέρω).

 

         Επιστρέφοντας στα γεγονότα, η επίμαχη κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου διατυπώθηκε κατόπιν ένστασης της πλευράς της εφεσείουσας, διαρκούσης της ακροαματικής διαδικασίας και αφορούσε την αποδεκτότητα της μαρτυρίας (έγγραφης και συναφώς προφορικής) του παρουσιαζόμενου ως πραγματογνώμονα, ΜΥ2. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού άκουσε τις δύο πλευρές, μετά από διάλειμμα, διατύπωσε δικαστική κρίση (ruling) κατά τα ακριβή πρότυπα που περιγράψαμε ανωτέρω, αποδεχόμενο, με κάποια διαφοροποίηση, την εν λόγω μαρτυρία. Στη συνέχεια, αφού έγινε η διαφοροποίηση, η δίκη συνεχίστηκε κανονικά και περατώθηκε από πλευράς μαρτυρίας. Απομένουν βέβαια οι τελικές αγορεύσεις. Το κατά πόσο η μαρτυρία αυτή θα κριθεί ότι πληροί τα απαραίτητα εχέγγυα πραγματογνωμοσύνης αλλά και αξιοπιστίας, και αν θα διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου θα διαφανεί στο τέλος.

 

         Πολύ πρόσφατα στην Αποστόλου ν. Μετζίτη, Πολιτική Έφεση 350/2016, ημερ. 6.10.2026 το Ανώτατο Δικαστήριο σε σχέση με τη μαρτυρία πραγματογνωμόνων επισήμανε τα εξής:

 

            «Η μαρτυρία τους δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, ούτε υποκαθιστά το έργο του, παρά μόνο το βοηθά - με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων - να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλω, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας (βλ. Αλέξη Αλεξάνδρου ν. Γεώργιος Αλεξάνδρου (Καλαμούδιας) Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 301/2015, ημερ. 1/12/2025 και Novichkova v. Βλάμη (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1111)».

 

         Αντιλαμβανόμαστε βέβαια ότι η παρούσα υπόθεση είναι ιδιαιτέρως επιβαρυμένη, έχοντας ένα χρονικά ταλαίπωρο ιστορικό. Το γεγονός αυτό μας λυπεί και μας ανησυχεί. Η αρχή όμως παραμένει η ίδια και δεν χωρεί εξαιρέσεις. Η προαναφερθείσα κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την αποδεκτότητα της μαρτυρίας του ΜΥ2 ήταν δικαστική κρίση (ruling) και ως τέτοια δεν είναι επί του παρόντος, εφέσιμη (βλ. Apak Agro ((ανωτέρω)). Εάν και εφόσον το αποτέλεσμα της πρωτόδικης τελικής απόφασης δεν είναι αυτό που επιθυμεί η εφεσείουσα και η εν λόγω μαρτυρία διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, θα έχει κάθε δικαίωμα να αναδείξει το ζήτημα στο πλαίσιο έφεσης κατά της τελικής απόφασης που τυχόν θα ασκηθεί εναντίον της.

 

         Ενόψει των πιο πάνω, καθίσταται άνευ αντικειμένου η εξέταση της πτυχής της Αίτησης που αφορά στο θέμα της επίσπευσης εκδίκασης της έφεσης.

 

         Η Αίτηση απορρίπτεται. Απορρίπτεται και η Έφεση στο σύνολο της ως προδήλως αβάσιμη δυνάμει του Μέρους 41.9 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023.

 

         Επιδικάζονται €5.000 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ των εφεσίβλητων και εναντίον της εφεσείουσας.

 

 

 

                                                                ΣΤ. Ν. ΣΤΑΥΡΟΥ, Π.

 

 

                                                                Α. ΚΟΝΗΣ, Δ.

 

 

                                                                Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.



[1] Με τον τροποποιητικό Νόμο 107(Ι)/2024 αντικαταστάθηκε με την εξής παράγραφο:

(β) ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές ή προστακτικό) ή διάταγμα διορισμού παραλήπτη, τα οποία διατάγματα εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου...


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο