ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 308/2017, 10/12/2025
print
Τίτλος:
ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 308/2017, 10/12/2025

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ. 308/2017)

 

10 Δεκεμβρίου, 2025

 

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ.Δ.]

 

 

ΝΙΚΟΛΑΣ  ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Εφεσείων,

v.

 

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

                                                                   Εφεσίβλητου.

......................

 

Γ. Ζαχαρία (κα), για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε., για τον Εφεσείοντα.

Δ. Παπαμιλτιάδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α', για τον Εφεσίβλητο.

 

ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και

 θα δοθεί από την Εφραίμ, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΕΦΡΑΙΜ, Δ.:       Η παρούσα Έφεση στρέφεται εναντίον απόφασης με την οποία απερρίφθη η αγωγή την οποία ο Εφεσείων καταχώρισε εναντίον του Εφεσίβλητου, αξιώνοντας ειδικές, γενικές, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη, σε σχέση με την ποινική υπόθεση υπ’ αρ. 15956/2008 που καταχωρίστηκε εναντίον του (και άλλων προσώπων) ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λάρνακας.

Η υπόθεση αφορούσε αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και προμήθειας ναρκωτικών τάξεως Α από άλλο πρόσωπο. Το Επαρχιακό Δικαστήριο το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση στο Κακουργιοδικείο είχε διατάξει την κράτηση του Εφεσείοντα μέχρι τη δίκη του από το Κακουργιοδικείο. Ο Εφεσείων καταχώρισε έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης και το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση (Νικολάου v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 790). Το Κακουργιοδικείο, με τη σειρά του, επίσης διέταξε την κράτηση του Εφεσείοντα μέχρι τη δίκη του. Η έφεση εναντίον και αυτής της διαταγής επίσης απερρίφθη (Νικολάου v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 170). Σε μεταγενέστερη ημερομηνία και πριν ακόμη την έναρξη της δίκης, το Κακουργιοδικείο αποφάσισε όπως ο Εφεσείων αφεθεί ελεύθερος υπό όρους μέχρι τη δίκη.

Στο πλαίσιο της δίκης, μαρτυρία που ενέπλεκε τον Εφεσείοντα στη διάπραξη των αδικημάτων προερχόταν από τη συγκατηγορούμενη του η οποία είχε δώσει τρεις καταθέσεις στην Αστυνομία. Με ενδιάμεση απόφαση του το Κακουργιοδικείο, κατά πλειοψηφία, αποφάσισε πως αυτές δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτές ως μαρτυρία. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 16.12.2009 το Κακουργιοδικείο έκρινε πως η μαρτυρία εναντίον του Εφεσείοντα ήταν ανεπαρκής και μη ικανή να στοιχειοθετήσει τα συστατικά των αδικημάτων με τα οποία κατηγορείτο. Ως εκ τούτου το Κακουργιοδικείο έκρινε πως δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Εφεσείοντα και επομένως αυτός απαλλάγηκε και αθωώθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε.

Εν τω μεταξύ ο Εφεσείων, ο οποίος ήταν αστυνομικός, είχε απολυθεί από την Αστυνομική Δύναμη Κύπρου, όπου υπηρετούσε, με απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής η οποία επικυρώθηκε από το Συμβούλιο Εφέσεων. Η εν λόγω απόφαση παραμερίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (Νικολάου v. Συμβ. Εφέσεων Υπ. Δικαιοσύνης & Δημ. Τάξεως (2012) 3 Α.Α.Δ. 357), πλην όμως ουδεμία ενέργεια έγινε για την επαναπρόσληψη του Εφεσείοντα.

Με την αγωγή ο Εφεσείων ισχυριζόταν ότι όλες οι ενέργειες και συμπεριφορά του Εφεσίβλητου και ή των αντιπροσώπων του και ή των μελών της Αστυνομίας έλαβαν χώρα κακοπροαίρετα και με μοναδικό σκοπό την ποινική δίωξη του, χωρίς νομικό υπόβαθρο και ίχνος μαρτυρίας.

Επιπλέον ήταν ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Εφεσείοντα ότι η Αστυνομία συνέχισε να τον καταδιώκει, προχωρώντας στην καταχώριση της ποινικής υπόθεσης υπ’  αρ. 23311/2012 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α. Σύμφωνα πάντα με τον Εφεσείοντα, η υπόθεση βασίστηκε σε παραποιημένα σε ένταλμα έρευνας στοιχεία και συγκεκριμένα του αριθμού του υποστατικού στο οποίο θα διεξαγόταν η έρευνα. Τελικώς, καταχωρίστηκε αναστολή ποινικής δίωξης.

Ο Εφεσείων ισχυριζόταν περαιτέρω ότι, εξαιτίας των αδικαιολόγητων και κακόβουλων ενεργειών του Εφεσίβλητου, αυτός παρέμεινε υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές για περίοδο 5 μηνών και 14 ημερών, με αποτέλεσμα να υποστεί ανάλογες ζημιές και απώλειες, πόνο και ψυχική ταλαιπωρία.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία του Εφεσείοντα η οποία ήταν η μοναδική προφορική μαρτυρία που δόθηκε κατά την ακρόαση της αγωγής. Βασιζόμενο στα παραδεκτά γεγονότα, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε να εξετάσει κατά πόσο ο Εφεσείων απέδειξε την υπόθεση του στον απαιτούμενο βαθμό. Θεώρησε ως «προεξάρχον στοιχείο» την προοπτική απόδοσης ευθύνης στον Εφεσίβλητο για πράξεις ή παραλείψεις του κατά την ενάσκηση των συνταγματικώς οριζόμενων καθηκόντων του εντός της διάστασης που ενδιαφέρει σε σχέση με το παράπονο του Εφεσείοντα. Επί τούτου κατέληξε πως δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα, αναφέροντας τα εξής:

«Oι εξουσίες του εναγομένου, ως εδώ συζητούνται και δη εκείνες της ποινικής ανάκρισης και δίωξης του ενάγοντα, παραμένουν πράξεις ανέλεγκτες δικαστικώς, κατά τις πρόνοιες των Άρθρων 113 και 114 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. κατ’ αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση της Maryem Kaya (2009) 1(B) ΑΑΔ 953, Xenophontos v. The Republic, through the Minister of the Interior (1961) 2 RSCC 89).»

          Συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αγωγή έχρηζε απόρριψης. Ακολούθως, για σκοπούς πληρότητας, προχώρησε να εξετάσει τα υπόλοιπα εγειρόμενα ζητήματα, καταλήγοντας ότι ο Εφεσείων δεν είχε κατορθώσει να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση του εναντίον του Εφεσίβλητου στη βάση του άρθρου 32 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Σε αντίθετη περίπτωση, θα επιδίκαζε το ποσό των €5.000, ως γενικές αποζημιώσεις. Επομένως, και πάλι η αγωγή υπόκειτο σε απόρριψη.

          Ο Εφεσείων αμφισβητεί την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης με συνολικά επτά λόγους έφεσης. Αυτοί αφορούν στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εφεσείοντα, καθώς επίσης και στις διάφορες πτυχές της πρωτόδικης απόφασης.

          Θεωρούμε ορθό να ασχοληθούμε με τον πέμπτο λόγο έφεσης, το αποτέλεσμα του οποίου αποβαίνει καθοριστικό για την εξέταση ή μη των υπόλοιπων λόγων.

          Με τον πέμπτο λόγο έφεσης αποδίδεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε πως το προεξάρχον ζήτημα ήταν η δυνατότητα απόδοσης ευθύνης στον Εφεσίβλητο, οι πράξεις του οποίου είναι ανέλεγκτες δικαστικώς και επομένως η αγωγή έχρηζε απόρριψης.

          Αποτέλεσε θέση του Εφεσείοντα πως το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να διακρίνει το γεγονός ότι είναι οι ενέργειες της Αστυνομίας που θα έπρεπε να κριθούν κατά πόσο στοιχειοθετούσαν το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης καθότι η έναρξη της ποινικής δίωξης προκλήθηκε από τις ενέργειες και εισηγήσεις της Αστυνομίας και η Νομική Υπηρεσία περιορίστηκε στο να δώσει τη συγκατάθεση της για παραπομπή στο Κακουργιοδικείο. Ο Εφεσείων ισχυρίστηκε ότι ο Εφεσίβλητος ενάγεται για πράξεις και ή παραλείψεις της Αστυνομίας Κύπρου και ή αντιπρόσωπων αυτής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, δυνάμει του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960.

          Στην υπό κρίση περίπτωση, είχε κατατεθεί ως παραδεκτό γεγονός το Ημερολόγιο Ενεργείας που αφορούσε την υπόθεση που τελικώς καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο εναντίον του Εφεσείοντα. Σε αυτό η υπόθεση διαβιβάστηκε από τον Υπεύθυνο Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακας προς τον Διοικητή της Υ.ΚΑ.Ν., από τον τελευταίο προς τον Αρχηγό Αστυνομίας και ακολούθως από τον Αρχηγό Αστυνομίας προς τον Γενικό Εισαγγελέα με την τελική εισήγηση για την ποινική δίωξη των κατηγορουμένων και αίτημα όπως δοθεί γραπτή συγκατάθεση για παραπομπή σε απευθείας δίκη των κατηγορουμένων ενώπιον του Κακουργιοδικείου και όπως παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι τη δίκη. Ακολουθεί σημείωμα Ανώτερου Δικηγόρου της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, προς τον Αρχηγό Αστυνομίας στο οποίο αναφέρεται ότι δίδεται η εν λόγω συγκατάθεση. Το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου φέρει την υπογραφή Εισαγγελέα για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

          Το Άρθρο 113.2 του Συντάγματος δίδει την εξουσία στον Γενικό Εισαγγελέα, κατά την κρίση του, να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνεται και συνεχίζει ή διακόπτει οποιαδήποτε διαδικασία ή διατάσσει τη δίωξη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου στη Δημοκρατία για οποιονδήποτε αδίκημα. Αυτή η εξουσία ασκείται από τον Γενικό Εισαγγελέα είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω των υπαλλήλων που υπάγονται σε αυτόν και ενεργούν για αυτόν και σύμφωνα με τις οδηγίες του.

Σύμφωνα με το άρθρο 37 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινική δίωξη αρχίζει με κατηγορητήριο που απαγγέλλεται εναντίον του προσώπου αυτού ενώπιον Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 38, «κάθε κατηγορητήριο είναι στον καθορισμένο τύπο· υπογράφεται από ή εκ μέρους του προσώπου που απαγγέλλει αυτό και όταν το κατηγορητήριο απαγγέλλεται από Κυβερνητικό Τμήμα το κατηγορητήριο αυτό υπογράφεται από αντιπρόσωπο του Τμήματος …».

          Με βάση τα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα, ήταν εμφανές ότι οι ερευνώντες την υπόθεση αστυνομικοί εξέφραζαν εισήγηση για την ποινική δίωξη του Εφεσείοντα και των άλλων προσώπων, ζητώντας παράλληλα τη γραπτή συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα για παραπομπή αυτών σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου και την κράτηση τους μέχρι τη δίκη. Τελευταίος ο Αρχηγός Αστυνομίας υπέβαλε προς τον Γενικό Εισαγγελέα τέτοια εισήγηση. Η εισήγηση έγινε δεκτή και η απόφαση για την ποινική δίωξη του Εφεσείοντα λήφθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα ο οποίος και είχε ενώπιον του όλο το υλικό της υπόθεσης και προχώρησε στην καταχώριση του κατηγορητηρίου.

          Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, δεν κρίνεται βάσιμη η θέση του Εφεσείοντα ότι η διωκτική αρχή δεν είναι ο Γενικός Εισαγγελέας, αλλά η Αστυνομία η οποία με τις ενέργειες της παρακίνησε τον Γενικό Εισαγγελέα στο να δώσει τη συγκατάθεση του για την απευθείας παραπομπή των κατηγορουμένων σε δίκη. Ο Γενικός Εισαγγελέας είχε την εκ του Συντάγματος εξουσία και άσκησε την ποινική δίωξη εξ ονόματος του. H υπόθεση Clifford v. Chief Constable of the Hertfordshire Constabulary [2008] EWHC 3154 (QB), στην οποία παρέπεμψε ο Εφεσείων, έχει ανατραπεί κατ’ έφεση στην υπόθεση Clifford v. Chief Constable of the Hertfordshire Constabulary [2009] EWCA Civ 1259, όπου διατάχθηκε επανεκδίκαση. Εν πάση περίπτωση, δεν υποστηρίζει τη θέση του Εφεσείοντα.

          Το υπό εξέταση ζήτημα απασχόλησε στην Ιωάννου κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. 240/2016, ημερ. 13.1.2025, στην οποία γίνεται εκτενής ανάλυση των σχετικών προνοιών του Συντάγματος και της νομολογίας επί της εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα. Παραπέμπουμε το σχετικό απόσπασμα το οποίο και υιοθετούμε πλήρως για σκοπούς της παρούσας:

«Το ανέλεγκτο της συνταγματικής εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα απασχόλησε από τα πρώτα χρόνια της Δημοκρατίας. Στην Xenophontos v. The Republic, through the Minister of the Interior (1961) 2 R.S.C.C. 89, 92-3, σε σχέση με την άρνηση του Γενικού Εισαγγελέα να ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον δύο αστυνομικών που καταγγέλθηκαν από πολίτη, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απεφάνθη ότι η εξουσία του για την έναρξη των ποινικών διώξεων δυνάμει του Άρθρου 113.2 του Συντάγματος δεν ελέγχεται κάτω από το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος.

Στην Γενικός Εισαγγελέας (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 105, 110-111, (πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου), αφού εξηγείται ότι ο Γενικός Εισαγγελέας στην Κύπρο είναι ανεξάρτητος λειτουργός της Πολιτείας, αναφέρεται ότι οι αποφάσεις του στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων του όπως καθορίζονται στο Κεφάλαιο I του Μέρους VI του Συντάγματος δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο.

Η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ.89/2018, ημερ.1.11.2018, αφορούσε σε έφεση εναντίον πρωτόδικης απόφασης Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της εφεσείουσας για άδεια για να καταχωρίσει αίτηση για προνομιακό ένταλμα certiorari για την ακύρωση της υπό του Γενικού Εισαγγελέα αναστολής της ποινικής δίωξης εναντίον δύο κατηγορούμενων σε ιδιωτική ποινική υπόθεση που είχε καταχωρίσει εναντίον τους η εφεσείουσα. Είχαν εγερθεί από την εφεσείουσα ζητήματα παραβίασης των δικαιωμάτων της δυνάμει του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ε.Σ.Δ.Α. και Άρθρου 30 του Συντάγματος.

Η Ολομέλεια απεφάνθη ότι:

«Είναι πάγια θεμελιωμένη αρχή ότι οι αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα, δυνάμει του Άρθρου 113.2 του Συντάγματος, δεν υπόκεινται σε δικαστική αναθεώρηση με προνομιακό ένταλμα Certiorari (Δέστε: Ellinas v. Republic (1989) 1 CLR, 17 και Αίτηση της Kaya (2010) 1 ΑΑΔ, 1887).

Εν πάση περιπτώσει, όπως ήδη αναφέραμε, η Εφεσείουσα δεν κάλεσε το δικαστήριο να αποκλίνει από την προηγούμενη πάγια νομολογία του επί του θέματος.

……………………………………………………………………………………

Στην Kaya (2010) 1 ΑΑΔ 1887, εκτός από την επιβεβαίωση της θεμελιωμένης αρχής ότι οι αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα δεν υπόκεινται σε δικαστική αναθεώρηση με προνομιακό ένταλμα Certiorari, τονίστηκε ότι η ανέλεγκτη κρίση του Γενικού Εισαγγελέα, δυνάμει του Άρθρου 113.2 του Συντάγματος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά είτε παραβίαση του προαναφερόμενου Άρθρου 30 του Συντάγματος, είτε των προαναφερομένων άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είτε του Κυρωτικού Νόμου 39/1962. Σχετική με τα υπό εξέταση θέματα είναι και η υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (2013) 3 ΑΑΔ, 7. Συναφώς παρατηρούμε ότι το δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ είναι το δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης στο δικαστήριο και όχι οποιοδήποτε ουσιαστικό δικαίωμα σε συγκεκριμένες υποθέσεις».

…………………………………………...………………………………………

Η Ολομέλεια παρέπεμψε σε απόσπασμα από την Kaya (σελ.1892-3) ότι:

«Ο Γενικός Εισαγγελέας είναι, δυνάμει του Συντάγματος, εμπιστευμένος με την εξουσία δίωξης, κατά την κρίση του (Άρθρο 113.2). Η εξουσία αυτή υπόκειται μόνο στους περιορισμούς που προνοούνται από το Σύνταγμα. Για τους σκοπούς του Άρθρου 113.2, ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ο κριτής του δημοσίου συμφέροντος.

Η άσκηση της εξουσίας που παρέχεται στο Γενικό Εισαγγελέα από το Άρθρο 113 δεν εμπίπτει ούτε στη σφαίρα του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος διότι είναι στενά συνδεδεμένη με δικαστικές διαδικασίες (Δέστε: Xenofontos, ανωτέρω και Kyriakides, ανωτέρω, και συναφώς, Καρατσής v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 201). 

Είναι προφανές, επομένως, ότι ο Γενικός Εισαγγελέας έχει ανέλεγκτη εξουσία να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνεται, συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασία ή διατάσσει δίωξη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου στη Δημοκρατία, για οποιοδήποτε αδίκημα, εφόσον, κατά την κρίση του, αυτό είναι προς το δημόσιο συμφέρον. Το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή, σ' αυτή την περίπτωση, κρίνεται από τον ίδιο το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και η κρίση του δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο είτε με προνομιακό ένταλμα, είτε δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».

Στην Ιωαννίδη κ.ά. (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1442, 1453, η Πλήρης Ολομέλεια αποφάσισε ότι η απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην Egmez v. Cyprus (Appl. No. 30873/96) ότι οι διωκτικές αρχές οφείλουν να διεξάγουν τις αναγκαίες ποινικές έρευνες, με την οποία και καταδικάστηκε η Κυπριακή Δημοκρατία για παράλειψη διεξαγωγής έρευνας στην υπόθεση εκείνη, δεν επηρεάζει τις εν ισχύι συνταγματικές πρόνοιες του Άρθρου 113, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν από τη νομολογία και τη μη υπαγωγή τους στον έλεγχο της δικαστικής εξουσίας.

Πολύ πρόσφατα, στην πολύκροτη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας, Αρ. Αιτ.1/2024, ημερ.18.9.2024 (για απόλυση του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας) η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, υπενθύμισε ότι «το δε ανέλεγκτο της κρίσης του, ως το Άρθρο 113.2 διαλαμβάνει, αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε κατ’ επανάληψη από τη νομολογία μας».

(Βλ. ακόμα Κωνσταντινίδης (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 310, 315, Γενικός Εισαγγελέας (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 630, 637, (πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου) και Police v. Athienitis (1983) 2 C.L.R. 194, 200).

Στην εργασία του Λ. Λουκαΐδη, «Ο Θεσμός του Γενικού Εισαγγελέως εν Κύπρω», 1974, σελ.44-5, σε σχέση με την αρμοδιότητα του Γενικού Εισαγγελέα «… να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνηται και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσσει δίωξιν καθ’ οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι’ οιονδήποτε αδίκημα.» δυνάμει του Άρθρου 113.2 του Συντάγματος, αναφέρεται ότι:

«Εν τη ασκήσει των εν λόγω εξουσιών ο Γενικός Εισαγγελεύς ενεργεί κατ΄ελευθέραν εκτίμησιν. Εν άλλοις λόγοις επαφίεται εις αυτόν να αποφασίζη, κατά την κρίσιν του, περί της ασκήσεως των εξουσιών τούτων αναφορικώς με εκάστην συγκεκριμένην υπόθεσιν. Τούτο, φυσικά, δεν σημαίνει ότι ο Γενικός Εισαγγελεύς δύναται να ενεργή κατ΄αρέσκειαν ή αυθαιρέτως. Η ελευθέρα αυτού κρίσις δέον να ασκήται μετά διακρίσεως βάσει των γεγονότων εκάστης περιπτώσεως με γνώμονα πάντοτε – ως ρητώς προβλέπει το σχετικόν άρθρον του Συντάγματος – τας απαιτήσεις του δημοσίου συμφέροντος. 

Η εν λόγω διακριτική ευχέρεια του Γενικού Εισαγγελέως δεν υπόκειται εις τον έλεγχον των δικαστηρίων, ήτοι, ούτος δεν είναι υπόλογος έναντι οιουδήποτε δικαστηρίου διά την ορθότητα ή σκοπιμότητα των αποφάσεών του εν τη ασκήσει των εν λόγω εξουσιών του ως π.χ. διά την διακοπήν οιασδήποτε ποινικής διαδικασίας κ.λ.π. είναι όμως υπόλογος έναντι της πολιτείας δι΄οιανδήποτε εκ μέρους του αυθαιρεσίαν. Ούτος υπόκειται εις απόλυσιν, υπό του αρμοδίου κατά το Σύνταγμα οργάνου, δι΄οιανδήποτε αυτού ενέργειαν συνιστώσαν ανάρμοστον συμπεριφοράν».

Καταλήγουμε ότι η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα δυνάμει του Άρθρου 113.2 του Συντάγματος, στη βάση της οποίας αποφασίστηκε η ποινική δίωξη των Εφεσείοντων, δεν ελέγχεται δικαστικά και επομένως η αγωγή τους έχρηζε απόρριψης, όπως αποφάνθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο.

………………………..…………………………………………………………….

Όπως αναφέρθηκε στην Kaya (σελ.1893):

«Ενόψει των προαναφερομένων δεν μπορεί να επιτύχει οποιοσδήποτε από τους λόγους έφεσης. Δεν μπορεί να θεωρηθεί δηλαδή ότι η ανέλεγκτη κρίση του Γενικού Εισαγγελέα συνιστά είτε παραβίαση των προαναφερομένων άρθρων του Συντάγματος, είτε της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ή του Κυρωτικού Νόμου 39/1962. Δεν μπορεί η εξουσία και η κρίση του Γενικού Εισαγγελέα, δυνάμει του Άρθρου 113.2, να είναι αφενός ανέλεγκτη δικαστικά και αφετέρου τα δικαστήρια να την υποβάλλουν στην κρίση τους και να καταλήγουν σε συμπέρασμα ότι, με την απόφασή του, ο Γενικός Εισαγγελέας παραβίασε άρθρα του Συντάγματος ή του Νόμου».»

          Ως εκ τούτου, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά κατέληξε πως η εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα δυνάμει του Άρθρου 113.2 του Συντάγματος, παραμένει ανέλεγκτη δικαστικώς και επομένως η αγωγή υπόκειτο, δίχως άλλο, σε απόρριψη.

          Αυτή η κατάληξη καθορίζει την πορεία της Έφεσης, χωρίς να καθίσταται ανάγκη εξέτασης των υπόλοιπων λόγων έφεσης.

          Η Έφεση απορρίπτεται.

€2.500 έξοδα Έφεσης επιδικάζονται υπέρ του Εφεσίβλητου και εναντίον του Εφεσείοντα.

                                                                  

Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.

                                                                   Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

                                                                   Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Δ.

/κβπ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο