ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
Πολιτική Έφεση Αρ. Ε30/2017
(σχ. με Ε31/2017)
15 Δεκεμβρίου, 2025
[Γ.Ν.ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Α.ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]
2. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΑΓΕΙΡΑ
Εφεσειόντων
ν.
CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
Εφεσίβλητης
Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/10/2022
1. ΕΥΘΥΜΙΟΥ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑ
2. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΑΓΕΙΡΑ
Εφεσειόντων
ν.
ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΘΩΜΑ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
Εφεσίβλητου
Πολιτική Έφεση Αρ. Ε31/2017
(σχ. με Ε30/2017)
MARFIN INVESTMENT GROUP HOLDINGS S.A.
Εφεσειόντων
ν.
CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
Εφεσίβλητης
Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/11/2022
MARFIN INVESTMENT GROUP HOLDINGS S.A.
Εφεσειόντων
ν.
ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΘΩΜΑ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
Εφεσίβλητου/Ενάγοντα
……………………………………………………….
Μ. Παναγίδης, για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε., για τους Εφεσείοντες στην Π.Ε. Ε30/17
Ν. Θρασυβούλου, για Νικόλας Θρασυβούλου Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσείουσα στην Π.Ε. Ε31/17
Δ. Αραούζος, για Χρύσης Δημητριάδης & Σία ΔΕΠΕ, για τους Εφεσίβλητους
-------------------------------------
ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.: Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από
το Δικαστή Δαυίδ.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΔΑΥΙΔ, Δ.: Αντικείμενο των υπό εξέταση εφέσεων, αποτελούν ταυτόσημες, ενδιάμεσες αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (το πρωτόδικο Δικαστήριο), ημερομηνίας 31.01.2017, οι οποίες εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αγωγής Αρ.8400/2012. Συγκεκριμένα, οι εφεσείοντες στην Ε30/17 (εναγόμενοι 2 και 3 στην ως άνω αγωγή) και η εφεσείουσα στην Ε31/17 (εναγόμενη 12 στην ίδια αγωγή), με την καταχώριση δύο αιτήσεων με παρόμοιο λεκτικό, ημερομηνίας 17.07.2014 και υποστηριζόμενες από πανομοιότυπες ένορκες δηλώσεις, επιδίωξαν την απόρριψη και/ή διαγραφή του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της Έκθεσης Απαιτήσεως ή τουλάχιστον παραγράφων της τελευταίας που προσδιορίζονταν σε σχετικό πίνακα (Πίνακας Α). Τούτο, ως προέβαλαν, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων και/ή λόγω του ότι η Κύπρος δεν είναι το forum conveniens και/ή λόγω κατάχρησης της διαδικασίας.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τις αιτήσεις ημερομηνίας 17.07.2014, έκρινε ότι διαθέτει δικαιοδοσία εκδίκασης όλων των απαιτήσεων εναντίον των εφεσειόντων. Προς τούτο, παρέπεμψε, σε όλα όσα είχαν τεθεί υπόψη του αλλά και στις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) 44/01 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (εφεξής Κανονισμός (ΕΚ) 44/01), ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, τις οποίες και ανέλυσε.
Με τις υπό συζήτηση εφέσεις, προσβάλλεται η ως άνω κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, οι εφεσείοντες θεωρούν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε λανθασμένα το άρθρο 5(3) του Κανονισμού (ΕΚ) 44/01 (5ος λόγος Έφεσης στην Π.Ε. Ε30/17 και 2ος λόγος Έφεσης στην Π.Ε. Ε31/17), παρακάμπτοντας -εσφαλμένα- το άρθρο 5(1) του ως άνω Κανονισμού (4ος λόγος Έφεσης στην Π.Ε. Ε30/17 και 1ος λόγος Έφεσης στην Π.Ε. Ε31/17), το οποίο, ως προκρίνεται, λανθασμένα έκρινε ότι δεν εφαρμόζεται (3ος λόγος Έφεσης και στις δύο Εφέσεις). Προσβάλλεται επίσης, η κατάληξή του πρωτόδικου Δικαστηρίου περί εφαρμογής του άρθρου 6(1) του Κανονισμού (ΕΚ) 44/01 στα περιστατικά της παρούσας (6ος λόγος Έφεσης στην Π.Ε. Ε30/17 και 4ος λόγος Έφεσης στην Π.Ε. Ε31/17). Περαιτέρω, μέσω των λόγων Έφεσης 1 και 2 στην Π.Ε. Ε30/17, εγείρεται ότι από τους εφεσείοντες 2 και 3, ότι είναι εσφαλμένη και αναιτιολόγητη η κρίση του Δικαστηρίου περί μη εφαρμογής των άρθρων 18-21 του ως άνω Κανονισμού σε σχέση με αυτούς, όπως και η μη εφαρμογή της ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας που περιελήφθη στις ατομικές τους συμβάσεις εργασίας, αποκλείοντας επίσης το άρθρο 23 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/01. Λανθασμένη θεωρούν, επίσης, την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι αναφορές σε άλλες ένορκες δηλώσεις στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε τις υπό κρίση αιτήσεις, είναι εσφαλμένη από πλευράς πρακτικής (7ος λόγος Έφεσης στην Π.Ε. Ε30/17 και 5ος λόγος Έφεσης στην Π.Ε. Ε31/17). Επιπλέον, τίθεται ζήτημα παράλειψης του πρωτόδικου Δικαστηρίου να περιλάβει στην απόφαση του απαραίτητα στοιχεία που θα παρείχαν τη δυνατότητα αντίληψης του σκεπτικού του και την άσκηση εφετειακού ελέγχου (8ος λόγος Έφεσης στην Π.Ε. Ε30/17 και 6ος λόγος Έφεσης στην Π.Ε. Ε31/17) ως επίσης να αποφασίσει επί του αιτήματος των εφεσειόντων για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (11ος λόγος Έφεσης στην Π.Ε. Ε30/17 και 9ος λόγος Έφεσης στην Π.Ε. Ε31/17). Τέλος, προβάλλεται ότι λανθασμένα δεν θεώρησε ως αυθεντία και δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα από τους εφεσείοντες γνωμάτευση καθηγητή-εμπειρογνώμονα (9ος λόγος Έφεσης στην Π.Ε. Ε30/17 και 7ος λόγος Έφεσης στην Π.Ε. Ε31/17).
Παρεμβάλλεται ότι, στην εξέλιξη της διαδικασίας, οι εφεσείοντες στην Π.Ε. Ε30/17 δήλωσαν ότι εγκαταλείπουν και αποσύρουν τον 10ο λόγο στην Έφεση τους, ενώ αντίστοιχα, η εφεσείουσα στην Π.Ε. Ε31/17, ότι εγκαταλείπει και αποσύρει τον 8ο λόγο, της δικής της Έφεσης.
Ότι πρωτίστως απασχολεί, δυνάμενο από μόνο του να επηρεάσει καταλυτικά την πορεία των υπό συζήτηση εφέσεων, σφραγίζοντας την τύχη τους, αποτελεί το ζήτημα που προκρίνει η πλευρά των εφεσίβλητων, του κωλύματος δηλαδή της έγερσης και προώθησης των Αιτήσεων ημερομηνίας 17.07.2014 και, κατ’ επέκταση, των υπό συζήτηση εφέσεων, ενόψει της δικονομικής συμπεριφοράς των εφεσειόντων, στους οποίους αποδίδει κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Κρίνεται χρήσιμη η παράθεση, συνοπτικά έστω, του δικονομικού ιστορικού της υπόθεσης, προς κατανόηση των ζητημάτων που εγείρονται και τα οποία συναρτώνται με την προβαλλόμενη κατάχρηση της διαδικασίας.
- Στις 26.11.2012, η εφεσίβλητη καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, την αγωγή Αρ.8400/12. Μέσω του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητήριου Εντάλματος της αγωγής, αξίωνε αποζημιώσεις δισεκατομμυρίων ευρώ, ένεκα ζημιών που ως ισχυρίζεται είχε υποστεί, τις οποίες αποδίδει, μεταξύ άλλων, στην παραβίαση των υποχρεώσεων και του καθήκοντος εμπιστοσύνης και καλής πίστης που όφειλαν ορισμένοι εκ των εναγόμενων, ως αξιωματούχοι και διοικητικοί της σύμβουλοι.
- Στις 29.04.2013, κατόπιν εξασφάλισης σχετικού διατάγματος, τροποποιήθηκε το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, δια της αντικατάστασης των εφεσίβλητων και της προσθήκης ως διαδίκων της εναγόμενης 12 (εφεσείουσας στην Πολιτική Έφεση Ε31/17).
- Στις 08.05.2013, εξασφαλίστηκαν εκ μέρους των εφεσίβλητων, μονομερώς, παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα εναντίον των εφεσειόντων, τα οποία, παρά την καταχώρηση ένστασης εκ μέρους των τελευταίων, κατέστησαν απόλυτα στις 23.05.2014. Οι σχετικές ενδιάμεσες αποφάσεις, εφεσιβλήθηκαν, με την καταχώρηση των Πολιτικών Εφέσεων Ε141/14 και Ε142/14, αποτέλεσμα των οποίων ήταν ο παραμερισμός των προσωρινών διαταγμάτων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ως υπέδειξε το τελευταίο στην σχετική του απόφαση, ημερομηνίας 13.09.2023, δεν συνέτρεχε ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος, ως προϋποθέτει το άρθρο 9 του Κεφ. 6.
- Στις 22.05.2013, οι εφεσίβλητοι εξασφάλισαν από το Δικαστήριο άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας διαφόρων εγγράφων σχετικών με την ως άνω αγωγή και την επίδοση τους στους εναγόμενους που διατηρούσαν τη βάση τους στην Ελλάδα. Η σχετική επίδοση έγινε στις 30.05.2013. Οι εφεσείοντες, στις 28.06.2013 και 01.07.2013, καταχώρησαν αιτήσεις με τις οποίες αξίωναν, μεταξύ άλλων, τον παραμερισμό του Κλητηρίου Εντάλματος και οποιουδήποτε δικονομικού ή άλλου διαβήματος ή διατάγματος επακολούθησε, καθώς και ακύρωση ή/και παραμερισμό του Διατάγματος Επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας (εφεξής αιτήσεις Παραμερισμού του 2013). Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, η οποία ολοκληρώθηκε στις 26.03.2014 ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι αιτήσεις Παραμερισμού του 2013, με σχετικές αποφάσεις, ημερομηνίας 23.05.2014, απορρίφθηκαν από το εν λόγω Δικαστήριο. Το αποτέλεσμα των εν λόγω αποφάσεων αμφισβητήθηκε από τους εφεσίβλητους, μέσω των Πολιτικών Εφέσεων Ε143/14 και Ε144/14, οι οποίες, με σχετική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 31.05.2022, απορρίφθηκαν επίσης.
- Στην εξέλιξη των πραγμάτων, ειδικότερα στις 13.12.2013, μεσολάβησε η καταχώρηση της αρχικής Έκθεσης Απαίτησης των εφεσίβλητων.
- Λίγες εβδομάδες μετά την έκδοση των ενδιάμεσων αποφάσεων στις ως άνω αιτήσεις, οι εφεσείοντες, στις 04.07.2014, κατόπιν εξασφάλισης σχετικής άδειας, καταχώρισαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Μέρες αργότερα, ήτοι στις 17.07.2014, προχώρησαν στην καταχώριση των αιτήσεων μέσω των οποίων αμφισβητούν τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Οι αποφάσεις ημερομηνίας 31.01.2017, με τις οποίες απερρίφθησαν οι ως άνω αιτήσεις, αποτελούν το αντικείμενο των υπό συζήτηση εφέσεων.
Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου, να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του. Αποκαλυπτικός της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να περιστείλει καταχρήσεις της δικαιοδοσίας του, είναι ο λόγος του Γ. Μ. Πική (Δικαστής ως ήταν τότε), στην υπόθεση Δ/ντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα (1995) 1 A.A.Δ. 217. Ως εναργώς έθεσε το ζήτημα:
« ….. η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα. Μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.»
Η εξουσία των Δικαστηρίων να ελέγχουν τις ενώπιον τους διαδικασίες προς αποφυγή της κατάχρησης τους, επαναβεβαιώθηκε μεταξύ άλλων και στην Loucos Trad. Co. Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο., Λτδ, (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1014, με την ταυτόχρονη υπόδειξη ότι η κατάχρηση μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και, ως εκ τούτου, ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία τους για την παρεμπόδισή της (βλ. μεταξύ άλλων Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2) (1993) 1 Α.Α.Δ. 248, Re Beogradska D.D. 1996 1(Β) Α.Α.Δ. 911). Το γεγονός ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, κάποτε μοναδικές, έχει σημειωθεί άλλωστε και από τον λόρδο Diplock στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another [1981] 3 All E.R. 727. Στη σελίδα 729 του ως άνω τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, υποδεικνύεται ειδικότερα πως:
«It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power».
Μια από τις συνήθεις μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, αποτελεί η περίπτωση της έγερσης ή προώθησης περισσότερων της μιας διαδικασίας για την επίτευξη του ιδίου στόχου, ο οποίος ήταν δυνατόν να επιδιωχθεί ενιαία, σε μια διαδικασία (Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα (ανωτέρω), Williams v. Hunt (1905) 1 KB 512). Όπως σημειώνεται, μεταξύ άλλων, στο σύγγραμμα «Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο», του Π. Γ. Πολυβίου, ειδικότερα στη σελ. 17 «Η επιδίωξη ίδιων ή παρόμοιων σκοπών με τη υιοθέτηση και έγερση παράλληλων ένδικων μέσων είναι η κλασσική μορφή κατάχρησης διαδικασίας, πρώτον διότι προκαλείται αδικία στον εναγόμενο και δεύτερον διότι είναι αντίθετη προς την αρχή της τελεσιδικίας».
Σε μια άλλη διάσταση, αλλά πάντως παρεμφερή με το ζήτημα που εδώ απασχολεί, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί πως ως η νομολογία έχει ξεκαθαρίσει, το εμπόδιο του κωλύματος για την έγερση μιας αγωγής και τη δρομολόγηση μιας δικαστικής διαδικασίας, δεν περιορίζεται σε θέματα που είχαν εγερθεί και εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά καλύπτει κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι, με λογική προσοχή και επιμελώς συμπεριφερόμενοι, θα μπορούσαν να είχαν εγείρει, πλην όμως παρέλειψαν να το πράξουν (Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, Henderson v. Henderson [1843‑1860] 2 All E.R. 144, Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 670 και Barquwi (2004) 1 Α.Α.Δ. 1). Στις περιπτώσεις δηλαδή που ένας διάδικος είχε την ευχέρεια να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα ζήτημα στα πλαίσια προγενέστερων διαδικασιών και δεν το έπραξε, είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει, και σε αυτή την περίπτωση, τη γενικότερη αρχή του κωλύματος να το προωθήσει. Η τμηματική εκδίκαση των διαφορών, κατ' επιλογή του διαδίκου και, κατ' επέκταση, η διαιώνιση τους πλήττοντας έτσι την αρχή της τελεσιδικίας, δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτή από τα Δικαστήρια. Όπως χαρακτηριστικά σημειώθηκε στην Ευαγγέλου (Αρ.3), (2000) 1((Β) Α.Α.Δ. 919, με αναφορά στην υπόθεση Carter (Αρ.2) (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 403 και Henderson (ανωτέρω), « …. το δεδικασμένο που απορρέει από προηγούμενη διαδικασία, εκτείνεται και καλύπτει όχι μόνο “όσα προβλήθηκαν στην πρώτη διαδικασία αλλά …. και εκείνα που θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί ως ενταγμένα στο πλαίσιο του αντικειμένου της αλλά δεν προβλήθηκαν.” Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται η δικαιοσύνη από αέναες διαδικασίες στις οποίες θα πρωταγωνιστούσε η εφευρηματικότητα του διαδίκου».
Όπως σημειώνεται στη σελίδα 19, του συγγράμματος «Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο» (ανωτέρω), με παραπομπή σε σχετική αγγλική νομολογία, ο κανόνας του δεδικασμένου βασίζεται στη γενικότερη αρχή που στοχεύει στην προστασία της δικαστικής διαδικασίας από καταχρηστικές συμπεριφορές. Ίδια προσέγγιση, εντοπίζεται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η έκδ. Τόμος 12A (2020) σελ. 393, παρ. 1568, όπου εξηγείται πως:
«… A distinction is often made between the doctrine of res judicata and the wider rule (alternatively seen as an extension of res judicata) that precludes a party from raising in subsequent proceedings matters which were not, but could and should have been raised, in the earlier ones for the purpose of establishing or negativing the existence of a cause of action ('abuse of process'), although the policy underlying both principles is essentially the same».
Παρεμβάλλεται ότι οι ως άνω αρχές, προς αποτροπή της κατάχρησης των διαδικασιών, ισχύουν και στην περίπτωση ενδιάμεσων αιτήσεων/διαδικασιών (Navigator Equities Ltd and other v. Deripaska [2020] EWHC 1798 (Comm). Ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Orb a.r.l. and others v. Ruhan [2016] EWHC 850 (Comm), στην παράγραφο 82:
«But the principle is well established, and often applied, in relation to contested interlocutory hearings. It is that if a point is open to a party on an interlocutory application and is not pursued, then the applicant cannot take the point at a subsequent interlocutory hearing in relation to the same or similar relief, absent a significant and material change of circumstances or his becoming aware of facts which he did not know and could not reasonably have discovered at the time of the first hearing. It is based on the principle that a party must bring forward in argument all points reasonably available to him at the first opportunity; and that to allow him to take them serially in subsequent applications would permit abuse and obstruct the efficacy of the judicial process by undermining the necessary finality of unappealed interlocutory decisions».
Τα πιο πάνω, επιβεβαιώνουν τη θεώρηση ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να καταστέλλει καταχρηστικές συμπεριφορές και διαδικασίες, όπως αυτές μπορούν να εκδηλωθούν με την πολλαπλότητα διαδικασιών προς επίτευξη του ίδιου στόχου, συνυπάρχει με το εγγενές του καθήκον να περιφρουρήσει τη διαδικασία. (βλ. Mammous κ.ά. ν. Willstrop κ.ά. (2012) 1(Α) A.A.Δ. 90, Hartziotis Trading Co. Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων (2015) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2916 και K.S.R. Commercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Nav. Ltd (1995) 1 A.A.Δ. 309).
Επανερχόμενοι στην υπό συζήτηση περίπτωση, διαπιστώνεται ότι ουσιαστικά καταβλήθηκαν δύο επάλληλες προσπάθειες, στοχεύοντας στον παραμερισμό του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή την κατάργηση της διαδικασίας και/ή την απόρριψη της αγωγής. Αφενός μέσω των αιτήσεων για Παραμερισμό του 2013 (προσπάθεια η οποία απέτυχε) και αφετέρου με την προώθηση των αιτήσεων 17.07.2014, οι αποφάσεις επί των οποίων αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας.
Είναι γεγονός ότι στο πλαίσιο των αιτήσεων παραμερισμού του 2013, δεν τέθηκε από την πλευρά των εφεσειόντων, το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, κατ’ επίκληση του Κανονισμού (ΕΚ) 44/01. Τούτο, επιχειρήθηκε από την πλευρά τους σε χρόνο μεταγενέστερο, αφού εξαντλήθηκαν από την πλευρά τους τα δικονομικά μέσα και διαδικασίες που είχαν στη διάθεσή τους κατά των αποφάσεων με τις οποίες απορρίφθηκαν οι αιτήσεις Παραμερισμού του 2013. Έχει, προφανώς, τη δική του σημασία για το ζήτημα που εδώ απασχολεί, το γεγονός ότι το νομικό και πραγματικό καθεστώς επί του οποίου εδράζουν το αίτημα τους, μέσω των αιτήσεων ημερομηνίας 17.07.2014, ήταν ήδη γνωστό στην πλευρά τους, δυνάμενο να προβληθεί στο πλαίσιο των αιτήσεων Παραμερισμού του 2013, κατά τρόπο που θα δινόταν η ευκαιρία, ανάλογα να συζητηθούν και συνολικά να αποφασιστούν από το Δικαστήριο τα ζητήματα που προωθούνται μέσω των μεταγενέστερων αιτήσεων, ημερομηνίας 17.07,2014. Ίδιος ή και παρεμφερής ήταν ο ουσιαστικός στόχος άλλωστε, ήτοι ο παραμερισμός του Κλητηρίου Εντάλματος, η αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και η κατάργηση της διαδικασίας.
Το γεγονός ότι τα ζητήματα που προβάλλουν μέσω των νέων αιτήσεων, ημερομηνίας 17.07.2014, σε σχέση με την έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και τη μη ύπαρξη αιτίας αγωγής στην Κύπρο, ήταν υπόψη των εφεσειόντων, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η θέση περί αποκλειστικής αρμοδιότητας των Ελληνικών Δικαστηρίων να εκδικάσουν οποιαδήποτε διαφορά που απορρέει από τη συμβατική τους σχέση, επιχειρήθηκε να προωθηθεί από την πλευρά τους, ήδη στο πλαίσιο της διαδικασίας οριστικοποίησης των μονομερώς εκδοθέντων συντηρητικών διαταγμάτων, ημερομηνίας 08.05.2023, πλην όμως, για τους λόγους που καταγράφονται στην αντίστοιχη πρωτόδικη απόφαση, ημερομηνίας 23.05.2014, επέλεξαν να μην τα προωθήσουν με τον δέοντα τρόπο, καθιστώντας τα επίδικα.
Οι εφεσίβλητοι, παρά το γεγονός ότι ήταν καθ’ όλα ενήμεροι για τα ζητήματα που προβάλλουν μέσω των αιτήσεων ημερομηνίας 17.07.2014, έχοντας παράλληλα την ευκαιρία και την δυνατότητα να τα θέσουν κατά τον προσήκοντα τρόπο, μέσω των σχετικών διαδικασίων του 2013, προκειμένου να προβάλλουν τις θέσεις και τα επιχειρήματά τους επί τούτων, παρέλειψαν να το πράξουν. Αντίθετα, επανερχόμενοι, προτίμησαν να τα προβάλουν δίκην «εφεδρείας», μέσω των αιτήσεων ημερομηνίας 17.07,2014, για την επίτευξη ουσιαστικά του στόχου που εξ’ αρχής αποσκοπούσαν με την προώθηση των αιτήσεων Παραμερισμού του 2013. Τούτο δε, έχοντας εξαντλήσει τα δικονομικά διαβήματα που είχαν στη διάθεσή τους για την ακύρωση των αποφάσεων που απέρριψαν τις προηγηθείσες αιτήσεις Παραμερισμού του 2013.
Στη βάση όλων όσων πιο πάνω έχουν τεθεί, η ως άνω δικονομική συμπεριφορά των εφεσειόντων, απολήγουσα τελικώς στην εκ νέου επιδίωξη του ίδιου στόχου, προβάλλοντας ζήτημα που είχαν την ευκαιρία εξ’ αρχής και στο πλαίσιο προηγηθείσας διαδικασίας να προωθήσουν, αφεύκτως, κατά την κρίση μας, εντάσσεται στην έννοια της κατάχρησης των διαδικασιών εκ μέρους τους, πλήττοντας τον διακηρυγμένο στόχο της τελεσιδικίας.
Υπό τις περιστάσεις, η παρέμβαση του Δικαστηρίου με σκοπό «την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των διαδικαστικών διαδικασιών», κατά τον τρόπο που εισηγείται η πλευρά των εφεσίβλητων, κρίνεται δικαιολογημένη και επιβεβλημένη. (βλ. SHASHKIN κ.α. v. EUROGAL SURVEYS LTD κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E100/2020, 30/5/2022 και Παπόρη ν. "Maskinfabrikcn ""SIO"" A/S" (1996) 1 Α.Α.Δ. 1037),
Ενόψει της ως άνω κατάληξης, η ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα των ζητημάτων που προβάλλονται στις υπό συζήτηση εφέσεις παρέλκει. Θα απέληγε σε ακαδημαϊκή συζήτηση χωρίς να εξυπηρετεί οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό, εξέλιξη ανεπιθύμητη.
Υπό το φως των πιο πάνω, η υιοθέτηση της θέσης περί καταχρηστικής προώθησης των αιτήσεων ημερομηνίας 17.07.2014, οδηγεί αναπόδραστα, για τον ίδιο λόγο, στην αποτυχία και την απόρριψη των υπό συζήτηση Εφέσεων.
Επιδικάζονται υπέρ των εφεσίβλητων και εναντίον των εφεσειόντων στην Έφεση Αρ.Ε30/2017, έξοδα ύψους €2.500-, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει.
Ομοίως, επιδικάζονται υπέρ των εφεσίβλητων και εναντίον της εφεσείουσας στην Έφεση Αρ.Ε31/2017, έξοδα ύψους €2.500-, πλέον ΦΠΑ, αν υπάρχει.
Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.
Λ.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.
Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο