ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ALEXEY KOROTENKO ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ HABEAS CORPUS AD SUBJICIENDUM, Αρ. Αίτησης 269/2025, 12/1/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ALEXEY KOROTENKO ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ HABEAS CORPUS AD SUBJICIENDUM, Αρ. Αίτησης 269/2025, 12/1/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

i-justice

Αρ. Αίτησης 269/2025

 

     12 Ιανουαρίου 2026

 

[Χ. ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964 (Ν.33/1964)

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ALEXEY KOROTENKO ΜΕ ΑΡ. ΡΩΣΙΚΟΥ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ [ ] ΚΑΙ ΑΡ. ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΟΥ ΚΙΡΓΙΣΤΑΝ ΜΕ ΑΡ. [ ] ΚΑΙ Δ.Ε.Α. [ ] ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥ ΣΤΟΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ ΑΡΑΔΙΠΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ HABEAS CORPUS AD SUBJICIENDUM

 

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ (ΚΥΡΩΤΙΚΟ ΝΟΜΟ) (Ν.95/70) ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΗΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟ (Ν.97/70)

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 6, 7, 8, 9, 11, 12, 14, 15, 17, 18, 19, 22, 28, 30 ΚΑΙ 35 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΑ ΑΡΘΡΑ 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 12, 13, 14 ΚΑΙ 17 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 13, 14, 20 ΚΑΙ 21 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΦΥΓΟΔΙΚΩΝ ΝΟΜΟΥ (Ν.97/70)

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΕΚΔΟΣΗΣ ΦΥΓΟΔΙΚΟΥ ΜΕ ΑΡ.1/2025 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 31/10/2025 ΚΑΤΑ ΤΟΥ ALEXEY KOROTENKO ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥ ΣΤΟΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ ΑΡΑΔΙΠΠΟΥ

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΥΠΟ ΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΝ ΑΙΤΗΤΗ ALEXEY KOROTENKO ΣΤΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΑ ΚΡΑΤΗΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ ΑΡΑΔΙΠΠΟΥ.

 

Π. Βορκάς με Π. Καύκαρο και Μ. Αντωνιάδου (κα), ασκούμενη δικηγόρο, για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. και Χρ. Σάββα (κα) για Χρύσω Σάββα Δ.Ε.Π.Ε., για τον Αιτητή.

Στ. Ερωτοκρίτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τον Καθ’ ου η Αίτηση.

 

____________________

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας με απόφαση του ημερ.31.10.2025 ενέκρινε αίτημα για την έκδοση στη Ρωσική Ομοσπονδία του Αιτητή για να δικαστεί για «αδικήματα φοροδιαφυγής από εταιρεία σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα», κατά παράβαση του άρθρου 199(2)(β) του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα και διέταξε την κράτηση του. 

 

Ο Αιτητής καταχώρισε αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus Αd Subjiciendum δυνάμει του άρθρου 10 του περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου του 1970, Ν.97/1970, όπως έχει τροποποιηθεί, «με το οποίο να ελεγχθεί η νομιμότητα της απόφασης για κράτηση και έγκρισης της Αίτησης για έκδοση του», να ακυρωθεί το διάταγμα κράτησης του και να διαταχτεί η άμεση αποφυλάκιση του. 

 

Το Habeas Corpus είναι προνομιακή διαδικασία για τη διασφάλιση της ελευθερίας του πολίτη. Παρέχει αποτελεσματικό μέσο άμεσης απελευθέρωσης από παράνομη ή αδικαιολόγητη κράτηση (Δημητράκης Χ"Σάββα (1993) 1 Α.Α.Δ. 102, 106-7).

 

Η αίτηση για την έκδοση εντάλματος Habeas Corpus στην περίπτωση κράτησης μετά την έγκριση αίτησης έκδοσης, διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.97/1970.  Το εδάφιο (3) προβλέπει τις εξουσίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου όταν επιλαμβάνεται τέτοιας αίτησης και διαλαμβάνει ότι:

 

«Τo Αvώτατov Δικαστήριov, επιλαμβαvόμεvov της τoιαύτης αιτήσεως, δύvαται, μη επηρεαζoμέvης oιασδήπoτε ετέρας δικαιoδoσίας αυτoύ, vα διατάξη τηv απoφυλάκισιv τoυ υπό έκδoσιv πρoσώπoυ, εφ' όσov ήθελε κρίvει ότι-

 

(α) λόγω της ασημάvτoυ φύσεως τoυ αδικήματoς, δι' o διώκεται ή κατεδικάσθη· ή

 

(β) λόγω της παρόδoυ μακρoύ χρόvoυ, αφ' oυ εγέvετo η διάπραξις τoυ αδικήματoς, ή, αvαλόγως της περιπτώσεως, αφ' oυ καταζητείται πρoς έκτισιv πoιvής μετά καταδίκηv αυτoύ· ή

 

(γ) λόγω τoυ ότι η κατ' αυτoύ κατηγoρία δεv εγέvετo καλή τη πίστει ή εv τω συμφέρovτι της δικαιoσύvης, η απόδoσις αυτoύ θα απoτελεί, λαμβαvoμέvωv υπ' όψιv απασώv τωv περιστάσεωv, άδικov ή καταπιεστικόv μέτρov.»

H δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όταν επιλαμβάνεται αίτησης για Habeas Corpus στο πλαίσιο του Ν.97/1970 είναι περιορισμένη.  Δεν έχει την ευχέρεια να ασκήσει όλες τις συνηθισμένες εξουσίες του.  Δεν ενεργεί ως εφετείο πάνω σε θέματα γεγονότων και δεν μπορεί να αναθεωρήσει τα ευρήματα του Δικαστηρίου που επιλήφθηκε της έκδοσης ή να επέμβει στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας εφόσον κινήθηκε μέσα στα νόμιμα όρια της.  Έχει όμως αρμοδιότητα να διαπιστώσει κατά πόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ικανοποιητική μαρτυρία ενώπιον του που δικαιολογούσε την έκδοση του εντάλματος ότι δηλαδή υπάρχει, από αντικειμενική θεώρηση, επαρκής μαρτυρία για την έκδοση (Katcho κ.ά. (2004) 1(Β) A.A.Δ. 793, 797-8, Μελάς (Αρ.3) (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1199, 1205-6, Hachem ν. Διευθυντή Κεντρικών Φυλακών (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 191, 199-201 και Π. Αρτέμης «Προνομιακά Εντάλματα», σελ.82-7). 

 

Στην Αίτηση δεν εξειδικεύονται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η άσκηση της προνομιακής εξουσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση αποτελείται από 68 σελίδες, ενώ η γραπτή αγόρευση που καταχωρίστηκε εκ μέρους του από 96.  Δεν εναπόκειται στο Ανώτατο Δικαστήριο να ανιχνεύσει μέσα από την υποστηρικτική της Αίτησης ένορκη δήλωση, που σκοπό έχει την παράθεση γεγονότων, τα τυχόν σημεία που ο Αιτητής θεωρεί ότι άπτονται της νομιμότητας της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου.  Μπορεί όμως το Ανώτατο Δικαστήριο να εξετάσει πρωτογενώς ζητήματα που καλύπτονται από τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 10 του Ν.97/1970, εκεί όπου είναι πρόδηλο ότι εγείρονται.

 

Ο κύριος λόγος για τον οποίο ο Αιτητής ζητά την έκδοση εντάλματος Habeas Corpus είναι γιατί, κατά την εισήγηση του, εφόσον εκδοθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία, θα υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση και δεν θα τύχουν σεβασμού τα ανθρώπινα του δικαιώματα, περιλαμβανομένου του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη.  Το ζήτημα ήταν πρωτεύον και στη διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν είχε στοιχειοθετηθεί υπαρκτός κίνδυνος ότι ο Αιτητής θα καθίστατο θύμα παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του σε περίπτωση έκδοσης του στη Ρωσική Ομοσπονδία.

 

Άλλος λόγος που προωθείται, αυτοτελώς, αλλά και ως πυλώνας της επιχειρηματολογίας στήριξης του κύριου λόγου, αφορά στη θέση ότι η δίωξη του Αιτητή δεν επιδιώκεται με καλή πίστη, αλλά προς εξυπηρέτηση αλλότριων κινήτρων, να εξαναγκαστεί δηλαδή να κατηγορήσει συγκεκριμένα πρόσωπα και να μαρτυρήσει ψευδώς εναντίον τους, ώστε πρόσωπα εξουσίας στη Ρωσική Ομοσπονδία να υφαρπάξουν την περιουσία τους.

 

Η Δημοκρατία ενίσταται στη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας, προβάλλει δε και λόγο απόρριψης της Αίτησης, χωρίς να εξεταστεί η ουσία της, στη βάση ότι αυτή δεν συνοδεύεται από νομότυπη ένορκη δήλωση, αφού την υποστηρικτική ένορκη δήλωση δεν ορκίστηκε ο Αιτητής.  Τη δήλωση ορκίστηκε δικηγόρος του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τον Αιτητή, κατόπιν εξουσιοδότησης, όπως αναφέρεται, από τον τελευταίο.  Η Δημοκρατία, επικαλέστηκε τη Sandar (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1896, 1901, και την εκεί παραπομπή στο σχετικό αγγλικό διαδικαστικό κανονισμό που αναφέρει ότι η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον κρατούμενο, εκτός αν αυτό δεν είναι δυνατό λόγω του περιορισμού της ελευθερίας του.  Τέτοια πρόνοια δεν υπάρχει σε δικό μας κανονισμό.

 

Όπου χρειάζεται να καταδειχθεί υπόβαθρο γεγονότων για να ενεργήσει το Δικαστήριο, ο προσφεύγων έχει, κατά κανόνα, την υποχρέωση να το παρουσιάσει.  Η ένορκη δήλωση είναι τρόπος προσαγωγής μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου.  Στο τέλος της ημέρας, αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο που δικαιολογεί τη χορήγηση της αξιούμενης θεραπείας.  Ποιος είναι κατάλληλος μάρτυρας, εν προκειμένω ομνύοντας, εξαρτάται από την κάθε περίπτωση.  Δεν υπάρχουν στερεότυπα, ούτε εκ προοιμίου αποκλεισμοί, πέραν του περιορισμού σε σχέση με τους δικηγόρους οι οποίοι χειρίζονται οι ίδιοι την υπόθεση (Rybolovlev v. Rybolovleva (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 82) και εκεί, όχι για λόγους που αφορούν στο αποδεικτικό δίκαιο.  Με αυτά υπόψη, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας ζητημάτων που εγείρονται.

 

Ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου που εκδίκασε την αίτηση έκδοσης και για να καταδείξει ότι στη Ρωσική Ομοσπονδία καταπατούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο Αιτητής παρουσίασε εκθέσεις διεθνών κυβερνητικών και έγκριτων μη κυβερνητικών οργανισμών (τεκμ.48-51).  Υποστήριξε ότι τα πορίσματα τους καταρρίπτουν τι διαβεβαιώσεις που δόθηκαν από τις ρωσικές αρχές στις κυπριακές αρχές αναφορικά με την προάσπιση των δικαιωμάτων του σε περίπτωση έκδοσης του.  Κατέθεσε εκ μέρους του και ο νομικός Δρ. Κώστας Παρασκευάς, με μακρόχρονη εμπειρία σε θέματα ευρωπαϊκού διεθνούς δικαίου και στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο οποίος παρουσίασε έκθεση που ετοίμασε (τεκμ.56), αναφερόμενος στις συνθήκες που επικρατούν στις φυλακές στη Ρωσία, εκφράζοντας τη γνώμη ότι η έκδοση του Αιτητή στη Ρωσική Ομοσπονδία θα ήταν ασυμβίβαστη με τις υποχρεώσεις της Δημοκρατίας ως Μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος παραβίασης του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ε.Σ.Δ.Α..

 

Οι σχετικές διαβεβαιώσεις είχαν δοθεί με επιστολή ημερ.28.1.2025 του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας (τεκμ.9).  Αναφερόταν ότι στον Αιτητή θα παρασχεθούν όλες οι δυνατότητες υπεράσπισης, περιλαμβανομένης νομικής αρωγής, ενώ θα κρατηθεί σε εξειδικευμένο ίδρυμα στο οποίο οι συνθήκες ανταποκρίνονται στα προβλεπόμενα πρότυπα του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του 1966, και ότι αρμόδιοι υπάλληλοι της Πρεσβείας της Κύπρου στη Ρωσική Ομοσπονδία θα μπορούσαν να τον επισκέπτονται για να ελέγχουν την τήρηση των εγγυήσεων.  Διευκρινήσεις για το πώς θα διασφαλίζονταν τα δικαιώματα του Αιτητή σε περίπτωση έκδοσης του λήφθηκαν στη συνέχεια με ηλεκτρονική επικοινωνία ημερ.17.2.2025 και 26.3.2025 (τεκμ.22 και 23). 

    Είχε τεθεί υπόψη του Επαρχιακού Δικαστηρίου ότι η Ρωσική Ομοσπονδία είχε από 16.3.2022 παύσει να είναι κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης και συμβαλλόμενο κράτος στην Ε.Σ.Δ.Α., με αποτέλεσμα οι ρώσοι πολίτες να μην έχουν, σε σχέση με μεταγενέστερες παραβιάσεις, τη δυνατότητα να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Ε.Δ.Δ.Α..

 

Στην παρούσα Αίτηση, παρουσιάστηκε, κατόπιν αδείας, επιπλέον μαρτυρικό υλικό.  Η πλευρά του Αιτητή, με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το γεγονός ότι το Σεπτέμβριο του 2025 η Ρωσική Ομοσπονδία έχει καταγγείλει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας του 1987.   Παραχωρήθηκε άδεια και στην πλευρά της Δημοκρατίας, που παρουσίασε ηλεκτρονικό μήνυμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας ημερ.20.11.2025, ότι η καταγγελία από τη Ρωσική Ομοσπονδία της Σύμβασης του 1987 δεν μειώνει το επίπεδο των εγγυήσεων στον τομέα της πρόληψης των βασανιστηρίων στη Ρωσική Ομοσπονδία και γίνεται παραπομπή στη σχετική πρόνοια στο Σύνταγμα της αιτούσας χώρας η οποία απαγορεύει τα βασανιστήρια τη βία και άλλη σκληρή, ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία.  Περαιτέρω αναφέρεται ότι η Ρωσική Ομοσπονδία συνεχίζει να συμμετέχει στη διεθνή συνεργασία για την καταπολέμηση των βασανιστηρίων στη βάση διεθνών συνθηκών.

 

Η θέση του Αιτητή ότι εφόσον εκδοθεί στη Ρωσία θα υποστεί απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση και δεν θα τύχουν σεβασμού τα ανθρώπινα του δικαιώματα, εδράζεται στην κατάσταση που επικρατεί στις ρωσικές φυλακές.  Η πρωταρχική θέση είναι ότι ο Αιτητής θα υποβληθεί στη μεταχείριση που εκτίθεται οποιοσδήποτε νεοαφιχθείς στις ρωσικές φυλακές.  Η πεποίθηση του ότι αυτό θα συμβεί, κατά την εισήγηση του, επιτείνεται λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, της καταγωγής του και της κακοπιστίας, που επικαλείται, σε σχέση με τη δίωξη του. 

 

    Το άρθρο 3 της Ε.Σ.Δ.Α., διαλαμβάνει ότι: «Κανείς δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία» και, ουσιαστικά, απαγορεύει τη διαμεταγωγή προσώπου σε χώρα στην οποία υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί βασανιστήρια ή κακομεταχείριση (Ν.Κ., Πολ. Έφ. Aρ.231/2020, ημερ.14.6.2022). Το βάρος απόδειξης του κινδύνου αυτού φέρει το εκζητούμενο πρόσωπο. Ο ουσιώδης δε χρόνος εκτίμησης του κινδύνου, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο το Δικαστήριο εξετάζει το αίτημα (Γενικός Εισαγγελέας ν. Solinova, Πολ. Έφ. Αρ.31/2020, ημερ.23.12.2020).

 

    Σχετική πρόβλεψη, με αναφορά όμως σε προσωπικά χαρακτηριστικά του εκζητούμενου, περιλήφθηκε και στον ίδιο τον Ν.97/1970, με το άρθρο 6 να διαλαμβάνει, στην έκταση που εδώ αφορά, ότι:

 

«(1) Ουδείς θέλει εκδoθή δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ εις Κράτoς συvάψαv συvθήκηv εκδόσεως μετά της Δημoκρατίας … εάv … τo επιληφθέv αιτήσεως habeas corpus … κρίvη ότι-

…………………………………………………………………………

(γ) oύτoς θα ηδύvατo, εφ' όσov εvηργείτo η έκδoσις τoυ, vα τύχη δυσμεvoύς μεταχειρίσεως κατά τηv εκδίκασιv της υπoθέσεως τoυ ή vα κoλασθή, κρατηθή ή περιoρισθή η πρoσωπική αυτoύ ελευθερία, λόγω της φυλής εις ηv αvήκει, τωv θρησκευτικώv αυτoύ πεπoιθήσεωv, της εθvικότητoς τoυ ή τωv πoλιτικώv αυτoύ φρovημάτωv».

 

 

    Στην Essa (2007) 1(Β) Α.Α.Δ.1127, 1136,  υιοθετείται απόσπασμα από την αγγλική απόφαση Fernandez v. Government of Singapore [1971] 2 All E.R. 691, όπου εξηγήθηκε ότι:

 

«Το βάρος απόδειξης για τα πιο πάνω θέματα βρίσκεται στους ώμους του [εκζητούμενου] και δεν είναι αυτό της ποινικής δίκης δηλ. έξω από κάθε λογική αμφιβολία ούτε της αστικής υπόθεσης δηλ. με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.  Είναι κατώτερο απ' αυτά, δοθέντος της σοβαρότητας των συνεπειών επιστροφής ενός προσώπου.  Είναι αρκετό εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη πιθανότητα (reasonable chance), ουσιώδεις λόγοι να πιστεύει (substantial grounds for thinking) ή σοβαρή πιθανότητα (serious possibility) να υφίστανται αυτές οι επιπτώσεις.  Σε τέτοια περίπτωση ο φυγόδικος δεν θα εκδοθεί».

 

 

 

    Στην B.S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Αρ.3/2023, ημερ.22.12.2023, ECLI:CY:AD:2023:D33, μνημονεύεται η AS & DD (Libya) v. Secretary of State for the Home Department & Anor [2008] EWCA Civ 289, όπου είχε αναφερθεί ότι:

 

«… η προϋπόθεση ότι πρέπει να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα υπήρχε πραγματικός κίνδυνος κακομεταχείρισης κατά παράβαση του άρθρου 3 με την έκδοση, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο παρά ότι θα πρέπει να υπάρχει ένα κατάλληλο μαρτυρικό υπόβαθρο (proper evidential basis) ώστε να συμπεραίνεται ότι υπήρχε τέτοιος πραγματικός κίνδυνος.  Αυτό ξεκαθαρίστηκε στην Saadi v. Italy [2009] 49 EHRR 30 και R v. Special Adjudicator ex p Ullah [2004] UKHL».

 

 

    Στην B.S. με αναφορά στην απόφαση της Ολομέλειας στη Ν.Κ., Πολ. Έφ. Aρ.231/2020, ημερ. 14.6.2022, αναφέρθηκε ότι:

 

«Ο προβλεπτός κίνδυνος καταδεικνύεται με μαρτυρία από την οποία προκύπτουν συγκεκριμένα στοιχεία, στη βάση των οποίων μπορεί εύλογα να καταλήξει κάποιος ότι ο κίνδυνος είναι ορατός και πραγματικός και όχι απλώς μια απλή δυνατότητα, η έλευση της οποίας δεν μπορεί να προεξοφληθεί».

 

Και πάλι στην B.S., πολύ εύστοχα, σημειώθηκε ότι:

 

«Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο Εφεσείων, ο οποίος είχε το βάρος να αποδείξει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί δυσμενή μεταχείριση ή παράβαση ανθρώπινου δικαιώματος του ή ότι δεν θα τύχει δίκαιης δίκης, όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό που να καταδεικνύει οποιοδήποτε κίνδυνο να παραβιασθούν οποιαδήποτε δικαιώματα του εάν παραδοθεί στην πατρίδα του. Δεν επικαλέστηκε ότι η απόδοση του στη Ρωσική Ομοσπονδία ενέχει πραγματικό κίνδυνο δυσμενούς μεταχείρισης ή παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος. Η δε επίκληση από τον ίδιο του γεγονότος ότι οι παρασχεθείσες διαβεβαιώσεις από τη Ρωσική Ομοσπονδία δεν επαρκούν «στην εξάλειψη του αυξημένου κινδύνου που διατρέχει σε περίπτωση έκδοσης του σε υποβολή του σε μεταχείριση αντίθετη με την ΕΣΔΑ και μάλιστα χωρίς να δύναται να τύχει αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας», αναντίρρητα υπολείπετο της στοιχειοθέτησης, εκ μέρους του, πραγματικού κινδύνου στη συγκεκριμένη περίπτωση. Υπό το φως των πιο πάνω είναι ορθή, η επισήμανση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η γενικευμένη προσέγγιση που ο Εφεσείων εισηγήθηκε, θα είχε, ως αποτέλεσμα, την a priori εξουδετέρωση της υφιστάμενης Ευρωπαϊκής Σύμβασης μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Ρωσικής Ομοσπονδίας καθ' ην στιγμή η εν λόγω Σύμβαση έχει εξαιρεθεί από το σύνολο των κυρώσεων που επέβαλε το Συμβούλιο της Ευρώπης στη Ρωσική Ομοσπονδία και παρέμεινε σε ισχύ. Όπως δε ευστόχως τέθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, «Άλλως πως το ευρωπαϊκό έδαφος θα απέληγε σε έδαφος ασυλίας για καταδικασθέντες εγκληματίες ή καταζητούμενους για εγκλήματα στη Ρωσία, οι οποίοι δεν έχουν καταδείξει κανένα λόγο από πλευράς ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη δική τους συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί δεν θα πρέπει να αποδοθούν στην χώρα τους ώστε να εκτίσουν την ποινή τους ή να  δικαστούν. Και αντιστρόφως». Ούτε στην υπό συζήτηση περίπτωση, αποτέλεσε ποτέ η θέση του Εφεσείοντα ότι η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Ρωσική Ομοσπονδία είναι τέτοια, ώστε να δικαιολογείτο μια προσέγγιση προς την κατεύθυνση γενικότερης απαγόρευσης εκδόσεων προς τη χώρα αυτή επί τη βάσει του κινδύνου δυσμενούς μεταχείρισης και παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εκζητουμένων».

 

 

 

    Ο Αιτητής επικαλέστηκε την D.A.A. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. Aρ. 214/2021, ημερ.8.7.2022, η οποία αφορούσε έφεση μετά την απόρριψη αίτησης για Habeas Corpus από τον εφεσείοντα η έκδοση του οποίου στη Ρωσία, αφού απορρίφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο, εγκρίθηκε κατ’ έφεση.  Είχαν προηγηθεί σχετικές διαβεβαιώσεις με αναφορά και στα άρθρα 3 και 6 της Ε.Σ.Δ.Α., τις οποίες παρά το ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε αποδεχτεί, είχε απορρίψει την αίτηση έκδοσης.  Σε αυτή τη βάση στην έφεση ανετράπη η πρωτόδικη απόφαση και διατάχθηκε η κράτηση του εκζητούμενου για το σκοπό έκδοσης του.  Αίτηση του για Habeas Corpus που καταχωρίστηκε στη συνέχεια απορρίφθηκε και ακολούθησε η καταχώριση έφεσης.  Προτού εκδοθεί η απόφαση, στην έφεση μεσολάβησε η απόφαση του Συμβουλίου της Ευρώπης και η απόφαση της ίδιας της Ρωσικής Ομοσπονδίας με την οποία η τελευταία αποχώρησε από την Ε.Σ.Δ.Α..  Κρίθηκε σε αυτή τη βάση ότι οι διαβεβαιώσεις που είχαν προηγηθεί έπαυσαν να υφίστανται, ότι έτσι, η εφετειακή απόφαση είχε χάσει το υπόβαθρο της και εκδόθηκε ένταλμα Habeas Corpus.

 

    Στην μεταγενέστερη B.S., αναφέρθηκε ότι στην  D.A.A.:

 

«κρίθηκε ότι η παραχώρηση εγγυήσεων από τη Ρωσική Ομοσπονδία για τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης με βάση την ΕΣΔΑ, δεν θα μπορούσε, πλέον, να θεωρηθεί επαρκής ενόψει του γεγονότος ότι η Ρωσική Ομοσπονδία έπαυσε να αποτελεί μέλος της ΕΣΔΑ και οι πολίτες της δεν έχουν πρόσβαση στο ΕΔΔΑ, αναγνώρισε και ορθώς, ότι οι όποιες διαβεβαιώσεις από τη χώρα αυτή δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ικανοποιητικές.

 

Έκρινε, ωστόσο, στη συνέχεια ότι το ζήτημα δεν τελείωνε με την πιο πάνω επισήμανση αφού ο Εκζητούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί βασανιστήρια ή κακομεταχείριση ή δεν θα τύχει δίκαιης δίκης ή ότι, γενικά, θα καταπατηθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα του.

 

Δεν πρέπει να λησμονείται ότι σε δικαστική διαδικασία αυτής της μορφής, ήτοι έκδοσης, επιβάλλεται η κατάθεση μαρτυρίας και η υποχρέωση βαρύνει τον αιτητή, τoν Εφεσείοντα εν προκειμένω, να αποδείξει ότι υφίστανται βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως, σε περίπτωση έκδοσης του, θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του».

 

 

 

    Επομένως, κατ’ ακολουθία της νομολογιακής προσέγγισης, οι διαβεβαιώσεις που δόθηκαν για την περίπτωση του Αιτητή, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο τους, δεν μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικές.  Ωστόσο, το βασικό ζήτημα παραμένει, κατά πόσο δηλαδή ο Αιτητής έχει αποδείξει ότι υφίστανται βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται πως, σε περίπτωση έκδοσης του, θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του.

 

    Τα στοιχεία που εμπεριέχουν οι εκθέσεις για την αιτούσα χώρα, εφόσον είναι αξιόπιστες οι πηγές των πληροφοριών και δίκαια η παράθεση τους, μπορούν να αναδείξουν την κατάσταση που επικρατεί στα κέντρα κράτησης και σωφρονιστικά της ιδρύματα.  Νοείται ότι ενδιαφέρουν περισσότερο οι πρόσφατες εκθέσεις.  Η κατάσταση μπορεί να είναι τέτοια που ουσιαστικά να δικαιολογεί τη γενική απαγόρευση των εκδόσεων προς τη χώρα αυτή.  Διαφορετικά θα συνιστά το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κριθεί κατά πόσο, ο εκζητούμενος, με τα τις ιδιαιτερότητες της περίπτωσης του, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε παραβίαση των ανθρωπίνων του δικαιωμάτων.

 

   Η κύρια θέση του Αιτητή είναι ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία γιατί στις φυλακές της χώρας αυτής παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι νεοαφιχθέντες υπόκεινται σε βασανισμούς και ταπεινωτική και εξευτελιστική αντιμετώπιση.  Περαιτέρω, επικαλέστηκε την καταγωγή του και ότι η εναντίον του δίωξη δεν διενεργείται με καλή πίστη, με την εισήγηση ότι πρόκειται για παραμέτρους που συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι ο ίδιος θα εκτεθεί σε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του εφόσον εκδοθεί. 

 

    Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, προκύπτει ότι οι παραβιάσεις από μέρους των αρχών αφορούν σε δικαιώματα προσώπων που θεωρούνται ότι έχουν πολιτική δράση, ακτιβιστές, επικριτικούς δημοσιογράφους και άλλα πρόσωπα που κρίνεται ότι εκφράζονται εναντίον του καθεστώτος.  Ο Αιτητής δεν περιλαμβάνεται σε αυτές τις κατηγορίες προσώπων και οι κατηγορίες που του προσάπτονται αφορούν αδικήματα φοροδιαφυγής κατά παράβαση του κοινού ποινικού δικαίου. 

 

    Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η κατάσταση στις ρωσικές φυλακές ή κέντρα κράτησης είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι υπάρχει εύλογη ή σοβαρή πιθανότητα ο Αιτητής, απλά και μόνο ως νεοαφιχθείς, να υποστεί από συγκρατούμενους του βασανισμούς ή ταπεινωτική ή εξευτελιστική αντιμετώπιση. 

 

    Θα πρέπει επομένως να εξεταστούν οι περιστάσεις που περιβάλλουν το πρόσωπο του.  Ο παππούς και η γιαγιά του Αιτητή από τον πατέρα του ήταν ουκρανοί.  Η μητέρα του είναι ρωσίδα.  Ο ίδιος γεννήθηκε στη Μόσχα και έχει ρωσικό διαβατήριο και είναι πολίτης της Ρωσικής Ομοσπονδίας.  Τα προσωπικά του αυτά δεδομένα αυτά δεν καταδείχθηκε ότι δικαιολογούν την εισήγηση του ή ότι τον κατατάσσουν σε κατηγορία ατόμων των οποίων τα δικαιώματα καταπατούνται.

 

    Ο Αιτητής για να πείσει ότι η εναντίον του δίωξη δεν διενεργείται με καλή πίστη, παρουσίασε εκδοχή των γεγονότων σύμφωνα με τα οποία δεν είχε το ρόλο που του αποδίδεται και δεν εμπλέκεται στην υπόθεση, όπως η αιτούσα χώρα τον παρουσιάζει. 

 

    Το βάσιμο των κατηγοριών που αποδίδονται στον Αιτητή είναι ζήτημα του ρωσικού Δικαστηρίου που θα εκδικάσει τις εναντίον του κατηγορίες εφόσον ο Αιτητής εκδοθεί. Η απόδειξη των γεγονότων όπως και οποιαδήποτε υπεράσπιση του εκζητούμενου, είναι θέματα που αφορούν το Δικαστήριο της χώρας που αιτείται την έκδοση του (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Shimkevich (Αρ.2) (2017) 1(Α) A.A.Δ. 802, 822).

 

    Στη Polchenko, Πολ. Αίτ. Αρ.16/2021, ημερ.12.7.2025, αναφέρθηκε ότι:

 

«Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του εκζητούμενου να καταδείξει πειστικά («convincingly show») ότι το αίτημα για την έκδοση του γίνεται με αλλότρια κίνητρα.  Και το βάρος απόδειξης είναι ψηλό (Khodorkovskiy and Lebedev v. Russia, Appl. Nos.11082/06 and 13772/05, 25.10.2013).  Η διαφορετική εκδοχή του εκζητούμενου ως προς τα γεγονότα, παρά το ότι μπορεί να ληφθεί υπόψη όταν εξετάζεται ζήτημα κακοπιστίας, δεν τεκμηριώνει, χωρίς άλλο, κακή πίστη.  Η μαρτυρία πρέπει να είναι ισχυρή και να περιβάλλεται από συγκεκριμένα στοιχεία που να οδηγούν στην διαπίστωση κακοπιστίας.  Η υποβολή προς τους μάρτυρες κατά τη διαδικασία εκδίκασης του αιτήματος έκδοσης, ότι η δίωξη του εκζητούμενου διενεργείται κακόπιστα, δεν μεταθέτει το βάρος απόδειξης για το ζήτημα.  Κάτι τέτοιο θα επέβαλλε την προσκόμιση ενδεχομένως μεγάλου μέρους της πρωτογενούς μαρτυρίας για την αντίκρουση της μαρτυρίας του εκζητούμενου, μετατρέποντας τη διαδικασία έκδοσης σε «δίκη» για τα αδικήματα για τα οποία διώκεται στην αιτήτρια χώρα ο εκζητούμενος».

 

 

Εν προκειμένω, δεν έχουν παρουσιαστεί τέτοια στοιχεία που να μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο στη διαπίστωση κακοπιστίας.  Ο Αιτητής παρουσιάζει τη δική του εκδοχή, που μπορεί και να είναι η πραγματικότητα, μπορεί όμως και να είναι επιτιδευμένη, με ανακριβή ή ψευδή στοιχεία, με σκοπό να αποφύγει την έκδοση του.

 

Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος Αιτητής, στο περιβάλλον όπως καταδείχθηκε να επικρατεί στη Ρωσική Ομοσπονδία, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε παραβίαση των δικαιωμάτων του και σε εξευτελιστική ή ταπεινωτική μεταχείριση εφόσον εκδοθεί στη χώρα αυτή για να δικαστεί.

 

Η περαιτέρω θέση του Αιτητή ότι εφόσον εκδοθεί για να δικαστεί στη Ρωσική Ομοσπονδία, υπάρχει σοβαρός λόγος να πιστεύεται ότι το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη θα παραβιαστεί, προκύπτει να είναι αβάσιμη και ατεκμηρίωτη και επομένως απορρίπτεται.

Η Αίτηση απορρίπτεται.

 

Ουδεμία διαταγή για έξοδα.

 

 

 

 

 

 

 

 

                                                                   Χ. Μαλαχτός, Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο