ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ ΤΗΣ Ν. Τ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Aίτηση Αρ. 180/2025, 27/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ ΤΗΣ Ν. Τ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, Πολιτική Aίτηση Αρ. 180/2025, 27/2/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Πολιτική Aίτηση Αρ. 180/2025)

(i-Justice)

 

27 Φεβρουαρίου, 2026

 

[ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ]

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 155.4 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΘΡΑ 3 ΚΑΙ 9 ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 1964, ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ

 

ΚΑΙ

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΕΝΤΑΛΜΑΤΩΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ) ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΤΟΥ 2018

 

ΚΑΙ

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ ΤΗΣ Ν. Τ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI

KAI

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΝΤΑΛΜΑ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΜΕΡ. 1/7/2025 ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΞΕΔΟΘΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΝΟΜΟΥ, ΚΕΦ. 155, ΑΡΘΡΑ 25-28

_________________

 

 Δ. Τσολακίδης, για Δημήτρης Τσολακίδης Δ.Ε.Π.Ε., για την Αιτήτρια.

B. Μπίσσας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, για τον Γενικό Εισαγγελέα.

_________________

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.:- Η Αστυνομία διερευνά υπόθεση η οποία αφορά σε διάπραξη εγκλημάτων που έχουν να κάνουν με ναρκωτικά, παροχή προστασίας, παράνομο τζόγο. Ιθύνων νους της όλης παράνομης δραστηριότητας, φέρεται να είναι κατάδικος ο οποίος εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές, με τον τελευταίο να φέρεται να χρησιμοποιεί, από τις Κεντρικές Φυλακές, «έξυπνη τηλεφωνική συσκευή» για να επικοινωνεί, για σκοπούς της πιο πάνω παράνομης δραστηριότητας, με συνωμότες/συνωμότριες που βρίσκονται εκτός Κεντρικών Φυλακών.  Στo πλαίσιo διερεύνησης της πιο πάνω υπόθεσης, η Αστυνομία εξασφάλισε δικαστικά εντάλματα σύλληψης και έρευνας. Ένα από τα εκδοθέντα εντάλματα έρευνας, αφορά σε δύο θυρίδες που η αιτήτρια διατηρεί σε Υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, στη Λεωφόρο Μακαρίου, στη Λευκωσία. Το ένταλμα έρευνας εξεδόθη οτην 1.7.2025 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (στο εξής «το κατώτερο Δικαστήριο»).

 

Στο πλαίσιο της Μονομερούς Αίτησης με Αρ. 164/2025, δόθηκε άδεια στην αιτήτρια να καταχωρίσει Αίτηση διά Κλήσεως για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, με το οποίο να ακυρώνεται το πιο πάνω ένταλμα έρευνας. Το Ανώτατο Δικαστήριο δίδοντας την άδεια σημείωσε τα ακόλουθα:

 

«Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν εμβαθύνει. Κρίνω, έχοντας ενώπιον μου το μαρτυρικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση του εντάλματος έρευνας, πως εγείρεται θέμα κατά πόσο ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου είχε τεθεί τέτοια μαρτυρία και γεγονότα, από τα οποία προέκυπτε συγκεκριμένη και εύλογη υπόνοια ότι στις τραπεζικές θυρίδες της αιτήτριας «αποκρύπτονται χρηματικά ποσά, κοσμήματα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα», τα οποία σχετίζονται με τα υπό διερεύνηση ποινικά αδικήματα, ως αυτά συγκεκριμενοποιούνται στο εκδοθέν ένταλμα έρευνας.

 

Κατ΄ επέκταση, βρίσκω πως υπάρχει εκ πρώτης όψεως και/ή συζητήσιμο θέμα σε σχέση με το κατά πόσο το ίδιο το κατώτερο Δικαστήριο θα μπορούσε να είχε ικανοποιηθεί ότι υπήρχε ενώπιον του επαρκής μαρτυρία που δικαιολογούσε την έκδοση του εντάλματος έρευνας, συμπεριλαμβανομένης και της προϋπόθεσης που αφορά σε αναγκαιότητα έκδοσης αυτού».

 

 

 

Εν προκειμένω, η Αίτηση διά Κλήσεως καταχωρίστηκε ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου. Ο Γενικός Εισαγγελέας εμφανίστηκε, και με οδηγίες του Δικαστηρίου καταχώρισε ένσταση, η οποία βασίζεται σε δεκαπέντε Λόγους, το περιεχόμενο των οποίων έχω θέσει ενώπιον μου. Η ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Αστ. 2363, Κυριάκου Χ”Τζιωρτζή, δηλαδή του Αστυφύλακα που είχε προβεί στην  Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος για έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας. Και οι δύο πλευρές κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων ανέπτυξαν με τον προφορικό λόγο.  Έχω θέσει ενώπιον μου τις θέσεις τους και θα κάνω ειδική αναφορά σε αυτές, όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.

 

Eπικεντρώνομαι στο περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης η οποία είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου για την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας. Ο ενόρκως δηλών Αστ. 2363, Κ. Χ”Τζιωρτζή, είχε αναφέρει πως στις 18.6.2025 δόθηκε πληροφορία στην Αστυνομία ότι η αιτήτρια αναλαμβάνει  τη διαχείριση και αποθήκευση μεγάλων χρηματικών ποσών, τα οποία απορρέουν από τη διάπραξη παράνομων δραστηριοτήτων.  Σύμφωνα με την ίδια πληροφορία, ο κατάδικος Γ. Χ. Ζ. διατηρεί εντός των Φυλακών έξυπνη τηλεφωνική συσκευή με αγγλικό αριθμό κλήσης, την οποία και χρησιμοποιεί για να έχει διαρκή επικοινωνία με την αιτήτρια. Με αυτό τον τρόπο προβαίνει σε διευθετήσεις «όσον αφορά στην οικονομική διαχείριση και αποθήκευση των χρηματικών ποσών».  Στη βάση της πιο πάνω πληροφορίας, άλλο πρόσωπο «αναλαμβάνει την είσπραξη/παραλαβή των χρηματικών ποσών από μέρη, υποστατικά και πρόσωπα και στη συνέχεια τα μεταφέρει και τα παραδίδει στην αιτήτρια». Το εν λόγω πρόσωπο παραδίδει εβδομαδιαίως στην αιτήτρια «μεγάλα χρηματικά ποσά της τάξεως των €50.000». Τέλος, σύμφωνα πάντα με την πληροφορία, όταν η αιτήτρια παραλαμβάνει τα χρηματικά ποσά, τα διαμοιράζει, κατόπιν συνεννόησης με τον κατάδικο, ως λεπτομερώς καταγράφεται στην Ένορκη Δήλωση. 

 

Ως γνωστό, το ένταλμα έρευνας στοχεύει στην ανεύρεση και κατάσχεση πραγμάτων.  Ένταλμα έρευνας εκδίδεται εκεί όπου προκύπτει, από την προσαχθείσα μαρτυρία, εύλογη αιτία πως σε οποιονδήποτε τόπο υπάρχει οτιδήποτε για το οποίο γίνεται αναφορά στο άρθρο 27 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (Σύνδεσμος για Πρόληψη της Βίας στα Γήπεδα (1997) 1(B) A.A.D. 1014, 1021). Για το καθήκον αυτού που υποβάλλει ένα τέτοιο αίτημα και για το καθήκον των Δικαστηρίων ενώπιον των οποίων υποβάλλεται, παραπέμπω στην  Αίτηση των 1. Αντώνη Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ και  2.  ΧΧΧ Ανδρέου, Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2015, ECLI:CY:AD:2017:A216, ημερ. 9.6.2017, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα:    

 

«...  η έκδοση ενός εντάλματος έρευνας είναι μια σοβαρή επέμβαση στην ατομική ελευθερία.   Είναι ένα βήμα που πρέπει να λαμβάνεται μετά από ώριμη αντίληψη των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση.  Με σκοπό την επίτευξη του στόχου αυτού ο αιτών, την έκδοση του εντάλματος, επί του προκειμένου, ο Αστυφύλακας, έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων.

     ………………..  

Η έκδοση του διατάγματος, όπως προείπαμε, δεν αποτελεί μηχανιστική διαδικασία.  Το Δικαστήριο, στη βάση των ενώπιον του τεθέντων, θα πρέπει να πεισθεί ότι συντρέχει αναγκαιότητα έκδοσης του διατάγματος. ......  Επίσης, όλα τα στοιχεία και πληροφορίες που συνθέτουν την ύπαρξη στοιχείων και πληροφοριών θα πρέπει να συμπεριληφθούν στον όρκο.  Και επί του προκειμένου, ως γίνεται φανερό από όσα παραθέτουμε κατωτέρω, δεν το ικανοποίησε η Δημοκρατία .......».

 

Πάνω στην ίδια βάση κινήθηκε και η απόφαση της πλειοψηφίας που εξέδωσε ο Λιάτσος, Δ., ως ήταν τότε, στην Edrinotio Ltd κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2015) 1(Γ) 1461, εκεί βεβαίως αναφορικά με διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών που εξεδόθη μονομερώς.  

 

Όσον αφορά στη μη αποκάλυψη της πηγής γνώσης του πληροφοριοδότη, εκεί όπου υπάρχει πληροφοριοδότης, σχετική είναι και η Αίτηση του Ι. ΧΧΧ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 114/20, ημερ. 20.10.2020, ECLI:CY:AD:2020:D356, ΕCLI:CY:AD:2020:D356, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Πρέπει να λεχθεί ακόμη πως ανεξαρτήτως αν καλώς χρησιμοποιείται η λέξη «πληροφορία», σημασία έχει ότι ουδέποτε και πουθενά στον όρκο, η πληροφορία δεν συγκεκριμενοποιείται σε κάτι απτό.  Ακόμη και αν δεν κατονομάζεται ο πληροφοριοδότης (κάτι τέτοιο δεν απαιτείται) θα πρέπει να υπάρξει κάποιου είδους τεκμηρίωση, από πού και με ποίον τρόπο η πληροφορία οδήγησε στα καταληκτικά συμπεράσματα. Στην πράξη, επί του όρκου, μόνο συμπεράσματα καταγράφονται. 

 

Η ανάγκη παρουσίασης ενός είδους μαρτυρίας για στοιχειοθέτηση της εύλογης υπόνοιας, βεβαίως δεν σημαίνει καταγραφή στοιχείων με αποδεικτική αξία σε υψηλό επίπεδο. (Bλ. C.P.S. Freight Services Ltd v. Γεν. Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 219/14, 29.2.2016). ΄Εστω και σε χαμηλό επίπεδο όμως, πρέπει να δοθούν στοιχεία και όχι απλά συμπεράσματα ή καταλήξεις, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.»

 

Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν και στην Αναφορικά με την Αίτηση του Χ.Π. για Άδεια για την Καταχώριση Αίτησης για την Έκδοση Εντάλματος Certiorari, Πολ. Αίτηση Αρ. 116/2024, ημερ. 4.7.2024.  Στην εν λόγω υπόθεση η Αίτηση απερρίφθη, αφού κρίθηκε πως ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου υπήρχε μαρτυρία με συγκεκριμένο περιεχόμενο, από συγκεκριμένο πληροφοριοδότη, για ανάμειξη του αιτητή στα υπό διερεύνηση εγκλήματα.

 

Στην Παναγιώτου (Αρ.2) (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1957, σημειώθηκαν τα ακόλουθα από τον αείμνηστο Αρτέμη, Δ, ως ήταν τότε: 

  

«Σύμφωνα με την Πολυκάρπου (1991) 1 Α.Α.Δ 207, με αναφορά σε ένταλμα σύλληψης, κρίθηκε ότι η ύπαρξη εύλογης υπόνοιας είναι εκ των ων ουκ άνευ για έκδοση εντάλματος και ο Δικαστής που επιλαμβάνεται αίτησης για έκδοσή του οφείλει πρώτα να ικανοποιηθεί από την ενώπιον του μαρτυρία ότι αποκαλύπτεται εύλογη υπόνοια και οφείλει να εξαγάγει το δικό του συμπέρασμα,  η δε γνώμη του ενόρκως δηλούντα, δεν είναι αρκετή.  Επίσης, αποφασίστηκε πως, όπου δεν διαπιστώνεται εύλογη υπόνοια, δεν χωρεί περαιτέρω έρευνα, ούτε και υπάρχει θέμα άσκησης διακριτικής εξουσίας.

 

Τα πιο πάνω ισχύουν, κατ΄ αναλογία, και σε περίπτωση έκδοσης εντάλματος έρευνας.»

 

 

 

Μάλιστα, δεν παρέλειψε να σημειώσει πως εκεί δεν είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου συγκεκριμένη μαρτυρία για να μπορούσε έτσι το κατώτερο Δικαστήριο να διαμορφώσει κρίση σε σχέση με την ύπαρξη εύλογης υποψίας.  Κατ΄ επέκταση, εξέδωσε το αιτούμενο Προνομιακό Ένταλμα Certiorari, και ακύρωσε το εκδοθέν ένταλμα έρευνας.

 

Στην Αναφορικά με την Αίτηση του Αγάπιου Γεωργίου για την Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Φύσεως Certiorari, Πολ. Αίτηση Αρ. 96/2024, ημερ. 27.6.23024, στην Ένορκη Δήλωση που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση του εντάλματος έρευνας γινόταν αναφορά σε πληροφορία απογυμνωμένη από οτιδήποτε άλλο και σε διακριτική παρακολούθηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακυρώνοντας το εκδοθέν ένταλμα έρευνας σημείωσε τα ακόλουθα:

 

«Ενώπιον μου σήμερα η ευπαίδευτη δικηγόρος της Δημοκρατίας δήλωσε πως, κατόπιν μελέτης, δεν προτίθενται να καταχωρίσουν ένσταση στην αίτηση διά κλήσεως.

 

Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να συνηγορεί ότι ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου είχαν τεθεί τέτοια γεγονότα ή τέτοια μαρτυρία από την οποία θα μπορούσε το ίδιο το κατώτερο Δικαστήριο να είχε ικανοποιηθεί για την ύπαρξη των προϋποθέσεων έκδοσης του εντάλματος έρευνας. Η γενική αναφορά στον Όρκο σε πληροφορία, απογυμνωμένη από οτιδήποτε άλλο, και σε διακριτική παρακολούθηση, δεν αρκούσαν.»

 

 

Για την επάρκεια του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον Δικαστηρίου για να μπορέσει το ίδιο το Δικαστήριο να διαμορφώσει την δική του κρίση, σχετικές είναι και οι υποθέσεις Βαρνάβα (2013) 1(Β) Α.Α.Δ. 1143, και Αναφορικά με την Αίτηση του A. D. S. για Άδεια για Καταχώριση Αίτησης Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, Πολ. Έφεση Αρ. 340/2021, ημερ. 6.7.2023

 

Έχει ήδη γίνει αναφορά πως στην Ένορκη Δήλωση που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας γίνεται μόνο γενική και αόριστη αναφορά σε πληροφορία που δόθηκε στην Αστυνομία στις 18.6.2025, χωρίς να αναφέρεται οτιδήποτε σε σχέση με την πηγή της εν λόγω πληροφορίας. Ούτε καν αναφορά σε ύπαρξη πληροφοριοδότη γίνεται. Να προσθέσω εδώ πως ο ευπαίδευτος δικηγόρος που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα, στη γραπτή του αγόρευση αναφέρει πως «Από τα γεγονότα όπως αυτά καταγράφονται με ευκρίνεια στον όρκο, προκύπτει ότι από πληροφορία ύψιστης αξιοπιστίας κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές διατηρεί τηλεφωνική συσκευή με την οποία επικοινωνεί τόσο με την Αιτήτρια  αλλά και με την μητέρα της. …» Μελετώντας όμως προσεκτικά την Ένορκη Δήλωση, διαπιστώνω πως δεν υπάρχει αναφορά σε αυτήν πως η εν λόγω πληροφορία ήταν υψίστης αξιοπιστίας, και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να επεκταθώ.

 

Να υπενθυμίσω πως είναι στη βάση αυτής της πληροφορίας που η αιτήτρια φέρεται να λαμβάνει, να διαχειρίζεται και να φυλάττει χρήμα τα, προϊόν παράνομης εγκληματικής δραστηριότητας, σε σχέση με τα οποία αξιώθηκε ένταλμα έρευνας. Γιατί και πώς η πληροφορία είχε αυτό το περιεχόμενο, δεν αναφέρεται. Και ασφαλώς, δεν αναμενόταν λεπτομερής καταγραφή και ανάλυση των στοιχείων, αλλά ούτε βεβαίως είναι αρκετό να γίνεται αναφορά σε μία  πληροφορία, απογυμνωμένη από οτιδήποτε άλλο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσεγγιστεί η δυναμική της εν λόγω πληροφορίας από το Δικαστήριο που καλείται να εκδώσει το ένταλμα. Καταλήγω, όπως και στην υπόθεση Παναγιώτου (ανωτέρω), πως ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου δεν είχε τεθεί συγκεκριμένη μαρτυρία για να μπορούσε το ίδιο το κατώτερο Δικαστήριο να κρίνει το θέμα.

 

Ο ευπαίδευτος δικηγόρος, ο οποίος εκπροσωπεί τον Γενικό  Εισαγγελέα, προσπάθησε να οικοδομήσει επί του γεγονότος ότι επειδή εκτελέστηκαν άλλα εντάλματα έρευνας, σε προγενέστερη ημερομηνία, σε σχέση με άλλα υποστατικά, συγγενικών προσώπων της αιτήτριας, καθιστούσε εν προκειμένω την πληροφορία επιβεβαιωμένη. Με τον προσήκοντα σεβασμό, διαφωνώ.  Κατ΄ αρχάς, να σημειώσω το αυτονόητο, πως εκείνο που εξετάζεται είναι εάν το συγκεκριμένο μαρτυρικό υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις του εντάλματος έρευνας.  Εν πάση περιπτώσει, στην Ένορκη Δήλωση που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας, δεν γίνεται αναφορά πως τα άλλα δικαστικά εντάλματα έρευνας εξεδόθηκαν στη βάση της ίδιας πληροφορίας, ενώ δεν αποκαλύπτεται ούτε η μαρτυρία που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση των άλλων ενταλμάτων έρευνας.  Όσον αφορά στο συνολικό ποσό που εντοπίστηκε κατά την εκτέλεση των άλλων ενταλμάτων έρευνας, αναφορικά με υποστατικά άλλων προσώπων, ο ευπαίδευτος δικηγόρος ομιλεί, με τη γραπτή του αγόρευση, για ποσό €309.000,67, ενώ η Ένορκη Δήλωση που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας ομιλεί για ποσό €309,67, κάτι που δεν αμφισβήτησε κατά την ακρόαση της Αιτήσεως.

 

Και κάτι τελευταίο. Ενώ η πληροφορία, απογυμνωμένη από οτιδήποτε άλλο, ομιλούσε για λήψη από την αιτήτρια μόνο μετρητών χρημάτων, προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας, εντούτοις το εκδοθέν ένταλμα έρευνας, εξουσιοδότησε, ανεπίτρεπτα, και την κατάσχεση κοσμημάτων και άλλων πολύτιμων αντικειμένων (Κατ΄ αναλογίαν, Αναφορικά με την Αίτηση του Β.Χ., από την Πάφο, για Παραχώρηση Άδειας Υποβολής Αίτησης για Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, Πολ. Έφεση Αρ. 18/2025, ημερ. 2.12.2025).

 

Η Αίτηση κρίνεται δικαιολογημένη και εγκρίνεται. Εκδίδεται Προνομιακό Ένταλμα Certiorari, με το οποίο ακυρώνεται το εκδοθέν προσβαλλόμενο ένταλμα έρευνας. 

 

Επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας τα έξοδα της διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

        

                                                                     Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ.

 

 

 

 

 

 /ΣΓεωργίου


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο