ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(Πολιτική Έφεση Αρ.202/2016)
16 Φεβρουαρίου 2026
[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΕΦΡΑΙΜ, Δ/στές]
Μάκης Μιχαηλίδης,
Εφεσείοντας,
ν.
Ζωούλας Κυριάκου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Χριστοφή, άλλως Ελένης Χριστοφή Γεωργίου τέως από τη Λεμεσό,
Εφεσίβλητης.
Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.10.2025
Μελίνα Μιχαηλίδου, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Μάκη Μιχαηλίδη, τέως από τη Λευκωσία,
Εφεσείουσα,
ν.
Ζωούλας Κυριάκου, ως διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελένης Χριστοφή, άλλως Ελένης Χριστοφή Γεωργίου τέως από τη Λεμεσό,
Εφεσίβλητης.
Μ. Κυπριανού, για Michael Kyprianou & Co LLC, για την Εφεσείουσα.
Στ. Ευριπίδου (κα), για Ρίκκο Ερωτοκρίτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη.
____________________
Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Μαλαχτό, Δ.
_____________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η
ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.: Με γραπτή συμφωνία ημερ.30.9.1980, ο Μάκης Μιχαηλίδης και ο συνέταιρος του Ανδρέας Χαριλάου Αλωνεύτης αγόρασαν από την Ελένη Χριστοφή Γεωργίου τρία τεμάχια στην Ακρούντα της επαρχίας Λεμεσού για το ποσό των Λ.Κ.2.000. Μέχρι και την 11.3.1981, είχε καταβληθεί προς την Γεωργίου το ποσό των Λ.Κ.500. Για την είσπραξη του υπολοίπου, η Γεωργίου καταχώρισε αγωγή εναντίον του Μιχαηλίδη και του Αλωνεύτη και στις 22.10.1981 εκδόθηκε υπέρ της απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.1.500.
Η Γεωργίου απεβίωσε το 1993. Το 2006, ο Μιχαηλίδης, με επιστολές των δικηγόρων του, ζήτησε από τους κληρονόμους της Γεωργίου τη μεταβίβαση των τεμαχίων. Ο δικηγόρος των κληρονόμων, με επιστολή ημερ.3.3.2007 ανέφερε ότι ακύρωνε τη συμφωνία, ισχυριζόμενος μη πληρωμή του υπολοίπου των Λ.Κ.1.500.
Με την επίδικη αγωγή την οποία ο Μιχαηλίδης καταχώρισε εναντίον της διαχειρίστριας της περιουσίας της Γεωργίου ισχυρίστηκε ότι ο «πιο πάνω τερματισμός» της συμφωνίας ήταν παράνομος και ότι η συμφωνία «τερματίσθηκε εξ’ υπαιτιότητας της εναγόμενης». Αξίωσε ως αποζημίωση την αξία των τεμαχίων κατά την 3.3.2007. Σύμφωνα με τη μαρτυρία εκτιμητή ακινήτων, που έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο, η αξία τους κατά το χρόνο αυτό ήταν €246.582 (Λ.Κ.144.318).
Απετέλεσε εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο δεν αμφισβητείται με αντέφεση, ότι μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή της Γεωργίου, ο Μιχαηλίδης της κατέβαλε το υπέρ της επιδικασθέν ποσό των Λ.Κ.1.500. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη στο περαιτέρω εύρημα ότι οι κληρονόμοι της Γεωργίου ακύρωσαν τη συμφωνία. Αυτή εμπεριείχε όρο ότι: «6. Οιοσδήποτε εκ των συμβαλλομένων ακυρώσει την συμφωνίαν ταύτην υποχρεούται εις την πληρωμήν νομίμου αποζημιώσεως εκ £500». Οδηγήθηκε έτσι στο συμπέρασμα ότι εκείνο το οποίο δικαιούτο ο Μιχαηλίδης ήταν επιστροφή του καταβληθέντος ποσού των Λ.Κ.2.000, αποζημίωση εκ Λ.Κ.500 και νόμιμο τόκο. Σε αυτή τη βάση, εξέδωσε απόφαση υπέρ του Μιχαηλίδη για το συνολικό ποσό των €3.427. Διαπιστώνεται σφάλμα κατά τη μετατροπή σε ευρώ, αφού το ποσό έπρεπε να είναι €4.271,50. Οι δικηγόροι της Εφεσίβλητης αποδέχονται το σφάλμα, ζήτημα που εγείρεται με το λόγο έφεσης 6.
Οι Λ.Κ.2.000 που επιδικάστηκαν εναντίον της περιουσίας της Γεωργίου ήταν το άθροισμα του ποσού των Λ.Κ.500 που η Γεωργίου είχε αρχικά εισπράξει έναντι του τιμήματος πώλησης και του ποσού των Λ.Κ.1.500 που εισέπραξε προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους στην προγενέστερη, δική της αγωγή. Η πρωτόδικη απόφαση απέληγε έτσι στην παραδοξότητα ότι η Γεωργίου όφειλε να επιστρέψει στον Μιχαηλίδη το ποσό το οποίο άλλο Δικαστήριο, το 1981, έκρινε ότι αυτή εδικαιούτο και επιδίκασε υπέρ της.
Με το λόγο έφεσης 2 προσβάλλεται ως εσφαλμένη η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «εάν σήμερα το εν λόγω ποσό θεωρείται μικρό οφείλεται στο ότι ο ενάγων άφησε 27 χρόνια να περάσουν για να διεκδικήσει τα δικαιώματα του, διάστημα κατά το οποίο η αξία του χρήματος μειώθηκε δραστικά». Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφερόταν στο ποσό των Λ.Κ.500, που προβλεπόταν στον όρο 6 της επίδικης συμφωνίας και είχε επιδικάσει ως αποζημίωση. Το σχόλιο δεν είχε καμία σημασία. Αυτό με το οποίο διαφωνεί η Εφεσείουσα είναι η αναφορά του Δικαστηρίου ότι ο Μιχαηλίδης είχε αφήσει να περάσουν 27 χρόνια.
Είναι γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποδεχτεί την εκδοχή του Μιχαηλίδη για τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί κατά καιρούς για να εξασφαλίσει από την Γεωργίου και στη συνέχεια από τους κληρονόμους της τη μεταβίβαση των τεμαχίων, προτού τη ζητήσει με τις επιστολές του δικηγόρου του το 2006. Αυτό όμως που έχει σημασία, είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν θεώρησε ότι η πάροδος του χρόνου προκαλούσε κώλυμα στον Μιχαηλίδη από του να διεκδικήσει και να λάβει αποζημίωση αναφορικά με τη μη εκπλήρωση της συμφωνίας από μέρους της πωλήτριας. Επιδίκασε υπέρ του αποζημίωση και ο λόγος για τον οποίο δεν επιδίκασε την αποζημίωση που αξίωνε, δεν είναι γιατί θεώρησε ότι είχε καθυστερήσει.
Με τους εναπομείναντες λόγους έφεσης 1 και 3,[1] η Εφεσείουσα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε μόνο το συνολικό ποσό των Λ.Κ.2.500 κατ’ επίκληση του όρου 6 της συμφωνίας και ότι όφειλε να εφαρμόσει τις πρόνοιες του άρθρου 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 και να επεδίκαζε το ποσό των €246.582.
Για την απουσία του Αλωνεύτη από τη διαδικασία, ότι δηλαδή δεν είχε συνενωθεί ως διάδικο μέρος, το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε έγγραφο ημερ.14.7.2005 με το οποίο οι κληρονόμοι του Αλωνεύτη, που είχε αποβιώσει από το 1998, διευθέτησαν όλες τις οικονομικές εκκρεμότητες και δεν είχαν οιαδήποτε απαίτηση εναντίον του Μιχαηλίδη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι ο Μιχαηλίδης δικαιούτο, από μόνος του, να προωθήσει την αξίωση σε σχέση με τη συμφωνία και να λάβει υπέρ του απόφαση για τη σχετική αποζημίωση, εύρημα που δεν προσβάλλεται με αντέφεση.
Δεν αναφέρεται οτιδήποτε στην πρωτόδικη απόφαση σε σχέση με το ότι την επιστολή ημερ.3.3.2007 απέστειλε ο δικηγόρος των κληρονόμων της Γεωργίου και όχι ο προσωπικός της αντιπρόσωπος. Διαχειριστής της περιουσίας της Γεωργίου διορίστηκε στις 29.6.2007 η Εφεσίβλητη, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της επιστολής. Όμως, η περιουσία της Γεωργίου επικαλέστηκε την επιστολή ημερ.3.3.2007 και προσπάθησε να αντλήσει από αυτή δικαιώματα. Υιοθέτησε και επικύρωσε τη θέση ότι δικαιούτο να τερματίσει τη συμφωνία και ότι αυτό έγινε με την επιστολή αυτή. Ακόμη και στην έφεση, στο περίγραμμα αγόρευσης των δικηγόρων της Εφεσίβλητης αναφέρεται ότι: «Με επιστολή ημερομηνίας 3.3.2007 ο δικηγόρος των κληρονόμων εκ μέρους της Εφεσίβλητης-Εναγόμενης, ακύρωσε τη συμφωνία … ». Ούτε το εύρημα ότι η Εφεσίβλητη δεσμευόταν από την επιστολή ημερ.3.3.2007 αμφισβητείται με αντέφεση.
Εν κατακλείδι, απετέλεσε ουσιαστικά κοινό έδαφος ότι ο Μιχαηλίδης ήταν αυτός ο οποίος θα εδικαιούτο στην όποια αποζημίωση συνεπεία του αποτελέσματος της επιστολής ημερ.3.3.2007 εκ μέρους της Εφεσίβλητης και, εκτός από το κατά πόσο είχε καταβληθεί το ποσό των Λ.Κ.1.500, το μόνο άλλο επίδικο ζήτημα κατά τη δίκη, ήταν ο καθορισμός της βάσης της αποζημίωσης και το ύψος της. Και η έφεση αυτό αφορά.
Πέραν του ευρήματος ότι το ποσό των Λ.Κ.1.500 πληρώθηκε στη Γεωργίου, καθοριστικό είναι ότι για το ποσό αυτό, ως το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, εκδόθηκε δικαστική απόφαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο σημείωσε την αναφορά στο σύγγραμμα Anson’s Law of Contract, 28η έκδ., σελ. 584, πως όταν εκδίδεται απόφαση προς όφελος του απαιτητή, η αιτία αγωγής συγχωνεύεται στην απόφαση και μόνο η εκδοθείσα απόφαση μπορεί να εκτελεστεί.[2] Δεν ακολούθησε όμως αυτή τη συλλογιστική και θεώρησε ότι η πλευρά της πωλήτριας μπορούσε να ακυρώσει τη συμφωνία.
Δεν υφίστατο δικαίωμα ακύρωσης της επίδικης συμφωνίας στην πλευρά της Γεωργίου, ούτε ήταν δυνατό η συμφωνία να ακυρωθεί μετά την έκδοση απόφασης το 1981. Η άρνηση μεταβίβασης των τεμαχίων, με το πρόσχημα ότι δεν είχε καταβληθεί το ποσό των Λ.Κ.1.500, τεκμηρίωνε διάρρηξη της συμφωνίας εκ μέρους της πωλήτριας, κάτι το οποίο, όπως σημειώσαμε, κατέγραψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφέροντας ότι «Με επιστολή του ημερ.3.3.2007 ο δικηγόρος των κληρονόμων ακύρωσε την επίδικη συμφωνία παραβαίνοντας τους όρους της».
Ο Μιχαηλίδης αξίωσε αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας και αυτό που έπρεπε να ακολουθήσει ήταν η επιδίκαση αποζημίωσης, όπως και έγινε, όχι όμως στη σωστή βάση.
Όπως αναφέρεται στην Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.ά. (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 867, 879-80: «Ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της είναι, κατά κανόνα, ο χρόνος της διάρρηξης και το επίμετρο η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της διάρρηξης». Εφόσον πληρώθηκε ολόκληρο το τίμημα αγοράς των τεμαχίων ο Μιχαηλίδης δικαιούτο σε αποζημίωση ίση με την αξία των τεμαχίων κατά το χρόνο διάρρηξης της συμφωνίας. Εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αποδεχτεί τη σχετική μαρτυρία σύμφωνα με την οποία η αξία τους ήταν €246.582, αυτό ήταν και το ποσό που έπρεπε να επιδικαστεί υπέρ του Μιχαηλίδη ως αποζημίωση.
Η έφεση επιτυγχάνει.
Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον της Εφεσίβλητης για το ποσό των €246.582 με νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής στις 9.9.2008 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει.
€4.000 έξοδα της έφεσης, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ της Εφεσείουσας και εναντίον της Εφεσίβλητης.
Χ. Μαλαχτός, Δ.
Ι. Ιωαννίδης, Δ.
Ε. Εφραίμ, Δ.
[1] Οι λόγοι έφεσης 4 και 5 έχουν αποσυρθεί.
[2] «… when judgment is given in the claimant’s favour, the cause of action is merged into matter of record, and only the judgment can be enforced».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο