Άλκης Λαπίθης v. Ελένης Καμηλάρη Καρανίκη, Πολιτική Έφεση Αρ.326/2016, 16/2/2026
print
Τίτλος:
Άλκης Λαπίθης v. Ελένης Καμηλάρη Καρανίκη, Πολιτική Έφεση Αρ.326/2016, 16/2/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

(Πολιτική Έφεση Αρ.326/2016)

 

 

16 Φεβρουαρίου 2026

 

 

[ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

 

 

Άλκης Λαπίθης,

 

Εφεσείων,

 

ν.

 

 

Ελένης Καμηλάρη Καρανίκη,

 

Εφεσίβλητης.

 

____________________

 

Π. Πιερίδης για Πιερίδης και Πιερίδης, για τον Εφεσείοντα.

Ε. Μάρκου (κα) για Γεώργιος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε., για την Εφεσίβλητη.

____________________

 

Η απόφαση του Δικαστηρίου είναι ομόφωνη και θα δοθεί από τον Μαλαχτό, Δ.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΜΑΛΑΧΤΟΣ, Δ.:  Ο Εφεσείων, ιατρός, προσβάλλει ως εσφαλμένη την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία του αποδόθηκε ιατρική αμέλεια κατά τη χειρουργική επέμβαση ενδοσκοπικής δισκεκτομής που διενήργησε στις 28.11.2007 στην Εφεσίβλητη.  Την ίδια ημέρα διενεργήθηκε και δεύτερη επέμβαση, ανοικτής πεταλεκτομής, που κρίθηκε αναγκαία για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση της Εφεσίβλητης όπως προέκυψε μετά την πρώτη επέμβαση.

 

Αναφορικά με τη δεύτερη επέμβαση, δεν αποδόθηκε στον Εφεσείοντα ευθύνη αποζημίωσης αφού, και στη βάση μαρτυρίας του νευροχειρουργού Αχιλλέα Περδίου που η Εφεσίβλητη παρουσίασε, ήταν αναγκαία και έπρεπε να διενεργηθεί αμέσως, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, ως αποτέλεσμα της επέμβασης που προηγήθηκε, η πάρεση ήταν σίγουρη και μη αναστρέψιμη.

 

Ότι το αποτέλεσμα της πρώτης επέμβασης δεν ήταν το επιθυμητό ήταν παραδεκτό από τον Εφεσείοντα, ο οποίος το απέδωσε σε επιπλοκή κατά την επέμβαση, που, όπως υποστήριξε, δεν οφειλόταν σε αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος εκ μέρους του και στον αρρύθμιστο διαβήτη που είχε η Εφεσίβλητη μετά που έφυγε από την κλινική του.

 

Ο Εφεσείων κρίθηκε υπεύθυνος για ιατρική αμέλεια και παράβαση καθήκοντος προς την Εφεσίβλητη, στη βάση ότι η ενδοσκοπική δισκεκτομή ήταν αχρείαστη και ότι δεν ενημέρωσε σχετικά την Εφεσίβλητη για την προοπτική επιτυχίας της και τους συναφείς κινδύνους, ως είχε καθήκον.  Κατά δε τη διεξαγωγή της, αμελώς τραυμάτισε τον μηνιγγικό σάκο και τα εντός αυτού νεύρα, προκαλώντας πάρεση των κάτω της άκρων.

 

Η Εφεσίβλητη είχε ενοχλήσεις στη μέση της που έγιναν πιο έντονες το 2006, οπόταν και για πρώτη φορά συμβουλεύτηκε νευροχειρουργό. Στις 12.5.2006 έκανε μαγνητική τομογραφία και, στη βάση των σχετικών ενδείξεων, της συστάθηκε συντηρητική θεραπεία, με φάρμακα και φυσιοθεραπείες.  Αρχές Νοεμβρίου του 2007, κατόπιν σύστασης από ομοχώριο της, επισκέφθηκε τον Εφεσείοντα ο οποίος, μελετώντας την ίδια μαγνητική τομογραφία, χαρακτήρισε την κατάσταση της σοβαρή και ότι ήταν απαραίτητο να υποβληθεί σε επέμβαση.

 

    Ήταν η βασική θέση της Εφεσίβλητης, κύριο επίδικο ζήτημα και εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι, κατά τη διεξαγωγή της επέμβασης, ο Εφεσείων αμελώς τραυμάτισε τον μηνιγγικό σάκο και τα εντός αυτού νεύρα, προκαλώντας πάρεση των κάτω της άκρων.  Με το λόγο έφεσης 2, το εύρημα αυτό του πρωτόδικου Δικαστηρίου προσβάλλεται ως αυθαίρετο και αντίθετο με τη μαρτυρία που είχε παρουσιαστεί και από τις δύο πλευρές.  

 

    Ο Εφεσείων παραπέμπει στη μαρτυρία των δύο ακτινολόγων που κάλεσε ως μάρτυρες η Εφεσίβλητη.  Πρόκειται για την Αγγέλα Κατωδρύτου και την Ελένη Ηρακλέους.  Η Κατωδρύτου διενήργησε την μαγνητική τομογραφία στις 28.11.2007, μετά την πρώτη επέμβαση και πριν την δεύτερη.  Διενήργησε και νέα μαγνητική τομογραφία στις 17.12.2007. Η Ηρακλέους είχε διενεργήσει την πρώτη χρονικά μαγνητική τομογραφία στις 12.5.2006 και διενήργησε και την τελευταία μαγνητική τομογραφία στις 28.5.2008.

 

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε στηριχθεί στη μαρτυρία των δύο ακτινολόγων για να προβεί στο εύρημα ότι ο Εφεσείων τραυμάτισε τον μηνιγγικό σάκο και τα εντός αυτού νεύρα, αλλά στη μαρτυρία του ορθοπεδικού χειρουργού σπονδυλικής στήλης Πέτρου Σταύρου και του νευροχειρουργού Περδίου. 

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ανέφερε ότι οι ακτινολόγοι Κατωδρύτου και Ηρακλέους δεν είχαν προσφέρει ιδιαίτερη βοήθεια στο Δικαστήριο στο θέμα του τραυματισμού του μηνιγγικού σάκου.  Παρατήρησε ότι η Κατωδρύτου ενώ στην κύρια εξέταση της ανέφερε και εξήγησε ότι είχε διατρηθεί ο μηνιγγικός σάκος, κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι φαίνεται να μην διατρήθηκε.  Για την Ηρακλέους σημείωσε ότι δεν μπορούσε να εκφράσει άποψη για το ζήτημα και σχολίασε ότι «Είναι αξιοπερίεργο φαινόμενο, αλλά υπαρκτό, η μια ακτινολόγος, η Μ.Ε.7 [Ηρακλέους] να μην μπορούσε να διακρίνει αν υπήρχε ή όχι τραυματισμός της μήνιγγας και των εντός αυτής ριζών στις απεικονίσεις της μαγνητικής τομογραφίας που ακολούθησε την ενδοσκοπική επέμβαση».  Η μαρτυρία λοιπόν των ακτινολόγων Κατωδρύτου και Ηρακλέους δεν ήταν βοηθητική για το επιμέρους ζήτημα, αλλά δεν ήταν αντίθετη με τη μαρτυρία των Σταύρου και Περδίου επί της οποίας βασίστηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο. 

 

    Σε σχέση με τη μαρτυρία της Κατωδρύτου θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το σχόλιο του πρωτόδικου Δικαστηρίου για διάσταση μεταξύ της κυρίως εξέτασης της και της αντεξέτασης της δεν ήταν ακριβές.  Κατά την κυρίως εξέταση της η μάρτυρας αναφερόταν στις τομογραφίες ημερ.17.12.2007, ενώ οι αναφορές κατά την αντεξέταση της ήταν σε σχέση με τις τομογραφίες ημερ.28.11.2007.  Δεν αναίρεσε τη θέση της ότι από τη μαγνητική τομογραφία ημερ.17.12.2007 διαπίστωνε τραυματισμό-σχίσιμο του μηνιγγικού σάκου. 

 

    Αντίθετη με τη μαρτυρία των Σταύρου και Περδίου επί του προκειμένου, ήταν η μαρτυρία του Εφεσείοντα και του ακτινολόγου Χαράλαμπου Οικονομίδη που ο Εφεσείων κάλεσε προς υπεράσπιση του.  Οι μαρτυρίες αμφοτέρων είχαν απορριφθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο αποδέχτηκε τη μαρτυρία των Σταύρου και Περδίου και προέβη στο ανάλογο εύρημα.  Επομένως, το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι κατά την πρώτη επέμβαση ο Εφεσείων τραυμάτισε τον μηνιγγικό σάκο και τα εντός αυτού νεύρα ούτε αυθαίρετο, ούτε αντίθετο με τη μαρτυρία που είχε παρουσιαστεί ήταν.  Ο λόγος έφεσης 2 απορρίπτεται.

 

    Ο λόγος έφεσης 1 είναι συναφής.  Αναφέρεται σε εσφαλμένη καθοδήγηση κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γενικά, σε εσφαλμένα ευρήματα που αντιστρατεύονται την κοινή λογική και που βρίσκονται σε αντίθεση με αδιαμφισβήτητα μέρη της μαρτυρίας.  Μέσα από την αιτιολογία του, προκύπτει πως ό,τι προσβάλλεται είναι η αποδοχή της μαρτυρίας των Σταύρου και Περδίου στη βάση των όσων αναφέρονται και στους υπόλοιπους λόγους έφεσης που αφορούν στη μαρτυρία των μαρτύρων αυτών.

 

    Ήταν η θέση του Εφεσείοντα ότι ο Περδίος υπέπεσε σε ουσιαστικές αντιφάσεις και προέβη σε αυθαίρετα συμπεράσματα που έπλητταν καίρια την αξιοπιστία του και καταδείκνυαν την πρόθεση του να πει ψέματα.  Για τον Σταύρου υποστήριξε ότι είχε υποπέσει σε αντιφάσεις και είχε προβεί σε αυθαίρετα συμπεράσματα, χωρίς ωστόσο να του αποδώσει πρόθεση να ψευδολογήσει.

 

    Υπενθυμίζουμε τις διαχρονικά αναλλοίωτες αρχές που διέπουν το ζήτημα της παρέμβασης του εφετείου στην πρωτόδικη κρίση αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων.  Το εφετείο σπάνια επεµβαίνει, όταν τα ευρήματα αξιοπιστίας καταφαίνονται εξ αντικειµένου ανυπόστατα ή όταν είναι παράλογα ή αυθαίρετα (Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 300, 320-1 και Baloise Insur. Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά. (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1275, 1290-1).

 

    Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό το λόγο έφεσης 3, με τον οποίο προσβάλλεται η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να στηριχθεί στη μαρτυρία των Σταύρου και Περδίου για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ενδοσκοπική επέμβαση δισκεκτομής ήταν στην περίπτωση της Εφεσίβλητης αχρείαστη γιατί «αγνόησε ενυπάρχουσες σκοπιμότητες που ώθησαν την εμπλοκή των πιο πάνω ιατρών στην υπόθεση και που αυτές μόλυναν το περιεχόμενο της μαρτυρίας των».  Στην αιτιολογία του λόγου αναφέρονται διάφορα, με μόνη σχετική με το λόγο την αναφορά ότι οι Σταύρου και Περδίου ήταν «ανταγωνιστές» του Εφεσείοντα και ότι ο Περδίου είχε «εχθρότητα» προς τον Εφεσείοντα.

 

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε υπόψη του και κατέγραψε στην απόφαση του ότι ο Περδίος είχε εξετάσει την Εφεσίβλητη στις 18.12.2015 με σκοπό να δώσει μαρτυρία για πιθανή αμέλεια του Εφεσείοντα και ότι ο Περδίος και ο Εφεσείοντας δεν διατηρούσαν τις καλύτερες σχέσεις.  Αυτό δεν καθιστούσε τον Περδίο εκ προοιμίου αναξιόπιστο μάρτυρα.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο έχοντας όλα τα δεδομένα υπόψη του μπορούσε, αιτιολογώντας την κατάληξη του, να τον αποδεχτεί ως μάρτυρα της αλήθειας, όπως και έπραξε.

 

    Αναφορικά με τη θέση των Σταύρου και Περδίου ότι η ενδοσκοπική δισκεκτομή ήταν αχρείαστη, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε ενδελεχώς τη μαρτυρία που είχε δοθεί σε σχέση με τη μαγνητική τομογραφία ημερ.12.5.2006, αυτή δηλαδή με την οποία η Εφεσίβλητη είχε εφοδιάσει τον Εφεσείοντα όταν τον επισκέφτηκε για πρώτη φορά.  Είναι σε αυτή που ο Εφεσείων βασίστηκε για να διαμορφώσει την ιατρική του γνώμη, να συμβουλεύσει την Εφεσίβλητη και να διενεργήσει την επέμβαση. 

 

    Ο Σταύρου εξετάζοντας τη μαγνητική τομογραφία ημερ.12.5.2006 διαπίστωσε εκφυλιστικά στοιχεία τα οποία, όπως εξήγησε, αντιμετωπίζονται με άλλους τρόπους και όχι με ενδοσκοπική επέμβαση.  Τίποτε, υποστήριξε, δεν δικαιολογούσε την επέμβαση δισκεκτομής που έγινε.  Ο Περδίος κατέθεσε ότι ενδοσκοπική δισκεκτομή διενεργείται όταν υπάρχει κήλη του δίσκου η οποία προκαλεί έντονη πίεση στα νεύρα, κάτι που δεν υπήρχε στην περίπτωση της Εφεσίβλητης, η οποία είχε ελαφρές προβολές στο μεσοσπονδύλιο δίσκο, εκφυλίσεις και ελαφριά στένωση του σπονδυλικού σωλήνα.  Ούτε η Ηρακλέους, στη σχετική έκθεση που είχε συντάξει σε σχέση με τη μαγνητική τομογραφία ημερ.12.5.2006, αλλά ούτε και ο ακτινολόγος Οικονομίδης, που κάλεσε ο Εφεσείων, αναφέρθηκαν σε κήλη δίσκου.  Ο Οικονομίδης αναφέρθηκε σε προβολή δίσκου.  Ο δε Εφεσείων υποστήριξε γενικά ότι προέβη στην επέμβαση για αποσυμπίεση των νεύρων.

 

    Η άλλη πτυχή της επιχειρηματολογίας του Εφεσείοντα, σε σχέση με την αναγκαιότητα ή όχι της επέμβασης, ήταν ότι η Εφεσίβλητη απευθύνθηκε προς τον ίδιο αποκλειστικά και μόνο για να της προσφέρει χειρουργική μέθοδο αντιμετώπισης του προβλήματος της, μη αποδεχόμενη άλλη θεραπευτική πορεία.  Αυτή η επιχειρηματολογία δεν ενισχύει τη θέση ότι η επέμβαση που έγινε ήταν επιβεβλημένη ή έστω χρήσιμη.  Ακούγεται περισσότερο ως δικαιολογία, εγειρόμενη αχρείαστα στην περίπτωση που η επέμβαση επιβαλλόταν να γίνει.

 

    Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να στηριχτεί στη μαρτυρία των Σταύρου και Περδίου για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ενδοσκοπική επέμβαση δισκεκτομής ήταν στην περίπτωση της Εφεσίβλητης αχρείαστη, ήταν εύλογη και αιτιολογημένη.  Ο λόγος έφεσης 3 απορρίπτεται.     

 

    Η εκδοχή του Εφεσείοντα για την κατάσταση της Εφεσίβλητης κατ’ ακολουθία της πρώτης επέμβασης ήταν ότι υπήρξε επιπλοκή με άγνωστη αιτία.  Ό,τι είχε διαπιστώσει ήταν τη δημιουργία αιματώματος και αντιλήφθηκε ότι υπήρχε αδυναμία στα κάτω άκρα της Εφεσίβλητης.

 

    Με το λόγο έφεσης 5, ο Εφεσείων παραπονείται ότι δεν αποδόθηκε η αναγκαία βαρύτητα στη μαρτυρία του και για το λόγο ότι θέσεις του δεν υποβλήθηκαν στους Σταύρου και Περδίο.  Η διαπίστωση αυτή, καταγράφεται στην πρωτόδικη απόφαση ως επισήμανση και ότι οι δύο ιατροί δεν είχαν τη δυνατότητα να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές και να εκφράσουν τη δική τους γνώμη.

 

    Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή του Εφεσείοντα, όχι γιατί θέσεις του δεν υποβλήθηκαν στους Σταύρου και Περδίο, αλλά γιατί διαπίστωσε αναλήθειες στη μαρτυρία του σε διάφορα σημεία.  Όπως, για παράδειγμα, στη θέση του ότι την επόμενη ημέρα των επεμβάσεων η κατάσταση της Εφεσίβλητης είχε βελτιωθεί και την προσπάθεια του να το τεκμηριώσει με την έκδοση δεύτερου πιστοποιητικού με ημερομηνία δύο ημέρες μετά όπου το σημειώνει, ενώ κάτι τέτοιο δεν αναφερόταν στο πιστοποιητικό που είχε συντάξει μετά τις επεμβάσεις.  Το πρωτόδικο Δικαστήριο δικαιολογείτο να αποδώσει σκοπιμότητα στη σύνταξη του μη αναγκαίου δεύτερου πιστοποιητικού.

 

    Καταλήγουμε ότι ήταν επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει στα ευρήματα αξιοπιστίας στα οποία κατέληξε.  Επέμβαση σε αυτά δεν δικαιολογείται.  Ο λόγος έφεσης 1 επίσης απορρίπτεται, όπως και ο λόγος έφεσης 5.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με παραπομπές σε πρόνοιες του περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμου του 2004, Ν.1(Ι)/2005,[1] είχε διαπιστώσει ότι ο Εφεσείων είχε παραβεί το εκ του νόμου απορρέον καθήκον του να ενημερώσει την Εφεσίβλητη, κατά κύριο λόγο, αναφορικά με την προοπτική επιτυχίας και τους κινδύνους της επέμβασης ενδοσκοπικής δισκεκτομής.  Υποδεικνύει ο Εφεσείων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε κατά πόσο υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης ενημέρωσης και του αποτελέσματος της επέμβασης.  Είναι η θέση του ότι η Εφεσίβλητη ήταν αποφασισμένη να υποβληθεί στην επέμβαση, όπως της είχε περιγραφεί από τον ομοχώριο της που της είχε συστήσει τον Εφεσείοντα. 

 

Καταγράφουμε ότι η υποχρέωση ενημέρωσης από τον ιατρό, κάθε άλλο παρά καθίσταται ανενεργή ή ατονεί επειδή ο ασθενής παρουσιάζεται αποφασισμένος, με διαμορφωμένη άποψη ως προς τις επιλογές του (Βαριάνου ν. Βορκά (2010) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1541).  Πέραν όμως τούτου, δεδομένης της κατάληξης ότι ο Εφεσείων έσφαλε στην απόφαση του να διενεργήσει την επέμβαση και υπήρξε αμελής κατά τη διεξαγωγή της, διαπιστώσεις που στοιχειοθετούν την ευθύνη του για τις βλάβες και ζημιές που υπέστη η Εφεσίβλητη, δεν χρειάζεται να μας απασχολήσει περισσότερο ο σχετικός με την παράλειψη ενημέρωσης λόγος έφεσης 7, ο οποίος και απορρίπτεται.

 

Με το λόγο έφεσης 4, προβάλλεται ότι η πρωτόδικη απόφαση εμπεριέχει ευρήματα που έρχονται σε αντίφαση μεταξύ τους.  Ο λόγος αφορά σε δύο επιμέρους θέματα. 

 

Το δεύτερο αφορά στην εισήγηση ότι το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τραυματίστηκε ο μηνιγγικός σάκος, βρίσκεται σε αντίφαση με το εύρημα ότι οι μάρτυρες Κατωδρύτου και Ηρακλέους δεν απόδειξαν τραυματισμό του μηνιγγικού σάκου.  Όπως εξηγήσαμε πιο πάνω, το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι η μαρτυρία τους δεν ήταν βοηθητική για το ζήτημα, το δε εύρημα του βασίστηκε σε άλλη ιατρική μαρτυρία την οποία έκανε αποδεχτή ως αξιόπιστη.

 

Το πρώτο θέμα αφορά στην επιδίκαση των δαπανών στις οποίες η Εφεσίβλητη υποβλήθηκε για να μεταβεί και να λάβει ιατρική γνώμη από ιατρό, «χειρούργο σπονδυλικής στήλης», στο Ισραήλ, το 2008 και το 2010.  Η θέση του Εφεσείοντα ήταν ότι τα έξοδα αυτά δεν ήταν ανακτήσιμα εφόσον, σύμφωνα με τη μαρτυρία των ιατρών Σταύρου και Περδίου, που το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχτηκε, η κατάσταση της Εφεσίβλητης ήταν μη αναστρέψιμη.  Αναφέρει ακόμα ο Εφεσείων, ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από το εξωτερικό, ενώ ούτε και ο Καλούδης, που αναφέρθηκε ότι σύστησε την μετάβαση, έδωσε μαρτυρία στη δίκη.  Με το λόγο έφεσης 6 εγείρεται το ζήτημα της επιδίκασης των ιδίων δαπανών, στη βάση ότι, ως ειδικές ζημιές που ήταν, δεν είχαν αποδειχτεί με αυστηρότητα.

 

Ανακτήσιμα είναι τα ιατρικά έξοδα τα αναγκαία για την περίθαλψη του τραυματία.

 

Η Εφεσίβλητη ανέφερε ότι στο Ισραήλ, στο ιατρικό κέντρο «Hadassah», μετέβηκε με οδηγίες του ορθοπεδικού Καλούδη.  Χρειάστηκε να μεταβεί και δεύτερη φορά για την ετοιμασία ειδικών ναρθήκων για τα πόδια της, του οποίους έκτοτε χρησιμοποιεί.

 

Ήταν εύλογη η επιλογή της Εφεσίβλητης, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της κατάστασης της, να αναζητήσει τις υπηρεσίες του ιατρού που της συστήθηκε να επισκεφτεί.  Η σχετική ιατρική έκθεση του Ισραηλινού ιατρού, με τη άποψη του και τις συστάσεις του παρουσιάστηκε ως τεκμήριο και το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εκτιμήσει την αξία του περιεχόμενου της.  Το δε γεγονός ότι πλέον η Εφεσίβλητη διευκολύνεται με τη χρήση των ναρθήκων που κατασκευάστηκαν ως αποτέλεσμα της εκτίμησης της κατάστασης της στο Ισραήλ, επικουρεί την κατάληξη ότι επρόκειτο για δικαιολογημένες, αναγκαίες ιατρικές δαπάνες.  Καθ’ όσο δε αφορά το ύψος των εξόδων, είχαν παρουσιαστεί ως τεκμήρια τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Οι λόγοι έφεσης 4 και 6 επίσης απορρίπτονται.

 

    Η έφεση απορρίπτεται.

 

    €4.500 έξοδα της έφεσης, πλέον Φ.Π.Α. αν υπάρχει, επιδικάζονται υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον του Εφεσείοντα.

 

                                                      Χ. Μαλαχτός, Δ.

                                                      Ι. Ιωαννίδης, Δ.        

                                                          Α. Δαυίδ, Δ.



[1]    Ο Νόμος αναφέρεται ως του 2004, παρά το ότι δημοσιεύτηκε την 7.1.2025.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο