ΔΡ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΡΙΜΙΚΛΙΝΙΩΤΗΣ v. ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 44/2017, 45/2017, 25/2/2026
print
Τίτλος:
ΔΡ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΡΙΜΙΚΛΙΝΙΩΤΗΣ v. ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 44/2017, 45/2017, 25/2/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

[Γ.Ν. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Α. ΔΑΥΙΔ, Δ/στες]

 

25 Φεβρουαρίου, 2026

 

                                                ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 44/2017

 

 

ΔΡ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΡΙΜΙΚΛΙΝΙΩΤΗΣ

                          Εφεσείοντας/Τριτοδιάδικος

ν.

 

ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

                          Εφεσίβλητη/Εναγομένη

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 45/2017

 

 

ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

                          Εφεσείουσα/Εναγόμενη

ν.

 

ΔΡ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΡΙΜΙΚΛΙΝΙΩΤΗ

                          Εφεσίβλητου/Τριτοδιάδικου

-----------------------------

 

Δ. Λαμπριανίδης, για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία ΔΕΠΕ, για τον Εφεσείοντα στην Π.Ε. 44/2017 και Εφεσίβλητο στην Π.Ε. 45/2017

Στ. Παύλου με κα Σταυρούλια και κα Κ. Φιλιππίδου, για Πατρίκιος Παύλου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για την Εφεσίβλητη στην Π.Ε. 44/2017 και Εφεσείουσα στην Π.Ε. 45/2017

---------------------------------

 

Η απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον  Δικαστή Γ.Ν. Γιασεμή.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.  Η ενάγουσα, με την αγωγή αρ. 30/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ενήγαγε την εναγόμενη εταιρεία, εφεσείουσα στην Πολιτική Έφεση Αρ. 45/2017, για ιατρική αμέλεια. Στις 28.2.2009, αυτή είχε μεταβεί μαζί με την αδελφή της στην κλινική της τελευταίας στη Λεμεσό, γύρω στις 11.30, με έντονους πόνους στο στομάχι και τάση για εμετό.  Η επί καθήκοντι ιατρός στις Πρώτες Βοήθειες, απέτυχε να προβεί σε ορθή διάγνωση ως προς την αιτία των συμπτωμάτων, για τα οποία αυτή παραπονείτο.  Ούτε και ο τριτοδιάδικος, με ειδικότητα στην γαστρεντερολογία, εφεσείων στην Πολιτική Έφεση Αρ. 44/2017, προέβη σε οποιαδήποτε σχετική διάγνωση.  Σημειώνεται πως ο τελευταίος έχει ιατρείο δικό του και είχε κληθεί στην κλινική της εναγόμενης, ειδικά, για να εξετάσει την ενάγουσα.

 

Αργότερα,  την ημέρα εκείνη, διαγνώστηκε ότι η ενάγουσα είχε υποστεί στις 10.30 το πρωί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, το οποίο επηρέασε σοβαρά και σε μόνιμη βάση τη λειτουργία της καρδίας της, ακόμα και μετά που αυτή υπεβλήθη στις αρχές Μαρτίου το 2009 σε όλες τις κατάλληλες θεραπείες.  Σημειώνεται, επίσης, ότι ο τριτοδιάδικος προσετέθη στη διαδικασία από την εναγόμενη, βεβαίως, προς το σκοπό απόδωσης σε αυτόν της ευθύνης για την επιδείνωση της υγείας της ενάγουσας, κατά τον ως άνω ουσιώδη χρόνο. Το Δικαστήριο, μετά το πέρας της δίκης, αποφάσισε ότι η εναγόμενη, ως η ιδιοκτήτρια της κλινικής, ευθύνετο εκ προστήσεως για την αμέλεια των εργοδοτουμένων της ιατρών, επιδικάζοντας εναντίον της το συνολικό ποσό των €468.181,45.- πλέον νόμιμο τόκο.  Ακολούθως, έκρινε πως η συνεισφορά του τριτοδιάδικου ανέρχεται σε ποσοστό 25% επί του επιδικασθέντος ποσού, ήτοι για το ποσό των €117.045,36.- πλέον ανάλογος τόκος.

 

Το ιστορικό, όσον αφορά την αντιμετώπιση της περίπτωσης της ενάγουσας, όταν αυτή μετέβη στην κλινική της εναγομένης, καθώς, επίσης, οι εξετάσεις που έγιναν σε αυτήν κατά την παραμονή της εκεί, αναφέρονται λεπτομερώς στα ευρήματα του Δικαστηρίου, μετά και την αξιολόγηση του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας, κατά τη δίκη.  Συγκεκριμένα, η ενάγουσα κατά την εισαγωγή της στις 28.2.2009 κατά η ώρα 11.30 στις Πρώτες Βοήθειες της εναγομένης, δεν ρωτήθηκε η ίδια ούτε και η αδελφή της από την επί καθήκοντι ιατρό για το ιατρικό ιστορικό μελών της οικογένειας της. Είναι δε γεγονός, ότι ο πατέρας της είχε υποβληθεί σε εγχείρηση ανοικτής καρδίας, ενώ η μητέρα της παρακολουθείτο από καρδιολόγο.  Καταγράφηκαν, όμως, στο σχετικό βιβλίο, από την εν λόγω ιατρό, οι ενοχλήσεις που η ενάγουσα είχε στο στομάχι και ήταν η αιτία που αργότερα την ημέρα εκείνη κλήθηκε στην κλινική της εναγομένης ο τριτοδιάδικος, γαστρεντερολόγος, κατόπιν εισήγησης ενός καρδιολόγου, συνεργάτη της εναγομένης, ο οποίος δεν ήταν διαθέσιμος ο ίδιος, λόγω απουσίας του στο εξωτερικό.

 

Εν πάση περιπτώσει, με πρωτοβουλία της επί καθήκοντι ιατρού,  η ενάγουσα μεταφέρθηκε από νωρίς, κατά την πιο πάνω ημερομηνία, σε δωμάτιο της κλινικής ως εσωτερική ασθενής και της χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή προς αντιμετώπιση των πόνων που συνέχιζαν να την ταλαιπωρούν.  Ο τριτοδιάδικος μετέβη στην κλινική γύρω στις 13.00 και αφού ενημερώθηκε για την κατάσταση της ενάγουσας, την εξέτασε κλινικά.  Λόγω της συνέχισης των πιο πάνω ενοχλήσεων, έδωσε οδηγίες για τη διενέργεια αιματολογικών εξετάσεων, ακτινογραφία στην κοιλιά και υπερηχογραφήματος.  Όταν αυτός επέστρεψε στην κλινική γύρω στις 15.00, έκρινε ότι τα αποτελέσματα των πιο πάνω εξετάσεων, δεν δικαιολογούσαν τα εν λόγω παράπονα της ενάγουσας. Τότε, έδωσε οδηγίες για τη διενέργεια καρδιογραφήματος και γαστροσκόπησης. Ειδικά το καρδιογράφημα έγινε λίγο μετά τις οδηγίες του, από μέλος του νοσηλευτικού προσωπικού.  Ωστόσο, ο τριτοδιάδικος δεν το αναζήτησε και έτσι δεν αξιολόγησε και στη βάση αυτού την κατάσταση της υγείας της ενάγουσας.

 

Το Δικαστήριο, όπως επίσης, διαπίστωσε, ούτε η εσωτερική ιατρός  ορόφου της εναγομένης, όπου η ενάγουσα είχε μεταφερθεί στο μεταξύ, ενδιαφέρθηκε να  εξετάσει το καρδιογράφημα που είχε γίνει στην ενάγουσα. Παρατηρήσε δε, συναφώς, πως η ακολουθούμενη πρακτική στην κλινική της εναγόμενης σε σχέση με τα καρδιογραφήματα, αυτά γίνονταν από νοσηλευτές, κατά παράβαση των κανόνων λειτουργίας της, που προέβλεπαν ότι έπρεπε να γίνονται από τους ιατρούς.  Όσον αφορά το συγκεκριμένο που είχε γίνει στην ενάγουσα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έγινε λίγο μετά τις 15.00,στις 28.2.2009, αρκετά πριν από την γαστροσκόπηση που έγινε γύρω στις 17.00, της ίδιας ημέρας.  Εν πάση περιπτώσει, στη βάση της μαρτυρίας την οποία έκανε δεκτή, κατέληξε στο συμπέρασμα πως το καρδιογράφημα, τεκμήριο 3, παρουσίαζε εμφανή σημεία εμφράγματος του μυοκαρδίου. Τούτα δε, θα μπορούσε να διαπιστωθούν από ιατρούς όλων των ειδικοτήτων και, οπωσδήποτε από την υπεύθυνη ιατρό του ορόφου της κλινικής όπου είχε μεταφερθεί η ενάγουσα, αλλά και από τον τριτοδιάδικο.

 

Με την αίτια που οδήγησε στις 28.2.2009 την ενάγουσα στην κλινική της εναγόμενης να μην είχε διαπιστωθεί ακόμα, γύρω στα μεσάνυκτα η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε.  Είχαν πέσει οι παλμοί της οπότε μεταφέρθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας της κλινικής.  Εκεί, έγινε και δεύτερο καρδιογράφημα, οπότε διαγνώστηκε ότι η ενάγουσα είχε υποστεί το έμφραγμα του μυοκαρδίου που έχει προαναφερθεί. Τότε και μόνο κλήθηκε καρδιολόγος ο οποίος καθόρισε ότι αυτό είχε επισυμβεί κατά τις 10.30 το πρωί της 28.2.2009. Ως εκ της πιο πάνω κατάστασής της, η ενάγουσα, γύρω στις 11.00 της 1.3.2009 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και στη συνέχεια στο American Ηeart Institute στη Λευκωσία.  Εκεί υποβλήθηκε σε εξειδικευμένες εξετάσεις και χειρουργικές επεμβάσεις, που περιλάμβαναν και την τοποθέτηση απινιδωτή για ανάταξη των αρρυθμιών της καρδίας.

 

Στη βάση του συνόλου των γεγονότων, το Δικαστήριο προέβη στην ακόλουθη παρατήρηση:  «Όπως είναι παραδεκτό η Ενάγουσα ήταν σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση και κινδύνευσε η ζωή της.  Οι επεμβάσεις όμως, υπήρξαν επιτυχείς και απεσοβήθη  το μοιραίο.»  Στο πλαίσιο αυτό κατέληξε και στο συμπέρασμα ότι, συνεπεία της καθυστέρησης για υποβολή της ενάγουσας στις απαιτούμενες υπό τις περιστάσεις εξετάσεις και θεραπείες, είχε προκληθεί νέκρωση σημαντικού τμήματος του μυοκαρδίου, με αποτέλεσμα η λειτουργία της καρδίας της ενάγουσας να υπολείπεται κατά 30% - 40% της κανονικής.  Συμπλήρωσε δε ότι, συνεπεία της πιο πάνω κατάστασης στην οποία αυτή περιήλθε, κατέστη ανίκανη για εργασία και για οποιαδήποτε αθλητική ενασχόληση, ενώ λαμβάνει καθημερινά μεγάλο αριθμό χαπιών, ως φαρμακευτική αγωγή, που είναι αναγκαία για τη συντήρηση της στη ζωή.

Το Δικαστήριο, στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων διαπίστωσε ότι η εναγόμενη κλινική, ενεργώντας διά των ιατρών της, ειδικά αυτών που ανέλαβαν την εξέταση και την περίθαλψη της ενάγουσας, ενήργησε αμελώς έναντι της τελευταίας στο βαθμό που έχει προαναφερθεί.  Αντλώντας καθοδήγηση από την υπόθεση Πολυκλινική Υγεία Λτδ κ.α. ν. Τάσος Λάμπρου κ.α. (2016) 1 Α.Α.Δ. 2634, με πολύ παρόμοια γεγονότα χειρισμού ασθενούς, κατέληξε ως εξής: 

 

«Κατ’  αναλογία, συνεπώς, των όσων διαπιστώθηκαν πιο πάνω, η επί καθήκοντι ιατρός της Εναγόμενης (Μ.Υ.2) όφειλε να παρακολουθεί και να ελέγχει την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας της Ενάγουσας και να προβαίνει σε έλεγχο και ορθή αξιολόγηση όλων των εξετάσεων τις οποίες υποβλήθηκε η Ενάγουσα εντός της κλινικής.  Εάν εκπλήρωνε τα πιο πάνω καθήκοντα που όφειλε στην Ενάγουσα θα διαπίστωνε ότι είχε υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου και με την κατάλληλη θεραπεία (θρομβόληση) ή την εσπευσμένη μεταφορά της σε εξειδικευμένο κέντρο θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί ή να περιοριστεί η βλάβη στο μυοκάρδιο.»

 

 

Σε σχέση με τον τριτοδιάδικο αιτιολόγησε την έκθεση του για αμέλεια έναντι της ενάγουσας ως εξής: 

 

«Σε κάθε περίπτωση, η παράλειψη του Τριτοδιαδίκου να διαπιστώσει το έμφραγμα εκείνη την ώρα, στέρησε από την Ενάγουσα τη δυνατότητα να μεταφέρετο σε εξειδικευμένο κέντρο, όπου θα μπορούσε να τύχει της ενδεδειγμένης θεραπείας με καθετηριασμό ή άλλη παρεμφερή αντιμετώπιση του εμφράγματος.  Με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ4, κάθε λεπτό που περνά, χωρίς αντιμετώπιση του εμφράγματος, οδηγεί σε νέκρωση των κυττάρων και κατ’  επέκταση σε περαιτέρω βλάβη του μυοκαρδίου.

 

Κρίνεται, κατά συνέπεια, ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια της αμέλειας που επέδειξε ο Τριτοδιάδικος, εφόσον συνέτεινε στην πρόκληση περαιτέρω βλάβης στο μυοκάρδιο.»

 

Κατ’  αρχάς, σημειώνεται ότι οι υπό εξέταση εφέσεις καταχωρίστηκαν από τον τριτοδιάδικο και την εναγόμενη κλινική, αντίστοιχα.  Η ενάγουσα δεν συμπεριλήφθηκε ως διάδικος στο συγκεκριμένο αυτό στάδιο.  Γι’  αυτό δεν υπήρξε και αμφισβήτηση του ύψους των επιδικασθέντων υπέρ της, αποζημιώσεων.  Ο κάθε εφεσείων, με την έφεση του επικρίνει το μέρος της απόφασης του Δικαστηρίου με το οποίο κρίθηκε ότι αυτός υπήρξε αμελής έναντι της ενάγουσας, επιρρίπτοντας εν όλω ή εν μέρει την ευθύνη στο άλλο διάδικο μέρος. Συγκεκριμένα, ο τριτοδιάδικος θεωρεί ότι είναι λανθασμένη η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία του καταλογίστηκε ευθύνη ως προς τη μη εξέταση του καρδιογραφήματος στο οποίο η ενάγουσα είχε υποβληθεί, κατόπιν οδηγιών του.  Αιτιολογώντας τη θέση του με αναφορά στα περιστατικά της υπόθεσης, εισηγείται ότι η ευθύνη βάρυνε αποκλειστικά την εναγόμενη, στην κλινική της οποίας η ενάγουσα βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ως εσωτερική ασθενής, τελώντας υπό την ευθύνη της. 

 

Αντίθετη είναι η θέση της εναγόμενης επιρρίπτοντας αποκλειστική ευθύνη για το ίδιο ζήτημα στον τριτοδιάδικο, στη βάση, ανωτέρω, που έχει προαναφερθεί.  Ήταν αυτός και ο λόγος που τον ενήγαγε η ίδια ως τριτοδιάδικο, αφού η ενάγουσα δεν θεώρησε  ότι έπρεπε να τον συμπεριλάβει στην απαίτηση της ως συνεναγόμενο.  Παρεμπιπτόντως, εάν ακολουθείτο η πιο πάνω πορεία θα ήταν πιο εμφανής και η βάση στην οποία αυτοί είχαν εναχθεί, δηλαδή ως έχοντες ευθύνη μαζί και/ή ξεχωριστά, για τη μη ορθή αξιολόγηση των συμπτωμάτων που παρουσίαζε η ενάγουσα όταν την εξέτασαν αφού είχε εισαχθεί στην κλινική της εναγομένης.  Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση εξετάστηκε από το Δικαστήριο ως εάν η απαίτηση να στρεφόταν εναντίον και των δύο, στη βάση που έχει προαναφερθεί.  Το Δικαστήριο, αποφάσισε στο τέλος το ποσοστό ευθύνης του καθενός επί τοις εκατό, όπως έχει προαναφερθεί, με αναφορά στο βαθμό της αντίστοιχης εμπλοκής τους, στην περίπτωση της ενάγουσας.  

 

Με τους λόγους που προβάλλει η κάθε πλευρά στην έφεση της, ουσιαστικά, αμφισβητεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα, προϊόν της αξιολόγησης που αυτό διενήργησε όσον αφορά τη μαρτυρία.  Μια τέτοια αντιμετώπιση δεν είναι αποδεκτή κατά την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εκτός αν καταδειχθεί ότι η διεργασία της αξιολόγησης της μαρτυρίας, σχετικά, από το εκδικάσαν Δικαστήριο ήταν αντινομική, (βλ. Καννάουρου κ.α. ν. Σταδιώτη κ.α. (1990), 1 Α.Α.Δ, 35, Νικολάου κ.α. ν. Γεωργίου (1993) 1 Α.Α.Δ. 938 και Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλου Σ. Συκοπετρίτη Λτδ κ.α. (2000), 1 Α.Α.Δ. 1049).  Εξετάζοντας τους λόγους έφεσης και στις δύο εφέσεις δεν είναι τέτοια η παρούσα περίπτωση. 

 

Συγκεκριμένα, δεν διαπιστώνεται να έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση, ειδικά, τα ευρήματα με αναφορά στα οποία το Δικαστήριο  διαπίστωσε την ευθύνη του κάθε εφεσείοντος ξεχωριστά.  Για την ακρίβεια, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι, ο τριτοδιάδικος και η υπεύθυνη ιατρός ορόφου της εναγομένης, δεν έλεγξαν σε οποιοδήποτε στάδιο το καρδιογράφημα, τεκμήριο 3, για τη διενέργεια του οποίου ο τριτοδιάδικος, όπως παραδέχεται από το δικόγραφο του, είχε δώσει οδηγίες.  Εάν το έλεγχαν θα διαπίστωναν ότι η ενάγουσα είχε υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου.  Τότε, θα αναμένετο από αυτούς να έδιναν τις κατάλληλες οδηγίες, ειδικά από την πλευρά της εναγομένης, για τον περαιτέρω χειρισμό της ενάγουσας, αλλά και από τον τριτοδιάδικο, όπως και έγινε, όμως, μετά από αρκετή καθυστέρηση που είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της κατάστασής της, όπως εξηγείται από το Δικαστήριο στα ευρήματα του.  Από την πλευρά της εναγομένης υπάρχει, πρόσθετα, και η παρέλειψη της υπεύθυνης ιατρού του τμήματος Πρώτων Βοηθειών, η οποία δεν έλαβε, ως όφειλε, το ιατρικό ιστορικό της οικογένειας της ενάγουσας. Εάν το ελάμβανε τότε, δεδομένου του βεβαρυμένου της υγείας του πατέρα της ενάγουσας, αλλά και της μητέρας της, εύλογα θα αναμένετο αυτή να είχε ευαισθητοποιηθεί άμεσα ώστε να  μεριμνούσε για τη διενέργεια εξετάσεως στην ενάγουσα, σε σχέση με την κατάσταση της καρδίας της.  Στην πλημμελή συμπεριφορά της εναγομένης, οπωσδήποτε συνέβαλε και το γεγονός ότι, κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών της το καρδιογράφημα δεν έγινε από ιατρό.  Σε τέτοια περίπτωση, εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός θα διαπίστωνε την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η ενάγουσα και θα ενεργούσε, αναλόγως, προς αποτροπή ή μείωση των επιπτώσεων στην υγεία της. 

 

Αναμφίβολα, η εναγόμενη διά των ιατρών της, πάντοτε, και ο τριτοδιάδικος προσωπικά, υπήρξαν αμελείς σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας, όπως αναφέρεται πιο πάνω.  Η εναγόμενη, διότι παρέλειψε να ενεργήσει από το στάδιο της εισαγωγής της ενάγουσας στις Πρώτες Βοήθειες, αλλά και σε επόμενο στάδιο μετά που η ενάγουσα, ως εσωτερική ασθενής, είχε τεθεί, ουσιαστικά, υπό την φροντίδα της.  Όσον αφορά τον τριτοδιάδικο του οποίου η εμπλοκή, εμφανώς, ήταν περιορισμένη σε σχέση με το θέμα που έχει προαναφερθεί, δηλαδή, την παράλειψη της εξέτασης του καρδιογραφήματος, για τη διενέργεια του οποίου είχε δώσει ο ίδιος οδηγίες.  Επομένως, υπό τις περιστάσεις, η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η εναγομένη και ο τριτοδιάδικος υπήρξαν αμελείς είναι ορθή.  Η εναγόμενη και ο τριτοδιάδικος, παρέλειψαν να ικανοποιήσουν το βαθμό επιμέλειας, μάλιστα, κατά ένα ιδιαίτερα έκδηλο τρόπο, δεδομένου των προαναφερθεισών παραλείψεων τους, όπου αναμενόταν υπό την ιδιότητα τους ως ιατροί, όπως εξηγείται στη σχετική νομολογία, (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614 και Γιάλλουρος ν. Ψύλλου (2009) 1 Α.Α.Δ. 1552).  Ορθό κρίνεται, επίσης, και το ποσοστό ευθύνης το οποίο το Δικαστήριο απέδωσε στον καθένα από αυτούς.  Σημειώνεται πως, η πτυχή αυτή της υπόθεσης, είναι και η μοναδική που αμφισβήτησαν η εναγόμενη και ο τριτοδιάδικος, προσδιορίζοντας έτσι τη μεταξύ τους διαφορά στο πλαίσιο, η κάθε πλευρά, και της έφεσης της. Δηλαδή,  αρνούμενοι, ο κάθε ένας ξεχωριστά, ότι είχαν οποιαδήποτε ευθύνη, και επιρρίπτοντας την ευθύνη ο ένας στον άλλο.

 

Για τους πιο πάνω λόγους, λοιπόν, οι εφέσεις δεν μπορούν να επιτύχουν και απορρίπτονται.  Δεν εκδίδεται, υπό τις περιστάσεις, οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.

 

 

Γ.N. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.

 

 

Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ,  Δ.

 

 

Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

/γκ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο