ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, Αίτηση Αρ. 45/2025, 18/2/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, Αίτηση Αρ. 45/2025, 18/2/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9(3)(γ) ΤΟΥ Ν. 33/1964

 

ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ

 

(Αίτηση Αρ. 45/2025)

                                                        

                                                       

18 Φεβρουαρίου, 2026

 

 

[ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π., ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, ΔΑΥΙΔ, Δ/στές]

 

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ TΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ

 

ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ

 

ΑΡ. ΥΠΟΘΕΣΗΣ: ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ 157/2022, ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ: 31/10/2025

 

 

Μεταξύ:

 

ΝΙΚΟΛΑ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ

 

Αιτητή/Εφεσείοντα στο Εφετείο,

 

ΚΑΙ

 

 

 

ΜΙΧΑΛΗ ΣΠΥΡΟΥ

 

Καθ’ου η Αίτηση/Εφεσίβλητου στο Εφετείο.

 

 

  Μ. Αρμεύτης, για τον Αιτητή.

 

  Ουδεμία εμφάνιση για τον Καθ’ου η Αίτηση.

________________________________________________

 

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.:  Η Απόφαση είναι ομόφωνη, θα απαγγελθεί από τη Δικαστή Δημητριάδου-Ανδρέου.

________________________________________________

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.: Ο Αιτητής/Εφεσείων στην Ποινική Έφεση αρ. 157/2022, στην οποία εκδόθηκε Απόφαση από το Εφετείο στις 31/10/2025, καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, επιζητώντας άδεια για να υποβάλει αίτηση δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων 1964 έως 2024 (εφεξής «ο Νόμος»).

 

Η πιο πάνω Απόφαση εκδόθηκε σε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 30/6/2022, δια της οποίας, μετά από ακροαματική διαδικασία σε ιδιωτική ποινική δίωξη, ο Αιτητής/Εφεσείων κρίθηκε ένοχος σε τρεις κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν (1) Εσκεμμένη υποκλοπή και παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας κατά παράβαση του Άρθρου 3(1)(α) του περί Προστασίας του Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου του 1996 (Ν. 92(Ι)/1996),                             (2) Εσκεμμένη αποκάλυψη σε άλλο πρόσωπο του περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας γνωρίζοντας ότι η πληροφορία λήφθηκε από υποκλοπή ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας κατά παράβαση του Άρθρου (3)(1)(γ) του Νόμου και (3) Εσκεμμένη χρησιμοποίηση του περιεχομένου ιδιωτικής επικοινωνίας γνωρίζοντας ότι η πληροφορία λήφθηκε από υποκλοπή ή παρακολούθηση ιδιωτικής επικοινωνίας, κατά παράβαση του Άρθρου 3(1)(δ) του Νόμου. Στον Αιτητή/Εφεσείοντα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών, η οποία αναστάλθηκε για περίοδο δύο ετών.

 

Μετά την έκδοση της Απόφασης του Εφετείου ακολούθησε η καταχώριση από τον Αιτητή της παρούσας Αίτησης, με την οποία ζητά άδεια για την εκδίκαση νομικών θεμάτων που, όπως αναφέρεται, προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου. Στην Αίτηση δεν κατεχωρήθη ένσταση.

 

Το Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου προνοεί ότι, από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Δικαστήριο: 

 

«αποφασίζει σε τρίτο και τελευταίο βαθμό βάσει αιτήσεως, η οποία υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή οιονδήποτε των διαδίκων κατόπιν αδείας παραχωρουμένης υπό του ιδίου και κατόπιν προηγηθείσας διαδικασίας πολιτικής ή ποινικής εφέσεως επί νομικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου και συναρτώνται με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας ή με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος ή γενικής δημόσιας σημασίας ή συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου, κατά την υπ' αυτού ενασκουμένη πολιτική ή ποινική δικαιοδοσία

 

Νοείται ότι, η συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη αίτηση δέον να προσδιορίζει σαφώς τα προκύπτοντα από την οικεία απόφαση νομικά θέματα, ως και τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία τα υποστηρίζοντα το αίτημα, προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο θα παραχωρήσει την απαιτούμενη άδεια: 

 

Νοείται περαιτέρω ότι, σε τέτοια περίπτωση η απόφαση του Εφετείου αντικαθίσταται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.»

 

 

Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Zutphen κ.ά., Αρ. Αίτησης 2/2023, ημερ. 30/1/2024:

 

«Προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου ότι η δικαιοδοσία αφορά στην επίλυση νομικών θεμάτων. Τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να προκύπτουν από την απόφαση του Εφετείου. Περαιτέρω, τα νομικά αυτά θέματα πρέπει να συναρτώνται:

 

-   με τη διαφοροποίηση πάγιας νομολογίας, ή

-   με την ανάγκη ορθής ερμηνείας, είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς ουσιαστικής νομοθετικής διατάξεως, ή

-   με μείζον ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, ή

-   ζήτημα γενικής δημόσιας σημασίας, ή

-   ζήτημα συνοχής του δικαίου επί συγκρουομένων ή αντιφατικών αποφάσεων του Εφετείου. 

 

Και η αίτηση για άδεια πρέπει να προσδιορίζει σαφώς τα νομικά αυτά θέματα και επίσης να προσδιορίζει τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που υποστηρίζουν το αίτημα.» 

 

 

Η πρώτη επιφύλαξη του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου απαιτεί όπως η αίτηση προσδιορίζει σαφώς τα Νομικά Θέματα που προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου, καθώς επίσης τους πλήρεις λόγους και τα αναγκαία στοιχεία που τα υποστηρίζουν. Τα πιο πάνω δε σε άμεση αντιπαραβολή και συνάρτηση με τους συγκεκριμένους και αυστηρά προσδιορισμένους λόγους που προβάλλονται στο εν λόγω Άρθρο.

 

Στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 2023, με τον Κανονισμό 9(2)(α)(iv) προβλέπεται ότι για τη χορήγηση άδειας επισυνάπτεται έκθεση Νομικών Θεμάτων που προκύπτουν από την Απόφαση του Εφετείου, σε ξεχωριστές αριθμημένες παραγράφους και ξεχωριστή αιτιολογία για το κάθε ένα, ενώ στον Κανονισμό 9(2)(β) αναφέρεται ότι στην αίτηση παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους πρέπει να χορηγηθεί άδεια. Περαιτέρω, ο Κανονισμός 14(1)(α) προβλέπει ότι, όπου το Δικαστήριο χορηγεί άδεια, η έκθεση Νομικών Θεμάτων θα αποτελεί το έγγραφο στη βάση του οποίου θα διεξάγεται η ακρόαση. Όπως είχαμε την ευκαιρία να επισημάνουμε σε αριθμό Αποφάσεων μας, αυτό σημαίνει ότι το νομικό ζήτημα πρέπει να είναι διατυπωμένο με τρόπο ώστε να καθίσταται ευχερής η εξέταση του ως έχει.

 

Στην Έκθεση Νομικών Θεμάτων που επισυνάπτεται στην Αίτηση για άδεια καταγράφονται τρία «Νομικά Θέματα» τα οποία συνοδεύονται από αιτιολογία. Τα εν λόγω «Νομικά Θέματα» - χωρίς την αιτιολογία που τα συνοδεύει - έχουν ως εξής:

 

«Νομικό Θέμα 1

 

Κατά πόσο η ερμηνεία που έδωσε το Εφετείο στο άρθρο 2 του Νόμου 92(Ι)/1996 και στον όρο ιδιωτική επικοινωνία αποδίδει ορθά την πρόθεση του Νομοθέτη και τον σκοπό του Νόμου.»

 

 

«Νομικό Θέμα 2

 

Με την Απόφαση Εφετείου τίθεται θέμα συνοχής του δικαίου εφόσον η Απόφαση συγκρούεται με πάγια νομολογία επί του θέματος της ιδιωτικής επικοινωνίας και συγκεκριμένα των αυθεντιών Police v. Georghiades (1983) 2 C.L.R. 33, και Αστυνομία ν. Γιάλλουρου (1992) 2 Α.Α.Δ. 147

 

 

«Νομικό Θέμα 3

 

Απόφαση επί μείζονος ζητήματος δημοσίου συμφέροντος εφόσον με την Απόφαση του Εφετείου δημιουργείται προηγούμενο όπου κατάθεση προσώπου στην Αστυνομία στην οποία αποκαλύπτει ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν από ηλεκτρονική ή τηλεφωνική επικοινωνία με άλλο πρόσωπο δύναται να δημιουργήσει ποινική ευθύνη στον καταθέτη ή να αποκλείσει μαρτυρία αφού θα εμπίπτει στην έννοια της ιδιωτικής επικοινωνίας.»

 

Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις παροχής άδειας στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου. Έχουμε προς τούτο με προσοχή εξετάσει τις θέσεις, αναφορές και εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή όπως αυτές προωθήθηκαν μέσω Γραπτής Αγόρευσης.

 

Εν πρώτοις, με τον τρόπο που έχουν διατυπωθεί τα «Νομικά Θέματα», δεν καταγράφεται οποιοδήποτε νομικό ερώτημα το οποίο χρήζει επίλυσης. Γίνεται απλώς διατύπωση κάποιου ερωτήματος στην περίπτωση του «Νομικού Θέματος 1», ενώ με τα «Νομικά Θέματα 2 και 3» προβάλλονται ισχυρισμοί και τοποθετήσεις για σύγκρουση της Απόφασης του Εφετείου με την πάγια νομολογία καθόσον αφορά το «Νομικό Θέμα 2» και για δημιουργία «προηγουμένου» καθόσον αφορά το «Νομικό Θέμα 3». Οπωσδήποτε δεν είναι έργο του Ανωτάτου Δικαστηρίου να ανιχνεύσει ποιο θα μπορούσε να ήταν το νομικό θέμα που ο Αιτητής θα ήθελε να εγείρει ή που θα ήγειρε, εφόσον η προσοχή του εφιστάτο σε αυτό και να το διαμορφώσει. (Βλ. Stephen Van κ.ά., Αίτηση Αρ. 2/2023, ημερ. 30/1/2024).

 

Όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του (1) Νίκου Εγγλέζου κ.ά., Αίτηση Αρ. 12/2024, ημερ. 9/7/2024: 

 

«Τέτοιας φύσης αιτήσεις θα πρέπει να διατυπώνουν με κάθε σαφήνεια καθαρά νομικό θέμα, ούτως ώστε η απάντηση του να αφορά όχι μόνο στην υπό κρίση υπόθεση αλλά και να αποτελεί γενικότερη καθοδήγηση επί του ζητήματος. Αυτός φαίνεται να είναι ο σκοπός του Νομοθέτη μέσω του άρθρου 9(3)(γ) το οποίο αφορά αποκλειστικά σε νομικά θέματα τα οποία συναρτώνται με διαφοροποίηση της υφιστάμενης νομολογίας, ορθή ερμηνεία νομοθεσίας και γενικά ζητήματα γενικής σημασίας και συμφέροντος.» 

 

Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Κλεοβούλου, Αίτηση Αρ. 6/2023, ημερ. 3/6/2024, αναφορικά με το πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επίλυση νομικών θεμάτων δυνάμει του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου και του τρόπου διαμόρφωσης του νομικού ζητήματος:

«Η δικαιοδοσία δεν αφορά σε έφεση κατά της απόφασης του Εφετείου, πόσο μάλλον επανακρόαση της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης. Καθοδήγηση για τον τρόπο διαμόρφωσης του νομικού ζητήματος θα μπορούσε να αντληθεί από τη νομολογία μας σε σχέση με την επιφύλαξη νομικών ερωτημάτων για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 148 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως επίσης τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Δ.Ε.Ε., σε αιτήσεις που υποβάλλονται για προδικαστικά ερωτήματα. Μια έμμεση υπόδειξη έχουμε κάμει στην Χατζησωφρονίου.».

 

Σε ό,τι αφορά τον ορισμό του νομικού ζητήματος χρήσιμα στο πλαίσιο που εξετάζουμε είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου, Νομικό Ερώτημα Αρ. 374, ημερ. 31/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:C262, για τους σκοπούς του Άρθρου 148 του Κεφ. 155[1]

«Η Νομολογία μας είναι πλούσια αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 148(1), τόσο όσον αφορά το τι συνιστά «νομικό ζήτημα», όσο και όσον αφορά τη φράση «που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης». 

 

«Νομικό ζήτημα» ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει αμιγώς νομικό θέμα. Δεν παρέχεται εξουσία επιφύλαξης μικτού θέματος δικαίου και γεγονότων. Στην υπόθεση In re Hadjicostas (1984) 1 C.L.R. 513, τονίστηκε ότι, αμιγές νομικό θέμα είναι εκείνο που αφορά στην εφαρμογή του Νόμου επί δεδομένων γεγονότων. Εάν, δηλαδή, τα γεγονότα επί των οποίων το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει το Νόμο, δεν είναι αμφισβητούμενα, το σημείο είναι νομικό.  Πρόκειται, δηλαδή, για εφαρμογή του Νόμου επί αναντίλεκτων ή μη αμφισβητούμενων γεγονότων.»

 

Κατά δεύτερο, με βάση και τα ανωτέρω στην υπό συζήτηση περίπτωση υπάρχουν αναφορές οι οποίες αναδεικνύουν μορφή συγκεκαλυμένης έφεσης. Οι πιο κάτω αναφορές στην αιτιολογία του «Νομικού Θέματος 1» είναι χαρακτηριστικές:

 

«……Οι αναφορές του Εφετείου σχετικά με την σημασία της ιδιωτικής επικοινωνίας, με κάθε σεβασμό, είναι αντίθετες με την ερμηνεία του Νόμου και του σκοπού που ήθελε να προσδώσει ο Νομοθέτης, πιο συγκεκριμένα η αναφορά ότι Υπογραμμίζεται ότι η «ιδιωτική επικοινωνία» προστατεύεται από τη στιγμή που ο συνομιλητής έχει τη λογική προσδοκία ότι η επικοινωνία του παραμένει ιδιωτική έναντι οποιουδήποτε, συμπεριλαμβανομένου του συνομιλητή του, όσον αφορά την καταγραφή και διατήρηση του περιεχομένου της. Είναι αντίθετη με το άρθρο 2 και την ερμηνεία που ορίζει ο Νόμος.»

 

 

Τόσο ο τρόπος με τον οποίο έχουν συνταχθεί τα πιο πάνω αναφερόμενα «Νομικά Θέματα», όσο και ο σκοπός που τίθεται, δεν αποκαλύπτουν ότι αυτά αφορούν σε αμιγώς νομικό θέμα το οποίο συναρτάται με διαφοροποίηση της υφιστάμενης νομολογίας, ορθή ερμηνεία νομοθεσίας και γενικά ζήτημα γενικής σημασίας και συμφέροντος, ως προνοείται στο Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου. Είναι πρόδηλο ότι αυτό που επιδιώκει ο Αιτητής είναι  να διατυπώσει έφεση επί της απόφασης του Εφετείου. Η τριτοβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφορά αποκλειστικά και μόνο νομικά σημεία όπως αυτά προκύπτουν ξεκάθαρα μέσα από την Απόφαση του Εφετείου και όχι κατ' ισχυρισμό λάθη του Εφετείου. 

 

Επαναλαμβάνουμε δεν είναι έργο του Ανωτάτου Δικαστηρίου να επιχειρήσει το ίδιο, μέσω εικασιών, να αναδείξει και να αποτυπώσει συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, όπως αυτό καθορίζεται στο Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου, και το οποίο θα μπορούσε, ενδεχομένως, να εγερθεί στη βάση της συγκεκριμένης Εφετειακής Απόφασης. 

 

Είναι σαφές ότι στην απουσία καθορισμού και προσδιορισμού αμιγώς νομικού σημείου είναι αδύνατον να κριθεί αν αυτό που προβάλλεται ως «Νομικό Θέμα» είναι ή όχι τέτοιας σημασίας που να συνάδει με τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 9(3)(γ) του Νόμου

 

Ως αποτέλεσμα των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, είναι η κατάληξη μας ότι δεν τεκμηριώθηκαν οι προϋποθέσεις παροχής άδειας για σκοπούς ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη βάση του Άρθρου 9(3)(γ) του Νόμου.

 

 Η Αίτηση απορρίπτεται.

 

 

                                      Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.

 

                                      Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Δ.

 

                                      Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.



[1] 148.-(1) Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία δύναται, και με αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πρέπει, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιφυλάξει για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο νομικό ζήτημα που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης οποιουδήποτε προσώπου.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο