ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ v. ΜΙΧΑΗΛ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 46/2017, 16/2/2026
print
Τίτλος:
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ v. ΜΙΧΑΗΛ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 46/2017, 16/2/2026

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ              

ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ   

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 46/2017

 

 

16 Φεβρουαρίου, 2026

 

 

[Γ. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ., Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Δ., Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.]

 

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

Εφεσείοντα/Εναγόμενου

ν.

 

[ ] ΜΙΧΑΗΛ

                       Εφεσίβλητου/Ενάγοντα

---------------------------

 

Στ. Ερωτοκρίτου (κα) για Ανδρέα Π. Ερωτοκρίτου & Σία ΔΕΠΕ, για εφεσείοντα

Ι. Σταυρούλια (κα) με Ε. Φιλιππίδου (κα) για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες                              ΔΕΠΕ, για εφεσίβλητο

---------------------------------

 

Η απόφαση του Δικαστηρίου  θα δοθεί από τον

Δικαστή Γ.Ν. Γιασεμή.

----------------------------

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.:  Στις 4.12.2008 κατά η ώρα 20.45, συνέβη τροχαίο δυστύχημα στην οδό Ιερού Λόχου στη Λεμεσό έναντι της παρόδου Μολιέρου.  Συγκεκριμένα, ενώ ο εφεσείων οδηγούσε το σαλούν αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής [ ] κατά μήκος του προαναφερθέντος δρόμου, κτύπησε τον εφεσίβλητο, ηλικίας τότε 16 ετών.  Κατά το χρόνο εκείνο, ο τελευταίος επιχειρούσε να διασταυρώσει το συγκεκριμένο δρόμο από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του εφεσείοντος. Το πλάτος του κύριου δρόμου πριν τη συμβολή του με την οδό Μολιέρου ήταν περί τα 7.80μ και διευρύνετο βαθμηδόν, προχωρώντας προς την είσοδο της παρόδου.  Το σημείο της πρόσκρουσης του αυτοκινήτου του εφεσείοντος με το σώμα του εφεσίβλητου ήταν μερικά μέτρα πιο πέρα έναντι της παρόδου, σε απόσταση 3.10μ. από το πεζοδρόμιο προς το οποίο ο τελευταίος κατευθυνόταν.

 

Σύντομα, μετά τη σύγκρουση, μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος αστυνομικός εξεταστής ο οποίος ανέλαβε τη διερεύνηση του. Τα προαναφερθέντα σημεία της σκηνής, φαίνονται στο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε, σχετικά, τεκμήριο 2. Με τη σύμφωνο γνώμη και του εφεσείοντος, σημείωσε σ’ αυτό και το σημείο της πρόσκρουσης του οχήματός του, στο σώμα του εφεσίβλητου με το γράμμα Χ. Είναι το σημείο στο οποίο βρέθηκε ακινητοποιημένο, ενώ δεν απεικονίζονται στο δρόμο οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης, πριν από το σημείο της σύγκρουσης.  Κατά την άποψη του αστυνομικού εξεταστή, το σημείο εκείνο ήταν ορατό από απόσταση 30μ έως 40μ., από την κατεύθυνση που ερχόταν ο εφεσείων. 

 

Όσον αφορά τον τρόπο που συνέβη το δυστύχημα, κατάθεσε στο Δικαστήριο ο πατέρας του εφεσίβλητου.   Ο τελευταίος, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της υγείας του, δεν κλήθηκε ως μάρτυρας στη δίκη.  Οι λοιποί μάρτυρες της πλευράς αυτής ήταν γιατροί και ένας πρώην καθηγητής, ο οποίος κατάθεσε για τη σχολική επίδοση και τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου μετά το δυστύχημα.  Από την πλευρά του εφεσείοντος, κατέθεσε ο ίδιος. Εκ των πραγμάτων,  οι μοναδικοί αυτόπτες μάρτυρες του δυστυχήματος ήταν ο πατέρας του εφεσίβλητου και ο εφεσείων.  Ο πατέρας ανέφερε ότι ο γιος του εισήλθε στο δρόμο για να διασταυρώσει και κατευθύνθηκε προς το μέρος του, στην απέναντι πλευρά του κύριου δρόμου, με γοργό βήμα. Ωστόσο, δεν απεφεύχθη η σύγκρουση του αυτοκινήτου του εφεσείοντος επί του εφεσίβλητου.  Η εκδοχή του εφεσείοντος ήταν πως, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του κατά μήκος του εν λόγω δρόμου, αντελήφθη μια σκιά  στην πορεία του και αντέδρασε με ελιγμό προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να συμβεί η σύγκρουση που έχει προαναφερθεί.  Συμπλήρωσε πως, ο ίδιος είχε αναμμένα τα χαμηλά φώτα πορείας, ενώ επικαλέστηκε ως λόγο γιατί δεν αντελήφθη έγκαιρα τον εφεσίβλητο, την απουσία επαρκούς φωτισμού στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου όπου συνέβη το δυστύχημα, καθώς, επίσης, το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος φορούσε παντελόνι blue jean και σκούρου χρώματος φανέλα.

 

Οι πιο πάνω ισχυρισμοί αποτελούν τα ευρήματα του εκδικάσαντος Δικαστηρίου όσον αφορά τα γεγονότα του δυστυχήματος.   Στη βάση αυτών, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι ο εφεσείων υπήρξε αμελής.  Καθόρισε την ευθύνη του σε ποσοστό 80%, ενώ απέδωσε συντρέχουσα ευθύνη στον εφεσίβλητο για το υπόλοιπο 20%.  Με αναφορά και στη φύση των τραυμάτων που υπέστη ο εφεσίβλητος, καθόρισε τις αποζημιώσεις που επεδίκασε προς όφελος του εφεσίβλητου και εναντίον του εφεσείοντα.  Συγκεκριμένα, επεδίκασε €80.000.- ως γενικές και €1.840,55.- ως ειδικές αποζημιώσεις.  Προς όφελος του εφεσίβλητου επεδίκασε στην ίδια βάση, ως ανωτέρω, ποσό €40.000.- για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων, πλέον νόμιμο τόκο επί όλων των πιο πάνω ποσών, ως η απόφασή του, ενώ κάποιες απαιτήσεις για ειδικές ζημιές δεν τις έκαμε δεκτές. 

 

Ο εφεσείων, διαφώνησε από την αρχή με την απαίτηση του εφεσίβλητου, όπως και με την απόφαση, στη συνέχεια, του εκδικάσαντος Δικαστηρίου.  Γι’ αυτό καταχώρισε την υπό εξέταση έφεση και με εννέα λόγους επιδιώκει την ανατροπή της, σε σχέση με όλα τα ευρήματα και την κρίση του.  Με την απόφαση του Δικαστηρίου, διαφώνησε και η πλευρά του εφεσίβλητου.  Καταχώρισε προς τούτο αντέφεση, περιέχουσα έξι λόγους με τους οποίους, ουσιαστικά, αμφισβητεί ό,τι αμφισβήτησε και ο εφεσείων σε σχέση με την απόφαση του Δικαστηρίου, όμως, επιδιώκοντας τη βελτίωση της υπέρ του, τόσο από απόψεως ευθύνης, για το δυστύχημα, όσο και από απόψεως αποζημιώσεων.  Επομένως, η έφεση και η αντέφεση εξετάστηκαν  συγχρόνως.  Αυτό ακριβώς έγινε και από την πλευρά των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών, στο πλαίσιο των γραπτών και των προφορικών αγορεύσεων τους.  Υποστήριξαν έτσι τις εκατέρωθεν θέσεις τους, όπως και πρωτόδικα.  Από τις τοποθετήσεις τους διεφάνη ότι δεν υπήρχε έδαφος συνδιαλλαγής σε σχέση με οποιαδήποτε πτυχή της έφεσης και της αντέφεσης, όπως και κατά το στάδιο της αγωγής.

 

Με τους πρώτους επτά πρώτους λόγους έφεσης, αμφισβητούνται επιμέρους πτυχές της απόφασης του εκδικάσαντος Δικαστηρίου όσον αφορά τα ευρήματα του σε σχέση με τη σκηνή του δυστυχήματος και την οδική συμπεριφορά των διαδίκων αμέσως πριν από τη σύγκρουση.  Αμφισβητείται ακόμα και η εξέταση που έκανε, του δυστυχήματος ο αστυνομικός εξεταστής, Μ.Ε.1.  Του αποδίδεται ότι ενήργησε πλημμελώς όσον αφορά την απόδοση της σκηνής στο σχεδιάγραμμα τεκμήριο 2.  Τούτο, ως έχει η σχετική εισήγηση, προκύπτει από την τοποθέτηση σε αυτό δύο πασσάλων με λαμπτήρες όταν έδινε μαρτυρία κατά τη δίκη, καθιστώντας έτσι τη μαρτυρία του αμφιβόλου πειστικότητας.  Με τον πρώτο λόγο αντέφεσης, αμφισβητεί και ο εφεσίβλητος την απόδοση σε αυτόν συντρέχουσας ευθύνης σε σχέση με το δυστύχημα. 

 

Βέβαια, κάποια στοιχεία μαρτυρίας, εκ των πραγμάτων, είναι αδιαμφισβήτητα.  Κατ’  αρχάς, είναι γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εφεσείων οδηγούσε το αυτοκίνητο του σε ένα ευθύ δρόμο πλάτους 7.80μ, αμέσως πριν από τη συμβολή του με την πάροδο Μολιέρου.  Ο εφεσίβλητος εισήλθε στον δρόμο από  κάποιο σημείο του αριστερού πεζοδρομίου της συμβολής των δύο οδών, όπου η απόσταση που έπρεπε να διανύσει μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο, ήταν κάπως μεγαλύτερη.  Στην προσπάθεια του αυτή, όμως, τον κτύπησε ο εφεσείων με το αυτοκίνητο του, όταν απείχε περί τα 3.10μ από το πεζοδρόμιο, απέναντι του.  Ως εκ της σύγκρουσης, ο εφεσίβλητος τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και αμέσως μετά, διασωληνωμένος, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, για εξειδικευμένες εξετάσεις και θεραπείες. Τα τραύματα που υπέστη, οι συνέπειες από αυτά και οι αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν προς όφελος του, θα είναι τα επόμενα θέματα προς εξέταση. 

 

Όσον αφορά το θέμα της, αντίστοιχης, ευθύνης των μερών, τα γεγονότα έχουν ως εξής:  Κατά τον πιο πάνω ουσιώδη χρόνο ο εφεσείων οδηγούσε το αυτοκίνητο του, με άγνωστη ταχύτητα, στην οδό Ιερού Λόχου, προς την κατεύθυνση που συνέβηκε το δυστύχημα. Ήταν βράδυ και η σκηνή φωτιζόταν από δύο πασσάλους με λαμπτήρες αδιευκρίνιστης έντασης.  Εν πάση περιπτώσει, αν και η ορατότητα στην σκηνή ήταν περιορισμένη, αυτός οδηγούσε με τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου του στη χαμηλή στάση. Αντελήφθη την παρουσία του εφεσίβλητου στο δρόμο μπροστά του ως μία σκιά, κατά την έκφραση του, που υποδηλοί ότι τον είδε την τελευταία στιγμή, όταν ήταν πολύ κοντά του.  Στην προσπάθεια του δε να τον αποφύγει, οδήγησε το αυτοκίνητο του προς τα δεξιά.  Δεν απεφεύχθη, όμως, η σύγκρουση, στο σημείο που έχει προαναφερθεί.  Σε κανένα μέρος του οδοστρώματος, μέχρι και του σημείου που βρέθηκε σταματημένο το αυτοκίνητο του εφεσείοντος, δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης.  Τούτο, αποτελεί ένδειξη ότι, ακινητοποιήθηκε με την επαφή του στο σώμα του εφεσίβλητου, συνάδουσα και με τον ισχυρισμό του ότι είδε τον εφεσίβλητο ως σκιά, προφανώς, όχι διότι ο τελευταίος ήταν μακριά, αλλά διότι μόλις που πρόλαβε να τον δει, πριν τον κτυπήσει με το αυτοκίνητο του. 

 

Κάτω από τις ίδιες πιο πάνω συνθήκες, επιχείρησε και ο εφεσίβλητος να διασταυρώσει τον  κύριο δρόμο.  Εισήλθε σε αυτόν με πρόθεση να πάει απέναντι που βρισκόταν ο πατέρας του. Τούτο, αποτελούσε το πρωταρχικό μέλημα του.  Το συγκεκριμένο   εγχείρημα, όμως, εγκυμονούσε κινδύνους για τον ίδιο.  Πασιφανώς, ο κίνδυνος να τον κτυπούσε το επερχόμενο αυτοκίνητο ήταν ορατός, γι’  αυτό προχώρησε με γρήγορο βηματισμό.  Ο εφεσείων, όμως, τον πλησίαζε με το αυτοκίνητο του πιο γρήγορα από ότι ο ίδιος είχε εκτιμήσει ότι θα συνέβαινε αυτό.  Το συμπέρασμα είναι ότι ο εφεσίβλητος δεν εκτίμησε δεόντως τις συνθήκες όσον αφορά την παρουσία του εφεσείοντος στο δρόμο, ώστε να λάμβανε μέτρα αυτοπροστασίας. 

 

Αναμφίβολα, σε κάθε περίπτωση, ένας οδηγός οχήματος έχει καθήκον επιμέλειας έναντι άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο συγχρόνως με αυτόν. Συγκεκριμένα, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στον εν λόγω δρόμο κατά τη δεδομένη στιγμή.   Ειδικά το βράδυ, να ελέγχει την ταχύτητα και τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου του, παρατηρώντας το δρόμο μπροστά του και ελέγχοντας ανάλογα την οδήγηση του, δεδομένου και του πεδίου ορατότητας του. Εν ολίγοις, να ασκεί δέουσα παρατηρητικότητα ώστε να είναι σε θέση να φέρει σε πέρας το πιο πάνω καθήκον του.  Ιδιαίτερα σε σχέση με τους πεζούς, λόγω των σοβαρών συνεπειών που μπορεί να προκύψουν από τυχόν σύγκρουση του οχήματος του με κάποιον από αυτούς, (βλ. Ιορδάνου κ.α. ν. Κυριάκου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 1364, σελίδα 1369).  Ανάλογα, βέβαια, καθήκον επιμέλειας έχει και κάθε άλλος χρήστης του δρόμου, για τη λήψη μέτρων έναντι εύλογα προβλεπτών κινδύνων που δυνητικά μπορεί να βλάψουν τον ίδιο, (βλ. Φιλίππου κ.α. ν. Παναγή κ.α. (2000) 1 Α.Α.Δ. 1275). 

 

Το Δικαστήριο, διαπίστωσε στην προκειμένη περίπτωση ότι, ο εφεσείων απέτυχε να εκπληρώσει το πιο πάνω καθήκον του έναντι του εφεσίβλητου. Συγκεκριμένα, απέτυχε να εκτιμήσει δεόντως τις συνθήκες ορατότητας που επικρατούσαν στο δρόμο, ώστε να ασκούσε τη δέουσα παρατηρητικότητα όσον αφορά την πορεία του και να οδηγούσε με ανάλογη ταχύτητα και φώτα πορείας που θα του επέτρεπαν να είχε λάβει έγκαιρα μέτρα αποτροπής έναντι του κινδύνου που εκδηλώθηκε με την είσοδο του εφεσίβλητου στο δρόμο.  Ενδεικτικό της πιο πάνω παράλειψης του εφεσείοντος είναι το γεγονός ότι δεν πρόλαβε καν να εφαρμόσει τα φρένα του αυτοκινήτου του.  Αντιλαμβανόμενος τον εφεσίβλητο κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, έκανε ελιγμό οδηγώντας δεξιά προς το σημείο που πρόλαβε να φτάσει ο εφεσίβλητος.  Βρέθηκε μεν προ διλήμματος, του οποίου όμως ο ίδιος ήταν ο δημιουργός, στο μεγαλύτερο βαθμό, ώστε να μην δικαιολογείται και η μομφή, ανωτέρω, κατά του αστυνομικού εξεταστή, ως προς την αρτιότητα του σχεδιαγράμματος στη σκηνή.

 

Υπό το φως των πιο πάνω περιστάσεων, το Δικαστήριο διαπίστωσε πως και ο εφεσίβλητος παρέλειψε να συμπεριφερθεί, ανάλογα, λαμβάνοντας μέτρα προστασίας για την ασφάλεια του.  Ως εκ τούτου, συνέβαλε και ο ίδιος στον τραυματισμό του.  Είναι στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, υπαχθέντων στη σχετική νομολογία, που το Δικαστήριο καθόρισε την αντίστοιχη ευθύνη των διαδίκων, ως ανωτέρω, δηλαδή 80% σε βάρος του εφεσείοντος και 20% σε βάρος του εφεσίβλητου.  Η κρίση του αυτή, υπό το φως των πιο πάνω γεγονότων, κρίνεται ορθή ώστε οι σχετικοί λόγοι έφεσης και αντέφεσης, να μην γίνονται δεκτοί. 

 

Με τους λοιπούς λόγους έφεσης και αντέφεσης, προσβάλλεται η απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με το ύψος των επιδικασθεισών αποζημιώσεων.  Εκ μέρους του εφεσείοντα επιδιώκεται, κατά πρώτον, η μείωση των γενικών αποζημιώσεων, καθώς, επίσης, των αποζημιώσεων για απώλεια μελλοντικών απολαβών, ενώ εκ μέρους του εφεσίβλητου γίνεται εισήγηση ότι αυτές είναι ανεπαρκείς, παραπέμποντας και οι δύο πλευρές στην κατάσταση της υγείας του εφεσίβλητου αμέσως μετά το δυστύχημα και όπως αυτή εξελίχθηκε στη συνέχεια, μέχρι και το χρόνο της εκδίκασης της αγωγής.  Ειδικά από μέρους του εφεσείοντος, σχετικός είναι ο όγδοος λόγος έφεσης. Με αυτόν, υποστηριζόμενο  από 21 παραγράφους αιτιολογίας, επιχειρείται η ανατροπή των ευρημάτων του Δικαστηρίου που προέκυψαν από τη μαρτυρία των ιατρών, περιλαμβανομένου του ψυχίατρου, που περιέθαλψαν και παρακολούθησαν τον εφεσίβλητο, μέχρι και μετά την καταχώριση της αγωγής.

 

Σύμφωνα με την εν λόγω ιατρική μαρτυρία, από την οποία προέκυψαν τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο εφεσίβλητος συνεπεία του δυστυχήματος υπέστη σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση και θλάση στους πνεύμονες.   Ως εκ της σοβαρότητας των τραυμάτων του, μεταφέρθηκε επειγόντως στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και από τις 04.12.2008 μέχρι τις 22.12.2008 έτυχε νοσηλείας ως πολυτραυματίας στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Στα αρχικά στάδια ήταν διασωληνωμένος και βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση.  Σε απεικονιστικό έλεγχο που του έγινε, διαπιστώθηκε ότι έφερε πολλαπλές θλάσεις εγκεφάλου και στα δύο ημισφαίρια, θλάσεις στον κερκοφόρο πυρήνα των βασικών γαγγλίων, τραυματική υπαραχνοειδή αιμορραγία και επισκληρίδιο αιμάτωμα. Προς το σκοπό παρακολούθησης του, τοποθετήθηκε στον εφεσίβλητο ενδοκρανιακός καθετήρας Camino για συνεχή μέτρηση της ενδοκρανιακής πίεσης.

 

Η εξέλιξη της κατάστασης του εφεσίβλητου ήταν ικανοποιητική, αν και μετά την αφύπνιση του ανέπτυξε αριστερή ημιπάρεση και στελεχιαία συνδρομή, κυρίως αριστερά, λόγω των σοβαρών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων που είχε υπέστη.  Επίσης, παρουσίασε ταχυκαρδίες, αυξημένη πίεση, αυξημένο μυϊκό τόνο με σπαστικότητα που οδήγησε στη διακοπή της αφύπνισης. Με την επαναφορά του, παρουσίασε σύγχυση, αναστάτωση και διέγερση, καθώς και αδυναμία της μυϊκής ισχύος στην αριστερή πλευρά, στο χέρι και στο πόδι. Συνεπεία της κατάστασης του αυτής, μεταφέρθηκε στην νευρολογική κλινική όπου με κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και φυσιοθεραπεία έκαμε μεγάλη βελτίωση ως προς την κινητικότητα, την επαφή με το περιβάλλον και την ισορροπία.  Στις 22.12.2008 έλαβε εξιτήριο με οδηγίες για συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή και πρόγραμμα φυσικής αποκατάστασης.  Επιπρόσθετα, του δόθηκε αντιεπιληπτική αγωγή για προστασία του από πρώιμες επιληπτικές κρίσεις. 

 

Σε μεταγενέστερες εξετάσεις, απεικονιστικός έλεγχος που έγινε στον εφεσίβλητο έδειξε θλάσεις εγκεφαλικού παρεγχύματος. Επρόκειτο για μώλωπες που προέκυψαν λόγω της καταστροφής του εγκεφαλικού ιστού, οι οποίοι σχετίζονται με μετατραυματική επιληπτική δραστηριότητα.  Έτυχε έτσι παρακολούθησης από ψυχίατρο και του δόθηκε ανάλογη φαρμακευτική αγωγή.  Στην πορεία διαπιστώθηκε ότι ο εφεσίβλητος έκαμε πρόοδο, ωστόσο η συμπτωματολογία που αναφέρεται πιο πάνω παρέμεινε.  Συγκεκριμένα, ο εφεσίβλητος παρουσίαζε αδυναμία στο χέρι και στο πόδι, βαθμό σπαστικότητας, κυκλοθυμία και εκφραζόταν με εκδηλώσεις θυμού, απάθεια και σύγχυση.  Μετά από δύο χρόνια που επαναλήφθηκε η εξέταση, διαπιστώθηκε ότι η σημειολογία και τα ιστιακά ελλείματα είχαν σχεδόν απαλειφθεί  και δεν υπήρχε αδυναμία και σπαστικότητα.  Είχε, δηλαδή, εκλείψει η στελεχιαία συνδρομή.  Η συμπεριφορά, ωστόσο, του εφεσίβλητου παρέμεινε η ίδια, ως ανωτέρω. Δηλαδή ήταν πολύ συγχυτικός, ανήσυχος και απαισιόδοξος.  Εξέταση ΜRI που διενεργήθηκε σ’ αυτόν, έδειξε ότι υπήρχαν στοιχεία τριών αιμορραγικών θλάσεων, αιτία για δυνητικές επιληπτικές κρίσεις.

 

Το Δικαστήριο, μετά από αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας διαπίστωσε ότι: 

 

«Στον ενάγοντα διαγνώστηκε μετατραυματική επιληψία για την οποία και χορηγείται φαρμακευτική αγωγή με Trileptal …. Ο Ενάγων παρουσίασε δύο επεισόδια με ξαφνική απώλεια των αισθήσεων του τον Ιούλιο του 2012 και τρίτο επεισόδιο τον Σεπτέμβριο του 2012. Το τελευταίο επεισόδιο συνοδεύετο, όπως και τα προηγούμενα, με απώλεια συνείδησης και σπασμούς και γι' αυτό νοσηλεύτηκε στην Πολυκλινική Υγεία στη Λεμεσό. Του έγινε ρύθμιση της δόσης Trileptal και έκτοτε δεν έχει αναφερθεί οποιαδήποτε άλλη επιληπτική κρίση. Οι βλάβες στον εγκέφαλο όπως φαίνονται στην μαγνητική τομογραφία (Τεκμήριο 17) αποτελούν την εστία των επιληπτικών κρίσεων του Ενάγοντος. Αυτές ανιχνεύονται τόσο στην μαγνητική τομογραφία που έγινε το 2009 (Τεκμήριο 9) όσο και στη δεύτερη που έγινε το 2012 (Τεκμήριο 17).  H δεύτερη μαγνητική τομογραφία επιβεβαιώνει ότι τα κατάλοιπα εξακολουθούν να υφίστανται. Ο Ενάγων ένεκα της επιληψίας περιορίζεται στις δραστηριότητες του. Με δεδομένο τον κίνδυνο για αιφνίδια απώλεια συνείδησης περιορίζεται π.χ. στο κολύμπι ή το να βρίσκεται σε μεγάλα ύψη.  Μια επιληπτική κρίση επίσης μπορεί να προκαλέσει θανατηφόρες αρρυθμίες και καρδιακή ανακοπή. Περαιτέρω η χορήγηση αντιεπιληπτικών φαρμάκων έχει συνέπειες στη συμπεριφορά προκαλώντας κόπωση και βραδυψυχισμό. Δηλαδή πάσχει από νωθρότητα και καθυστέρηση στις αντιδράσεις του. H χορήγηση του φαρμάκου μπορεί να συνεχίσει εφ όρου ζωής. Ο Ενάγων μπορεί να εργαστεί εφόσον είναι ρυθμισμένος φαρμακευτικά και η καταπόνηση δεν είναι πολύ μεγάλη. Επίσης δεν πρέπει να εκτεθεί σε καταστάσεις οι οποίες μπορούν να αποβούν θανατηφόρες λόγω της απώλειας συνείδησης ένεκα επιληπτικής κρίσης.»

 

Προηγουμένως, με αναφορά στη μαρτυρία του νευροχειρούργου ο οποίος είχε επιληφθεί της περίπτωση του εφεσίβλητου διαπίστωσε πως:

 

«Όσον αφορά την ικανότητα του Ενάγοντος να δουλέψει παρατήρησε πως σε τέτοιους ασθενείς δεν επιτρέπεται να δουλεύουν σε βαριά χειρονακτική εργασία, δεν μπορούν να εργαστούν στον ήλιο και αφού τους δίδεται φαρμακευτική αγωγή μπορεί να δουλέψουν σε ελαφριές δουλειές σε γραφεία.  Επίσης δεν οδηγούν.».

 

Πρόκειται για αδιαμφισβήτητα ιατρικά γεγονότα τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε ως μέρος των ευρημάτων του, σχετικά.  Τα όσα παρατίθενται εκτενώς στην αιτιολογία του όγδοου λόγου έφεσης, δεν είναι ικανά να τα ανατρέψουν. Παρεμπιπτόντως, δεν προσκομίστηκε και οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία, σχετικά, εκ μέρους του εφεσείοντος.  Επομένως, ο πιο πάνω λόγος έφεσης δεν μπορεί να επιτύχει.  Ούτε όμως και ο έννατος λόγος.  Με τον τελευταίο αυτό λόγο, επιχειρείται να πληγεί η αξιοπιστία του Μ.Ε.7. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας ήταν καθηγητής του εφεσίβλητου στο Λύκειο που αυτός φοιτούσε. Του δίδασκε το μάθημα της δακτυλογραφίας και της διοίκησης επιχειρήσεων.  Όπως, δε αυτός ανέφερε, ο εφεσίβλητος ήταν μέτριος μαθητής, ήσυχος μέσα στην τάξη, χωρίς να δημιουργεί οποιαδήποτε προβλήματα. Μετά τον τραυματισμό του έγινε  ανήσυχος, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει το μάθημα, ήταν νευρικός, ευέξαπτος και ευερέθιστος.  Ο ίδιος του έδειχνε κατανόηση και τον ενθάρρυνε δίδοντας του καλύτερους βαθμούς από την πραγματική απόδοση του.  Ο συγκεκριμένος μάρτυρας, δικαιολογημένα, κρίθηκε αξιόπιστος και ειλικρινής, από το Δικαστήριο.  Η μαρτυρία του, ουσιαστικά, επιβεβαιώνει την ιατρική μαρτυρία, ως προς την αλλαγή συμπεριφοράς και εν γένει του χαρακτήρα του εφεσίβλητου.

 

Εκ μέρους του εφεσίβλητου τέθηκε θέμα με το δεύτερο λόγο έφεσης ότι, το ποσό των γενικών αποζημιώσεων που επεδίκασε υπέρ του το Δικαστήριο, ήταν ανεπαρκές.  Έγινε εισήγηση ότι θα έπρεπε να είχε επιδικαστεί τουλάχιστο ποσό €140.000.-  Υπό τις δεδομένες περιστάσεις, όμως, κρίνεται πως ούτε και το ποσό αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση του εφεσίβλητου, για τον κίνδυνο που διέτρεξε και τους πόνους και την ταλαιπωρία που υπέστη κατά το αρχικό στάδιο του τραυματισμού του, μέχρι και το χρόνο της ακρόασης της απαίτησής του, αλλά και για τον μέλλοντα χρόνο. Για την ακρίβεια, συνεπεία του δυστυχήματος κινδύνευσε η ζωή του εφεσίβλητου ενώ λόγω της φύσης των τραυμάτων που υπέστη στην κεφαλή, παρέμειναν κατάλοιπα τέτοια, η επίδραση των οποίων τον καθιστά ευάλωτο σε σοβαρούς κινδύνους όπως αυτοί περιγράφονται πιο πάνω, ενώ αντανακλούν και στον χαρακτήρα του, σύμφωνα με τα ίδια προαναφερθέντα γεγονότα. Πασιφανώς, τα κατάλοιπα από τον τραυματισμό που υπέστη κατά το δυστύχημα, όπως διαπιστώνονται πιο πάνω, περιλαμβανομένης της μεταμόρφωσης του χαρακτήρα του και των εν γένει αδυναμιών του να ενεργήσει όπως ένας φυσιολογικός άνθρωπος, θα τον συνοδεύουν και θα τον ταλαιπωρούν για το υπόλοιπο της ζωής του.  Επομένως, ως γενικές αποζημιώσεις πιο αντιπροσωπευτικό για την περίπτωση του εφεσίβλητου, καθορισθέντος επί πλήρους ευθύνης, είναι το ποσό των €200.000.-  Το παρόν Δικαστήριο, καθόρισε το πιο πάνω ποσό ασκώντας την εξουσία που του παρέχεται, σχετικά από το άρθρο 25(3)[1] του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/1960.

 

Όσον αφορά τις επιδικασθείσες αποζημιώσεις για ειδικές ζημιές, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση από την πλευρά του εφεσείοντος. Υπήρξε όμως αμφισβήτηση με την αντέφεση των επιδικασθέντων ποσών, ειδικά με τους τρίτο και τέταρτο λόγο έφεσης με τους οποίους  γίνεται εισήγηση ότι το Δικαστήριο λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη συγκεκριμένα τεκμήρια τα οποία αναφέρονται ειδικά στον καθένα από τους πιο πάνω λόγους.  Το Δικαστήριο, όσον αφορά την πτυχή αυτή, ενεργώντας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 27(1) και (2α)[2] του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, διαπίστωσε πως τα τεκμήρια στα οποία αφορά ο τρίτος λόγος αντέφεσης αποτελούσαν εξ ακοής μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να είχε κατατεθεί με την κλήτευση των μαρτύρων που τα είχαν εκδώσει, πράγμα το οποίο ο εφεσίβλητος παρέλειψε να πράξει.  Το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν εύλογο και εφικτό ο εφεσίβλητος να είχε προσαγάγει τη μαρτυρία στην οποία αυτά αφορούσαν με την κλήτευση στη δίκη  των προσώπων που τα είχαν εκδώσει.  Δεν δόθηκε, ωστόσο, ικανοποιητική μαρτυρία ως προς τούτο και επομένως ασκώντας την εξουσία του δυνάμει του  εδαφίου (2)(α) του πιο πάνω άρθρου, δεν τα έλαβε υπόψη.   Ίδια, βασικά, ήταν η αντιμετώπιση του Δικαστηρίου σε σχέση και με τα τεκμήρια που αναφέρονται στον τέταρτο λόγο αντέφεσης.  Εξέτασε και την περίπτωση αυτών, στη βάση του άρθρου 27(1)και (2), ανωτέρω, και κατέληξε στην απόφαση να μην λάβει υπόψη το περιεχόμενο τους.  Δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε το μεπτόν στην άσκηση από το Δικαστήριο της πιο πάνω διακριτικής εξουσίας του.

 

Με τον πέμπτο λόγο αντέφεσης επικρίνεται ως λανθασμένη η απόφαση του Δικαστηρίου να μην χρησιμοποιήσει τη μέθοδο του πολλαπλασιαστή προκειμένου να υπολογίσει τις μελλοντικές απώλειες εισοδήματος του εφεσίβλητου.  Ό,τι έλαβε υπόψη εν προκειμένω το Δικαστήριο, με αναφορά και στην υπόθεση Ευρυπίδης Συκοπετρίτης Λτδ ν. Αθηνάκη (2005) 1 Α.Α.Δ. 844, είναι ότι δεν υπήρχε δυνατότητα εφαρμογής της πιο πάνω μεθόδου, δεδομένου ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε εργοδοτηθεί μέχρι και το χρόνο της ακρόασης της αγωγής, ώστε να υπήρχαν οι απαραίτητοι συντελεστές και ειδικά ο πολλαπλασιαστέος.  Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο επιδίκασε προς όφελος του εφεσίβλητου, εφάπαξ ποσό €50.000.- ως απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων επί πλήρους ευθύνης για το δυστύχημα, το οποίο κρίνεται ικανοποιητικό.  Μετά και τον επιμερισμό της ευθύνης, ως ανωτέρω, τούτο καθορίζεται στο ποσό των €40.000.- 

 

Τέλος, με τον έκτο λόγο αντέφεσης αμφισβητείται ως λανθασμένη η απόφαση του Δικαστηρίου να μην επιδικάσει προς όφελος του εφεσίβλητου ποσό €11.850.- που αφορούσε δίδακτρα και ενοίκιο για 10 μήνες που ο εφεσίβλητος είχε φοιτήσει στην Αθήνα.  Όπως ορθώς παρατήρησε το Δικαστήριο το πιο πάνω ποσό δαπανήθηκε για σκοπούς σπουδών του εφεσίβλητου και όχι ως έξοδα θεραπείας, συνεπεία του τραυματισμού του κατά το δυστύχημα.  Ως εκ τούτου, η δαπάνη του πιο πάνω ποσού δεν μπορούσε να ήταν εύλογα προβλεπτή.  

 

Επομένως, πλην του δεύτερου λόγου αντέφεσης σε σχέση με το ύψος των γενικών αποζημιώσεων, οι υπόλοιποι πέντε λόγοι που έχουν εξεταστεί πιο πάνω, δεν μπορεί να επιτύχουν.  Κατά συνέπεια η αντέφεση επιτυγχάνει μερικώς.  Βέβαια, όσον αφορά την έφεση, όπως έχει εξηγηθεί προηγουμένως, αποτυγχάνει στην ολότητα της.  Επομένως, παραμένει ως έχει η απόφαση του εκδικάσαντος Δικαστηρίου όσον αφορά την μελλοντική απώλεια απολαβών και ειδικών ζημιών, ενώ με την αύξηση των γενικών αποζημιώσεων στο ποσό που έχει προαναφερθεί, προσαρμοζόμενο στο ποσοστό της συντρέχουσας ευθύνης που έχει καταλογιστεί σε βάρος του εφεσίβλητου, αυτές καθορίζονται στο ποσό των €160.000.-, το οποίο και επιδικάζεται προς όφελος του εφεσίβλητου και εναντίον του εφεσείοντος.  Το ποσό αυτό να φέρει τόκο όπως η διαταγή, σχετικά, του εκδικάσαντος Δικαστηρίου.

 

 Καταληκτικά, η έφεση αποτυγχάνει πλήρως, ενώ η αντέφεση επιτυγχάνει μερικώς.  Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του εφεσίβλητου και εναντίον του εφεσείοντος τα οποία καθορίζονται στο ποσό των €3.500.- πλέον Φ.Π.Α.

 

 

Γ.N. ΓΙΑΣΕΜΗΣ, Δ.

 

 

Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ,  Δ.

 

 

Α. ΔΑΥΙΔ, Δ.

 

/γκ



[1] 25.-(1) Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, σε έφεση ενώπιον, ως νόμος ήθελε ορίσει του Εφετείου, του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, υπόκειται-

(3) Παρά πάσαv διάταξιv τoυ περί Πoιvικής Δικovoμίας Νόμoυ ή oιoυδήπoτε άλλoυ vόμoυ ή διαδικαστικoύ καvovισμoύ και επιπρoσθέτως oιωvδήπoτε υπό τoύτωv χoρηγoυμέvωv εξoυσιώv, το Εφετείο ή το Ανώτατο Δικαστήριο, αναλόγως της περιπτώσεως κατά τηv ακρόασιv και διάγvωσιv oιασδήπoτε εφέσεως, είτε εv πoλιτική είτε εv πoιvική υπoθέσει δεv θα δεσμεύεται υπό oιασδήπoτε απoφάσεως περί πραγματικώv γεγovότωv τoυ εκδικάσαvτoς δικαστηρίoυ και θα έχη εξoυσίαv vα αvαθεωρή τας πρoσαχθείσας απoδείξεις, vα συvάγη τα ίδια αυτoύ συμπεράσματα, vα ακoύη και δέχεται περαιτέρω απoδεικτικά μέσα και, όπoυ αι περιστάσεις της υπoθέσεως απαιτoύσιv oύτω, vα επαvακρoάται oιωvδήπoτε μαρτύρωv ήδη ακoυσθέvτωv υπό τoυ εκδικάσαvτoς δικαστηρίoυ, και δύvαται vα δώση oιαvδήπoτε απόφασιv ή vα εκδώση oιovδήπoτε διάταγμα τo oπoίov αι περιστάσεις της υπoθέσεως δικαιoλoγoύv, συμπεριλαμβαvoμέvoυ και διατάγματoς περί επαvακρoάσεως της υπoθέσεως υπό τoυ εκδικάσαvτoς αυτήv ή άλλoυ αρμoδίoυ δικαστηρίoυ ως θα διέτασσε το Εφετείο ή το Ανώτατο Δικαστήριο, αναλόγως της περιπτώσεως.

 

[2] (1)  Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.

(2) Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω:

(α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση·

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο